Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

`Αγιος Αντρέας ο "Τρυποτηγανάς"


Πάει κι αυτός ο μήνας... Κι από αύριο, τυπικά μπαίνουμε στο χειμώνα...
Σήμερα του Αγίου Αντρέα, του «Τρυποτηγανά» ή «Τρυποτηγανίτη». Σα σήμερα, οι νοικοκυρές έφτιαχναν λουκουμάδες ή τηγανίτες. Αλίμονο σε όποιαν αμελούσε να φτιάξει τέτοια μέρα! Ο `Αγιος, για να την τιμωρήσει θα της τρυπούσε το τηγάνι! Κι από το ζυμάρι για τις τηγανίτες, έκαναν με το δάχτυλο σταυρό στο αμπάρι του σπιτιού, που αποθήκευαν το σιτάρι της χρονιάς, για να παραμένει τούτο πάντοτε γεμάτο.
Εκτός από «Τρυποτηγανάς», ο `Αγιος Αντρέας είναι ο προάγγελος του χειμώνα που ακολουθεί, καθώς «αντρειεύει», δυναμώνει δηλαδή, και το κρύο.
«Σ' τσι τριάντα τ' `Αγι-Αντριός,
αντριεύται το κρύο»
Και δεν αντρειεύει μονάχα το κρύο, αλλά και τα σπαρτά κι όλα τα ζωντανά. Για αυτό κι οι αγρότες συνήθιζαν και τούτη τη μέρα να ετοιμάζουν «πολυσπόρια» για να τα διαβάσει ο παπάς και «να πάει καλά η χρονιά με πλούσια μπερεκέτια». Αλλού πάλι, από την παραμονή της εορτής του και για τρεις συνεχόμενες βραδιές, οι νοικοκυρές έριχναν στα κεραμίδια του σπιτιού βρασμένο στάρι και καλαμπόκι, λέγοντας «Αντρά, Αντρά ν'αντρώσ'ν τα στάρια και τα καλαμπόκια μας».
Του Αγίου Αντρέα, λοιπόν, σήμερα, του πολιούχου των Πατρών και προστάτη της πόλης του Ναυπλίου, αφού καθώς ξημέρωνε η γιορτή του, το 1822, έπειτα από πολύμηνη δύσκολη πολιορκία, οι Έλληνες κατέλαβαν το Παλαμήδι. Χρόνια πολλά σε όσους και όσες γιορτάζουν και, φυσικά, στην αγαπημένη μου φοιτητούπολη...

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

σπίτια και "σπιτικά"



Μένω σε ένα χωριό. Από κείνα τα χωριουδάκια που ξεφυτρώνουν στο βουνό, με την πλούσια βλάστηση, τα τρεχούμενα νερά και τις ρεματιές, τα πετρόχτιστα σπίτια με τις μεγάλες αυλές τίγκα στο λουλουδικό και την κεντρική πλατεία με την εκκλησιά, τα μαγαζάκια τριγύρω και το γέρο πλάτανο να δεσπόζει στη μέση... Ένα όμορφο χωριό, βουνίσιο, με θέα τη θάλασσα, ανεξερεύνητα μονοπάτια κι όμορφες διαδρομές. Το μόνο που ίσως έχει να ζηλέψει από τα γειτονικά του χωριά είναι κάποια αναπαλαιωμένα διώροφα ή τριώροφα αρχοντικά, μιας και τούτο το χωριό το κάψανε οι Γερμανοί κι ό,τι είχε απομείνει όρθιο ήρθε να το αποτελειώσει κι ο σεισμός.
Ένα μεγαλοχώρι που όσο κι αν χρονιά τη χρονιά οι κάτοικοι λιγοστεύουν, παραμένει ακόμη ζωντανό, με ντόπιους αλλά και αρκετούς παραθεριστές. Όπως σε κάθε τουριστικό προορισμό, τα παλιά εγκαταλελειμμένα σπιτάκια αγοράζονται κι επισκευάζονται, μα ακόμη περισσότερο προτιμούνται τα οικόπεδα κι οι νέες κατασκευές. Κι έτσι σιγά-σιγά το χωριό αλλάζει, εξαπλώνεται, μεταμορφώνεται... Κι επειδή ζούμε σε μια εποχή, που της «παράδοσης», σαν έννοια, της έχουν αλλάξει τον αδόξαστο, στο όνομα αυτής της «παράδοσης», βλέπω μετά λύπης μου καθημερινά να ξεφυτρώνουν νέα τερατουργήματα.
Προσπαθώ να ξεκαθαρίσω στο μυαλουδάκι μου, πως όλα αυτά τα παλιακά σπιτάκια έχουν τόση ζεστασιά κι ακτινοβολούν τέτοια ομορφιά και πως τα περισσότερα σύγχρονα είναι κακόγουστα έως απωθητικά. Είχαν τόσο γούστο οι παλιοί μαστόροι, ήταν άλλα τα υλικά, ή η φθορά του χρόνου είναι που σκέπασε τις όποιες «δυσμορφίες»; Πάντως εκείνα τα παλιά σπιτάκια έχουν το χάρισμα να δένουν τόσο αρμονικά με το περιβάλλον και την τριγύρω φύση, ο ίδιος ο τόπος να τα αγκαλιάζει και γίνονται ένα με το βουνό, τόσο που τα θεωρεί κανείς γεννήματα της πλάσης. Και ακόμη και κείνα που τυχαίνει να πέσουν στα χέρια ανοικοκύρευτων ιδιοκτητών, εκείνα που η μορφή τους προδίδει αφροντισιά και ταλαιπωρία, ακόμη κι αυτά κατορθώνουν να μη «βγάζουν μάτι», να μην ασκημαίνουν το τοπίο.
Τα άλλα, όμως, τα καινούρια που ξεφυτρώνουν παντού; Ελάχιστα από αυτά καταφέρνουν να αγαπηθούν από τον τόπο, προσδίδοντας τη δική τους ιδιαίτερη μα και οικεία πινελιά. Είναι εκείνα που το μεράκι των ιδιοκτητών τους τους χάρισε ψυχή. Τα περισσότερα, άχαρα και άψυχα, κραυγάζουν την κρυφή απέχθεια των δημιουργών τους προς το γύρω περιβάλλον καθώς και τη μεγαλομανία και την ακαλαισθησία των νοικοκυραίων τους. Τσιμεντένιοι ασουλούπωτοι όγκοι με ατελείωτους άχρηστους χώρους γεμάτους ψεύτικα διακοσμητικά, που ονομάζονται «εξοχικά» από ανθρώπους που, κατά βάση, απεχθάνονται την έννοια της εξοχής, από ανθρώπους που θα τους φιλοξενήσουν λιγότερο από δεκαπέντε μέρες το χρόνο. Κι αυτά τα «κουτιά», που συνηθίζουν να τους κοτσάρουν πλέον και από μια πισίνα, η οποία συνήθως δε χρησιμοποιείται ποτέ, παρά μόνο για να περισυλλέγει τα μαραμένα πλατανόφυλλα, αυτά τα σκληρά και, με μανιώδη σχολαστικότητα, ορθογωνισμένα τσιμεντένια «κουτιά», θα τα επενδύσουν με φλούδες από γυαλιστερή και ισιοκομμένη πέτρα, για να τα βαφτίσουν «παραδοσιακά». Η ίδια πέτρα θα κολληθεί και τριγύρω από το θεόρατο «παραδοσιακό» τζάκι φυσικά, για να μπορούν να «θαυμάζουν» οι επισκέπτες τον «παραδοσιακό πέτρινο τοίχο» που δένει τόσο μοναδικά με τα «παραδοσιακά» ξύλα και την εστία. Και πάει λέγοντας...
Αυτά τα σπίτια που δεν είναι «σπιτικά», αυτά τα σπίτια τα άψυχα που τώρα αρχίζουν να βγαίνουν και σε αναρίθμητα πανομοιότυπα καλούπια - καθώς έχουνε γίνει της μόδας και τα λεγόμενα «συγκροτήματα κατοικιών» - αρχίζουν να κατακλύζουν το χωριό μου και να του αλλάζουν μορφή... και δεν καταλαβαίνω... αφού όλοι τούτοι δεν ψάχναν για χωριό, αλλά για κάποιο Αθηναϊκό προάστιο, τι κουβαλήθηκαν εδώ και σταματημό δεν έχουν να χτίζουν;

ουφ...


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

"Δεν είμαστε ποιητές"...


του Γιώργου Σαραντάρη
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς
(Γ.Σαραντάρης)

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Το μπακαλικάκι του κυρ-Κώστα.


Χθες το απόγευμα, εδώ έπινα το καφεδάκι μου, πλάι στη θάλασσα, σ' αυτό το πανέμορφο χωριό που κάθε που το επισκέπτομαι έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σε νησί. Κι επειδή δεν το αγάπησα μονάχα εγώ, τα τελευταία χρόνια οι θαμώνες του έχουν πολλαπλασιαστεί κι όλο καινούρια μαγαζάκια, καφετέριες και τσιπουράδικα, ξεφυτρώνουν κατά μήκος της παραλίας. Θα ομολογήσω πως αυτό δεν είναι και κάτι που με ενθουσιάζει προσωπικά, αλλά τουλάχιστον είναι όλα αρκετά περιποιημένα και καταφέρνουν να δένουν κάπως αρμονικά με το περιβάλλον.
Όταν ήμουν πιτσιρίκα και πήγαινα ακόμη στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, ερχόμουνα συχνά με τους γονιούς μου εδώ. Τότε υπήρχε το μπακαλικάκι του κυρ Κώστα, εκεί συχνάζαμε. Ένα μικρό μαγαζάκι, με πορτοπαράθυρα μπογιατισμένα γαλάζια, ξύλινα ράφια με κονσέρβες, ζάχαρη και χαρτικά, τσουβάλια με όσπρια και δημητριακά κι έναν μεγάλο πάγκο που στη μια του άκρη ήταν ακουμπισμένο το ντουλαπάκι με τη τζαμένια βιτρίνα που φύλαγε τα γαλακτοκομικά. Ένα μπακαλικάκι από κείνα που είχαν τότε όλα τα γύρω χωριά, όπου, ανάμεσα στα λιγοστά προϊόντα του, ο ντόπιος έβρισκε σχεδόν κάθε χρειαζούμενο. Ο κυρ Κώστας, όμως, πίσω από τον χοντρό ξύλινο πάγκο, έκρυβε κι ένα κουζινάκι με πετρογκάζ, όπου τηγάνιζε τα ολόφρεσκα ψαράκια για να μας τα φέρει για μεζέ με το τσίπουρο. Κι ο άτιμος, έφτιαχνε τα πιο νόστιμα ψάρια του ντουνιά! Κι ας ήταν από κείνα τα μικρά και περιφρονημένα, τα «φτηνιάρικα».
Το χειμώνα, άναβε τη στρογγυλή σα βαρέλι ξυλόσομπα που δέσποζε στο κέντρο του μαγαζιού. Το καλοκαίρι, είχε δυο τρία τραπεζάκια έξω, εκεί που έσκαζε το κύμα. Δυο τρία, όχι παραπάνω. Ίσα για κείνους τους μερακλήδες που τράβαγε η όρεξή τους ένα τσιπουράκι που παραδοσιακά σερβιρόταν με κανένα τουρσί ή σαρδέλα ξαρμυρισμένη. Για τους πιο πεινασμένους, τηγάνιζε και τα ψαράκια που λέγαμε.
Λίγα χρόνια μετά, η επιχείρηση επεκτάθηκε! Τα τραπεζάκια αυξήθηκαν και στεγάστηκαν κάτω από ένα ξύλινο κιόσκι, στην παραλία. Φτιάχτηκε και μια υποτυπώδης κουζίνα όπου πλέον, ψήνανε κι από καμιά μπριζόλα. Μη φανταστείτε πως τότε άλλαξαν και πολλά πράγματα. Αυτά τα λίγα και απλά και υπέροχα... αυτά τα ελάχιστα που νοστιμίζουν τη ζωή μας. Αλλά, δεν πέρασε πολύς καιρός και το μαγαζάκι του κυρ Κώστα έκλεισε. Κι αρχίσανε να ανοίγουνε άλλα, καινούρια, με περισσότερους μεζέδες για το τσίπουρο, ψαράκια α' κατηγορίας και μαγειρευτά. Εγώ, όμως, κάθε που περνώ, εκείνο το μικρό μπακάλικο αναπολώ και κάθε που κατεβάζω κανένα τσιπουράκι στα γύρω μέρη, εκείνους τους μεζέδες ονειρεύομαι...

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Ο θείος κι ο Πορφύρης!


Έχω ένα θείο, αδερφό του παππού μου, πάνω από 90 ετών που κατοικεί μονάχος του σε ένα νησί του Αιγαίου και ήξερε να σερφάρει στο διαδίκτυο προτού εγώ καλά-καλά αποκτήσω την πρώτη μου επαφή με υπολογιστή. Αρκεί να φανταστείτε πως το μεγαλύτερο μου κίνητρο για να μπω επιτέλους στο διαδίκτυο, ήταν το έκπληκτο βλέμμα του όταν διαπίστωσε, προ μερικών ετών, πως δεν έχω ηλεκτρονική διεύθυνση ώστε να μου στέλνει e-mail! Αυτός, ο θείος λοιπόν, έχει διάφορες ιδιομορφίες σα χαρακτήρας και, πολλές φορές με εκπλήσσει. Σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε από τα χαράματα, προτού καν ανοίξει το μάτι μου, για να μου ευχηθεί για το αυτοκίνητο μου: «Καλή σας μέρα, δε φαντάζομαι να σας ξύπνησα. Είναι σήμερα του Αγίου Πορφυρίου και σας εύχομαι χρόνια πολλά.» Του Αγίου Πορφυρίου;;; Πού τα ξετρυπώνει ήθελα νά 'ξερα! Και νά 'χε και καλή σχέση με τους Αγίους και τα εκκλησιαστικά... Αμ ,δε, καμία σχέση! Αλλά για το αυτοκίνητο πήρε να ευχηθεί! Κι ας με ζαλίζει κάθε φορά που συναντιόμαστε πως πρέπει να του αλλάξω όνομα, γιατί το «Πορφύρης» (έτσι το ονόμασα για το κατακόκκινο χρώμα του που τόσο αγαπώ) ετυμολογικά παραπέμπει στην «πορφύρα», μια σπάνια γενετική ασθένεια του αίματος της οποίας όλα τα συμπτώματα καθώς και όλες τις περιπτώσεις πασχόντων που γνωρίζει ή έχει ακουστά φροντίζει να μου αναφέρει λεπτομερώς με τόση επιμονή και παραστατικότητα που φτάνω πια στο σημείο να αναρωτιέμαι μήπως «Νισάφι πια! Δεν του αλλάζω όνομα μπας και γλιτώσουμε;»Τότε, όμως, μπαίνουμε σε άλλο κεφάλαιο και εκείνος αρχίζει να καταθέτει όλα τα ονόματα που θεωρεί αντιπροσωπευτικά, αναλύοντας φυσικά και τους λόγους.
Τέλος πάντων, ο Πορφύρης μου παρέμεινε Πορφύρης -γιατί αυτό είναι το όνομά του και δεν αλλάζει- και επειδή έχω και καιρό να δω το θείο, είχα κοντέψει να ξεχάσω όλο αυτό το σκηνικό, μέχρι σήμερα το πρωί που μου τηλεφώνησε να μου ευχηθεί. Κι αν η πρώτη μου αντίδραση ήταν να γελάσω, ύστερα άρχισα να αναλογίζομαι πόσα πολλά μου έχει προσφέρει αυτό το μικρό αυτοκινητάκι, πόσα ταξίδια κάναμε μαζί, πόσα μέρη γνωρίσαμε, ασφαλής συνοδός και συνοδοιπόρος που πάντοτε με βγάζει ασπροπρόσωπη σε όσα κακοτράχαλα μονοπάτια κι αν τον έχω ταλαιπωρήσει, σε δρόμους χιονισμένους και γλιστερούς, πάντα εκεί να με περιμένει πιστά για την επόμενη εξόρμηση, για ανάγκη ή για χαρά, πάντα να μου χαρίζει διέξοδο κάθε που ο τόπος με πνίγει κι ένα μικρό καταφύγιο όποτε το χρειαστώ.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Φλόγες...


(απόσπασμα από "Τα Παγανά" του Στρατή Μυριβήλη)
«... Οι άλλοι συζητούσαν κι έπιναν και κείνος, χουζουρεμένος στην πετσένια πολυθρόνα που του ήταν εκεί μέσα καθιερωμένη από πολλά χρόνια, έκανε χάζι να ξελοχίζουν τα χοντρά κούτσουρα, να καβουριάζουν σιγά-σιγά και να ξεκολνούν με ξερό τρίξιμο τα λέπια της πευκόφλουδας, που έχουν το χρώμα της σκουριάς. Το παιχνίδι της φωτιάς τόνε μάγευε πάντα, και τώρα δα το παρακολουθούσε με αχόρταγη προσοχή.
Οι φλόγες βγαίνανε στην αρχή μικρές, γαλανωπές και χρυσοπράσινες, αραδιάζοντας σαν φύλλα και σαν πεταλούδες. Οι μικρές γλώσσες γεννιόνταν τόσο ήμερες, σαν αυτές από το `Αγιο Πνεύμα, έτσι όπως κατεβαίνουνε στην κόμη των Αποστόλων πάνω στο κόνισμα της Πεντηκοστής. Έγλειφαν χαδιάρικα το ξύλο, αργά, ύπουλα, λες και αποζητούσαν με τούτες τις γαλυφιές να του αποκοιμίσουν κάθε προφύλαξη. Και ξαφνικά το κυρίευαν και το κούρσευαν, ξετρέχοντάς το θριαμβευτικά από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Το έζωναν βιαστικά από παντού, τό 'ντυναν με κόκκινα και πορτοκαλιά λουλούδια, που ξεφύτρωναν το ένα μεσ' από την καρδιά τ' αλλουνού. Στο τέλος το δάγκαναν με τριγμούς, το μάσαγαν με λύσσα. Τότε τις έπιανε ένα χορευτικό δαιμόνιο, τις σπάραζε και τις τρέλαινε. Λύγιζαν ιδιότροπα απ' εδώ κι απ' εκεί, έσμιγαν και χώριζαν, έκαναν μαργιολιές, ορμούσαν όλες μαζί και καταλάγιαζαν φρόνιμα.
Δυο απ' αυτές, ξανθές με γαλάζια καρδιά, περπάταγαν ζευγαρωμένες πάνου στο ξύλο και, σαν έφτασαν στην άκρη και είδαν πως δεν είχε παραπέρα, άρχισαν κάτι απίστευτες ακροβασίες. Χαμήλωναν και σηκώνονταν, τρικύμιζαν τις χρυσές φούστες, μικρές χορεύτριες γεμάτες ξεχαλίνωτη φαντασία και σερπετάδα.
Στο τέλος έδωσαν μια, ξεκόλλησαν από το καρβουνιασμένο κούτσουρο και πήδηξαν ανάλαφρες η μια καταπόδι στην άλλη, χάθηκαν μέσα στην καπνοδόχη. Πέταξαν όρθιες σαν δυο χελιδόνια από φλόγα.
Ήτανε τα πνεύματα του δέντρου, που τα ξελεφτέρωσε από τη φυλακή του ξύλου η φωτιά, ξαπολύθηκαν και χίμηξαν τ' αψηλού. ...»    (Στρατής Μυριβήλης)

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Τριαντάφυλλο μου...


Τις αγαπώ ιδιαίτερα τις τριανταφυλλιές... Στον κήπο έχω πάνω από εκατό φυτεμένες... έχω χάσει πια το μέτρημα... Οι περισσότερες, «δικά μου τέκνα», κλαράκια από κάποιο κλάδεμα φθινοπωρινό, που ξαναδώσαν ζωή φυτρώνοντας μέσα σε λίγο χώμα. Τις αγαπώ για τα πλούσια και τόσο διαφορετικά χρώματά τους, για το διακριτικό έως και μεθυστικό άρωμά τους, για τα ανεξάντλητα και πανέμορφα άνθη τους, μα περισσότερο από όλα για την ολιγάρκειά τους, τη δοτικότητά τους και την αυθόρμητη ανταπόκρισή τους ακόμη και στην ελάχιστη φροντίδα που τους προσφέρεις...
Για κείνο το πανέμορφο κίτρινο μπουμπούκι που είδα να ξεπροβάλει μέσα από ένα παγωμένο στρώμα χιονιού, που σχεδόν έφτανε το δικό μου ύψος, κάποιο πρωινό που ο άρχοντας ήλιος ήρθε να γλυκάνει τα μέρη μας, τα ανελέητα κρυσταλλωμένα από το μένος του βοριά και της βαρυχειμωνιάς...


Ένα κλαράκι τόσο δα...το μπήγεις στο χώμα, κι αυτό φυτρώνει... βγάζει ριζούλες, δυναμώνει στη γη και σκαρφαλώνει στον ουρανό, χρωματίζοντας το γαλάζιο με τα λουλούδια του, χρωματίζοντας τον αγέρα με την ευωδιά του...
Τα τρυφερά βλαστάρια του τσουρουφλίζονται από την κάψα του καλοκαιριού, οι ρίζες του ασφυκτιούν από την ξηρασία, τα μπουμπούκια του τα απομυζούν λογής-λογής ζούμπερα με τον ερχομό της άνοιξης και τα κλωνάρια του λυγάν από το βάρος του χιονιού το καταχείμωνο... κι όμως εκείνο παλεύει μόνο του όλα τα στοιχειά, κι όμως τα καταφέρνει κι επιβιώνει... Και κάθε που εσύ το ξεδιψάσεις με λίγο δροσερό νερό, κάθε που του χαϊδέψεις συνωμοτικά το γέρικο αγκαθωτό κορμό του και το καθαρίσεις προσεκτικά από τα ξεραμένα του άνθη, εκείνο, με ανακούφιση κι ευγνωμοσύνη θα πετάξει καινούριους βλαστούς έτοιμο, με γενναιοδωρία απαράμιλλη, να χαρίσει την ομορφιά στο βλέμμα σου...

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Παναγιά η Πολυσπορίτισσα...








Σήμερα σε κάποια μέρη βράζουν τα «πολυσπόρια», κάθε λογής σπόρους από δημητριακά ή και όσπρια όπου προσθέτουν και ξηρούς καρπούς, καρύδια, αμύγδαλα, ακόμα και σταφίδες. Της Παναγιάς της «Πολυσπορίτισσας» ή της «Μεσοσπορίτισσας» σε πιο βορεινά και της «Ξεσπορίτισσας» εκεί που έχει τελειώσει η σπορά. Κάπου τα διάβασα όλα αυτά. Εδώ δεν κρατάει τέτοιο έθιμο. Και δε γνωρίζω για παλιότερα. Μόνο μια φορά, πού είχαμε στο χωριό μια φουρνάρισσα από άλλα μέρη, θυμάμαι που μας κυνήγαγε μια τέτοια μέρα να δοκιμάσουμε τα βρασμένα της «πολυσπόρια» και γω δεν ήξερα πως ν' αποφύγω το μαρτύριο ενός νερόβραστου σταριού πρωινιάτικα, όταν το μόνο που δέχεται το στομάχι μου τέτοιες ώρες είναι το καφεδάκι... άντε και κανένα κουλούρι αν με δελεάσουν. Έτσι πρωτοέμαθα πως η Παναγιά, εκτός των άλλων, λέγεται και «Πολυσπορίτισσα».


`Ακουσα τις καμπάνες το πρωί, καθώς άνοιγα τα παράθυρα, για αυτό κι οι συνειρμοί. Και στην αρχή απόρησα. «Τι γιορτάζουμε σήμερα;» Μέχρι να συνειδητοποιήσω πως πήγε ο μήνας 21 κι είναι της Παναγίας τα Εισόδια και μάλιστα έχει την τιμητική του το ένα μου βαφτιστικό.


Καλημέρα, λοιπόν, και σ' όσους γιορτάζουν χρόνια πολλά και όμορφα..

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

σουρουπώνει ...









...έξω απ' το παράθυρό μου...