Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόφιλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόφιλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Καλή Παναγιά!

"...Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή..."
(Τάσος Λειβαδίτης, "Ο αδελφός Ιησούς")


"Καταμπροστά στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί "της Παναγιάς τα Ράχτα". Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει τη χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγριοκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκιοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε τον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. [...] Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν κι ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούφες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκιοι τους κουνιούνται με την αναλαμπή στ'ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται...."

"Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!..."
(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Θεόφιλος)

"Το ξωκλήσι δεν είναι να πες τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ' αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεκτονική σ'όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. Περνπούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο-Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγιάς τα ράχτα. Γλίτωσέ μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πριμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι'αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τ'όσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο. Έχει  ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. έχει ακόμα κι ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας...."

"...Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")



"...Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πολέμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν'αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στροαγγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησιάς. Κοίταζε με έγνοια μέσα απ'το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελεαιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ'αμέτρητα άστρα. Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα-Λιάς..."

"... Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε.
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν.
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά.
Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας..." 
(Γιάννης Ρίτσος, "Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού")

(Παναγιά Γοργόνα- Σκάλα Συκαμινιάς Λέσβου)

"... Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο.[...] Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί με΄σα είχε τα σύνεργά του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα.... Ήταν την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τού'διναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. [...] Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντσας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργά του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ'όνομά του, απόμεινε ακόμα ακόμα αυτή πάνω απ'όλα, μια παράξενη ζωγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον οίχο της μικρής εκκλησιάς. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη απ'τον αγέρα και τ'αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ'όλο τον κόσμο της Χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε απ'τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχροινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνιο, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ'αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. ¨ομως απ'τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια κι απ'την άλλη ένα τρικράνι σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, έτσι όπως τον ζουγραφίζουν στα κάδρα και στα βιβλία του σκολειού. Σαν πρωτόδαν τούτη τη ζουγραφιά οι ψαράδες κι οι χωριανοί στάθηκαν και τη θαμαζαν, ωστόσω καθόλου δεν τους παραξενοφάνηκε. Οι γυναίκες που ανέβηκαν να προσκυνήσουν, της έκαμαν τις μετάνοιες τους, τη θέμιασαν σαν όλα τα κονίσματα. Τό'πανε "η Παναγιά η Γοργόνα", και σήμερα έτσι το λένε, κι από τότες πήρε τ'όνομα κι η εκκλησιά και το πόρτο...."

"... Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της."
(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο»)

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Αγιά Σοφιά)

"... Της Παναγιάς τα ράχτα βαστούν τη μάχη αφόντας στάθηκε ο κόσμος. Είναι γεμάτα από τις παλιές λαβωματιές, είναι σημαδεμένα από τις χτυπιές. Η πέτρα σφουγγάριασε από την άρμη, ο παραδαρμός του νερού γούφιασε τα βασανισμένα στερνά της. Τα κύματα βγαίνουν από τη θολούρα της καταχνιάς μουλωχτά, πυργώνουν ψηλά σα δράκοι, κατεβαίνουν με φοβερή τάξη τα πολεμικά τους φουσάτα. Όσο σιμώνουν τεντώνουν μπροστά φουσκωμένα στέρνα, παρδαλά σαν τις τίγρεσσας. Πίσω ανεμίζουν στον αγέρα αφρισμένη χήτη. Φρουμάζουν κι έρχονται ψυχωμένα από τιτανικήν οργή. Στο τέλος παίρνουν φόρα, αναπηδούν χουγιάζοντας, πέφτουν κατάστηθα πάνω στο βράχο της Παναγιάς. [...] Όλη την ώρα που βαστά η μπαλαισιά, της Παναγιάς τα ράχτα τρέμουν συθέμελα, ως τις σκοτεινές ρίζες τους. Μυστικές χορδές από σκληρό μέταλλο δονιούνται και ηχούν μέσα τους. Όμως δεν πισωπλατίζουν πατημασιά. Ο βράχος στηλώνει μέσα στα μαύρα βάθη τα πετρένια πόδια του, καπνίζει σύγκορμος από θυμό. [...] Όσο πιο βαριά τον δέρνει η ανεμική, τόσο πιο θεριακομένα πυργώνει τα στέρνα του κατά πάνω της. Ξέρει πως πίσω απ'τις φαρδιές πλάτες του διαφεντεύει του κόσμου τα ψαροκάικα, τις τράτες και τα λαφριά τρεχαντήρια. [...] Το δαιμόνιο της φουρτούνας ξαπολιέται ξεχαλίνωτο μέσα στην νύχτα, σφυρίζει με τα δάχτυλα από κάθε μεριά, πάνω στα άλμπουρα, μέσα στις καμινάδες. Καβαλικεύει και τη σιδερένια καμάρα που κρατά το καμπανάκι της Παναγιάς, κρεμιέται απ'το σιδερένιο γλωσσίδι κι αρχίζει να χτυπά άταχτα, να χτυπά ξεφρενιασμένα. Ακούν οι ψαράδες τ'άγριο καμπάνισμα μέσα στον ύπνο τους, τ'ακούν ως εκεί πάνω στο βουνό κι οι Μουριανοί. Ανοίγουν οι ναυτικοί κάτ'από το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούν. Οι γυναίκες αφουγκράζουνται, σηκώνουνται χωρίς θόρυβο απ'το στρώμα. Τυλίγουνται, θεμιάζουν τα κονίσματα και σταυροκοπιούνται: "Η Παναγιά η Γοργόνα ν'αποσκεπάζει τον κόσμο."..."
(Στρατή Μυριβήλη, "Η Παναγιά η Γοργόνα")

(Φώτη Κόντογλου- Έκφρασις, τ.Β')


Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

"Θεριστής" και "Κερασιάρης"!

"Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές!" 

Από αύριο μπαίνουμε, λοιπόν, στον Ιούνιο, στο λεγόμενο "Θεριστή", επισήμως τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, αν και, όπως σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") "ως προς τον χρόνο της ελεύσεως του θέρους οι κάτοικοι της υπαίθρου είναι δύσπιστοι. Ασφαλή και βεβαιαν θεωρούν την είσοδό του μόνο όταν ακούσουν το τραγούδι των τεττίγων", δηλαδή των τζιτζικιών, "οι οποίοι":


δηλαδή "εις τα δάση καθήμενοι επί δένδρου αφήνουν την απαλήν (λεπτήν) φωνήν των" (Όμήρου Ιλιάς Γ 151). Για αυτό και λένε:
"Μη σε γελάσει ο βάθρακας (μπακακας) ή το χελιδονάκι
αν δε λαλήσει ο τζίτζικας δεν είν' καλοκαιράκι!"
και:
"Τζίτζικας ελάλησε, πάρτε τα δρεπάνια σας!",
καθώς και:
"Τσίντσηρας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε",
αφού το τερέτισμα των τζιτζικιών σημαίνει και την αρχή ωριμάνσεως των σταφυλιών!

Θεόφιλος

"Με τον Ιούνιο μπαίνουμε πια στο ζεστό καλοκαίρι και στην εποχή του θερισμού. Οι κόποι κι ο ιδρώτας των ζευγάδων της περασμένης σποράς, γίνονται τούτο το μήνα χρυσάφι. Χρυσάφι που σκεπάζει τη γη και την κάνει σωστό χρυσοπέλαγο στα μάτια και στις καρδιές των γεωργών μας. Πού και πού διακρίνει κανένα χέρσο κομμάτι ή κάνα πράσινο μπάλωμα μέσα στη χρυσαφιά απεραντοσύνη του κάμπου.
Στις αυλές των σπιτιών τους, κάτω απ'το δροσό και παχύ ίσκιο των μουριών, οι θεριστές γεωργοί τροχούν τα δρεπάνια τους, τα μαχαίρια του θερισμού, που μ'αυτά θα κόψουν σε λίγο τα γινωμένα στάχυα του σιταριού.



Ο Ιούνιος φέρνει την πιο μεγάλη χαρά στους ξωμάχους μας. Το μεγάλο πανηγύρι π'αναστατώνει σβάρνα όλα τα χωριά κι αλλάζει την ψυχολογία των γεωργών μας. Μας κουβαλάει τον θερισμό που δε σηκώνει καμιά αναβολή. Γι'αυτό κι ο λαός μας λέει: "Θέρος, τρύγος, πόλεμος".", περιγράφει γλαφυρά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"). Έτσι, όσο πιο νωρίς το πρωί, για να αποφύγουν τη μεγάλη κάψα ξεκινάει ο θερισμός. Και συνεχίζει:
"Σε λίγες μέρες, αφού καλολιαστεί το κομμένο σιτάρι, φτάνει κι ο δεματάς στα χωράφια με τα σικαλένια δεματικά ή "δεματκά" κατά τον ξωμάχο, για να μαζέψει τις χεριές και να τις κάνει δεμάτια. [...] Τούτα δω τα δεματικά, ο ξωμάχος τα φτιάχνει με ολάκερο τον κορμό της σίκαλης. Ξεριζώνει τη σίκαλη τούτο τον καιρό, τη μαζεύει προσεχτικά, τη δένει και τη βάζει στο νερό κάνα δυο μέρες, για να μουσκέψει. Έπειτα τη βγάζει, πιάνει έναν ίσκιο κι αρχίζει να δουλεύει. Πιάνει μερικά κλωνιά σίκαλη και τα δένει πολύ καλά απ'το πάνω μέρος πού'νια τα στάχυα κι ύστερα τα στρίβει αντίθετα καλά, καλά να καλοστριφτούν, αγκαλιάζοντας τό'να τ'άλλο και πετάει έτοιμο κάτω το δεματικό στριμμένο κι όμορφο σαν πλεξίδα. Φτιάχνει καμιά εκατοστή από δαύτα τα ξαναβουτάει στο νερό και τ'αφήνει εκεί να τα βρει την άλλη μέρα το πρωί, που θ'αρχίσει με το χάραμα το δέσιμο του σιταριού. Και να πως: Ξαπλώνει καταγής ξεστριμμένο το δεματικό και στοιβάζει πάνω σ'αυτό εξήντα χεριές σιταριού όμορφα και συμμετρικά. Ύστερα, πιάνοντας τις άκρες του σικαλένιου δεματικού με τα χέρια του και πιέζοντας με το γόνατό του τις χεριές τις σφίγγει δυνατά, τις δένει και να, έτοιμο το δεμάτι. Το πιάνει τώρα, το στήνει με τα στ΄χυα προς τα πάνω κατά τον ήλιο για να ξεραθεί τελείως και για να μπορεί να το φορτώνει στα ζα του ευκολότερα, όταν θ'αρχίσει, ύστερα από λίγο, να το κουβαλάει στ'αλώνια."




Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), μας περιγράφει κι ένα όμορφο έθιμο του θερισμού:
"Υπάρχει η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μιαν ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι" ή "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως "αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."


Και συνεχίζει:




Αλλά πέρα από το θερισμό, ο Ιούνιος συνδέεται με τον κούρο των αιγοπροβάτων (ευελπιστώ να κάνω ανάρτηση σχετική μέσα στο μήνα), αλλά και με τη συγκομιδή των κερασιών, γι'αυτό και λέγεται και "Κερασιάρης" ή "Κερασιανός". Ακόμη τον ονομάζουν ""(Ε)ρινιαστή" (Πάρος) ή "Ορνιαστή" (Άνδρος) διότι γίνεται οερινεασμός, δηλ. η ανάρτησις ερινεών (αγριοσύκων) από τους κλάδους ήμερων δένδρων συκής δια την γονιμοποίηση των καρπών των (ήτοι των σύκων).", καθώς και "Θερμαστή", αλλά και ""Αϊγιάννη" ή "Αϊγιαννίτη", διότι άγεται κατ'αυτόν η εορτή των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννου". (Φίλιππος Βρετάκος)

Κλείνοντας, να αναφέρω ότι , κατά την επικρατούσα άποψη, ο Ιούνιος ονομάστηκε έτσι από τους Ρωμαίους προς τιμήν της θεάς Juno, που αντιστοιχεί στη δική μας θεά Ήρα κι ήταν προστάτης του συζυγικού βίου και του γάμου.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Της Αγίας Κυριακής οι παραδόσεις..

Παραμονή της Αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου) σήμερα κι όλο και κάπου θα γίνεται κανένα πανηγυράκι απόψε...

"Γιορτή γνωστή σ'όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα στον Πόντο και στη Θράκη, όπου από τ'όνομά της ονόμαζαν τον Ιούλιο "Άι-Κεριακίτη". Μικρά ξωκκλήσια (πολλά παραθαλάσσια) είναι αφιερωμένα στο όνομά της, παντού. Ακρογιαλιές και λιμανάκια λέγονται "Αγία Κυριακή".[...] Η μέρα της πέφτει στις πιο δυνατές ζέστες." Για αυτό και στον Πόντο συνηθίζουν να λένε "Τ'αγίας Κερεκής τ'άψιμον". (Δημήτρης Λουκάτος,"Τα καλοκαιρινά")
Θεόφιλος

Όπως και αρκετοί ακόμη άγιοι του Ιούλη (Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Παντελεήμων, Αγία Παρασκευή), είναι κι αυτή θεραπεύτρια. "Μικρή, μα μεγάλη η χάρη της, λέει ο Κρητικός λαός, γιατί η αγία είναι θεραπεύτρια και μάλιστα θεραπεύει αδιακρίτωςανθρώπους και ζώα." (Μιχάλης Γρηγοράκης, "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες).

Θεόφιλος

"Προσέχουν πολύ τη μικρογιορτή αυτή οι χωρικοί, για τη συγκομιδή τους. Θα τιμωρηθούν, αν θερίσουν ή αλωνίσουνσήμερα (παλιότερα κι αν δεν πήγαιναν στην εκκλησιά). Ακόμη δεν κάνει ούτε να ζυμώσουν, ούτε να πρωτοψήσουνψωμί.", μας πληροφορεί ο Δημήτρης Λουκάτος.

Θεόφιλος

Και συμπληρώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "εις την Λήμνον δεν αλωνίζουν και δεν ζυμώνουν, διότι "γίνεται μαύρο το ψωμί", εις δε την Ηλείαν, επειδή φοβούνται μη πάθουν κακόν τι, δεν εργάζονται και αι γυναίκες αποφεύγουν να γνέθουν και να υφαίνουν." Αλλά κι οι ξωμάχοι μας προσέχουν τούτη τη μέρα. "Και τις τρεις αυτές γιορτές (Παναγιάς των Βλαχερνών, Αγίας Κυριακής, Αγίας Μαρίνας), που έρχονται με το έμπα του Ιουλίου, οι ξωμάχοι τις φυλάνε κι έχουν δημιουργήσει γύρω από αυτές ένα σωρό μολογήματα." (Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Θεόφιλος

Τα πανηγύρια πολλά τούτη τη μέρα στα χωριά μας, ακόμη και σήμερα. Όπως πολλές κι οι εκκλησιές στο όνομά της, πολλές κι οι σχετικές παραδόσεις. Ας κλείσουμε με μια "παραμυθιακή" που διέσωσε ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης ("Παραδόσεις"):

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!

"Σαράντα φάε,
σαράντα πιές,
σαράντα δώσ' για την ψυχή σ'!"

"Τί δίναν λοιπόν τη μέρα εκείνη;" απόρησα. "Έδωναν φαγητό σε τρία πιάτα' τραχανά και μπουμπάρι, σε τρία σπίτια στη γειτονιά.", θυμήθηκε.
"Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός." αναφέρει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") και συνεχίζει: "Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της μέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή μαγική σημασία του αριθμού 40. Συνηθίζονται οι σαραντόπιτες, δηλαδή πίτες με 40 φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών."

Εμείς εδώ, στα χωριά του Πηλίου, είχαμε τα 40 κλαράκια με τα οποία φτιάχναν οι κοπέλες το μαγικό γεφύρι απ'όπου στ'όνειρό τους θα περάσει ο γαμπρός. Πάνω σ'ένα αυλάκι σε σταυροδρόμι. Πάντα στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι με τις ιδιαίτερες αυτές δυνάμεις (κι ύστερα μου λες για φενγκ σούι!) από την προχριστιανική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Βάζανε, που λες, τούτα τα κλαράκια "ασκάλα", να φτιάξουν το γεφύρι πάνω στ'αυλάκι. Έχουμε τέτοια αυλάκια ποτιστικά παντού στα καλντερίμια μας. Κι ύστερα κάνανε μετάνοιες στα εικονίσματα του σπιτιού. Όλα τούτα την παραμονή. Και σαν ξημέρωνε των Αγίων Σαράντα, θά'βλεπαν στον ύπνο τους το γαμπρό πάνω στο γεφύρι. Στην καλύτερη μάλιστα, θα το διαβαίνανε και μαζί. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Όμως οι αγωνιώδεις προσπάθειες τούτη τη μέρα για το μάντεμα του γαμπρού δε σταματούσαν εδώ. Φτιάχνανε και τις "αρμυρόκ'λουρες". Ας δώσω το λόγο στον τοπικό μας λαογράφο Κώστα Λιάπη ("Ώρες του Πηλίου"): "Το γλυκό βασανάκι του μαντέματος του γαμπρού έχει στο Πήλιο και τις ... αλμυρές προεκτάσεις του. Έτσι στα χωριά του Νοτίου Πηλίου τ'Άη Σαράντα (Αγίων Σαράντα) και στα "πίσω" χωριά του Ανατολικού Πηλίου στ' Άη Φανούρ' (Αγίου Φανουρίου) θα συναντήσουμε και το ... νόστιμο έθιμο της "αρμυροκουλούρας". Το απόγευμα λοιπόν της παραμονής τούτων των γιορτών τα κορίτσια της παντρειάς συνηθίζουν και σήμερα ακόμα -όχι βέβεια πια στην ίδια έκταση που συνήθιζαν παλιότερα- να παίρνουν από τρία "πρωτοστέφανα" από ένα "πλόχειρο" αλάτι. Τούτο τ'ανακατεύουν μ'αλεύρι που το ζυμώνουν και πλάθουν μ'αυτό μια μικρή "κ'λουρίτσα". Την "κ'λουρίτσα" αυτή, γνωστή σαν "αρμυροκουλούρα" την ψήνουν στη χόβολη και την τρώνε πριν πέσουν να κοιμηθούν δίχως βέβαια να ξεχάσουν να παρακαλέσουν τους Αγίους Σαράντα ή τον Άγιος Φανούριο, κατά την περίπτωση, να τους στείλει στον ύπνο τους το νερό που αποζητούν τα φλογισμένα σπλάχνα τους, με το παλικάρι φυσικά που τους πέφτει απ'την τύχη για μελλοντικός σύζυγός τους."

έργο του Θεόφιλου
Ο Μέγας μας πληροφορεί και για την Αθήνα: "έφτιαγναν πίτες με σαράντα φύλλα, άλλοι έφτιαχναν σαράντα κουταλίτες' αφού έτρωγαν και έπιναν καλά συγγενείς και φίλοι, έφερναν και τρεις βόλτες γύρω απ'το τραπέζι και έσερνε το χορό ο μεγαλύτερος της συντροφιάς τραγουδώντας: Ας χορέψουμε κι ας είναι, των αγιώ Σαράντων είναι. Ύστερα ευχότανε ο ένας στον άλλον χρόνια πολλά και καλά." Πάντως, καλύτερα από μας μου φαίνεται περνούσανε...
"Στο Μανιάκι", συνεχίζει, "καρφώνουν στα χωράφια λαλαγγίδες με ξυλάκι για τους διαβάτες. Όσα χωράφια έχουνε, τόσες καρφώνουνε." Και, ακόμη:

(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Είναι, λοιπόν, κι άγιοι της βλάστησης. "Σαράντα δέντρα φύτεψε.." συνεχίζει το τραγουδάκι μας εδώ. "Σαράντα σπείρε, σαράντα φύτεψε, σαράντα θέρισε" λέει άλλο στιχάκι. Γιατί πιστεύαν πως ό,τι κι αν φύτευες τούτη τη μέρα θα πρόκοβε πολύ.
Των Αγίων Σαράντα σήμερα κι ο "μαγικός" αριθμός 40... που τρυπώνει μέσα στη Σαρακοστή, στο σαράντισμα των νεογέννητων αλλά και στα σαρανταήμερα του θανάτου. Ακόμη και στα σαράντα παλικάρια...

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην ιερότητα του αριθμού σαράντα φαίνεται να οφείλονται οι δοξασίες που είναι γνωστές στην ανατολική Κρήτη και σχετίζονται με τις μαγικές ιδιότητες των φυτών. Την ημέρα των Αγιων Σαράντα διάλεγαν οι "μύστες" των θεραπευτικών συνταγών για να πλουτίσουν το οπλοστάσιό τους [...] Πίστευαν πως τα θεραπευτικά βότανα που μπορούσαν να μαζέψουν τη μέρα αυτή ήταν πιο αποτελεσματικά για ορισμένες περιπτωσεις ασθενειών." Και προσθέτει παρακάτω:"Τα σαράντα κύματα που περνούσαν από τα πόδια όσων τηρούσαν κάποιες, αρχαιότερες κατά πως φαίνεται, συνήθειες, εξασφάλιζαν ισχυρή προστασία απέναντι σε νοσήματα, αλλά και προστασία από το φόβητρο του παλιού καιρού, το κακό μάτι. Μερικοί, μάλιστα, έπαιρναν νερό από σαράντα κύματα και το κρατούσαν σε μπουκάλι για σαράντα ημέρες προσκειμένου να βάζουν λίγο στο πρόσωπό τους για να μην τους "φταρμίζουν"".

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

29 Μαϊου 1453, Η άλωσις της Κωνσταντινούπολης...

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος- πίνακας Θεοφίλου Χατζημιχαήλ

"...[...].. Στις 25 Μαϊου ο Μωάμεθ έστειλε πρεσβεία στον Κωνσταντίνο με την ακόλουθη πρόταση: να του παραδώσει την Πόλη και σε αντάλλαγμα να μεταβεί στην Πελοπόννησο, όπου θα έχει περισσότερα εδάφη, για να ζήσει σαν ανεξάρτητος ηγεμόνας. Η απάντηση του Κωνσταντίνου, όπως την παραθέτει ο Δούκας, είναι όντως Λεωνίδειος: "Την δε πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν ούτε άλλου των κατοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως (με τη θέλησή μας) αποθανούμεν εν ταύτη και ου φεισόμεθα της ζωής ημών."

Βέβαια, σε σύσκεψη του Κωνσταντίνου με τους επιτελείς του είχε συζητηθεί το σχέδιο φυγής του αυτοκράτορα στη Δύση για να οργανώσει εκεί σταυροφορία για την σωτηρία της Ανατολής. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν εννοεί να εξευτελιστεί, όπως ο πατέρας του και ο αδελφός του. Έχει κατανοήσει αυτό που θα γράψει ο Σολωμός:

"Δεν είν' εύκολες οι θύρες
όταν η χρεία (ανάγκη) τες κουρταλεί (χτυπά)"

Ο Μωάμεθ, μη βλέποντας άλλη λύση, αρχίζει την ετοιμασία για την τελική έφοδο. Το στρατόπεδό του είναι σε συνεχή πυρετό. Στις 28 Μαϊου τα πάντα είναι έτοιμα. Ο σουλτάνος υπόσχεται στους στρατιώτες τριήμερη λεηλασία, αν καταλάβουν την Πόλη. Αυτοί πέφτουν για ύπνο νωρίς, για να είναι έτοιμοι για την επίθεση που θ'αρχίσει πριν την αυγή. Την ίδια ημέρα ο Κωνσταντίνος λειτουργήθηκε στην Αγία Σοφία, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων κι εξεφώνησε μνημειώδη λόγο προς τους πιστούς συμμαχητές του:


Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, 29 Μαϊου 1453, εκδηλώθηκε η επίθεση των Τούρκων και από τη θάλασσα (τα θαλάσσια τείχη ήσαν πιο ευπρόσβλητα) και από την ξηρά. Αλλά τα αποτελέσματα στην αρχή ήσαν αρνητικά. Το ξημέρωμα βρήκε τους υπερασπιστές να είναι νικητές. Είχαν αναχαιτήσει τρεις επιθέσεις. Κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος περιχαρής κραύγασε: " Η νίκη ελπίζω εις τον Θεόν του είναι ημετέρα". Αλλά δυο ατυχή περιστατικά ανέτρεψαν την κατάσταση. Ανάμεσα στις 8 και 9 το πρωί, όταν η μάχη άκριτη έβραζε, ο Ιουστινιάνης, που ήταν ο στύλος της άμυνας, τραυματίστηκε από βέλος σοβαρά και αποχώρησε. Οι σύντροφοί του τον μετέφεραν κρυφά σ'ένα πλοίο, αλλά καθ'οδόν προς τη Χίο εξέπνευσε. Η αποχώρησή του προκάλεσε μούδιασμα στους υπερασπιστές που μάχονταν στην Πύλη του Ρωμανού. Ο σουλτάνος που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη της μάχης, κατάλαβε την κάμψη και άρχισε κι αυτός, κατά τη μαρτυρία του Κριτόβουλου, να κραυγάζει: "Έχομεν, ο φίλοι, την Πόλην, έχομεν...(...).. ολίγον πόνον έτι και η πόλις εάλω". Το δεύτερο ατυχές συμβάν ήταν η παραβίαση της Κερκόπορτας, μιας βοηθητικής θυρίδας, από τις λεγόμενες κρυφές, που είτε από άγνοια, είτε από αμέλεια, είτε από προδοσία (ο λαός αυτό πίστευε και πιστεύει) βρέθηκε ανοιχτή και από αυτήν εισέδυσαν αρχικά 50 γενίτσαροι που άνοιξαν μια μεγαλύτερη πύλη από την οποία χύμηξε ορμητικά ο τουρκικός στρατός. Γίνεται μάχη φοβερή σώμα με σώμα. Όλοι οι μαχόμενοι γύρω απ'τον Κωνσταντίνο πέφτουν νεκροί κι ο αυτοκράτορας μένει μόνος του. Ορμά κι αυτός κραυγάζοντας: "Η πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι; Ουκ έστι τις των Χριστιανών λαβείν την κεφαλήν εμού;" Ο Πασπάτης γράφει για το ηρωικό τέλος του: "Τότε Τούρκος έπληξε τον βασιλέα κατά πρόσωπον, κι άλλος όπισθεν έδωσεν ετέραν πληγήν. Κατέπεσεν ο βασιλεύς εκ του ίππου και εξέπνευσεν επί των αυτόθι πτωμάτων φίλων και εχθρών...[...]"

(* Συγκινητική ήταν η σκηνή, όταν ο Κωνσταντίνος μετά την Αγία Σοφία πήγε στο παλάτι και κάλεσε όλο το προσωπικό και του ζήτησε συγχώρεση για ότι κακό είχε κάνει. "Ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι", γράφει ο Σφραντζής.)"

(απόσπασμα του Σαράντου Ι. Καργάκου, "Μαθήματα Νεώτερης Ιστορίας")



Τη λαϊκή παράδοση για το Μαρμαρωμένο Βασιλιά, καταγράφει ο λαογράφος μας Νικόλαος Γ.Πολίτης στο δίτομο έργο του "Παραδόσεις":

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

29 Μαϊου 1453

Θεόφιλος, "ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος"
Σα σήμερα, 29 Μαϊου του 1453, αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Τούρκους, με το θρυλικό Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το "μαρμαρωμένο βασιλιά" όπως τον ονομάτισε ο λαός μας, τελευταίο αυτοκράτορα υπερασπιστή της.. Παραπέμπω στην ιδιαίτερη και τόσο ενδιαφέρουσα εγγραφή της Φωτεινούλας, που με άγγιξε βαθιά, στο http://asteraki.pblogs.gr/2008/05/oyk-ealw-to-fws.html και, εδώ, αρκούμαι σε ένα μικρό λογοτεχνικό απόσπασμα του Κώστα Κυριαζή, που αφορά τη μέρα τούτη:

"... -Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Ο Θρήνος από μέσα δυνάμωσε, πέταξε πάνω από τη Βασιλεύουσα, έφθασε μέχρι το θρόνο του Θεού κι Εκείνος απόστρεψε το πρόσωπό Του.

-Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Οι `Αγγελοι φτερούγισαν από την Κωνσταντινούπολη και χάθηκαν πάνω στα ουράνια.

-Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Ήχησαν οι καμπάνες, σπάσανε τα σημαντρά τους, ραγίσαν οι καρδιές τους.

-Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Πέθανε ο Αυτοκράτωρ, χάθηκε, φτερούγισε μακριά ο δικέφαλος μαύρος αετός.

-Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Ξεσχίσαν οι φωνές τους λάρυγγες των τυραννισμένων, που χάναν τις ελπίδες τους, που βλέπανε μπροστά τους θάνατο, σκλαβιά, μαύρα, κατάμαυρα τα χρόνια τους.

-Πήραν την Πόλη, πήραν την!

Δακρύσαν οι εικόνες, φιλήθηκαν για στερνή φορά οι Χριστιανοί, μετάλαβαν όσοι πρόλαβαν.

-Εάλω η Πόλις!

Βούιξαν οι καμπάνες της Αγιάς Σοφιάς. Δονήθηκε η Πλάση. Τρεμούλιασε στα χέρια του Δεσπότη το `Αγιο Δισκοπότηρο.

-Εάλω η Πόλις!

Μια κραυγή βγαλμένη από χιλιάδες στόματα, που μπορούσαν ακόμη να ουρλιάζουν στην απόγνωσή τους. Μια φωνή που αγκάλιασε ολόκληρη τη Βασιλεύουσα, πέρασε τα πατημένα τειχιά κι έφτασε στους κάμπους, που βουβάθηκαν, στη θάλασσα, που ανατρίχιασε κι έπαψε για μια στιγμή να στέλνει τα κύματά της να γλύφουνε τα πόδια της Πόλης που είχε πέσει.

-Εάλω η Πόλις!

Το τέλος, η καταστροφή, το ξεψύχισμα...

-Εάλω η Πόλις!

Οι μανάδες σφίξανε στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους, τα κρύψανε στον κόρφο να μην ιδούν το θάνατο που ζύγωνε, τα κυρτά σπαθιά, που υψώνονταν πάνω από τα κεφάλια τους.

-Εάλω η Πόλις!

Αρχοντολόι και λαός, ανθρωποθάλασσα ανταριασμένη, έτρεξαν, μπροστά στα κύματα των Τούρκων που μπαίναν στην πατημένη Πύλη, στις εκκλησιές να βρουν τη σωτηρία κοντά στους Αγγέλους, που, αλίμονο, είχαν πια φύγει, κοντά στις εικόνες που δάκρυζαν, δίπλα στις καμπάνες, που σκίζαν τον αγέρα με τις βαριές, απελπισμένες τους φωνές:

-Εάλω η Πόλις! ..."


(Κώστας Δ.Κυριαζής, "Κωνσταντίνος Παλαιολόγος", εκδ. Εστία)

* Για την ημέρα της αλώσεως και το Μαρμαρωμένο Βασιλιά βλ.: Μαρμαρωμένος Βασιλιάς )