Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

29 Μαϊου 1453, Η άλωσις της Κωνσταντινούπολης...



(Κωνσταντίνος Παλαιολόγος- πίνακας Θεοφίλου Χατζημιχαήλ)

"...[...].. Στις 25 Μαϊου ο Μωάμεθ έστειλε πρεσβεία στον Κωνσταντίνο με την ακόλουθη πρόταση: να του παραδώσει την Πόλη και σε αντάλλαγμα να μεταβεί στην Πελοπόννησο, όπου θα έχει περισσότερα εδάφη, για να ζήσει σαν ανεξάρτητος ηγεμόνας. Η απάντηση του Κωνσταντίνου, όπως την παραθέτει ο Δούκας, είναι όντως Λεωνίδειος: "Την δε πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν ούτε άλλου των κατοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως (με τη θέλησή μας) αποθανούμεν εν ταύτη και ου φεισόμεθα της ζωής ημών."
Βέβαια, σε σύσκεψη του Κωνσταντίνου με τους επιτελείς του είχε συζητηθεί το σχέδιο φυγής του αυτοκράτορα στη Δύση για να οργανώσει εκεί σταυροφορία για την σωτηρία της Ανατολής. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν εννοεί να εξευτελιστεί, όπως ο πατέρας του και ο αδελφός του. Έχει κατανοήσει αυτό που θα γράψει ο Σολωμός:
"Δεν είν' εύκολες οι θύρες
όταν η χρεία (ανάγκη) τες κουρταλεί (χτυπά)"
Ο Μωάμεθ, μη βλέποντας άλλη λύση, αρχίζει την ετοιμασία για την τελική έφοδο. Το στρατόπεδό του είναι σε συνεχή πυρετό. Στις 28 Μαϊου τα πάντα είναι έτοιμα. Ο σουλτάνος υπόσχεται στους στρατιώτες τριήμερη λεηλασία, αν καταλάβουν την Πόλη. Αυτοί πέφτουν για ύπνο νωρίς, για να είναι έτοιμοι για την επίθεση που θ'αρχίσει πριν την αυγή. Την ίδια ημέρα ο Κωνσταντίνος λειτουργήθηκε στην Αγία Σοφία, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων κι εξεφώνησε μνημειώδη λόγο προς τους πιστούς συμμαχητές του:
Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, 29 Μαϊου 1453, εκδηλώθηκε η επίθεση των Τούρκων και από τη θάλασσα (τα θαλάσσια τείχη ήσαν πιο ευπρόσβλητα) και από την ξηρά. Αλλά τα αποτελέσματα στην αρχή ήσαν αρνητικά. Το ξημέρωμα βρήκε τους υπερασπιστές να είναι νικητές. Είχαν αναχαιτήσει τρεις επιθέσεις. Κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος περιχαρής κραύγασε: " Η νίκη ελπίζω εις τον Θεόν του είναι ημετέρα". Αλλά δυο ατυχή περιστατικά ανέτρεψαν την κατάσταση. Ανάμεσα στις 8 και 9 το πρωί, όταν η μάχη άκριτη έβραζε, ο Ιουστινιάνης, που ήταν ο στύλος της άμυνας, τραυματίστηκε από βέλος σοβαρά και αποχώρησε. Οι σύντροφοί του τον μετέφεραν κρυφά σ'ένα πλοίο, αλλά καθ'οδόν προς τη Χίο εξέπνευσε. Η αποχώρησή του προκάλεσε μούδιασμα στους υπερασπιστές που μάχονταν στην Πύλη του Ρωμανού. Ο σουλτάνος που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη της μάχης, κατάλαβε την κάμψη και άρχισε κι αυτός, κατά τη μαρτυρία του Κριτόβουλου, να κραυγάζει: "Έχομεν, ο φίλοι, την Πόλην, έχομεν...(...).. ολίγον πόνον έτι και η πόλις εάλω". Το δεύτερο ατυχές συμβάν ήταν η παραβίαση της Κερκόπορτας, μιας βοηθητικής θυρίδας, από τις λεγόμενες κρυφές, που είτε από άγνοια, είτε από αμέλεια, είτε από προδοσία (ο λαός αυτό πίστευε και πιστεύει) βρέθηκε ανοιχτή και από αυτήν εισέδυσαν αρχικά 50 γενίτσαροι που άνοιξαν μια μεγαλύτερη πύλη από την οποία χύμηξε ορμητικά ο τουρκικός στρατός. Γίνεται μάχη φοβερή σώμα με σώμα. Όλοι οι μαχόμενοι γύρω απ'τον Κωνσταντίνο πέφτουν νεκροί κι ο αυτοκράτορας μένει μόνος του. Ορμά κι αυτός κραυγάζοντας: "Η πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι; Ουκ έστι τις των Χριστιανών λαβείν την κεφαλήν εμού;" Ο Πασπάτης γράφει για το ηρωικό τέλος του: "Τότε Τούρκος έπληξε τον βασιλέα κατά πρόσωπον, κι άλλος όπισθεν έδωσεν ετέραν πληγήν. Κατέπεσεν ο βασιλεύς εκ του ίππου και εξέπνευσεν επί των αυτόθι πτωμάτων φίλων και εχθρών...[...]"
(* Συγκινητική ήταν η σκηνή, όταν ο Κωνσταντίνος μετά την Αγία Σοφία πήγε στο παλάτι και κάλεσε όλο το προσωπικό και του ζήτησε συγχώρεση για ότι κακό είχε κάνει. "Ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι", γράφει ο Σφραντζής.)"
(απόσπασμα του Σαράντου Ι. Καργάκου, "Μαθήματα Νεώτερης Ιστορίας")


Τη λαϊκή παράδοση για το Μαρμαρωμένο Βασιλιά, καταγράφει ο λαογράφος μας Νικόλαος Γ.Πολίτης στο δίτομο έργο του "Παραδόσεις":


Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Πληθυντικός "ευγενείας"...



Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτές της Ρώμης υπήρξαν τα αδέρφια Ρώμος και Ρωμύλος, τέκνα της ιέρειας Ρέας Σύλβιας και του θεού Άρη, εγγόνια του βασιλιά Νουμίτωρος. Όταν, λοιπόν, γεννήθηκαν τα δίδυμα αγοράκια, ο Αμούλιος, που σφετερίστηκε την εξουσία του αδερφού του Νουμίτωρος, θέλοντας να ξεφορτωθεί και τους νέους απογόνους του, διέταξε να χώσουν τα νεογέννητα σ'ένα λίκνο και να τα πετάξουν στον Τίβερη. Καθώς ξεχείλισε όμως ο Τίβερης,  το λίκνο με τα μωρά σκάλωσε στις όχθες του κι έτσι μπόρεσαν να επιβιώσουν τρεφόμενα από το γάλα μιας πρόθυμης λύκαινας που τα πήρε υπό την προστασία της. Εκεί τα ανακάλυψε αργότερα κάποιος βοσκός που τα πήρε σπίτι του και τα ανέθρεψε μέχρι που ενηλικιώθηκαν. Τότε, εκείνα ανέτρεψαν τον βασιλιά Αμούλιο κι επανέφεραν στο θρόνο τον παππού τους Νουμίτωρα. Θέλησαν, ύστερα, να ιδρύσουν και μια πόλη στις όχθες του Τίβερη προς ανάμνηση της σωτηρίας τους. Η ονομαστή Ρώμη ιδρύθηκε, όμως κατά την κτίση της επήλθε διαμάχη μεταξύ των δύο αδερφών, με αποτέλεσμα ο Ρώμος να σκοτωθεί και να παραμείνει βασιλιάς ο Ρωμύλος...

Ένεκα, όμως, των πολλών συμφορών που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ρώμου, ο Ρωμύλος σκέφτηκε να ζητήσει κάποιο χρησμό από το μαντείο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χρησμός δόθηκε κι ανέφερε, πάνω-κάτω, ότι αν δεν καθήσει πλάι του στο βασιλικό θρόνο ο αδερφός του, δεν πρόκειται να σταθεί η πόλη του, ούτε να ησυχάσει ο δήμος...



Είδε κι απόειδε ο Ρωμύλος, αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι να κατασκευαστεί η εικόνα του νεκρού Ρώμου την οποία θα τοποθετούσε παραπλεύρως του θρόνου του! Κι αναφέρει η Άννα Τζιροπούλου- Ευσταθίου (στα "Μαθήματα αρχαίας ελληνικής γλώσσης Β'") σχετικά:

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Χελιδόνια...






Αχ! το θεόρατο βουνό γιατί δεν χαμηλώνει;
Χριστέ, μου αν ήταν βολετό
να δώσω μια και να διαβώ
σαν ένα χελιδόνι!

Ωραία της άνοιξης πουλιά
για πέρα μισεμένα,
δανείσατέ μου τα φτερά,
και νέα λαλήματα γλυκά
θα μάθετε από μένα.

Τι λέω! Τερπνότατη φωνή
σας έδωκε η φύση,
και με τα μάγια της αυτή
θα 'χει τη χάρη κάθε αυγή
το φως μου να ξυπνήσει.

Εγώ -και ας πλέκω τεχνικά
του τραγουδιού το στίχο- πέρα,
σε τούτη την ερμιά,
ξυπνάω τριγύρω μοναχά
της λαγκαδιάς τον ήχο.

(Γεράσιμος Μαρκοράς)

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Το χοντρό μπιζέλι...

..χορεύει τσιφτετέλι..!


Μπήκε ο Μάιος κι ο καιρός δε λέει να "στρώσει", τα μπουμπούκια διστάζουν να ξεπεταχτούν και τα κηπευτικά καθυστερούν να μεστώσουν... Ίσα που μάζεψα μια χούφτα μπιζέλια από τον κηπάκο, ενώ πέρσι τέτοια εποχή γέμιζα κατσαρόλες! Τούτα τα μπιζέλια είναι από τα λίγα ανθεκτικά ζαρζαβάτια, που παρέα με τα σκληροτράχηλα κουκιά, έχοντας αντιμετωπίσει έναν τσουχτερό χειμώνα εδώ στο βουνό, στολίζουνε τους μπαξέδες μας τους μήνες της άνοιξης...

Το λουλούδι τους πανέμορφο και ντελικάτο, στις αποχρώσεις του μενεξεδί, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπέροχα άνθη των αγριολούλουδων..


Το μπιζέλι, λοιπόν, το παραμυθιού, (εκείνου ντε, με την πριγκίπισσα που ντυμένη φτωχικά και μουσκεμένη από τη βροχή βρέθηκε στο κατώφλι ενός πρίγκιπα κι η παμπόνηρη μέλλουσα πεθερά της για να διαπιστώσει αν όντως κρατάει από αρχοντική γενιά κι αξίζει για σύζυγος του γιόκα της, παράχωσε κάτω από είκοσι στρωσίδια της ένα βολάκι μπιζελιάς και, καθώς το επόμενο πρωινό η γαλαζοαίματη κοπελιά παραπονέθηκε πως δε μπόρεσε να κοιμηθεί γιατί κατιτίς την ενοχλούσε, πήρε επάξια τη θέση της νυφούλας!!!), οφείλει τη σημερινή ονομασία του στο αρχαιοελληνικό "πίσον" που μετονομάστηκε στα λατινικά σε "pisum" για να καταλήξει στο ιταλικό "pisello" και στο μεταγενέστερο ελληνικό "πιζέλιον" ή "μπιζέλιον"!

Αναφέρει ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828) στο "Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης":

Πίσον, το ' και πίσος, πισός, πίσσος, ο. Είδος οσπρίου, εν τη συνηθεία, πισέλιον, και μπιζέλιον. (πιθαν. παρά το, πτίσσω)

όπου:

πτίσσω, ίσω: Ξεφλουδίζω τα γεννήματα ή τα όσπρια δια κοπανίσματος ή χειρομύλου. Και, κοπανίζω, συντρίβω, ποιώ τι λεπτόν....

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..


του λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου:

"Η Πρωτομαγιά των ελληνικών λαϊκών παραδόσεων, όπως γιορτάζεται απ'τα παλιά ως τα νεότερα χρόνια, είναι ένα κράμα στοιχείων και επιδράσεων, που κρατούν από τα κάθε είδους Ανθεστήρια των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, και φτάνουν στις νεοελληνικές γιορτές της Άνοιξης, από την Πρωτομαρτιά ως το Μάη. Ο κεντρικός άξονας των στοιχείων αυτών είναι η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της Βλάστησης, η μαγικές ενέργειες για την τελείωσή της και η προσπάθεια "μετάληψης" από τις δυνάμεις της.[...]

Αρχίζουν από την ανθρώπινη παιδιάστικη χαρά, που γεννάει η θαυμαστή βλάστηση της γης κι η ωραία ανθοφορία της. [...]

Προχωρούν στη λατρεία της βλάστησης και της νέας παραγωγής, που την προσωποποιούν με τα διάφορα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" (τα νεκραναστημένα παιδιά), ή με τους "Μάηδες" των χωριών μας, που την εκβιάζουν να φέρει την καλή σοδειά, φορτώνοντας με στάχια και με φρούτα τα κλαδιά αυτά, όπως έκαναν κι οι αρχαίοι Έλληνες με το κλαδί της "Ειρεσιώνης". Δείγμα τέτοιας λατρείας είναι κι η πομπική περιφορά που γίνεται, με τα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" ή με τις "Νυφούλες του Μάη", από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, συντροφευμένη μάλιστα με ευχές και με δώρα που θυμίζουν τα κάλαντα.

Γίνονται έπειτα ενέργειες μαγικές, που πάνε να δώσουν στους εορταστές τη νεανικότητα και τη μακροζωία της Φύσης. Τα κλαδιά και τα λουλούδια κόβονται από τους αγρούς και κουβαλιούνται στα σπίτια, για να κρεμαστούν στις αυλές και στις πόρτες ή στήνονται κάπου στη μέση του χωριού, για να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη χλοερότητα, τη δροσιά και την άνθισή τους. [...]




Δε θα περιγράψω εδώ τα πολλά πρωτομαγιάτικα έθιμα, που έχουμε σ'όλη την Ελλάδα. Θα περιοριστώ σε κείνα που γίνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κεφαλονιά, όπως τα γνώρισα μικρός ή όπως τα είδα να συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια. [...]

Όπως λοιπόν γίνεται και στην Ελλάδα, η Πρωτομαγιά αρχίζει στην Κεφαλονιά από την παραμονή της. Η παραμονή είναι γενικά μια χαρούμενη προπαρασκευή, που τη ζούμε πιο έντονα από τη γιορτή, γιατί μας δίνει την προσδοκία και τη συμμετοχή, μέσα σε άνετα χρονικά περιθώρια. Έπειτα μας χρειάζεται η παραμονή της Πρωτομαγιάς, για να φτιάξουμε το μεγάλο στεφάνι, που θα βρεθεί κρεμασμένο το ξημέρωμα, να πάρει τη νυχτερινή δροσιά πριν το ζεστάνει ο ήλιος.

Βγαίνουν τ'απόγιομα τα κορίτσια στους κήπους, δανείζονται φιλικά τα ποικιλόχρωμα λουλούδια, και δίνει το ένα σπίτι στο άλλο ό,τι εκείνο δεν έχει, αρχίζοντας από την πρασινάδα και τον κισσό και φτάνοντας στο τριαντάφυλλο. Είναι τούτος ο δανεισμός των λουλουδιών μια συνεργασία του χωριού, στην κοινή μαγική πράξη του μαγιοστέφανου, που όσο κοινότερη γίνεται, τόσο πιο καλό αποτέλεσμα θα φέρει. Τα λουλούδια πάνε κι έρχονται μέσα στα κάνιστρα και στους δίσκους: Βιολέτες πολύχρωμες, τριαντάφυλλα, κρίνοι, γαρούφαλα και ροζαμάπες, μοσκιές και φίντες, αρμπαρόριζες, άσπρες μαργαρίτες και νεραντζάνθια, φρέζιες κι αγιοκλήματα... Στο μεταξύ θα γυρίσουν από τα χωράφια τους οι άντρες του σπιτιού (ή άλλα κορίτσια) και θα φέρουν μαζί τους την αγροτική ανθοδέσμη, σπάρτα ιδιαίτερα και μαργαρίτες κίτρινες ("τσουτσουμίδες" του κάμπου) και στάχυα από τα νέα σπαρτά, θα φέρουν και μια χοντρή αμπελίσια βέργα για το μεγάλο στεφάνι του Μάη, μια βέργα από εκείνες του κλαδέματος, που τις έχουν φυλαγμένες επίτηδες, όπως τις φυλάγαμε παλιότερα για τα στεφάνια του γάμου.

Το μαγιοστέφανο φτιάχνεται μπροστά στις πόρτες και στις λότζες των σπιτιών με κοινή συνεργασία της γειτονιάς, όπως γίνεται στις βεγγέρες. Το φτιάχνουν οι κοπέλες με τη βοήθεια των μικρών, ενώ οι μεγάλοι παραστέκουν και λένε τα αστεία τους. Οι γριές εξηγούνε από κοντά τη σημασία που μπορεί να έχει για τη ζωή και την τύχη του κοριτσιού το κάθε λουλούδι. Κι οι νοικοκυρές πάνε και φέρνουν από μέσα τους απαραίτητους "καρπούς", σκόρδο και κρεμμύδι, για το βάσκανο μάτι, κι έπειτα κανένα ρόγδι ή και πορτογάλι και μέσπολες, για να μπουν στο στεφάνι, απ'τη νέα σοδειά.

Έτοιμος ο "Μάης", θα δεθεί στον κόμπο της βέργας του με μια κόκκινη κορδέλα (το κόκκινο χρώμα φέρνει υγεία), και θα κρεμαστεί στην πόρτα ή το παράθυρο, πάνω στο ξύλινο θυρόφυλλό τους, να 'κουμπάει με ζεστασιά στο σπίτ και να του φέρνει, από την έξω ζωή, μαγεία και δύναμη, όσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί. Τα στεφάνια είναι απαραίτητα εκεί που ζουν κορίτσια. Μπορεί να κρεμάσουν και περισσότερα στο σπίτι, αν το ζητήσουν. Όπου όμως είναι αγόρια, θα κρεμάσουν γι'αυτά ανθοδέσμες σκέτες ("φούντες" ή "μποκέδες"), με την ίδια ποικιλία λουλουδιών και με την κορδέλα την κόκκινη...

"Και του χρόνου! Καλό μας Μάη! Με το καλό ναν τον κάψουμε τ'Άι-Γιαννιού!". Είναι οι ευχές που ακούονται εκείνο το βράδυ, την ώρα που όλα ετελείωσαν, κι οι άντρες κερνιούνται στη γειτονιά με κανένα κρασί. Οι κοπέλες, πριν κοιμηθούν, μπορεί να πουν και τούτο το Μαγιάτικο τραγούδι:

Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη με τα ρόδα,

όλον τον κόσμο γιόμισες με λουλούδια και μ'άνθια

κι εμένα με περίπλεξες στης λεμονιάς τα φύλλα!...

Ξημέρωσε. Σηκώνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι, κορίτσια και νέοι, αντρόγυνα και παιδιά, να βγούνε πρωί στον κάμπο, να προφτάσουν τον ήλιο, να προφτάσουν τον κούκο και το γάιδαρο, να δούνε τα χρώματα της αυγής, να βρούνε τα λουλούδια και τα κλαδιά αξύπνητα με τη δροσιά τους και το κυριότερο, να βρέξουν τα χέρια, τα μαλλιά και το πρόσωπο με τη δροσιά αυτή, να πιουν απ'τη δρόσο των ασταχυών και να πάρουν δύναμη, φρεσκάδα και ξανάνιωμα... να γίνουν καλά για πάντα από τον πονοκέφαλο. Τα τραγούδια τους τώρα ανακατεύονται με τα πρωινά κελαηδήματα των πουλιών:

Ελάτε όλοι να μάσουμε, ω νιες και νιοι, το Μάη

τώρα που η Άνοιξη σε μας γλυκά χαμογελάει...

[...]

Ω, εκείνοι οι χοροί των γλεντιών, έξω στη φύση, πόσο είναι πάντα γραφικοί και ταιριασμένοι με την κίνηση των λουλουδιών και των κλαδιών και των σπαρμένων! Πόσο φυσικοί φαίνονται οι άνθρωποι στις κινήσεις τους, έτσι καθώς πιάνονται αλυσιδωτοί και ρυθμοπατούν αλαφροβήματοι στη μαλακιά γη! [...]"

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

(για περισσότερα, βλέπε:

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
 και Πρωτομαγιάτικα... )