Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχοσάββατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχοσάββατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

Την οργή των νεκρών να φοβάστε....

 



Ξημερώνει Ψυχοσάββατο... Δυο τρεις μέρες τώρα παλεύει να ντυθεί στα λευκά το τοπίο, μα θαρρείς ούτε τούτο το χιόνι δε δέχεται να καλύψει τις πομπές και τα σκοτάδια μας! Πασπαλίζει τις στέγες στα ψηλά, μα όσο πλησιάζει κι αγγίζει τα χαμηλά στέκεται μοναχά εδώ κι εκεί, φουσκώνει στους χωμάτινους αρμούς του καλντεριμιού, αλλά την πέτρα την αφήνει γυμνή.  Και μόλις θαρρείς φορτσάρει να γεμίσει τα κενά, γίνεται κάτι σαν γκρίζα νερουλιασμένη γρανίτα και χάνεται.

Πασπάλι ζάχαρης στο κόλλυβο, τούτο το χιόνι στη γη. Στο κόλλυβο όλων τούτων των ημερών που οι νεκροί ανασαίνουν.... Κι είναι το στάρι υγρό απ'τα δάκρυα και λεκιάζει με στάμπες την άχνη. Λες και ντράπηκε η ζάχαρη ν'αναμείξει τη γλύκα της με τόσο πόνο και βυθίζεται για να κρυφτεί....

Την οργή των νεκρών να φοβάστε....

Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"

Χορεύουν οι νιφάδες του χιονιού έξω απ'το παράθυρό μου... Πυκνές, αλλά αδύνατες. Δεν είναι εύκολο να αλλάξει το τοπίο... Θέλει στέρεους λυγμούς και ισχυρούς δεσμούς για να κρουσταλλώσουν τα κύτταρά τους... Χοροπηδούν ακόμη στα τυφλά χωρίς κατεύθυνση... Ίσα να σου θυμίσουν πως είναι το λευκό, ίσα να σκεπάσουν λίγο τη βρωμιά μπας κι ανασκαλίσεις λίγο τη μνήμη σου. Μπας και θυμηθείς  και γραπώσεις τούτο το άλφα το ανυπότακτο και κάνεις την λήθη σου ξανά α-λήθεια...

Πώς φτάσαμε ως εδώ; 

Πώς καταλήξαμε νεκροί;

"ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς." (Κατά Ματθαίον η22)


Πώς καταλήξαμε να νιώθουμε ζωή αυτό που ζούμε;

"οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων · καὶ ἰδοὺ ὥρμησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν." (Κατά Ματθαίον η32)


ἡ δ᾿ αἶψ᾿ ἐξελθοῦσα θύρας ὤιξε φαεινὰς
καὶ κάλει: οἱ δ᾿ ἅμα πάντες ἀιδρείῃσιν ἕποντο:
Εὐρύλοχος δ᾿ ὑπέμεινεν, ὀισάμενος δόλον εἶναι.
εἷσεν δ᾿ εἰσαγαγοῦσα κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε,
ἐν δέ σφιν τυρόν τε καὶ ἄλφιτα καὶ μέλι χλωρὸν

οἴνῳ Πραμνείῳ ἐκύκα: ἀνέμισγε δὲ σίτῳ
φάρμακα λύγρ᾿, ἵνα πάγχυ λαθοίατο πατρίδος αἴης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δῶκέν τε καὶ ἔκπιον, αὐτίκ᾿ ἔπειτα
ῥάβδῳ πεπληγυῖα κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ.
οἱ δὲ συῶν μὲν ἔχον κεφαλὰς φωνήν τε τρίχας τε

καὶ δέμας, αὐτὰρ νοῦς ἦν ἔμπεδος, ὡς τὸ πάρος περ.
ὣς οἱ μὲν κλαίοντες ἐέρχατο, τοῖσι δὲ Κίρκη
πάρ ῥ᾿ ἄκυλον βάλανόν τε βάλεν καρπόν τε κρανείης
ἔδμεναι, οἷα σύες χαμαιευνάδες αἰὲν ἔδουσιν.
(Ομήρου Οδύσσεια κ230-243)


"Τρέχει στὴ θύρα τὴ λαμπρὴ κι ἀνοίγει τότε ἡ Κίρκη,
καὶ τοὺς καλεῖ· καὶ μπήκανε χωρὶς νὰ στοχαστοῦνε·
ὅμως δὲν μπῆκε ὁ Εὐρύλοχος, φοβώντας κάποιο δόλο.
Τοὺς πῆρε καὶ τοὺς κάθισε σὲ θρόνους καὶ καθέδρες·
τυρὶ κι ἀλεύρια καὶ ξανθὸ μέλι τοὺς ἀναδεύει
μὲ κρασὶ Πράμνειο, κι ἔσμιξε κακόχυμα βοτάνια,
ποὺ πίνοντας τὴν πατρικὴ τὴ γῆς τους νὰ ξεχάσουν.
Καὶ σὰν τοὺς κέρασε, κι αὐτοὶ σὰν ἤπιαν, τότ' ἐκείνη
χτυπώντας τους μὲ τὸ ραβδὶ τοὺς κλεῖ στὶς χοιρομάντρες·
κι ἄξαφνα χοίρου κάνουνε φωνή, κορμί, κεφάλι
καὶ τρίχες, καὶ μονάχα ὁ νοῦς τοὺς ἔμενε σὰν πρῶτα.
Ἐκεῖ κλεισμένοι κλαίγανε, καὶ γιὰ νὰ φᾶνε ἡ Κίρκη
τοὺς ἔρριχνε πρινόκαρπους, ἀκράνια, βαλανίδια,
ποὺ οἱ χοῖροι οἱ χαμοκύλητοι νὰ τρῶνε συνηθᾶνε."
(απόδοση:Α.Εφταλιώτη)

[...]
Σουρούπωσε... Το χιονάκι ακόμη πιο ψιλό όσο πέφτει το σκοτάδι. Το κρύο ακόμη πιο δριμύ. Οι καμπάνες σιγήσαν. Οι προσευχές κόπασαν. Οι προσφορές μοιράσθηκαν. Οι κεκοιμημένοι -όσοι δε λησμονήθηκαν ακόμη- αφουγκράστηκαν τα ονόματα και δυο σταλαμίδες δροσιάς... Προσμένουν, τώρα, το ξημέρωμα, να κοινωνήσουν μαζί μας....




Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"

"... και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων.!..."


"...οὐ δι᾿ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι᾿ ὑμᾶς.
νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·..." 
(κατά Ιωάννη ιβ 31)


Το Τριώδιο άνοιξε, οι μάσκες πέσανε. Λιγοστοί περιφέρονται ακόμη -σαν τις άτακτες, αδύναμες νιφάδες που σκορπάει ο άνεμος παντού- να επιμένουν να πιστεύουν σε τούτο το άθλιο Καρναβάλι. Αλλά ξεχνούν, πώς, όσο μεγάλη κι αν είναι τούτη η πομπή, ακόμη κι αν αμέτρητοι -αθώοι κι ένοχοι- συναινούν και συμμετέχουν σε τούτη την παρέλαση,  ΠΑΝΤΟΤΕ στο τέλος της βραδιάς οι ίδιοι είναι που το βασιλιά Καρνάβαλο θα τον κάψουνε. Νυν και αεί η μοίρα του είναι η πυρά.... 

"[...] περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται." (Κατά Ιωάννην ιστ 11)

"... ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις..." (Προς Εφεσίους 6,11)

Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"



Στο πείσμα των εχτρών .... ανάντισα κρατήθηκα ψυχώθηκα κραταιώθηκα....


Σκοτείνιασε για τα καλά. Ξημερώνει Σάββατο των ψυχών. Κι αμέσως μετά ακολουθεί η Κυριακή της Αποκριάς ή, αλλιώς, η Κυριακή της Κρίσεως: 
" ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον. "(Κατά Ματθαίον ΚΕ' 31-46)

- Μα, τελικά, πόσο ταιριαχτά και πόσο ταχτοποιημένα όλα τούτα... Το χιόνι με το κόλλυβο, οι ψυχές με τ'άψυχο κορμί, η Κρίση της περικοπής με έναν κόσμο που ξεψυχά, το βλέμμα της μάνας με την Ανάσταση.  Θαρρείς και μια σιωπηρή κραυγή τα στοίβαξε μεμιάς όλα μαζί μέσα στα συναξάρια... Παραμονές Σαρακοστής, καθώς ανοίγουν οι Πύλες της Μετανοίας...

"Και το θλιβερότερο, βέβαια, από όλα, ή, για να μιλήσω πιο αληθινά, το πιο βαρύ, που και λέγοντάς το γεμίζω οδύνη, πόσο μάλλον υποφέροντάς το, είναι ο χωρισμός από το Θεό και τις άγιες δυνάμεις του και η συντροφιά με το διάβολο και τους πονηρούς δαίμονες που διαρκεί στον αιώνα και δεν αφήνει να ελπίσουμε καμιά απελευθέρωση από αυτά τα δεινά..." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού- "Μαξιμιανόν Ταμείον [λήμμα: κόλασις], Βενεδίκτου Ιερομονάχου Αγιορείτου)

" Τι είναι η κόλαση;
Υποστηρίζω ότι είναι ο πόνος του να μην μπορείς να αγαπάς..."
 (Ντοστογιέφσκυ, "Αδελφοί Καραμαζώφ")

Κοντεύουν μεσάνυχτα και ξαναγυρνώ εδώ. Κι αναρωτιέμαι... Ποιούς τάχα ονοματίζουμε νεκρούς, ποιούς ζωντανούς και ποιούς κεκοιμημένους; 

"...οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ᾿ ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν·..." (Κατά Ιωάννην ιδ 30)

Την οργή των νεκρών να φοβάστε.... ζώντων και κεκοιμημένων....



Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Κυριακή της Γονυκλισιάς και Ψυχοσάββατο (έθιμα της Πεντηκοστής)

"Το αρχαίο σκηνικό που θέλει τους κόσμους να επικοινωνούν επανέρχεται με τρόπο καταλυτικό κατά την Κυριακή της Γονοκλισάς. Οι ψυχές που βρίσκονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον Απάνω Κόσμο, ξεκινούν για τη μεγάλη κατάβαση, την επιστροφή. Την νύχτα του Σαββάτου όλα τα καντήλια ανάβουν στους τάφους. Κι επειδή το φως του καντηλιού μπορεί να μη φτάνει, φροντίζουν να καρφώνουν στην ταφόπλακα ένα μεγάλο κερί που το ανάβουν για να φωτίζει τον τάφο όλη την νύχτα. Το έθιμο μας είναι γνωστό από μερικά κισαμίτικα χωριά όπου επιβίωσε μέχρι και τις προηγούμενες δεκαετίες. Στα ίδια χωριά το θέαμα των ναών το πρωί της Κυριακής ήταν εντυπωσιακό. Στο πάτωμα, ανάμεσα στις πλάκες, κάρφωναν πολλά κεράκια, όσα και οι νεκροί της οικογένειας. Τα άναβαν και τα άφηναν εκεί μέχρι να καούν εντελώς και να σβήσουν. Έτσι "για νά'χει φως η ψυχή και να γυρίσει στον τόπο τζης". Η δοξασία που θέλει τις ψυχές να περνούν από στενά περάσματα κι από επικίνδυνες γέφυρες, όπως είναι "τση τρίχας το γιοφύρι", ωθεί τους ζωντανούς σε προσπάθειες υποβοήθησης των τεθνεώτων. Αν σκοντάψουν οι ψυχές, αν πέσουν από το γεφύρι, θα παραπονεθούν, όπως πιστεύεται στην Κρήτη. Χαρακτήρα μνημοσύνου έχουν τα κεράσματα που γίνονται στους ναούς εκείνη τη μέρα. Στις Καμάρες οι γυναίκες ζυμώνουν σταφιδόπιτες και τις προσφέρουν και στα Ανώγεια παλιότερα ζύμωναν τρία κουλούρια και τα πήγαιναν στην εκκλησιά μαζί μ'έναν ανθότυρο." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Κυριακή της Πεντηκοστής - Ένα μοναδικό έθιμο των Ανωγείων: Οι γυναίκες τιμούν τους νεκρούς στολίζοντας ένα πανέρι με τρία γλυκά κουλούρια κι ένα ανθότυρο η τυρί στη μέση, με καρυδόφυλλα… και τριαντάφυλλα και τα πηγαίνουν στην εκκλησία προσφορά για αυτούς που έχουν φύγει. Το τυρί βρίσκεται εκεί καθώς τα Ανώγεια είναι Κτηνοτροφικό χωριό ενώ τα φύλλα της καρυδιάς συμβολίζουν την πικρή και στυφή γεύση που έχουν την ημέρα αυτή οι Ψυχές, τη μέρα που οι νεκροί επιστρέφουν στον Άδη. Τα τρία κουλούρια συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Μάλιστα στη συνέχεια επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο στολίζουν με φύλλα καρυδιάς τους τάφους και τους πλύνουν με αυτά. Μετά την λειτουργία οι προσφορές κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην μνήμη των νεκρών. Σύμφωνα με τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση, οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Πεντηκοστή δηλαδή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Την ώρα του γονατίσματος στην λειτουργία της εκκλησίας οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο, οι ζωντανοί κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη δουν τις ψυχές που λυπημένες γυρνούν στον Άδη. Εδώ στ’ Ανώγεια οι γυναίκες γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς γιατί συμβολίζουν την πικρία που κατέχει τις ψυχές των νεκρών την ημέρα αυτή, μιας και τα φύλλα είναι πικρά. Στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν, ότι η καρυδιά με το βαθύ πράσινο (μαυροπράσινο) χρώμα ήταν το δέντρο του θεού Πλούτωνα, και ότι μόνο αυτό υπήρχε στον Άδη, και πως στη σκιά του ξάπλωναν και αναπαύονταν οι ψυχές τους.Άρα είναι απόλυτα συναφές με τα έθιμα για τις ψυχές των νεκρών." (πατρός Ανδρέα Κεφαλογιάννη, μέσω ιστοσελίδας: creteplus.gr . Από την ίδια πηγή και οι δύο σχετικές φωτογραφίες)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Προχωρημένα ανοιξιάτικο, το Ψυχοσάββατο αυτό (σημ. της παραμονής της Πεντηκοστής), σχεδόν καλοκαιρινό, και με τη μεταφυσική ψυχολογία των ημερών της Ανάστασης, που μόλις έληξαν με την Ανάληψη [...]. Από την Παρασκευή τ'απόγευμα, με την κοινή έξοδο στους τάφους, η Εκκλησία δέεται παντού για τις ψυχές "των απ' αιώνος κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών". [...] Φεύγουν οι ψυχές των νεκρών (σύμφωνα με τις νεοελληνικές- ευθυγραμισμένες με τη φύση, αλλά και με την Αναστάσιμη διδασκαλία- δοξασίες). Είχαν αρχίσει να ξυπνούν και να νοσταλγούν τον απάνω κόσμο, από τις μέρες του Τριωδίου, βγήκαν στην επιφάνεια, μαζί με το Χριστό, τη Λαμπρή, χάρηκαν τις πενήντα μέρες ως σήμερα, αλλά καιρός και η μοίρα τους να ξαναγυρίσουν στον κάτω κόσμο. [...] Αυτό το χρονικό ορόσημο του Ρουσαλιού (Σάββατο της Πεντηκοστής), της Πεντηκοστής, θλίβει τις ψυχές (όπως και τους ανθρώπους των) κατάβαθα:
"Όλα τα Σάββατα νά'ρθουν, να παν και να γυρίσουν, 
του Ρουσαλιού το Σάββατο, ποτές να μη γυρίσει!"
Η εκκλησία εξοικειώθηκε με τις δοξασίες αυτές (ελληνικές συνέχειες του μύθου της Περσεφόνης) και ευλογεί την "αποχώρηση" των νεκρών, παρηγορώντας έτσι τους ζωντανούς. [...]" (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Κόλλυβα ή τεμάχια ψωμιού, τυριού και φαγητά στέλνονται στην εκκλησία και στα μνήματα και μοιράζονται στους φτωχούς. Η ιδέα, ότι την επομένη οι ψυχές κλείνονται πάλι στον Άδη, συγκινεί βαθιά τη λαϊκή ψυχή και τη συγκίνησή της εκφράζουν οι φράσεις:
"Όλα τα Σάββατα να'ρθούν, να'ρθούν και να περάσουν
του Μάη το Ψυχοσάββατο μην έρτει, μην περάσει!"
Και τη λαϊκή πίστη για τις τύχες των ψυχών μας δίνουν οι εξής λόγοι χωρικής της Θράκης: "Οι ψυχές αυτό το Ψυχοσάββατο δεν το θέλουν, γιατί την αυριανή τη μέρα θα πάνε πίσω στον τόπο τους και θα κλεισθούν μέσα και θα κλαίνε. Από το Πάσχα ως της Γονατιστής, είναι έξω, κάθουνται επάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού' γι'αυτό δεν κόφτουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές, που είναι καθισμένες επάνω σ'αυτά και κλάψουν. Δεν ξεραχνίζουν, γιατί κι εκεί κάθονται οι ψυχές, και τα απλωμένα ρούχα της πλύσης, ιδίως τα άσπρα, τα μαζεύνε, πριν βασιλέψει ο ήλιος, μην καθήσνε την νύχτα οι ψυχές. Αν τα ξεχάσουν μετά το ηλιοβασίλεμα, δεν τα μαζεύουνε, παρά την άλλη μέρα το πρωί τα νεροπερνάνε."[...]" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Λέγανε παλιότερα και κάλαντα, για τους νεκρούς, την ημέρα αυτή, γυρίζοντας στα σπίτια τα παιδιά (που ήξεραν να κεντούν την ευαισθησία των μεγάλων) κι έψαλλαν ρυθμικά στίχους πένθιμους [...]:
-Είδαμε, δεν είδαμε, Θεός σχωρέσ'τους'
ξέρουμε, δεν ξέρουμε, Θεός σχωρέσ'τους,
τους φετινούς, τους περσινούς, τους αλησμονημένους.
Συνήθιζαν επίσης παλιότερα να μαζεύονται οι νοικοκυρές σ'ένα σπίτι, για την κοινή ετοιμασία των κολλύβων και των πρόσφορων για τους νεκρούς. Το πρωί της Παρασκευής μαζεύονταν οι πιο ηλικιωμένες στο σπίτι μιας νεότερης, όπου έφερναν αλεύρι, σιτάρι, κρασί, αλάτι... κι επίσης λιβάνι και κερί. Μοιράζονταν τις δουλειές: άλλη ζύμωνε, άλλη έβραζε το στάρι, άλλη έψηνε τα πρόσφορα. Τα κόλλυβα τα ετοίμαζαν με τέχνη. Δεν τους έβαζαν ζάχαρη, αλλά μαύρες σταφίδες. Η πιο γραμματισμένη θα γράψει σε χαρτιά, τα ονόματα που θέλουν όλες να δώσουν στον παπά, τα "ψυχοχάρτια", να τα διαβάσει. (Παλιά Θρακή, Σταμούλη). Από το μεσημέρι κι έπειτα δεν δουλεύουν την Παρασκευή αυτή, ούτε αύριο των Ψυχών. "Ο αέρας είναι πια γεμάτος ψυχές, που θα φύγουν, κι όποια εργασία κι αν κάμεις, μπορεί να τις χτυπήσεις, ή να τις ταράξεις. Δεν ξέρεις που κάθονται. Είναι τόσο ανάλαφρες, που μπορεί να βρίσκονται πάνω σε βλαστούς, πάνω σε απλωμένα ρούχα, ακόμα και πάνω σε αράχνες." [...]
Η λειτουργία της Πεντηκοστής είναι από τις πνευματικότερες της Εκκλησίας μας κι από τις πιο κατανυκτικές για τον ελληνικό λαό, που, όταν γονατίζει ομαδικά, σκέφτεται τους νεκρούς του. 
"Της Γονατιστής, γονάτιζαν πάνω σε καρυδόφυλλα (τρυφερά κλαδιά της εποχής)... Όποιος μποδίζονταν να πάει στην εκκλησιά, την ώρα που χτυπούσε η καμπάνα για το γονάτισμα, γονάτιζε στο κατώφλι της ξώπορτας του σπιτιού του ανάβοντας τρία κεράκια, για τις ψυχές (που θα περνούσαν)..." (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης) 

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ
"Η Κυριακή της Πεντηκοστής λέγεται κοινώς Γονατιστή ή Γονοκλισιά, επειδή το ιδιαίτερο έθιμο της ημέρας, είναι η γονυκλισιά στην εκκλησία. Λέγεται και "τ'Αρσαλιού" ή "τ'Αϊκρουσαλιού" και ορισμένες από τις συνήθειες των πιστών κατά τα "γονατίσματα" αποτελούν πατροπαράδοτα έθιμα της αρχαίας λατρείας των νεκρών. [...] Στην Καστοριά "της Πεντηκοστής φέρνουν λουλούδια απ'το σπίτι τους και κρατούν κερί. Πέφτουν στα γόνατα, αφήνοντας τα λουλούδια μπροστά τους. Ανάβουν το κερί, για να φωτίζουν τους νεκρούς που περνάνε". Στο Ορεστικό Άργος "την ώρα που σκύβουν βάζουν στο στόμα πικρό λουλούδι, πέλινο (αρμπαρόριζα). Έτσι βρέθηκε. Αραδιάζουν τέτοιο και στο κόλλυβο." Στο Κωσταράζι "πρέπει να σκύψουν με κλεισμένα μάτια, στα οποία βάζουν φύλλα ή τριαντάφυλλα, για να μη βλέπουν καθόλου, επειδή αν την ώρα που περνούν οι πεθαμένοι έχουν ανοιχτά τα μάτια τους, γνωρίζουν, κλαίνε και λυπούνται και δε θέλουν να πάνε με τους άλλους στη σειρά." Στην Κορυτσά κλείνουν τα μάτια τους με φύλλα καρυδιάς, στις Μέτρες (Θράκης) "καθανίνας παγαίν' στν εκκλησιά μ'΄νεα κλωνί καρυδιά στο χέρ', για να το βάν' να γονατίσ' απάν. Είναι η μέρα που περνάνε οι ψυχές τση Τρίχας το Γιοφύρ' κι όσες είναι καθαρές μπαίν'νε στο μπαράδεισο, ειδεμή, πέφτνε μέσ' στ γκόλασ'."  Δεν λείπουν και οι προσφορές κολλύβων και άλλων τροφών, που μοιράζονται στους εκκλησιαζόμενους υπέρ των νεκρών. Π.χ. στην Αίνο "φέρουν εντός πινακίων διαφόρους πίτας και γαλατόπιτας, μετά δε την απόλυσιν της λειτουργίας παρακάθονται όλοι εις τον νάρθηκα, διανεμόμενοι τας πίτας προς συγχώρησιν των κεκοιμημένων". Στη Μάνη "την παραμονή του Ψυχοσαββάτου χύνουν έξω από το σπίτι κρασί και νερό ή θέτουν ψωμί, κερί, σπερνά και συγχρόνως χύνουν κρασί και νερό." 
Η ιερότητα της τελετής υποβάλλει και ενέργειες που δεν έχουν σχέση με τους νεκρούς, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη υγείας, καρποφορίας, κλπ. Νά μερικές από αυτές τις συνήθειες. Στην Κάρπαθο "παίρνουν το κλειδί του σπιτιού στην εκκλησία και την ώρα που διαβάζει ο παπάς τις ευ΄χες, το βάζουν στο κεφάλι των, για να μην πονεί, ή δαγκάνουν το κλειδί με τα δόντια των, να μην πονούν και να σιδερώσουν. Επίσης, πηγαίνοντας στην εκκλησία παίρνουν μια χούφτα χώμα, το δένουν στο μαντηλάκι τους και το βάζουν μπροστά στις εικόνες να 'φχολογηθεί. Κατόπιν το ρίχνουν στη ρίζα των δένδρων που δεν καρποφορούν, και διορθώνονται."" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ

"Το γονάτισμα πάνω σε φύλλα καρυδιάς (πβ.: Η καρυδιά!δεν είναι άγνωστο στην Κρήτη. Υποθέτω ότι επιλέγονται φύλλα καρυδιάς λόγω του χρωματικού συμβολισμού τους. Αν τρίψει κανείς το πράσινο φύλλο ή το φλοιό του φρέσκου καρυδιού, τα χέρια του μαυρίζουν. Ο μαύρος κόσμος του Άδη υπάρχει στο υπόστρωμα των εθίμων αυτών και των χρωματικών συμβολισμών τους, αλλά το πράσινο φύλλο του φυλλοβόλου δέντρου φανερώνει την πίστη στην αναγέννηση και την ανάσταση. Τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται να κρατούν λευκά μαντήλια στους ναούς και γονατίζουν πάνω σε αυτά. 
"Στη Σητεία πολλές γυναίκες βάζουν σε ένα μαντηλάκι χώμα και το αφήνουν κοντά στον παπά, εκεί που γονατίζει. Με αυτό το χώμα ραντίζουν το σπίτι για να φύγουν τα κακά. Επίσης, πηγαίνουν και ραντίζουν τα αμπέλια και τα δέντρα για να δώσουν πολλούς καρπούς."" (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
"Κατά την εορτήν της Πεντηκοστής τύπτουσι τα νώτα αλλήλων δια κλάδων καρύας ίνα εξέλθει εκ τους σώματος ο κακός δαίμων. Κατά την ώραν της γονυκλισίας εν τη εκκλησία θέτουσι λίθον επί της ράχεως, ίνα συμβολικώς δηλώσωσιν ότι θα αντέχωσιν εις τους κόπους του θέρους." (Αθανάσιου Μπούτουρα, "Προλήψεις του ελληνικού λαού", εκδόσεις Ελευθερουδάκης)
"Όπως σε όλες τις ανοιξιάτικες γιορτές, έτσι και στην Πεντηκοστή συνηθίζεται η έξοδος στην εξοχή, τα φαγοπότια, τα χτυπήματα με θαλερά κλαδιά, τα τραγούδια, οι χοροί. Αξιομνημόνευτο είναι ιδιαίτερα το έθιμο των βλαχοφώνων Ελλήνων της Γουδοβάσδας της Πίνδου: "Όλαι αι νεάνιδες, πλείσται γυναίκες και όχι ολίγοι νεανίαι" το απόγευμα της Πεντηκοστής ξεκινούν με τα φαγητά τους για το βουνό "για να μάσουν λάχανα". Το βράδυ το περνούν στην παλιά Γουδοβάσδα, όπου δειπνούν όλοι στο ίδιο σπίτι. Μετά το δείπνο "αλλάζουν τον παππού". Μια ηλικιωμένη γυναίκα μεταμφιέζεται σκεπάζοντας όλο της το σώμα με φύλλα, κλαδιά και λουλούδια' το πρόσωπό της το καλύπτει με λεπτοϋφαντη γάζα. Κρεμά στο λαιμό της μίαν άδεια νεροκολοκύθα, παίρνει στα χέρια της ένα ξύλο και χορεύει διαδοχικά με όλους τους άρρενες, σέρνοντας πάντοτε αυτή τον χορό, ενώ οι άλλες τραγουδούν. Η διασκέδαση συνεχίζεται όλη την νύχτα κάτω από το φως των δαδιών κι ελευθεροστομία δεν έχει όρια." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Α', εκδόσεις Αστήρ
"Υπερώον. Και μέσα εις αυτό οι δώδεκα Απόστολοι κάθονται εις ημικύκλιον κατά την τάξιν αυτών, ήγουν' πρώτοι ο Πέτρος και Παύλος εις το μέσον, κατόπιν ο Ανδρέας κι ο Σίμων, και καθεξής οι νεότεροι. Και άνωθεν αυτών φαίνεται ο ουρανός εις σχήμα τοξοειδές και δώδεκα ακτίνες εκπορευόμεναι προς αυτούς, και επάνω από την κεφαλήν του καθενός εξ αυτών γλώσσαι ωσεί πυρός καθεζόμεναι. Φαίνονται δε οι Απόστολοι ως συζητούντες μεταξύ των. Κάτωθεν του καθίσματος, επάνω εις το οποίον είναι καθισμένοι, εικονίζεται μορφή γέροντος με στέμμα εις στην κεφαλήν του και με οξύ ή στρογγύλον γένιον, κρατών με τας δύο χείρας του σινδόνη, μέσα εις το οποίον φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, ήγουν χαρτιά τυλιγμένα. Ο γέρων αυτός παριστά τον Κόσμον, τα δε χαρτιά τους δώδεκα κλήρους οπού εκληρώθη η οικουμένη να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού από τους Αποστόλους. [...]" (Φώτη Κόντογλου, "Έκφρασις, τ.Α'"", εκδόσεις Αστήρ)

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..

"Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
λένε εδώ στο Πήλιο, σε κάποια χωριά, για αυτά τα τρία Σάββατα -τα δυο τελευταία της Αποκριάς και το πρώτο της Σαρακοστής- καθώς θεωρούνται "Ψυχοσάββατα", μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των νεκρών.



Καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") :
"Είναι, όπως είπαμε, κοινή πίστη, ότι από την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς αι ψυχαί αποθαμένων απολύουνται και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο. Γι'αυτό, όταν την προφωνέσιμη εβδομάδα σφάξουν το χοίρο [βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..], με τον πρώτο μεζέ που θα φάγουν και το πρώτο κρασί που θα πιουν λέγουν "Θεός σχωρέσει τις ψυχές". Σε μερικούς μάλιστα τόπους, όπως στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας, την Τσικνοπέφτην έβραζαν πιλάφι με κρέας και το εμοίραζαν στους πτωχούς για τους πεθαμένους.
Αλλά οι κατεξοχήν αφιερωμένες στους νεκρούς ημέρες της Αποκριάς είναι τα Σάββατα της Κρεατινής και της Τυρινής, όπως και της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, τα λεγόμενα Ψυχοσάββατα. Τότε σε κάθε σπίτι φτιάχνουν κόλλυβα, χυλό, χαλβά ή φαγητά και τα μοιράζουν "για να σχωρεθούν τα πεθαμένα". Τότε επισκέπτονται τους τάφους των αγαπημένων νεκρών και είναι μεγάλη η πομπή των μαυροφορεμένων γυναικών και κοριτσιών, που κατευθύνονται προς το νεκροταφείο κρατώντας στα χέρια ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένα με ζάχαρη, κανέλα, καρύδι, σουσάμι, ρόδι, μαϊντανό, σταφίδες. Πηγαίνουν στους τάφους και τ'αποθέτουν προσφορά στον νεκρό.



Την ιερότητα των ημερών αυτών δείχνει και η αποχή των γυναικών από κάθε εργασία, η συνήθεια να μη λούζονται τα Ψυχοσάββατα και άλλες τέτοιου είδους απαγορεύσεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και μερικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, που φέρνουν στη μνήμη μας παμπάλαια παιχνίδια και αγώνες προς τιμήν των νεκρών. Π.χ. στην Πυλία:
"τα δύο Σάββατα, το Κρεατινό και το Τυρινό, μαζευότανε στ' αλώνια και παίζανε τις αμάδες. Μετά πετάγανε και το λιθάρι. Κάνουνε και τραπέζι ούλα τα συγγενικά σπίτια και γλεντάνε."
Τέλος, σε μερικούς τόπους οι προσφορές στους νεκρούς γίνονται και την Κυριακή της Τυροφάγου. Έτσι, στο Κηπουργιό της Δ.Μακεδονίας κάθε οικογένεια φέρνει στην εκκλησία πίτα, σιτάρι, κρασί, τυρί κ.α. και μετά τη λειτουργία τα φέρνουν και τ'αποθέτουν πάνω στους τάφους' ύστερα τα μοιράζουν και τα τρώγουν.
Πώς τώρα συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με τον γενικά εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Είναι άραγε απλή σύμπτωση το γεγονός, ότι την άνοιξη ακριβώς (αρχές Μαρτίου) όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών;
Είδαμε πιο πάνω ποιες προφυλάξεις έπαιρναν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να προστατεύσουν τα ιερά, τα σπίτια και τα σώματά τους απ'την είσοδο μέσα σ'αυτά των ψυχών, που ανέβαιναν, καθώς πίστευαν, τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, τους λεγόμενους Χόες (12 του Ανθεστηριώνος, δηλαδή γύρω στην πρώτη Μαρτίου) στον επάνω κόσμο και την τρίτη ημέρα, τους Χύτρους, διώχνονταν. Προηγουμένως ομως οι Αθηναίοι τους πρόσφεραν τις πρέπουσες τιμές, μεταξύ άλλων την πανσπερμία, που έφτιαχναν οι γυναίκες στις χύτρες, χωρίς να επιτρέπεται να φάει κανείς από αυτήν. Αυτή τη γιορτή των ψυχών βρίσκουμε, την ίδια περίπου εποχή, και στα βοιωτικάΑγριώνια, γιορτή επίσης διονυσιακή. [...]
Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό το γεγονός, ότι κατά τις ανοιξιάτικες γιορτές, όταν η φύση ξυπνά απ'τη νάρκη, ανεβαίνουν και οι νεκροί στον επάνω κόσμο και δέχονται τις προσφορές και τις τιμές των ζωντανών. Και επειδή στο επιμνημόσυνο δείπνο, τη λεγόμενη μακαριά, οι προσφορές στους νεκρούς είναι, εκτός απ'τα κόλλυβα, και τα ζυμαρικά, αυτά, απ'τις λέξεις "μακαρία" και "αιωνία", ονομάστηκαν μακαρόνια και η τρίτη εβδομάδα της Αποκριάς, της οποίας τα ζυμαρικά είναι το ειδικό, όπως και το τυρί, έδεσμα, ονομάστηκε Μακαρωνού.
Τέλος, σε καιρό, όπου τα πνεύματα εμφανίζονται και πλησιάζουν τον άνθρωπο, φυσικό είναι να θέλει αυτός να μάθει από εκείνα το μέλλον. Στην ιερότητα και τη δύναμη, που ο άνθρωπος του λαού αποδίδει στις νεκρικές προσφορές, οφείλεται και η συνήθεια να μαντεύονται τα κορίτσια με το μακαρόνι της Τυρινής, καθώς και οι άλλες μαντικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, για τις οποίες γίνεται λόγος πιο κάτω."
[βλέπε και: Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού]

Αναφέρει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), σχετικά με αντίστοιχα "μαντικά έθιμα" των ημερών: "
"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουννυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."




Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Ο Άγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού


Marc Chagall
Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής τιμάται ο `Aγιος Θεόδωρος. Και τούτο το Σάββατο θεωρούνταν συχνά από το λαό  «Ψυχοσάββατο»*, οπότε γίνονταν οι γνωστές προσφορές κολλύβων στους νεκρούς και η μνημόνευσή τους. 

Το Σάββατο "τ'Αγίου Θεοδώρου" ("Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"), κατείχε μια ιδιάζουσα θέση στην παράδοση του λαού μας, καθώς τη μέρα τούτη οι ανύπαντρες κοπέλες συνηθίζαν να χρησιμοποιούν το στάρι  που ευλογούσε ο παπάς για να ονειρευτούν το μελλούμενο γαμπρό. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Το έθιμο αυτό συναντάται σε πανελλήνια κλίμακα και ανθούσε στο Πήλιο ακόμη και πριν λίγα χρόνια με μικρές παραλλαγές από χωριό σε χωριό.

Σύμφωνα με τον τοπικό λαογράφο Κώστα Λιάπη («Ώρες του Πηλίου»):

«Το βράδυ της Παρασκευής της Καθαροβδομάδας, παραμονιάτικα δηλαδή των Αγίων Θεοδώρων, οι κοπέλες ζητούσαν από τρία πρωτοστέφανα Μαρία κι από ένα παντρεμένο Θόδωρο λίγα σπειριά σιτάρι. Αυτά τα πάνε στην εκκλησιά να διαβαστούνε και σα γυρίσουν στο σπίτι τους τα «σπέρνουν» κάτω απ'το προσκέφαλό τους, ή, σπανιότερα, και πίσω από την πόρτα της κάμαρής τους. Στα παλαιότερα μάλιστα τα χρόνια έβαζαν κι ένα δρεπάνι.

Την ώρα που λαβαίνει χώρα τούτο το εθιμικό γεγονός οι ίδιες κάνουν την έμμετρη επίκληση:


`Aγι'μ' Θόδουρι μ' καλέ μ'

κι καλέ μ' θαυματουργέ μ'

απ'την έρημου πιρνάς

κι τις μοίρες χιριτάς

αν εύρεις κι τι μοίρα μου

να τηνε χαιριτήσεις.

Πλιένουμε δε σκουπίζουμι

να'ρθει να μι σκουπίσ'.

Βράζου στάρι κι κριθάρ'

στ' `Aη-Θουδουριού τη χάρ'

κι όποιους είνι να μι πάρ'

να'ρθει να τουν'δω του βράδ'.

Παραλλαγές της επίκλησης τούτης, που είναι πιο γνωστή στο ανατολικό Πήλιο, υπάρχουν πολλές. Αναφέρω ακόμα μία που συνηθίζεται στο δυτικό, τούτη τη φορά, Πήλιο και που έχει αμεσότερη σχέση με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί κατά τη διαδικασία του εθίμου η κόρη:


`Aγιοι Θόδουροι καλοί

άγιοι και θαυματουργοί

εις την έρημου που πάτι

κι την τύχη μ' απαντάτι

αν την δείτι να καθέτι

να της πείτι να σ'κουθεί

του σιτάρ' απ'έσπειρα

να θιρίσουμι μαζί.

Φυσικά όλη τούτη η εθιμική διαδικασία έναν και μοναδικό στόχο έχει ' το φανέρωμα πάλι του γαμπρού στα όνειρα της κόρης.

Πλούσιο σε μέσα και συμβολισμούς τούτο το έθιμο. Ας τα απαριθμήσουμε:

Ο `Aη-Θόδωρος, ο παραδοσιακός προστάτης των κοριτσιών που βρίσκονται σε ώρα γάμου, ο αριθμός της καλοτυχιάς τρία, τα «πρωτοστέφανα» που φέρνουν πάντα γούρι, τα «Μαριά», η επιλογή των οποίων δεν είναι άσχετη με τη λατρεία της Παναγίας, το σιτάρι, που όμοια με το ρύζι θεωρείται απ'το λαό μας πάντα σαν καλοσήμαδο σύμβολο, τα «γράμματα» της εκκλησίας που φέρνουν τη σφραγίδα της θείας επικύρωσης και συνδρομής στο εθιμικό εγχείρημα και τέλος η επίκληση που αποτελεί απαραίτητο και αναφαίρετο συμπλήρωμα κάθε μαντικής πράξης.»

Ρωτώντας μερικές γυναίκες, διαφόρων ηλικιών από κοντινά χωριά, άκουσα τούτο το έθιμο σε διάφορες παραλλαγές. Αλλού το στάρι το έφερνε ο παπάς και το μοίραζε, αλλού οι «πρωτοστέφανες» ή οι νιόπαντρες το κουβαλούσαν μαζί στην εκκλησιά μέσα σε πουγκάκια ή χάρτινα χωνιά να διαβαστεί από τον παπά κι έπειτα το έπαιρναν τα κορίτσια. Οι νεότερες γυναίκες που ρώτησα μου αποκρίθηκαν πως το ζητούσαν από τρεις πρωτοστέφανες Μαρίες -ή ακόμα τρεις οποιεσδήποτε πρωτοστέφανες σε όποιο όνομα κι αν άκουγαν- κι ύστερα το κουβαλούσαν στις τσέπες τους στη λειτουργία για να ευλογηθεί. Αυτή υπήρξε η εξέλιξη του εθίμου στη νεότερη γενιά. Το τραγούδι της επίκλησης ακούγεται με πολλές παραλλαγές. Συνήθως όμως το έλεγαν από τρεις φορές πριν ρίξουν το στάρι κάτω από το μαξιλάρι τους κι επί τρεις συνεχόμενες βραδιές. Μια παλιότερη μαρτυρία αναφέρει πως η επίκληση γινόταν αφού δέναν έναν ζωνάρι στη μέση τους, όπως οι θεριστάδες στη σπορά, και μερικές μάλιστα, κρατώντας συμβολικά, κι ένα δρεπάνι.

Pierre-Auguste Renoir

Το έθιμο αυτό ανθούσε σε όλη την Ελλάδα. Χαρακτηριστικά είναι και τα σχετικά αποσπάσματα του λαογράφου Γ.Α. Μέγα («Ελληνικές γιορτές και έθιμα της Λαϊκής λατρείας»):

«Με κόλλυβα των Aγίων Θεοδώρων οι ανύπαντρες κοπέλες ζητούν να προκαλέσουν μαντικό όνειρο: βάζουν 3 ή 9 σπειριά σε άσπρο πανάκι δεμένο με μαύρη κλωστή κάτω απ'το προσκέφαλο και προσκαλούν τη Μοίρα με διάφορους τρόπους. [ ...]

`Aλλη μέθοδος ονειρομαντείας, που συνηθίζεται την ημέρα αυτή, είναι η σπορά σιταριού ή κολλύβων με τρόπο μαγικό και η επίκληση της Μοίρας.

Π.χ. στην Αράχωβα της Παρνασσίδας την Παρασκευή το βράδυ σπίτια πού'χουν Γιάννη ή Θόδωρο κρεμάνε στην πόρτα τους ένα σακουλάκι με στάρι. Τα κορίτσια πάνε σε δύο Θοδωράδες κι ένα Γιάννη και κλέβουν, δήθεν, απ'τα τρία αυτά σπίτια λίγο στάρι. Κατόπιν έρχονται στο σπίτι, σκαλίζουν λίγο το χώμα και σπέρνουν το στάρι. Παίρνουν αμίλητο νερό στο στόμα και το φέρνουν ' στο δρόμο ακούν ονόματα. Με το νερό ποτίζουν το στάρι λέγοντας: 'Σε σπέρνω και σε ποτίζω κι όποιος είναι για νάν τον επάρω να'ρθει να το θερίσουμε μαζί'. Προσέχουν και τι ονείρατα θα ιδούν.

Σε μερικούς τόπους γίνεται το πρωί και συγκέντρωση γυναικών και κοριτσιών για μαντικούς σκοπούς και παρόλο που είναι Σαρακοστή ακολουθούν χοροί και διασκεδάσεις. Έτσι στη Σκύρο ανήμερα των Αγίων Θεοδώρων μαζεύονται τα κορίτσια και κόβουν τ'αρμερόπ'το, χορεύουν, κάνουν μεγάλη διασκέδαση - τ'αρμερόπ'το το κάνουν την παραμονή με αλεύρι και αλάτι κλεμμένα από τρία απίκραντα σπίτια που να έχουν Μαριά ή Γιάννη. Απ'την ίδια ζύμη κάνουν και όλα τα γράμματα του αλφαβήτου, τα ψήνουν κι αυτά πάνω σε κληματσίδες και τα ξαστρίζουν τη νύχτα στο λιακό μαζί με τ'αρμερόπιτο. Τα ψηφιά από τη ζύμη τα σκεπάζουν μ'ένα κόκκινο πανί και καθεμιά χώνει από κάτω το χέρι και παίρνει ένα. Ό,τι γράμμα πιάσει, από κείνο θ'αρχίζει το όνομα εκείνου που θα πάρει. Τα κομμάτια απ'τ'αρμερόπιτο τα βάζουν το βράδυ κάτω απ'το προσκέφαλό τους και μελετούν να δουν, ποιόν θα πάρουν.»

Ένα αντίστοιχο έθιμο καταγράφεται και στο βιβλίο «Κοντά στις ρίζες μας (Λαογραφικά Μαγνησίας)», έκδοση του 11ου δημοτικού Βόλου το 1984:

«Την ημέρα αυτή οι ανύπαντρες κοπέλες έκαναν σε μερικά χωριά τις αρμυροκουλούρες. Αυτές ήταν κουλούρες φτιαγμένες με προζύμι και πολύ αλάτι. Αυτές τις έψηναν και το κάθε κορίτσι έτρωγε από μία ολόκληρη, χωρίς να πιει νερό. Το βράδυ στο όνειρό τους, όποιον δουν να τους δώσει νερό, αυτόν θα πάρουν για άντρα τους.»

Μια ακόμη μέθοδο ονειρομαντίας περιγράφει και ο λαογράφος Κώστας Λιάπης («Ώρες Πηλίου»):

«Στο Ανατολικό Πήλιο φυτρώνει ένα πολύφυλλο κι αρκετά ψηλό μονοετές φυτό που είναι γνωστό με το όνομα «Βεργογιάννης», όνομα που το'δωσε άγνωστο πως και γιατί, η πηλιορείτικη ντοπιολαλιά.

Παραμονιάτικα λοιπόν των Αγίων Θεοδώρων τα κορίτσια του `Aη Δημητρίου (χωριού του Ανατολικού Πηλίου) αφού ζητήσουν και πάρουν από τρία «πρωτοστέφανα» τρεις διαφορετικού χρώματος κλωστές κεντήματος- μία απ'το καθένα- βρίσκουν ένα τέτοιο φυτό και το δένουν, δίχως να το κοιτάζουν και με τις τρεις κλωστές μαζί, διπλαρωμένες σε αλ'σίδι, ενώ σύγκαιρα κάνουν μέσα τους την ευχετική επίκληση στον `Aη Θόδωρο να τους στείλει στον ύπνο τους το σύντροφό τους για να λύσουν μαζί το «Βεργογιάννη»...»

Υ.Γ.:
* Επισήμως δε θεωρούνται Ψυχοσάββατα, παρά μόνο εκείνο πριν την Κυριακή της Απόκρεω κι εκείνο της Πεντηκοστής. Αλλά, όπως ξεκαθαρίζει κι ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του "Άγια και πεθαμένα":

"...Ἦτο Παρασκευὴ τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἡ προτεραία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Τὴν πρωίαν ἐκείνην, εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, προσεφέρετο ἀφθονία κολλύβων εἰς τοὺς ναούς.

Τὰ προσφερόμενα κόλλυβα ἦσαν ὄχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εἰς μνήμην τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ καὶ ἑορτάσιμα κόλλυβα, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ᾽ ὅλα δὲ τὰ Σάββατα ἐν γένει γίνονται μνεῖαι τῶν νεκρῶν μετὰ κολλύβων. Προσέτι, δὲν εἶναι μνήμη «τῶν Ἁγίων Θεοδώρων», ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ὄχι πάλιν ἡ μνήμη αὐτοῦ, ἥτις τελεῖται κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, ὅπως ἡ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου τῇ 8 τοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον «Ἀνάμνησις τοῦ διὰ κολλύβων γενομένου θαύματος παρὰ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος», ὅτε ὁ ἀσεβὴς τύραννος Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἠθέλησε νὰ μολύνῃ τοὺς χριστιανούς, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Ἅγιος εἰς τὸν ἐπίσκοπον παρήγγειλε νὰ δώσῃ κόλλυβα εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ φάγουν, ἐξηγήσας ἅμα τί εἶναι τὰ κόλλυβα.

Εἰς τὰς μνήμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος. Τὰ κόλλυβα δὲ ταῦτα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου εἶχον καὶ θαυματουργὸν ἰδιότητα διὰ τὰς κόρας τοῦ λαοῦ. ..." 

(βλέπε όλο το διήγημα του Παπαδιαμάντη, εδώ: Άγια και πεθαμένα (τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου))