Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάς Ευαγγελιστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάς Ευαγγελιστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

"..."Ἄφησε τὰ παραληρήματά σου. Ἡ ζωὴ μας εἶναι θάλασσα, ἡ ἁγία ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι τὸ πλοῖο και πηδαλιοῦχος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἄν καὶ ἔχουν τέτοιο πηδαλιοῦχο, λόγω τῆς ἐξ ἁμαρτιῶν ἀδυναμίας τους κολυμβοῦν μὲ χίλια δύο βάσανα μέσα στὰ κύματα τῆς ζωῆς καὶ δὲν σώζονται ὅλοι ἀπὸ τὸν πνιγμό. Ποῦ πᾶς λοιπὸν ἐσύ μὲ τὴν βαρκοῦλα σου καὶ σὲ τί στηρίζεις τὴν ἐλπίδα σου νὰ σωθῆς, χωρὶς πηδαλιοῦχο;"..." (σελ.55*)


" Ὁ ὅσιος φοροῦσε συνεχῶς τὴν ἴδια ἁπλῆ καὶ εὐτελῆ ἐνδυμασία ' στὸ κεφάλι ἕνα φθαρμένο καλυμαύχι, στὸ σῶμα παλαιωμένο λευκὸ ζωστικό, στὰ χέρια δερμάτινα γάντια καὶ στὰ πόδια δερμάτινες κάλτσες καὶ τσαροῦχια. [...] (σελ.21*)

Τὶς παγερὲς ἡμέρες ὁ ὁσιος ἐκοβε μὲ τὸ τσεκοῦρι του κλαδιὰ καὶ συγκέντρωνε χλωρὰ καὶ ξηρὰ ξύλα γιὰ νὰ ζεσταίνη τὸ φτωχό του κελλάκι. Τὸ καλοκαίρι ἐργαζόταν στον μικρό του κῆπο, τὸν ὁποῖο καλλιεργοῦσε ὁ ίδιος καὶ τρεφόταν κυρίως ἀπὸ τὰ λαχανικά του. 

[...] Ὁ ἀσκητὴς τοῦ Θεοῦ ὑπέμενε ἐκουσίως τἰς βασανιστικὲς αὐτὲς πληγὲς χάριν τοῦ Κυρίου καὶ μάλιστα χαιρόταν, διότι, ὅπως ὁ ίδιος ἔλεγε ἀργότερα: 

"τὰ πάθη εκριζώνονται μὲ κόπους καὶ δεινοπαθήματα, είτε ἐκούσια είτε στελλόμενα ἀπὸ την Θεία Πρόνοια". (σελ.22*)

Σὲ κάθε ἀντικείμενο, σὲ κάθε ἔργο ὁ ὁσιος ἔβλεπε τὴν κεκαλυμμένη σχέση τους πρὸς τὴν πνευματικὴ ζωή ' ἀπ' αὐτὰ διδασκόταν καὶ ἔστρεφε πρὸς τὰ ἄνω τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμούς. Ἔτσι ὄταν ἔκοβε ξύλα, κόβοντας ἕνα ἤ τρία ἐμβάθυνε στὴν θεωρία τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ Ἑνός ἐν Τριάδι δοξαζομένου Θεοῦ. (σελ.23*)"


"Στο βάθος τοῦ ἀδιαπέραστου δάσους την νύχτα, ἐντελῶς ἀθέατος ἀνέβαινε σὲ ὑψηλὸ γρανιτένιο βράχο για νὰ ἐντείνη τὴν προσευχὴ καὶ ὄρθιος ἤ γονατιστὸς προσευχόταν ἐπὶ πολύ, κράζοντας ἀπὸ τἀ βάθη τῆς ψυχῆς του τὴν προσευχὴ τοῦ τελώνου:
  Ὁ Θεὸς ἰλάσθητὶ μοι τῶ ἁμαρτωλῶ."

"..."Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς φωτίζεται ἡ διάνοια καὶ ὑφίσταται θείαν ἀλλοίωσι."

[...] Καὶ ὁ ὅσιος ἀπὸ τὴν ἀκατἀπαυστη ἐξἀσκησι στὴν ἀνάγνωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπόκτησε αὐτὸ τὸ χάρισμα τῆς κατανοήσεως καὶ παράλληλα τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ὑψηλὸ χάρισμα τῆς καρδιακῆς κατανύξεως. Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν ζητοῦσε μόνο τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ τὴν θερμότητα τοῦ πνεύματος καὶ συχνά, ὅταν διάβαζε τὰ ἱερὰ βιβλία ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του δάκρυα κατανύξεως. ..." (σελ.24*)

Τὶς ἀνατάσεις τῆς προσευχῆς ὁ μακάριος ἀσκητὴς συνεδύαζε μὲ μεγάλη ἐγκράτεια καὶ νηστεία. Στην άρχὴ τῆς ἐρημικῆς ἀναχωρητικῆς ζωῆς του τρεφόταν μὲ σκληρὸ καὶ ξηρὸ ψωμὶ ποὺ τὸ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ μοναστήρι κάθε Κυριακὴ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἐβδομάδα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ποσότητα ξεχώριζε ἀρκετὸ γιὰ τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τῆς ἐρήμου, τὰ ὁποῖα τὸν ὑπεραγαποῦσαν καὶ συχνὰ ἐπισκέπτονταν τὸν τόπο, ὅπου προσευχόταν καὶ ἀσκήτευε. Ἀκόμη καὶ στὰ ἄγρια θηρία ἐνέπνεε ὁ ὅσιος το δέος. Συχνὰ τὸν πλησίαζε μιὰ πελώρια ἀρκούδα στὴν ὁποῖα ἔδινε τροφή. [...] (σελ.25*)

 "Γιὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ ὁσίου Σεραφείμ κατὰ τὴν περίοδο του ἐγκλείστου βίου του πολύ λίγα εἶναι γνωστά, διότι δὲν δεχόταν οὔτε συνομιλοῦσε με κανέναν. Στὸ κελὶ του δὲν εἶχε τίποτε, ἀκόμη οὔτε καὶ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα πράγματα. ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἔκαιε πάντοτε κανδήλα, καὶ ἔνα κουτσουρο που χρησίμευε ὡς κάθισμα, αὐτά ἦσαν ὁλα κι ὁλα. ὁ αὐστηρὸς ἀγωνιστὴς οὔτε κἄν χρησιμοποιοῦσε γωτιά."(σελ.41*)

"... Κατόπιν ἄρχισε ὁ ἁγιος γέροντας νἀ δέχεται... Ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν ἀνοιχτὴ γιὰ ὅλους... Ὅλους τοὺς δεχόταν πρόθυμα, σὲ ὅλους ἔδινε εὐλογία καὶ ἀπαραίτητες σύντομες νουθεσίες. [...]

Ἡ ἀγάπη τοῦ χαρισματούχου γέροντα ἦταν ἀπεριόριστη καὶ περιελάμβανε τὰ πάντα. Φαινόταν ὅτι ἀγαπᾶ ὅλους καὶ καθέναν χωριστά. .... Δὲν ὑπῆρχε λύπη ἤ συμφορὰ τοῦ πλησίον ποὺ νὰ μὴν τὴν συναισθανθῆ, νὰ μὴν τὴν εἰσδεχθῆ στὴν ψυχὴν του καὶ νὰ μὴν εὕρη τὰ κατάλληλα φάρμακα. Γιὰ αὐτὸ ἔγινε τὸ καταφύγιο τοῦ ρωσικοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ..." (σελ.57*)


"... Στὴν ἐρώτηση τοῦ Μπογκντάνωφ ἄν πρέπη νὰ ζητᾶ κανεὶς θεραπεία ἀπὸ τὶς ἀσθένειες καὶ πῶς πρέπει γενικῶς νὰ περνᾶ τὴν ζωή του, ο θεόσοφος ἀσκητὴς ἀποκρίθηκε:

... "Ἡ ἀρρώστια καθαρίζει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Πάλι, ὄπως θέλεις. Βάδιζε τὴν μέση ὁδό ' μὴν παίρνης ἐπάνω σου αὐτὂ ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις σου διότι θὰ πέσης καὶ ὁ διάβολος θὰ σὲ περιγελάση. Κάποτε ὁ διάβολος πρότεινε σὲ κάποιον δίκαιο ὰ πηδήση σὲ μιὰ βαθειὰ χαράδρα. Αὐτὸς τὸ δέχτηκε, ἀλλὰ ὁ ἁγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸν συγκράτησε. νά τί θὰ κάνης: Ὅταν σὲ ὑβρίζουν, μὴν ὑβρίζης ' ὅταν σὲ διώκουν, νά ὑπομένης ' ὅταν σὲ ἀτιμάζουν, νά ἐπαινῆς ' νά κρίνης μόνο τον ἑαυτόν σου καὶ τότε οὔτε ὁ Θεὸς θὰ σὲ κρίνη ' νά ὑποτάσσης τὸ θέλημά σου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ' ποτὲ μὴν κολακεύεις ' νά γνωρίζης τί εἶναι καλὸ καὶ τί κακὸ μέσα σου ' εἶναι μακάριος ὁ ἄνθρωπος που το γνωρίζη αὐτό ' ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν (Μαρκ.12,31). Ἄν ζήσης κατὰ σάρκα, θὰ ἀπωλέσης καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σάρκα ' ἄν ὅμως ζήσης κατὰ Θεόν θα σώσης καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Αὐτὰ εἶναι κατορθώματα μεγαλύτερα ἀπὸ τὸ νὰ πᾶς γιὰ προσκύνημα στὸ Κίεβο καὶ ἀκόμη μακρύτερα."..."(σελ.63*)



" Ἡ ἡμέρα ἥταν συννεφιασμένη ' ἡ γῆ εἶχε καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ στρῶμα χιονιοῦ τὸ ὁποῖο ἔπεφτε συνεχῶς ὁταν ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω δίπλα του σὲ ἔνα πεσμένο κορμὸ δένδρου. 

"Ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν παιδικὴ σας ἡλικία ἐπιθυμούσατε νὰ μάθετε ποιὀς εἶναι ὁ σκοπὸς τἦς χριστιανικῆς ζωῆς. Σᾶς συμβούλευαν νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ προσεύχεσθε, νὰ κάνετε καλὲς πρἀξεις, διότι σ' αὐτὰ, σᾶς ἔλεγαν, συνίσταται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀπάντησις δὲν μποροῦσε νὰ σᾶς ἱκανοποιήση. Ὄντως ἡ προσευχἠ, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ὅπως καὶ ὅλη ἡ χριστιανικὴ ἄσκησις εἶναι καλὰ καθ' αὐτά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι μόνο νὰ ἐκπληρώσουμε αὐτά, διότι αὐτὰ εἶναι μόνο μέσα. Ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νὰ ἀποκτήσωμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι μόνο ἐκεῖνο το καλὸ ἔργο που ἔχει γίνη ἀπὸ ἀγάπη προς το Χριστὸ φέρει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ἡ ἀπόκτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας."

"Μὲ ποιὰ ἔννοια λέτε ὅτι πρέπει νὰ κερδίσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ρώτησα ἐγώ, δὲν τὸ καταλαβαίνω καλὰ αὐτό."

"Κερδίζω σημαίνει ἀποκτῶ, μοῦ ἀπάντησε. Ἐσεῖς γνωρίζετε σίγουρα τἰ σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Αὐτὸ τὸ ίδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς γιὰ τὸν κοινὸ ἄνθρωπο εἶναι νὰ κερδίση χρήματα ἤ νὰ ἀποκτήση τιμές, διακρίσεις καὶ βραβεῖα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης κεφάλαιο καὶ μάλιστα τὸ αἰώνιο κεφάλαιο καὶ ὁ μοναδικὸς θησαυρός, ἀστείρευτος στον αἰώνα. Κάθε ἔργο ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ φέρει τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ' ὅμως τοῦτο κατορθώνετε εὐκολότερα μὲ τὴν προσευχὴ διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ὄργανο που διαθέτουμε. Μπορεῖ νὰ τύχει νὰ θέλετε νὰ πᾶτε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία νὰ μὴν εῑναι κοντὰ ἤ νὰ ἔχη τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἤ ἔχετε ἐνδεχομένως ἐπιθυμία νὰ ἐλεήσετε κάποιον πτωχό, ἀλλὰ πτωχὸς δὲν ὑπάρχει. Ἰσως ἐπιθυμεῖτε νὰ γίνετε ἀπαθῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε γιὰ αὐτὸ δυνάμεις. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὅμως ὑπάρχει πάντοτε δυνατότητα ' αὐτὴ εἶναι προσιτὴ τόσο στὸν πλούσιο ὅσο καὶ στὸν πτωχό, τόσο στὸν ἐγγράμματο ὅσο και στὸν ἁπλοϊκό, στὸν ἰσχυρὸ ὅσο καὶ στὸν ἀδύναμο, στὸν ὑγιὴ ὅσο καὶ στὸν ἀσθενή, στὸν δίκαιο ὅσο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς εἶναι τεράστια καὶ περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο αὐτὴ ἐλκύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.[...] "(σελ.71*)


"... Καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνισις τοῦ ὁσίου ἀσκητῆ πρόδιδε ὁτι ἡ ζωὴ του θὰ σβήση σύντομα. Πλἠν ὅμως τὸ πνεῦμα του ἥταν ρωμαλεώτερο παρὰ ἐνωρίτερα. [...] Τότε τοῦ ἔδωσε καὶ τὶς τελευταῖες ψυχωφελεῖς νουθεσίες:

Σπέρνε, πάτερ Τίμων, σπέρνε το σιτάρι ποὺ σοῦ ἔχει δοθεῖ. Σπέρνε στὴν καλὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀμμο, στὴν πέτρα, στὸ πλάι τοῦ δρόμου, στ' ἀγκάθια ' σπέρνε, μήπως κάπου βλαστήση καὶ αὐξηθῆ καὶ δώση καρπό, ἔστω καὶ μὲ καθυστέρηση. Καὶ το τάλαντο πού σοῦ δόθηκε, μἢν το κρύβης στἢν γῆ, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθῆς ἀπὸ τὸν Κύριὀ σου, ἀλλὰ δως το στοὺς ἐμπόρους καὶ ἄς ἐμπορεύονται μ' αὐτό." " (σελ.95*)


Κατά Λουκά 8,4-8,8

* Από το έργο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: "Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ βίος", εκδόσεις: "Το περιβόλι της Παναγίας"

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης...

- Αλήθεια, κατάλαβε;
- Κατάλαβε! Είναι, φαίνεται, το μυαλό των ανθρώπων όπως τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου... Κάθε νοημοσύνη συντονίζεται και σε άλλες συχνότητες, όπως τα χρώματα της Ίριδας! Άλλος μπορεί να αντιληφθεί το κόκκινο, άλλος το θαλασσί...
Στάθηκε και με κοίταζε. Συνέχισα να μιλώ:
- Έτσι φαίνεται. Τώρα μόλις έκανα κι εγώ τους συνειρμούς. Κι όμως ναι, τούτο το κατάλαβε κάποιος που δεν λογίζεις έξυπνο, γιατί σε τούτες τις συχνότητες εκπέμπει το μυαλό του. Κι αυτό το "χρώμα" τό'δε, το αντιλήφθηκε το μυαλό του. Δες τους σκύλους: Ακούνε ήχους σε συχνότητες που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Έτσι και με την νοημοσύνη! Αλλουνού του κόβει εδώ κι αλλουνού εκεί. Είναι πόσα χρώματα μπορείς να δεις, πόσες συχνότητες αφουγκράζεσαι. Ίσως κάτι σαν αυτό που λέμε "πόσες οπτικές". Ένα ευέλικτο μυαλό θα δει και παραπάνω χρώματα...
Χάθηκα στους συλλογισμούς....
Και η αλήθεια; Η αλήθεια, λοιπόν, και επισήμως δε θά'χει χρώμα, θά'ναι διάφανο λευκό σαν το φως που περικλείει κι αγκαλιάζει όλα τα χρώματα....


Η άνοιξη χαμογελά. Οι ανεμώνες που κάθε χρονιά σηματοδοτούν τη λήξη του χειμώνα αρχίζουν να χλωμαίνουν στα λιοπερίβολα για να παραδώσουν τη σκυτάλη στα καθ'αυτό αγριολούλουδα του έαρος. Όλα συνεχίζουν το διάβα τους από τούτη τη ζωή σύμφωνα με το μερτικό που τους δώρισε η πλάση. Έτσι κι οι ανεμώνες. Γνωρίζουν καλά πότε να ξεπροβάλουν το κεφαλάκι τους απ' την εγκυμονούσα γη και να χαρούν τις ανασαιμιές τους κάτω απ'τις αχτίδες του ηλιάτορα. "Τώρα έφτασε η στιγμή..." μονολογούν με τα δικά λόγια και θαρεττά αναφαίνονται με το κορμάκι τους στητό να κυνηγάει το φως που καταφθάνει από ψηλά. Άλλες θα τανυόνται γαλήνια προς τον ήλιο μέχρι να χλωμιάσουν με τον καιρό και να μαραθούν, άλλες δε θα προλάβουν να χαμογελάσουν για πολύ στο περιβόλι μιας κι ένα χέρι ζήλεψε την ομορφιά τους και τις θέλησε δικές του, άλλες μπορεί να τσαλαπατηθούν από το βιαστικό διαβάτη, κι άλλες θα στολιστούν με δάκρυα απ'το μαύρο σύγνεφο που τσαλάκωσε τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους. Έρχονται και φεύγουν... Μα καμιά, δεν πιστεύω, να σκέφτηκε να ζητήσει κλουβί απ'το Θεό ή τον άνθρωπο για να την προφυλάξει...
"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."

(Γιώργος Σαραντάρης)

Όχι πως δε σκέφτονται. Όχι, όχι, εμάς μας βολεύει να το πιστεύουμε αυτό, καθώς δε μπορούμε ν'αφουγκραστούμε τα σκιρτήματά τους. Κι έχουν τη φρονιμάδα να μαζεύουν τα πεταλάκια τους προστατεύοντας το λιλιπούτειό τους πρόσωπο όταν σκοτεινιάσει ο ουρανός. Κι άλλοτε να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου για να μην τσακίσει το κορμί τους. Να χώνουν τις ρίζες τους βαθιά στη γη, πολλές φορές μέσα σε βράχους και κάτω από πετραδάκια για να σταθούν γερά. Μα καμιά, δεν πιστεύω να ονειρεύεται και να παρακαλά να σωθεί μέσα σ'ένα ανθοδοχείο μακριά απ'το χάδι της πλάσης για να γλιτώσει το τσαλαπάτημα του αδιάφορου διαβάτη...
"Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.[...]"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί- Ανάγνωσμα Τέταρτον")

Πόσο απολαμβάνω τον ήχο των βημάτων μου στο χωμάτινο μονοπάτι στη σιγαλιά. Μοναχά το κελάρυσμα των πουλιών ν'ακούγεται κι ο ήχος απ'τα πετραδάκια που σκιρτούν σε κάθε πατημασιά. Τούτα τα βήματα, τόσο ρυθμικά σα δείκτες παλιού ρολογιού, να θυμίζουν το χρόνο και τη θνητότητα που βαδίζει σ'αυτήν την απέραντη κι αέναη ομορφιά που, καθώς προχωρώ, πλημμυρίζει τους οφθαλμούς και το είναι μου...  Στη στροφή ατενίζω την καταγάλανη θάλασσα να σμίγει με τον ορίζοντα, πέρα μακριά, κι εγώ στο μυθικό βουνό ανάμεσα στα ασημένια ελιόφυλλα. 
- Θεέ μου, πώς έφτιαξες τόση ομορφιά;  Κι εμείς τόσο "δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα..."
"Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ."
(Ιωάννου Α' 4,18)

Ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήτανε, λέει, όλα να απαγορευτούν, όλα. Πώς ξεκίνησε τ'όνειρο δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά πως βρήκα έναν παπά σ'έναν χώρο απροσδιόριστο κι εγώ ήθελα, θυμάμαι, να του μιλήσω -ίσως να του εξομολογηθώ όλα τούτα που πλάκωναν την ψυχή μου- κι ήθελα απλά να γονατίσω και να βάλω τα κλάματα. Ο παπάς έφυγε πριν μ'ακούσει και γω βρέθηκα σ'έναν χωματόδρομο όπου δεν ακούγονταν πατημασιές -ούτε καν οι δικές μου- μην ξέροντας κατά που να κάνω. Κίνησα, θυμάμαι, για το σπίτι κι η μάνα μου φάνηκε ξαφνικά δίπλα μου να βαστάει ένα μωρό και να το παίρνω εγώ για να την ξαλαφρώσω. Κι είχε ένα όχι ανθρώπινο όνομα το μωρό, όπως κάποια κατοικίδια, και της λέω να του δώσουμε άλλο κι όπως τό'ψαχνα με το νου νομίζω είπα να τ'ονομάσουμε Ζωή. Μα, ύστερα, καθώς συλλογιζόμουνα, θέλησα να κάνω κατά την άλλη μεριά του δρόμου και της ξανάφησα το μωρό, να προλάβω νά'μαστε προετοιμασμένοι πριν με σταματήσουν... Κι όπως δεν ήξερα με σιγουριά κατά που να κάνω και πάσχιζα να δω το συμφερότερο με τη λογική, απ'την αγωνία ξύπνησα! "Όνειρο ήτανε ευτυχώς... όλα καλά... Μα... όχι, στάσου, δεν είναι μοναχά στ'όνειρο!" 
"Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε τὸ πῶς νὰ κάμουμε
γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποῦ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι’ ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν’ αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ’ ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποῦ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους — ποῦ πιὰ καιρὸς — μᾶς συνεπαίρνει."
(Κωνσταντίνος Καβάφης, "Τελειωμένα")


- Πόσα χρώματα βλέπεις;
Κοιτάζω απ'το παράθυρο.
- Αλλάξαν οι αποχρώσεις τ'ουρανού σήμερα. Χλώμιασε το σκηνικό. Ο Παγασητικός έσβησε μες στο γαλοζόγκριζο του τοπίου. Γκρίζες κι οι σκεπές με τον σχιστόλιθο. Μοναχά η γη καταπράσινη με κίτρινες πινελιές εδώ κι εκεί, μικροσκοπικές φιγούρες από αγριολούλουδα. Κι η κερασιά που στολίστηκε με τα πρώτα της λευκά ανθάκια. 
Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Κυριακή Σταυρολουλουδιά κι ο σταυρός απέμεινε χωρίς λουλούδια... "Κύριε σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."  
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» 
(Λούκ. 23,34)

- Φόβος δεν είναι η αγάπη, μη σε ξεγελούν, κλείσε τ'αυτιά σου! Μοναχά η αγάπη τον φόβο νικά...
Ο θεός του πολέμου Άρης κι η θεά του έρωτα και του σμιξίματος Αφροδίτη γέννησαν, λέει, δυο γιούς, τον Φόβο και τον Δείμο (=τρόμος). Τούτοι γινήκαν και δορυφόροι (δόρυ+φέρω) του πιστοί, μ' άλλα λόγια οπλισμένοι σωματοφύλακες.
Γέννησαν, όμως, και μια θυγατέρα, την Αρμονία... 
Κι η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω απ'τον Ήλιο χρόνια τώρα, με την τροχιά της πάντα ανάμεσα σ'εκείνες του Άρη και της Αφροδίτης. Κι οι γιοι του συνεχίζονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν ως ακόλουθα και πιστά του ουράνια σώματα...
"Κι ὅπως τραβᾶ στὸν πόλεμο ὁ ανθρωποβόρος Ἄρης
κι ὁ Φόβος πλάι ἕπεται, γιος δυνατὸς κι ἀτρόμητος,
καρτερικὸ πολεμιστὴ ἀκόμη φευγατίζοντας..."

(Ομήρου Ιλιάς Ν299)

Κατηφορίζω ξανά με τον νου προς τα λιοπερίβολα. Μήπως συναπαντήσω ξανά στις ζωγραφιές του Θεού τη γαλήνη που μου ξέφυγε, την θυγατέρα Αρμονία. Μήπως κατορθώσω και μιμηθώ τα λιλιπούτεια ταπεινά πλάσματά του που με τόση σωφροσύνη διαφυλάσσουν ευλαβικά το μερτικό τους στη ζωή. Μήπως κι οσφρανθώ την Χάρη Του  κρυμμένη στα ροδοπέταλά τους. Μήπως κι ακούσω την Αλήθεια Του στους ύμνος των πουλιών. Αφουγκράζομαι ξανά τα βήματά μου πάνω στο ξερό χώμα του μονοπατιού. Να συντονίσω τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς μου στο ρυθμό τους. Ν'αγγίξω για μια, έστω φευγαλέα στιγμή, με την θνητή μου ύπαρξη τη μελωδία της αιωνιότητας... Συγκεντρώνομαι ξανά στα βήματά μου...
"[...] Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο."

(Μανώλης Αναγνωστάκης, "Φοβάμαι")


Μπήκε η άνοιξη στο βουνό των άγριων και μέθυσων Κενταύρων. Ο Χείρων, από άλλη γενιά, μοναχός με τους εσσαεί μαθητές του διδάσκει και θεραπεύει στα ξεχασμένα μονοπάτια του. 
Γέρνω ξανά να δω απ'το παράθυρο. Στην κληματαριά σκάσαν τα πρώτα τρυφερά φυλλαράκια. Δισταχτικά, κουβαριασμένα ακόμη θαρρείς, ξεπροβάλλουν. Κι ο νεαρός ποιητής που χάθηκε τότε που πολεμούσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά, μου σιγοτραγουδά:
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς"

(Γιώργος Σαραντάρης, "Δεν είμαστε ποιητές")

 

[Υ.Γ. βλ. και: Χρώματα φόβου κι αγάπης (2) ]