Ανοιξιάτικα...

Καλοκαιρινά....

Φθινοπωρινά...

Χειμερινά...

Παντός καιρού...

Μυθολογικά...

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Κυριακή της Γονυκλισιάς και Ψυχοσάββατο (έθιμα της Πεντηκοστής)

"Το αρχαίο σκηνικό που θέλει τους κόσμους να επικοινωνούν επανέρχεται με τρόπο καταλυτικό κατά την Κυριακή της Γονοκλισάς. Οι ψυχές που βρίσκονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον Απάνω Κόσμο, ξεκινούν για τη μεγάλη κατάβαση, την επιστροφή. Την νύχτα του Σαββάτου όλα τα καντήλια ανάβουν στους τάφους. Κι επειδή το φως του καντηλιού μπορεί να μη φτάνει, φροντίζουν να καρφώνουν στην ταφόπλακα ένα μεγάλο κερί που το ανάβουν για να φωτίζει τον τάφο όλη την νύχτα. Το έθιμο μας είναι γνωστό από μερικά κισαμίτικα χωριά όπου επιβίωσε μέχρι και τις προηγούμενες δεκαετίες. Στα ίδια χωριά το θέαμα των ναών το πρωί της Κυριακής ήταν εντυπωσιακό. Στο πάτωμα, ανάμεσα στις πλάκες, κάρφωναν πολλά κεράκια, όσα και οι νεκροί της οικογένειας. Τα άναβαν και τα άφηναν εκεί μέχρι να καούν εντελώς και να σβήσουν. Έτσι "για νά'χει φως η ψυχή και να γυρίσει στον τόπο τζης". Η δοξασία που θέλει τις ψυχές να περνούν από στενά περάσματα κι από επικίνδυνες γέφυρες, όπως είναι "τση τρίχας το γιοφύρι", ωθεί τους ζωντανούς σε προσπάθειες υποβοήθησης των τεθνεώτων. Αν σκοντάψουν οι ψυχές, αν πέσουν από το γεφύρι, θα παραπονεθούν, όπως πιστεύεται στην Κρήτη. Χαρακτήρα μνημοσύνου έχουν τα κεράσματα που γίνονται στους ναούς εκείνη τη μέρα. Στις Καμάρες οι γυναίκες ζυμώνουν σταφιδόπιτες και τις προσφέρουν και στα Ανώγεια παλιότερα ζύμωναν τρία κουλούρια και τα πήγαιναν στην εκκλησιά μαζί μ'έναν ανθότυρο." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Κυριακή της Πεντηκοστής - Ένα μοναδικό έθιμο των Ανωγείων: Οι γυναίκες τιμούν τους νεκρούς στολίζοντας ένα πανέρι με τρία γλυκά κουλούρια κι ένα ανθότυρο η τυρί στη μέση, με καρυδόφυλλα… και τριαντάφυλλα και τα πηγαίνουν στην εκκλησία προσφορά για αυτούς που έχουν φύγει. Το τυρί βρίσκεται εκεί καθώς τα Ανώγεια είναι Κτηνοτροφικό χωριό ενώ τα φύλλα της καρυδιάς συμβολίζουν την πικρή και στυφή γεύση που έχουν την ημέρα αυτή οι Ψυχές, τη μέρα που οι νεκροί επιστρέφουν στον Άδη. Τα τρία κουλούρια συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Μάλιστα στη συνέχεια επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο στολίζουν με φύλλα καρυδιάς τους τάφους και τους πλύνουν με αυτά. Μετά την λειτουργία οι προσφορές κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην μνήμη των νεκρών. Σύμφωνα με τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση, οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Πεντηκοστή δηλαδή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Την ώρα του γονατίσματος στην λειτουργία της εκκλησίας οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο, οι ζωντανοί κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη δουν τις ψυχές που λυπημένες γυρνούν στον Άδη. Εδώ στ’ Ανώγεια οι γυναίκες γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς γιατί συμβολίζουν την πικρία που κατέχει τις ψυχές των νεκρών την ημέρα αυτή, μιας και τα φύλλα είναι πικρά. Στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν, ότι η καρυδιά με το βαθύ πράσινο (μαυροπράσινο) χρώμα ήταν το δέντρο του θεού Πλούτωνα, και ότι μόνο αυτό υπήρχε στον Άδη, και πως στη σκιά του ξάπλωναν και αναπαύονταν οι ψυχές τους.Άρα είναι απόλυτα συναφές με τα έθιμα για τις ψυχές των νεκρών." (πατρός Ανδρέα Κεφαλογιάννη, μέσω ιστοσελίδας: creteplus.gr . Από την ίδια πηγή και οι δύο σχετικές φωτογραφίες)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Προχωρημένα ανοιξιάτικο, το Ψυχοσάββατο αυτό (σημ. της παραμονής της Πεντηκοστής), σχεδόν καλοκαιρινό, και με τη μεταφυσική ψυχολογία των ημερών της Ανάστασης, που μόλις έληξαν με την Ανάληψη [...]. Από την Παρασκευή τ'απόγευμα, με την κοινή έξοδο στους τάφους, η Εκκλησία δέεται παντού για τις ψυχές "των απ' αιώνος κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών". [...] Φεύγουν οι ψυχές των νεκρών (σύμφωνα με τις νεοελληνικές- ευθυγραμισμένες με τη φύση, αλλά και με την Αναστάσιμη διδασκαλία- δοξασίες). Είχαν αρχίσει να ξυπνούν και να νοσταλγούν τον απάνω κόσμο, από τις μέρες του Τριωδίου, βγήκαν στην επιφάνεια, μαζί με το Χριστό, τη Λαμπρή, χάρηκαν τις πενήντα μέρες ως σήμερα, αλλά καιρός και η μοίρα τους να ξαναγυρίσουν στον κάτω κόσμο. [...] Αυτό το χρονικό ορόσημο του Ρουσαλιού (Σάββατο της Πεντηκοστής), της Πεντηκοστής, θλίβει τις ψυχές (όπως και τους ανθρώπους των) κατάβαθα:
"Όλα τα Σάββατα νά'ρθουν, να παν και να γυρίσουν, 
του Ρουσαλιού το Σάββατο, ποτές να μη γυρίσει!"
Η εκκλησία εξοικειώθηκε με τις δοξασίες αυτές (ελληνικές συνέχειες του μύθου της Περσεφόνης) και ευλογεί την "αποχώρηση" των νεκρών, παρηγορώντας έτσι τους ζωντανούς. [...]" (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Κόλλυβα ή τεμάχια ψωμιού, τυριού και φαγητά στέλνονται στην εκκλησία και στα μνήματα και μοιράζονται στους φτωχούς. Η ιδέα, ότι την επομένη οι ψυχές κλείνονται πάλι στον Άδη, συγκινεί βαθιά τη λαϊκή ψυχή και τη συγκίνησή της εκφράζουν οι φράσεις:
"Όλα τα Σάββατα να'ρθούν, να'ρθούν και να περάσουν
του Μάη το Ψυχοσάββατο μην έρτει, μην περάσει!"
Και τη λαϊκή πίστη για τις τύχες των ψυχών μας δίνουν οι εξής λόγοι χωρικής της Θράκης: "Οι ψυχές αυτό το Ψυχοσάββατο δεν το θέλουν, γιατί την αυριανή τη μέρα θα πάνε πίσω στον τόπο τους και θα κλεισθούν μέσα και θα κλαίνε. Από το Πάσχα ως της Γονατιστής, είναι έξω, κάθουνται επάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού' γι'αυτό δεν κόφτουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές, που είναι καθισμένες επάνω σ'αυτά και κλάψουν. Δεν ξεραχνίζουν, γιατί κι εκεί κάθονται οι ψυχές, και τα απλωμένα ρούχα της πλύσης, ιδίως τα άσπρα, τα μαζεύνε, πριν βασιλέψει ο ήλιος, μην καθήσνε την νύχτα οι ψυχές. Αν τα ξεχάσουν μετά το ηλιοβασίλεμα, δεν τα μαζεύουνε, παρά την άλλη μέρα το πρωί τα νεροπερνάνε."[...]" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Λέγανε παλιότερα και κάλαντα, για τους νεκρούς, την ημέρα αυτή, γυρίζοντας στα σπίτια τα παιδιά (που ήξεραν να κεντούν την ευαισθησία των μεγάλων) κι έψαλλαν ρυθμικά στίχους πένθιμους [...]:
-Είδαμε, δεν είδαμε, Θεός σχωρέσ'τους'
ξέρουμε, δεν ξέρουμε, Θεός σχωρέσ'τους,
τους φετινούς, τους περσινούς, τους αλησμονημένους.
Συνήθιζαν επίσης παλιότερα να μαζεύονται οι νοικοκυρές σ'ένα σπίτι, για την κοινή ετοιμασία των κολλύβων και των πρόσφορων για τους νεκρούς. Το πρωί της Παρασκευής μαζεύονταν οι πιο ηλικιωμένες στο σπίτι μιας νεότερης, όπου έφερναν αλεύρι, σιτάρι, κρασί, αλάτι... κι επίσης λιβάνι και κερί. Μοιράζονταν τις δουλειές: άλλη ζύμωνε, άλλη έβραζε το στάρι, άλλη έψηνε τα πρόσφορα. Τα κόλλυβα τα ετοίμαζαν με τέχνη. Δεν τους έβαζαν ζάχαρη, αλλά μαύρες σταφίδες. Η πιο γραμματισμένη θα γράψει σε χαρτιά, τα ονόματα που θέλουν όλες να δώσουν στον παπά, τα "ψυχοχάρτια", να τα διαβάσει. (Παλιά Θρακή, Σταμούλη). Από το μεσημέρι κι έπειτα δεν δουλεύουν την Παρασκευή αυτή, ούτε αύριο των Ψυχών. "Ο αέρας είναι πια γεμάτος ψυχές, που θα φύγουν, κι όποια εργασία κι αν κάμεις, μπορεί να τις χτυπήσεις, ή να τις ταράξεις. Δεν ξέρεις που κάθονται. Είναι τόσο ανάλαφρες, που μπορεί να βρίσκονται πάνω σε βλαστούς, πάνω σε απλωμένα ρούχα, ακόμα και πάνω σε αράχνες." [...]
Η λειτουργία της Πεντηκοστής είναι από τις πνευματικότερες της Εκκλησίας μας κι από τις πιο κατανυκτικές για τον ελληνικό λαό, που, όταν γονατίζει ομαδικά, σκέφτεται τους νεκρούς του. 
"Της Γονατιστής, γονάτιζαν πάνω σε καρυδόφυλλα (τρυφερά κλαδιά της εποχής)... Όποιος μποδίζονταν να πάει στην εκκλησιά, την ώρα που χτυπούσε η καμπάνα για το γονάτισμα, γονάτιζε στο κατώφλι της ξώπορτας του σπιτιού του ανάβοντας τρία κεράκια, για τις ψυχές (που θα περνούσαν)..." (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης) 

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ
"Η Κυριακή της Πεντηκοστής λέγεται κοινώς Γονατιστή ή Γονοκλισιά, επειδή το ιδιαίτερο έθιμο της ημέρας, είναι η γονυκλισιά στην εκκλησία. Λέγεται και "τ'Αρσαλιού" ή "τ'Αϊκρουσαλιού" και ορισμένες από τις συνήθειες των πιστών κατά τα "γονατίσματα" αποτελούν πατροπαράδοτα έθιμα της αρχαίας λατρείας των νεκρών. [...] Στην Καστοριά "της Πεντηκοστής φέρνουν λουλούδια απ'το σπίτι τους και κρατούν κερί. Πέφτουν στα γόνατα, αφήνοντας τα λουλούδια μπροστά τους. Ανάβουν το κερί, για να φωτίζουν τους νεκρούς που περνάνε". Στο Ορεστικό Άργος "την ώρα που σκύβουν βάζουν στο στόμα πικρό λουλούδι, πέλινο (αρμπαρόριζα). Έτσι βρέθηκε. Αραδιάζουν τέτοιο και στο κόλλυβο." Στο Κωσταράζι "πρέπει να σκύψουν με κλεισμένα μάτια, στα οποία βάζουν φύλλα ή τριαντάφυλλα, για να μη βλέπουν καθόλου, επειδή αν την ώρα που περνούν οι πεθαμένοι έχουν ανοιχτά τα μάτια τους, γνωρίζουν, κλαίνε και λυπούνται και δε θέλουν να πάνε με τους άλλους στη σειρά." Στην Κορυτσά κλείνουν τα μάτια τους με φύλλα καρυδιάς, στις Μέτρες (Θράκης) "καθανίνας παγαίν' στν εκκλησιά μ'΄νεα κλωνί καρυδιά στο χέρ', για να το βάν' να γονατίσ' απάν. Είναι η μέρα που περνάνε οι ψυχές τση Τρίχας το Γιοφύρ' κι όσες είναι καθαρές μπαίν'νε στο μπαράδεισο, ειδεμή, πέφτνε μέσ' στ γκόλασ'."  Δεν λείπουν και οι προσφορές κολλύβων και άλλων τροφών, που μοιράζονται στους εκκλησιαζόμενους υπέρ των νεκρών. Π.χ. στην Αίνο "φέρουν εντός πινακίων διαφόρους πίτας και γαλατόπιτας, μετά δε την απόλυσιν της λειτουργίας παρακάθονται όλοι εις τον νάρθηκα, διανεμόμενοι τας πίτας προς συγχώρησιν των κεκοιμημένων". Στη Μάνη "την παραμονή του Ψυχοσαββάτου χύνουν έξω από το σπίτι κρασί και νερό ή θέτουν ψωμί, κερί, σπερνά και συγχρόνως χύνουν κρασί και νερό." 
Η ιερότητα της τελετής υποβάλλει και ενέργειες που δεν έχουν σχέση με τους νεκρούς, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη υγείας, καρποφορίας, κλπ. Νά μερικές από αυτές τις συνήθειες. Στην Κάρπαθο "παίρνουν το κλειδί του σπιτιού στην εκκλησία και την ώρα που διαβάζει ο παπάς τις ευ΄χες, το βάζουν στο κεφάλι των, για να μην πονεί, ή δαγκάνουν το κλειδί με τα δόντια των, να μην πονούν και να σιδερώσουν. Επίσης, πηγαίνοντας στην εκκλησία παίρνουν μια χούφτα χώμα, το δένουν στο μαντηλάκι τους και το βάζουν μπροστά στις εικόνες να 'φχολογηθεί. Κατόπιν το ρίχνουν στη ρίζα των δένδρων που δεν καρποφορούν, και διορθώνονται."" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ

"Το γονάτισμα πάνω σε φύλλα καρυδιάς (πβ.: Η καρυδιά!δεν είναι άγνωστο στην Κρήτη. Υποθέτω ότι επιλέγονται φύλλα καρυδιάς λόγω του χρωματικού συμβολισμού τους. Αν τρίψει κανείς το πράσινο φύλλο ή το φλοιό του φρέσκου καρυδιού, τα χέρια του μαυρίζουν. Ο μαύρος κόσμος του Άδη υπάρχει στο υπόστρωμα των εθίμων αυτών και των χρωματικών συμβολισμών τους, αλλά το πράσινο φύλλο του φυλλοβόλου δέντρου φανερώνει την πίστη στην αναγέννηση και την ανάσταση. Τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται να κρατούν λευκά μαντήλια στους ναούς και γονατίζουν πάνω σε αυτά. 
"Στη Σητεία πολλές γυναίκες βάζουν σε ένα μαντηλάκι χώμα και το αφήνουν κοντά στον παπά, εκεί που γονατίζει. Με αυτό το χώμα ραντίζουν το σπίτι για να φύγουν τα κακά. Επίσης, πηγαίνουν και ραντίζουν τα αμπέλια και τα δέντρα για να δώσουν πολλούς καρπούς."" (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
"Κατά την εορτήν της Πεντηκοστής τύπτουσι τα νώτα αλλήλων δια κλάδων καρύας ίνα εξέλθει εκ τους σώματος ο κακός δαίμων. Κατά την ώραν της γονυκλισίας εν τη εκκλησία θέτουσι λίθον επί της ράχεως, ίνα συμβολικώς δηλώσωσιν ότι θα αντέχωσιν εις τους κόπους του θέρους." (Αθανάσιου Μπούτουρα, "Προλήψεις του ελληνικού λαού", εκδόσεις Ελευθερουδάκης)
"Όπως σε όλες τις ανοιξιάτικες γιορτές, έτσι και στην Πεντηκοστή συνηθίζεται η έξοδος στην εξοχή, τα φαγοπότια, τα χτυπήματα με θαλερά κλαδιά, τα τραγούδια, οι χοροί. Αξιομνημόνευτο είναι ιδιαίτερα το έθιμο των βλαχοφώνων Ελλήνων της Γουδοβάσδας της Πίνδου: "Όλαι αι νεάνιδες, πλείσται γυναίκες και όχι ολίγοι νεανίαι" το απόγευμα της Πεντηκοστής ξεκινούν με τα φαγητά τους για το βουνό "για να μάσουν λάχανα". Το βράδυ το περνούν στην παλιά Γουδοβάσδα, όπου δειπνούν όλοι στο ίδιο σπίτι. Μετά το δείπνο "αλλάζουν τον παππού". Μια ηλικιωμένη γυναίκα μεταμφιέζεται σκεπάζοντας όλο της το σώμα με φύλλα, κλαδιά και λουλούδια' το πρόσωπό της το καλύπτει με λεπτοϋφαντη γάζα. Κρεμά στο λαιμό της μίαν άδεια νεροκολοκύθα, παίρνει στα χέρια της ένα ξύλο και χορεύει διαδοχικά με όλους τους άρρενες, σέρνοντας πάντοτε αυτή τον χορό, ενώ οι άλλες τραγουδούν. Η διασκέδαση συνεχίζεται όλη την νύχτα κάτω από το φως των δαδιών κι ελευθεροστομία δεν έχει όρια." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Α', εκδόσεις Αστήρ
"Υπερώον. Και μέσα εις αυτό οι δώδεκα Απόστολοι κάθονται εις ημικύκλιον κατά την τάξιν αυτών, ήγουν' πρώτοι ο Πέτρος και Παύλος εις το μέσον, κατόπιν ο Ανδρέας κι ο Σίμων, και καθεξής οι νεότεροι. Και άνωθεν αυτών φαίνεται ο ουρανός εις σχήμα τοξοειδές και δώδεκα ακτίνες εκπορευόμεναι προς αυτούς, και επάνω από την κεφαλήν του καθενός εξ αυτών γλώσσαι ωσεί πυρός καθεζόμεναι. Φαίνονται δε οι Απόστολοι ως συζητούντες μεταξύ των. Κάτωθεν του καθίσματος, επάνω εις το οποίον είναι καθισμένοι, εικονίζεται μορφή γέροντος με στέμμα εις στην κεφαλήν του και με οξύ ή στρογγύλον γένιον, κρατών με τας δύο χείρας του σινδόνη, μέσα εις το οποίον φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, ήγουν χαρτιά τυλιγμένα. Ο γέρων αυτός παριστά τον Κόσμον, τα δε χαρτιά τους δώδεκα κλήρους οπού εκληρώθη η οικουμένη να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού από τους Αποστόλους. [...]" (Φώτη Κόντογλου, "Έκφρασις, τ.Α'"", εκδόσεις Αστήρ)