Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχαήλ-Δέδε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχαήλ-Δέδε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Πρωτομαγιάτικα...



Πλήθος τα έθιμα του τόπου μας για τον εορτασμό της μέρας τούτης που συμβόλιζε πάντοτε την τελική νίκη του καλοκαιριού και της ζωής κατά του χειμώνα και του θανάτου.. Της μέρας τούτης, που δεν ξεχνάμε πως εκτός από γιορτή της άνοιξης, είναι αφιερωμένη και στον εργατικό αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Πρωτομαγιά, λοιπόν, η Εργατική και η Ανοιξιάτικη, πάντα όμως για ένα πιο φωτεινό Αύριο, πάντα δυναμική κι ελπιδοφόρα...

Πέρα από τον παραδοσιακό στολισμό της θύρας του σπιτιού με το ολάνθιστο στεφάνι, τα τραγούδια, οι αναπαραστάσεις, οι προλήψεις, οι γιορτινές συνήθειες κι οι συμβολισμοί ανθούσαν και παράλλαζαν από περιοχή σε περιοχή της Ελλάδας για τη μέρα της Πρωτομαγιάς.

Όπως καταγράφει ο λαογράφος μας Γ.Α.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), "...στην ηρωική Πάργα, από το πρωί της Πρωτομαγιάς τα παιδιά εγύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν το τραγούδι του Μαϊου, στεφανωμένα με λουλούδια και κρατώντας στα χέρια τους μεγάλους κλώνους πορτοκαλιάς ή νεραντζιάς, γεμάτους άνθη.. [...]... Στην Κέρκυρα περιφέρουν κορμό τρυφερού κυπαρισσιού, ίσιου και φουντωτού' τον έχουν σκεπασμένο με κίτρινες μαργαρίτες και άλλα άνθη, του κρεμούνε κι ένα στεφάνι' από τα χλωρά κλαδιά του δένουνε μεταξωτά μαντίλια, ζουνάρια και κορδέλες' από το στεφάνι τέλος κρεμάνε φρούτα και χορταρικά πρώιμα..[...]..Αλλού, όπως στον άγιο Λαυρέντιο του Βόλου, ο Μάης ενσαρκώνεται στο Μαγιόπουλο, ένα παιδί στολισμένο με λουλούδια' χορός από προσωπιδοφόρους το συνοδεύουν τραγουδώντας τα Μαγιάπριλα τραγούδια τους στους δρόμους του χωριού, ενώ χορεύει το Μαγιόπουλο. Στη Ναύπακτο το Μαγιόπουλο το συντροφεύουν γέροι φουστανελάδες βαστώντας στο ένα χέρι κουδούνια στολισμένα με ανθισμένη ιτιά...[...] Το έθιμο το βρίσκουμε και στο Ξηροχώρι Ευβοίας, συνδιασμένο με την παράκληση για βροχή. Εκεί ένας χωρικός, ντυμένος σ'όλο του το σώμα με λουλούδια και κλαδιά ελιάς, καρυδιάς και άλλων δέντρων, λέγεται Πιπεριά...[...]Στην Πορταριά (πριν από 80 περίπου χρόνια) την Πρωτομαγιά μεταμφιέζοντο πέντε πρόσωπα: το κορίτσι, ο γιανίτσαρος, όλο άρματα κι ασήμι, ο γιατρός με το ψηλό φράγκικο καπέλο και δυο άλλα πρόσωπα. Πήγαιναν εν πομπή ανά το χωρίον και στην πλατεία άρχιζε η παράστασις. Ο γιανίτσαρος εδοκίμαζε να κλέψει το κορίτσι' το κορίτσι απ'την τρομάρα του πέφτει λιγωμένο. Ακολουθούν μοιρολόγια και κοπετοί. Ο γιατρός ανασταίνει την κοπέλα. Ακολουθούν χοροί, τραγούδια και χαρές...[...] Η παράσταση αυτή, δηλαδή η έκθεση του νεκρού και η ανάστασή του, συνηθίζεται ακόμη, με ολότελα αρχαιότερη μορφή, στο Ζαγόρι της Ηπείρου. ...[...]"

Ένα αντίστοιχο έθιμο, τους Μάηδες του Πηλίου (βλ. Οι "Μάηδες" που χάθηκαν... ) , ιστορεί κι ο Κώστας Λιάπης στο βιβλίο του "Ώρες του Πηλίου".

Όπως σημειώνει ακόμα ο Γ.Α.Μέγας, "Την ομορφιά και τη δροσιά από τη φύση θέλουν να φέρουν έπειτα και στο σπίτι τους, κόβοντας λουλούδια του αγρού και πλέκοντας στεφάνι πολύχρωμο, που το κρεμούν στην πόρτα του σπιτιού. Αλλ'αν το λουλούδι είναι για τον κάτοικο της πόλης σύμβολο της άνοιξης και της χαράς, για τον αγρότη το άκαρπο λουλούδι δε σημαίνει αυτό που θέλει και ζητά: να εξασφαλίσει από τη μητέρα γη τη θαλερή βλάστηση, την πλούσια καρποφορία. Γι'αυτό το "Μάη" τους ο αγρότης κι η αγρότισσα δεν κάνουν με λουλούδια, αλλά με λογής λογής πρασινάδες και καρπούς, χωρίς να παραλείπουν το σκόρδο για τη βασκανία και το αγκάθι για τον εχθρό. Π.χ. στο Ρεϊσδερε της Σμύρνης οι αγρόται επήγαιναν την παραμονή της Πρωτομαγιάς στην εξοχή κι έκοβαν από όλα τα πράγματα πού'χουν καρπό: σιτάρι, κριθάρι, συκιά με τα σύκα, σκόρδο, κρομμύδι, αμυγδαλιά με τ'αμύγδαλα, ροδιά με το ρόδι και τα κρεμούσαν στην πόρτα απάνω. Αυτός ήταν ο Μάης και τον είχαν κρεμασμένο ως τ'Αϊ Γιαννού του Θεριστή. Τότε τον έβγαζαν και τον έριχναν στη φουρνάρα."

Γράφει η Μαρία Μιχαήλ-Δέδε ("Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους"), για το Τρίκερι της Θεσσαλίας: Την ημέρα της Πρωτομαγιάς, η Τρικεριώτισσα γυναίκα του βαρκάρη, θα φτιάξει μια ανθοδέσμη και θα την προσφέρει στον άντρα της. Αυτός με τη σειρά του, θα την προσφέρει στη βάρκα του που τον περιμένει στο γιαλό. Μα η σημασία του λουλουδιού, δε δηλώνεται μόνο έτσι. Οι κοπέλλες έχουν τη σειρά τους το απόγευμα. Φοράνε τα καλά τους που τα ταυτίζουν σε ένα θαυμάσιο ψυχολογικό κρίκο με την όμορφη και πλούσια τοπική τους φορεσιά. Θα μαζέψουνε λουλούδια στις πλαγιές και τα πλατώματα των αγρών κι ύστερα κρατώντας λουλούδια θα κατέβουν στην πλατεία του χωριού τους να χορέψουν. Η πρώτη του χορού δε θ'αποχωριστεί την ανθοδέσμη της και θα δηλώνει έτσι ολόκληρος ο χορός την πραγματική του έννοια. Τον θαυμασμό, την αγάπη, την τιμή στο Μάη.[...]"



Παρακάτω ένα απόσπασμα του Γεώργιου Βιζυηνού από το διήγημά του "Πρωτομαγιά" (που βρήκα μονάχα σε μετάφραση στα νεοελληνικά), μας ταξιδεύει μοναδικά σε κείνα τα χρόνια, που ο απλός λαός μας βίωνε μοναδικά την ιδιαιτερότητα κάθε μέρας, κάθε γιορτής, κάθε εποχής..:

"[...]

-`Ακουσες τι σε είπα Μόσκο; 
-`Ακουσα , με συμπάθιο, είπε ο Μόσκος, μα δεν κατάλαβα . 
-Αύριο πρέπει να είμαι στην Πόλη, είπα εγώ πιο διακριτικά. 
-Ω , Θεός και Παναγία! είπε ο Μόσκος και έκανε το σταυρό του πολλές φορές. Αύριο είναι επίσημη ημέρα, με συμπάθιο, και οι φρόνιμοι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν. 
-Μα μήπως σ΄ερώτησα τι ημέρα είναι αύριο, χριστιανέ; Η εργασία μου είναι πιο σημαντική απ΄όλες τις επισημότητές σου, και αναβολή δεν επιδέχεται. Πρώτη σου δουλειά λοιπόν άμα πάμε στο σπίτι θα είναι να μου βρεις ένα γερό αμάξι με δύο καλά άλογα, για να μη με αφήσουν , σαν την άλλη φορά, μέσα στους δρόμους. 
Ο Γέρο-Μόσκος ξεστόμισε, όπως συνήθιζε , πολλά κλαψουρίσματα και θρήνους, επειδή δεν ήθελα να τιμήσω γιορτάζοντας την αυριανή ημέρα αφού είδε ότι δεν κατορθώνει τίποτα. 
-Καλά , είπε απειλητικά , θα ξεκινήσεις αύριο; 
-Και βέβαια! Αφού σου το λέω . 
-Λοιπόν σου το λέγω κι εγώ , με συμπάθιο, όποιος ξεκινήσει αύριο για ταξίδι, κάτι κακό θα τον βρει στο δρόμο, θα γυρίσει μισόστρατα. 
`Ανοιξα το στόμα μου για χιλιοστή τώρα φορά να τον επιπλήξω για τις προλήψεις του , αλλά τότε ακριβώς πρόβαλε πίσω από τους θάμνους απέναντί μας ένα τσούρμο παιδιά αγόρια και κορίτσια, αλλά χωρίς καπέλο, άλλα ξιπόλητα , μα όλα φορώντας τη γραφικότατη τοπική ενδυμασία και κρατώντας μεγάλες ανθοδέσμες από αγριολούλουδα στα χέρια τους. Μόλις πρόφτασα να τα περιεργαστώ και η μικρή εκείνη στρατιά με περικύκλωσε με θόρυβο, αλαλάζοντας, χοροπηδώντας ενώ πάντοτε συναγωνίζονταν ποιός θα βρει τις ανεμώνες και τουλίπες και όποιο άλλο αγριολούλουδο βρισκόταν στις όχθες του κατακάθαρου ρυακιού. 
Όταν σε λίγο ο δίσκος του ήλιου κρύφτηκε εντελώς πίσω απ΄τα δυτικά βουνά, το μεγαλύτερο παιδί υψώνει ξαφνικά μεγάλο ανθοστέφανο, που στο μέσο μ΄άνθη πλεγμένο είχε το σημείο του σταυρού, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά , παραταγμένα τριγύρω του , κυκλικά άρχισαν να χορεύουν ενθουσιασμένα, τραγουδώντας δυνατά κάποιο δημοτικό τραγούδι, που οι πρώτοι του στίχοι , αν δε με απατά η μνήμη μου ήταν: 
Εμβήκ΄ ο Μας, εμβήκ΄ ο Μας, 
εμβήκ΄ ο Μας, ο μήνας , 
με τα΄άνθη, με τα λούλουδα, 
με τα τριανταφυλλάκια. 
Και η γραφικότατη αυτή σκηνή που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, επαναλαμβάνεται μ΄όλη την ειδυλλιακή χάρη της απ΄όλες τις παρέες που τριγυρνούν στην εξοχή, μια και η ατμόσφαιρα αντηχεί τώρα απ΄όλες τις διευθύνσεις μακριά και κοντά , είτε μόνο με το σκοπό που ψέλνουν τα παιδιά. [...]" 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Αηγιωργήτικα..



Είναι τόσες οι παραδόσεις, οι θρύλοι, τα έθιμα, τα τραγούδια κι οι δοξασίες για τον Αϊ Γιώργη και τη μέρα τούτη, που δε θα χωρούσαν ούτε για αστείο σε μια εγγραφή. Του Αϊ Γιωργιού σήμερα, του καβαλάρη Αγίου, που κατέχει ξέχωρη θέση στην ψυχή του λαού μας. Ο Αϊ-Γιώργης ο καβαλάρης ιππότης που σκότωσε το δράκοντα κι έσωσε τη βασιλοπούλα και τη χώρα, ο Αϊ-Γιώργης, ο αήττητος στρατηλάτης και τροπαιοφόρος, ο μεγάλος προστάτης των Ελλήνων από τους Τούρκους τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς κι ο προστάτης του πεζικού και του στρατού ξηράς σήμερα, ο άγιος υπερασπιστής των φτωχών, ο άγιος απελευθερωτής των αιχμαλώτων, ο Αϊ-Γιώργης της άνοιξης, των κτηνοτρόφων και των γεωργών, ο Αϊ-Γιώργης ο θαυματουργός. ...

«`Αγιε μου Γιώργη στρατηγέ και μέγα καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Στη δόξα και στη δύναμη θέλω να σ'αναβάλλω,
που σκότωσες τον λέοντα, το δράκο το μεγάλο,
που ήταν μες στη χώρα μας μες σε βαθύ πηγάδι.
Ανθρώπους τον ταϊζανε κάθε πρωί και βράδυ
κι όταν δεν είχαν να του παν άνθρωπο να δειπνήσει,
σταλιά νερό δεν άφηνε, η χώρα να δροσίσει....»


«Ο `Αγιος Γεώργιος σκοτώνει το Δράκο και σα μιας μικρότερης, αλλά πάντα θείας δύναμης, φορέας, νικά όπως ο Χριστός το Σατανά. Έτσι ο `Αγιος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αίγλη, εκείνην που θέλει να του αποδώσει η παραλλαγή και όχι ο αρχικός του μύθος που περιορίζεται στη Δρακοντοκτονία.» (Μ.Μιχαήλ-Δέδε, «Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους»)

Την εποχής της Τουρκοκρατίας, ο Δράκος έπαιρνε τη μορφή του Τούρκου κατακτητή. Ο Αϊ Γιώργης αποτελούσε προστάτη του υπόδουλου Έλληνα αλλά κι «οπλαρχηγό-άγιο» των επαναστατημένων αγωνιστών.

«`Αγιε μου Γιώρη καλά το λέει τ'αηδόνι
καλά το λέει τ'αηδόνι μεσ'του Γουλά τ'αλώνι.
Πόσες φορές με γλίτωσες βρε Αϊ Γιώρη
πόσες φορές με γλίτωσες απ'των Τουρκών τα χέρια ...»

Ο καβαλάρης άγιος «συμμετείχε» στις μάχες, στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων, συνεισφέροντας στη νίκη.

«Πάντως και οι αρματωλοί κι οι κλέφτες μας ξεκινούσαν «την ημέρα τ'αϊ-Γιωργιού», για τις επιχειρήσεις τους και, στην Επανάσταση του 1821, τα πρώτα μπαϊράκια έδειχναν, για θρησκευτική και ψυχολογική ενθάρρυνση, τον αϊ-Γιώργη.» (Δ.Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Σούλι, υψώνει στις 26 Οκτωβρίου 1820 λευκή σημαία με τον Αϊ-Γιώργη στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία, θρησκεία, πατρίς».


Ο Αθανάσιος Διάκος είχε λευκή σημαία με τον `Αγιο Γεώργιο στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία ή θάνατος». Αλλά και οι Πελοποννήσιοι συνήθιζαν να απεικονίζουν στα μπαϊράκια τους τον `Αγιο Γεώργιο ή τον `Aγιο Δημήριο με την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Η λαική λατρεία, όμως, του καβαλάρη αγίου, δεν περιοριζόταν μονάχα στις στρατηγικές του ικανότητες και στη θεία δύναμή του, αλλά συσχετιζόταν και με το ανοιξιάτικο τοπικό κλίμα της γιορτής του. Στη συνέχεια παραθέτω, μερικά μονάχα, αποσπάσματα, από τα τόσα έθιμα που λάμβαναν χώρα στον τόπο μας την ημέρα της εορτής του, ξεκινώντας με μια αναφορά στην ετυμολογία του ονόματός του:

«Το όνομα «Γεώργιος», ελληνικότατο, είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή, και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γι'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).» (Δ. Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

«Η γιορτή του αγίου Γεωργίου, καθώς συμπίπτει με την εποχή που η φύση στην Ελλάδα λουλουδίζει, θεωρείται και αρχή καλοκαιριού. Παρουσιάζει λοιπόν πολλές ομοιότητες με τις άλλες ανοιξιάτικες γιορτές και κυρίως με τη γιορτή της Πρωτομαγιάς, την κατεξοχήν λαϊκή γιορτή της άνοιξης. Γι'αυτό και πολλά έθιμα της ημέρας αυτής είναι από τα έθιμα που τελούνται από το πέρασμα μιας εποχής του έτους σε άλλη. Π.χ. στο Ναίμονα (Αίμο) της Θράκης, «τ'Αϊ-Γιωργιού (και την Πρωτομαγιά) παγαίναν'νε τα κορίτσια νυχτίτσα στο νερό, κόβ'νε πρασινάδα και βαν'νε στα μπακίρια και στις πόρτες του σπιτιού' καν'νε και σταυρό'πέ το πρασινάδ' την όξω πόρτα (πρασινίζ'νε την πόρτα). Στ'αχίρ', γελάδια, βόδια άμα νέχ' κανείς, παίρν' πε το δάχλο κοπριγιά και καν'σταυρό στ'χιριού την πόρτα κείν'τη μέρα.»

Ζητούν δηλαδή να προφυλάξουν το σπίτι και τα ζώα τους από το κακό, από τα μάγια και τη βασκανία, την οποία στην αρχή κάθε χρονικής περιόδου προσπαθούν με διάφορα αντιμαγικά μέσα ν'αποτρέψουν. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Κωσταράζι της Καστοριάς, γυναίκες και κορίτσια αφού πάρουν νερό απ'τη βρύση πάνε στα χωράφια και τυλίγονται στις πρασινάδες και βάζουν για καλό στις πόρτες, στα παράθυρα, όπως την Πρωτομαγιά.[ ...]
Ο άγιος Γεώργιος λατρεύεται ιδιαίτερα από τους βοσκούς. Σ'αυτό μάλλον συντέλεσε η σύμπτωση της γιορτής του με την εποχή, κατά την οποία οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν.» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

«Για τους τσοπάνηδες, η γιορτή τ'Αη Γιώργη, του καλοσυνάτου Αγίου, είναι μια δεύτερη Λαμπρή. Πανηγυρίζει όλο το βλάχικο απ'άκρη σ'άκρη. Σείεται όλος ο τόπος. Θα σφάξουν δε, και στη γιορτή του Μεγαλομάρτυρα αρνιά σαν το Πάσχα, που τα λένε «αηγιωργίτσηδες». Θα φάνε, θα πιουν, θα χορέψουν και θα γλεντήσουν και με το παραπάνω. Αυτή τη μέρα του Αγίου που διαφεντεύει με τη δύναμή του κοπάδια και τσελιγκάτα, θα κανονίσουν κι όλες τις προθεσμίες και τις τσοπανοδουλειές τους, γιατί απ'Αη -Γιωργιού σ'Αη-Γιωργιού είναι χρόνος για τους τσελιγκάδες. Γι'αυτό, από μερικούς και γνωστικούς τσοπάνηδες θ'ακούσεις να λένε τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής που γιορτάζεται τις πιότερες φορές ο Αη-Γιώργης, «αρχίμερα της βλαχουριάς» ή «πρωτοχρονιά της βλαχουριάς».

Παλιότερα, αλλά και σήμερα ακόμα, τη δεύτερη μέρα της Πασχαλιάς οι τσοπάνηδες συνηθίζουν να αγωνίζονται στο πέταγμα του λιθαριού, στη δοκιμή της δύναμης των χεριών, στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδημα και στο σημάδι.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

«Η εποχή και πιθανώς οι άθλοι που αποδίδονται στον άγιο Γεώργιο παρακινούν αυτούς που γιορτάζουν τη μνήμη του να κάνουν και αγώνες δρόμου, ιπποδρομιών, πάλης, κλπ.
Είναι χαρακτηριστικά για το παραδοσιακό φίλαθλο πνεύμα των Ελλήνων όσα τελούνται στην Αράχωβα της Παρνασσίδας. Εκεί, το πανηγύρι κρατάει τρεις μέρες. Μετά τη λειτουργία γίνεται το τρέξιμο των γερόντων. Οι γέροντες πάνε στο στάδιο και παραβγαίνουν κι όποιος πάει πρώτος παίρνει ένα αρνί. (Το στάδιο είναι απότομος κοίλος κατήφορος, γεμάτος κροκάλες. Τρέχουν από κάτω προς επάνω ξυπόλυτοι' επάνω είναι το αρνί ή το κριάρι, βραβείο του νικητή, που δίνεται από τους κτηνοτρόφους για το καλό των κοπαδιών.). Τη δεύτερη μέρα γίνεται το πήδημα και την Τρίτη μέρα η πάλη και η σφαιροβολία' σηκώνουν και βάρος τότε. Μετά τους αγώνες γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού πέσει το κανόνι. Έρχονται ένα γύρω στο χωριό κι έπειτα μπαίνουν πάλι μέσα, αφού πέσει πάλι το κανόνι.
Στην Αρκαδία, Μεσσηνία, Λήμνο, παραπιλάν τ'άλογα. Μετά τη λειτουργία βάνουν σ'ένα μακρινό μέρος μια κουλούρα και παρατρέχουν με τ'άλογα οι νέοι, ποιος θα την πρωτοπάρει. Αυτός θα την κόψει κομμάτια και θα δώσει σε όλους, όσοι παρατρέξανε μαζί του.
Στου Μπάστα Μεσσηνίας γίνεται τ' Αϊ-Γιωργιού μεγάλο πανηγύρι και παρατρέχουνε τ'άλογα. Οι επίτροποι της εκκλησίας ορίζουν βραβεία: σέλες, χάμουρα, ντουφέκια. Στο Αίνο ο νικητής «διευθύνεται εις την εκκλησίαν και ασπάζεται την εικόνα του αγ.Γεωργίου, εξερχόμενος δε αίρει επ'ώμου εν αρνίον». Στα ελληνικά χωριά της Μεσημβρίας νικητής στην πάλη ήταν αυτός που θα νικούσε στη σειρά τρεις αντιπάλους. (Η τέλεση αγώνων δρόμου, πάλης ή ιπποδρομιών, στις γιορτές και τα πανηγύρια είναι παλιά ελληνική παράδοση.)» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

«Τέτοιες χρονιάρες μέρες οι γεροτσελιγκάδες κοιτάζουν και τις πλάτες απ'τα αρνιά που σφάζουν. Έχουν, βλέπεις, και την «πλατομαντεία» τους. Και για αυτούς τους τσομπάνηδες η πλάτη λέει πολλά. Μαντεύουν τι θα γεννήσει η συγκόρμισσα, δηλαδή η γυναίκα του τσοπάνη, μαντεύουν αν θα πουλήσουν πρόβατα, κι ακόμα, αν θα ψοφήσουν πράματα απ';ανέχεια ή ανάγκη.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

«Συνήθεια, τέλος, της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, είναι κι οι «κούνιες» και το ζύγισμα των ανθρώπων που γίνονται «για το καλό», για υγεία δηλαδή και ευτυχία. Π.χ., στη Μεσημβρία, «τ' αϊ Γιωργιού ζυγιάζονται, καν'νε και κούνιες στα δέντρα και κουνιούνται' το'χνε σε καλό.» Στη Ζαγορά συνηθίζουν όλοι να κουνιούνται, τουλάχιστον τρεις φορές ο καθένας, λέγοντας ταυτόχρονα: «Εγώ στο χωριό και τα φίδια στο βουνό».» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

Χρόνια πολλά!!!