Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Καλό ταξίδι Δάσκαλε...


Όταν τελείωνα τη δευτέρα λυκείου, είχα βρέθει σε ένα μεγάλο δίλημμα που με ταλάνιζε σχετικά με το ποιά "δέσμη" (τότε), πιο κατεύθυνση σπουδών να ακολουθήσω. Βλέπεις, αγαπούσα τα φιλολογικά, ήμουν ερωτευμένη με τις φυσικές επιστήμες, ποθούσα να μάθω την ιστορία του τόπου μας, με εντυπωσίαζε η επιστήμη της γενετικής και, τέλος πάντων, ήθελα να μάθω σχεδόν τα πάντα! Αλλά έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Τόσο δυσκολευόμουν που -το σκέφτομαι τώρα και γελάω- έφτασε η ώρα να ξεκινήσει η σχολική χρονιά και δήλωσα στο σχολείο πως "μάλλον, αλλά προς το παρόν, γιατί δεν είμαι σίγουρη" θα ακολουθήσω την πρώτη δέσμη! Αυτήν και ακολούθησα τελικά. Πέραν από την απέχθειά μου προς την "παπαγαλία" που υπήρξε ανασταλτικός παράγων για τα φιλολογικά όπως διδάσκονταν και εξετάζονταν, ο βασικός λόγος που έλαβα αυτήν την απόφαση ήταν πως μετά από αρκετή σκέψη κατέληξα πως "ιστορία κι αρχαία" μπορώ να τα μελετήσω και μόνη μου...
Τέλειωσα τις σπουδές μου κι ήρθα να μείνω στο χωριό. Συνέχισα να καταβροχθίζω λογοτεχνικά βιβλία κι ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να μου δωθεί η αφορμή να ξεσκαλίσω τα "αρχαία ελληνικά" -τα οποία, σημειωτέον, είχα διδαχθεί μονάχα δυο χρονιές στο σχολείο, καθώς είχε καταργηθεί η διδασκαλία τους από το γυμνάσιο τότε- και να αρχίσω να μελετώ ιστορικά βιβλία. Στην αρχή τά'χασα, δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω, κατά που να κάνω! Ύστερα μια φωνή μου είπε το απλό "Από την αρχή": Όμηρος. Και πάει λέγοντας... Στο θέμα "ιστορία" ήμουν πολύ επιφυλακτική, γιατί ο καθείς μπορεί να "κόβει και να ράβει" καταπώς τον βολεύει, να γράφει τις μπαρούφες του, τις προσωπικές τους υποκειμενικές υποθέσεις ως γεγονότα ή, ακόμα χειρότερα, νά'ναι στρατευμένος σε κάθε λογής "-ισμό"! Έτσι, ξεκίνησα  απ'ευθείας με έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Μού'λειπε, όμως, μια "συνολική θεώρηση"... Τότε ήταν που πρωτογνώρισα το έργο του αειμνήστου Σαράντου Καργάκου!
Δε θα γράψω πολλά, δεν είμαι έτσι κι αλλιώς η αρμόδια. Τα λέει, εξάλλου, μια χαρά ο Στάθης, στο κείμενο που παραθέτω πιο κάτω. Απλά θέλω να αποτίσω ένα φόρο τιμής σ'ένα μεγάλο Δάσκαλο, σ'ένα σπουδαίο Έλληνα, σ'έναν ξεχωριστό Άνθρωπο, που διάβηκε για την αντιπερα όχθη μόλις τρεις μέρες πριν, μαχόμενος μέχρι τελευταίας πνοής για την Ελλάδα, για να ξεστραβώσει και να φωτίσει όλους εμάς που βρισκόμαστε στα σκοτάδια και στην άγνοια, πάντα με απαράμιλλο ήθος και αξιοπρέπεια, χωρίς ακρότητες, φανατισμούς και σκοταδισμούς κι επιπλέον χωρίς να υπάρξει πιόνι κανενός "συστήματος"! Γιατί φυσικά η καθαρή κι αληθινή φωνή του, δε βόλευε κανέναν από όλους -είτε κόκκινους, είτε μπλε, είτε πράσινους και τρικολόρε, είτε κατήμαυρους!- όσους θέλουν να προπαγανδίσουν ή να καπηλευτούν και να προωθήσουν ιδέες, αξίες κι ιδανικά για τους δικούς τους ύποπτους σκοπούς και συμφέροντα...
Έφυγε σίγουρα πικραμένος για τη μοίρα της πατρίδας μας που τόσο αγαπούσε, σε μια συγκυρία τραγική: η Ελλάδα να σφαδάζει μετά από μια συνεχή πολυετή (σε χρόνο βάθους έως και δεκαετιών) συστηματική αποδόμηση και διάλυσή της και η Μακεδονία μας πλέον να ξεπουλιέται ευθαρσώς κατ'εντολήν των διεθνών αρπακτικών και κατά προδοσία των εγχώριων τρωκτικών πάσης χρωματικής αποχρώσεως .... 

 Του Στάθη, από την εφημερίδα: Το ποντίκι:

16.1.2019 / ΣΤAΘΗΣ Σ.
Σαράντος Καργάκος



"Ο Σαράντος Καργάκος. Κατ’ αρχάς ένας γλυκός άνθρωπος. Που νοιαζόταν για τους μαθητές του, τους ανθρώπους, την πατρίδα μας. Πολυμαθέστατος και πολυγραφότατος, με τον αέρα της Μάνης στην καρδιά και τους ορίζοντες του κόσμου στο βλέμμα. Μειράκιο είχα την τύχη να με προετοιμάσει στα αρχαία ελληνικά για τις εξετάσεις μου στο Πανεπιστήμιο. Τότε αντιλήφθηκα για πρώτη φορά την αξία του περιεχομένου σε ένα κείμενο, διότι ο δάσκαλος για να μας διδάξει τη μετάφραση ή το συντακτικό, τα πραγματολογικά στοιχεία ή το νόημα ενός «αγνώστου» κειμένου που πιθανόν να «έπεφτε» στις εξετάσεις, το επανατοποθετούσε στο σώμα του έργου στο οποίο ανήκε, ώστε να καταλάβουμε το πνεύμα του κειμένου που θα έπρεπε να επεξεργασθούμε. Δεν διόρθωνε τα λάθη μας μόνο, αλλά τα εξηγούσε. Φιλόλογος περιωπής.
Χρόνια πολλά μετά αντάμωσα πάλι τον παλιό μου δάσκαλο υπό νέο πρίσμα: της πολιτικής του διαδρομής, του συγγραφικού του έργου και της συνεισφοράς του στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού. Με την ευκαιρία να σας συστήσω τα τρία τρίτομα έργα του Σαράντου Καργάκου για την Ιστορία των Αθηνών, την Ιστορία της Σπάρτης και την Ιστορία του 1821. Για αρχή, διότι στα 72 έργα που έχει εκδώσει καταπιάνεται με πλήθος πτυχών της ελληνικής Ιστορίας καθώς και του ελληνικού πολιτισμού, στην οικουμενικότητά τους, έτσι που ο αναγνώστης να μετατρέπεται σε γνώστη και εν τέλει σε μύστη.
Στις ιστορικές του μελέτες (μονογραφίες, δοκίμια και σύνολα έργα) ο Καργάκος είναι γλαφυρός ως προς την αφήγηση, ακριβής ως προς τις πηγές και καθόλου δογματικός ως προς τα συμπεράσματά του. «Η έρευνα μόνον αναθεωρεί την Ιστορία – κι όχι οι θεωρίες» μου έλεγε «διότι η αλήθεια βασίζεται σε αποδείξεις». Πραγματεύθηκε το σύνολο του ιστορικού σώματος του ελληνισμού, την Αρχαϊκή Εποχή, τους Κλασικούς Χρόνους, την Ελληνιστική Εποχή (στην επιστημονική προσέγγιση της οποίας συνέβαλε και ως συγγραφέας και ως ερευνητής), το Βυζάντιο, την Επανάσταση του 1821 και τα Νεώτερα Χρόνια. Υπέροχος αφηγητής όλων αυτών και δια ζώσης και δια της γραφίδος, εν τέλει εύθυμος όπως όλοι όσοι γνωρίζουν τα ανθρώπινα, ευρύστερνος, Χριστιανός στην πίστη αλλά και στην απόλαυση του βυζαντινού πολιτισμού, όσον και αυστηρός με τις ελαφρότητες που μας καταδυναστεύουν. Ο Σαράντος Καργάκος οίκτιρε και περιφρονούσε τους ιδιοτελείς εκ των αμαθών, κι άλλοτε αισθανόταν θλίψη. Το έργο του αντέκρουε την τρέχουσα κυριαρχία των φληναφημάτων από μόνο του, αλλά συχνά αισθανόταν την ανάγκη να ασχολείται και ο ίδιος εναντίον της κυρίαρχης προπαγάνδας, με την αρθρογραφία του στον Τύπο. Στην οποίαν αρθρογραφία επίσης διέπρεψε αντιμετωπίζοντας την επικαιρικότητα ως ένα υλικό που στερεώνει τη συνέχεια της διαχρονίας. «Την ιστορία δεν την γράφουν οι νικητές, αλλά εκείνοι που την ανακαλύπτουν».
Σε όλη του τη ζωή υπερασπίσθηκε την εθνική ανεξαρτησία, την πρόοδο του κοινού των Eλλήνων, γνώρισε τους πολιτισμούς των άλλων ανθρώπων, και αγωνίσθηκε για το δίκιο. Ήταν ενάρετος με την έννοια που έδιναν στην αρετή οι αρχαίοι, δηλαδή γενναίος, δίκαιος, πρόμαχος του κοινού, με παρρησία και ευγένεια.
Πνεύμα ελεύθερο, προσηνής και συντροφικός. Ενθουσιαζόταν με τις ίδιες του τις σπουδές, όπως για τη Μακεδονία ή τις έρευνες στη Βακτριανή, έπαιζε απ’ έξω κι ανακατωτά όλη την τεράστια βιβλιογραφία για τον Μεγαλέξανδρο, γνώστης της Ρωμαϊκής Iστορίας στο βάθος της και ώρες- ώρες Βυζαντινός κι ο ίδιος στους τρόπους του. Βλέπω τον δάσκαλο με το κεράκι του σε ένα ανεμοδαρμένο ξωκλήσι στη Μάνη, τον άκουσα κι εγώ να μου εξηγεί τι ιστορούν οι εικόνες και τι δηλούν οι μύθοι, πώς περνούν οι τελετουργίες η μία μέσα στην άλλη από εποχή σε εποχή, έχοντας τον δεκαπεντασύλλαβο στο στόμα και τη γνώση στο θηκάρι.
Σαν μίλαγε για την ποιητική των γεγονότων, όπως τα σμιλεύουν οι πράξεις των ανθρώπων, έλαμπαν τα μάτια του, κοιτούσε γύρω του σαν τον αητό και ταυτοχρόνως άπλωνε μπροστά του το μέλι να γευτείς, να μάθεις πώς να το βρίσκεις. Κοσμοκαλόγερος αλλά και στρατιώτης στο μεϊντάνι των συγκρούσεων, έπαιρνε θέση αφήνοντας να λογαριάσουν το κόστος οι δευτερότεροι. Πολυμήχανος και δαιμόνιος ένας πανηγυριστής της ζωής κι εν τω άμα αναχωρητής, όταν ο γρίφος έπρεπε να λυθεί, όταν το νερό που ύστερα θα δρόσιζε λάλον τη συντροφιά, το καφενείο, τη σχολική τάξη, θα έπρεπε να αναβλύσει απ’ την πηγή του. Ακόμα κι όσους τον εχθρεύθηκαν ή τον φοβήθηκαν για τις ιδέες του ο δάσκαλος τούς αντιμετώπισε με ηπιότητα (αλλά και κάποιες φορές με δικαιολογημένη οργή) που πήγαζε απ’ την αγωνία του για την τύχη μας. Αγωνία εξ αγάπης. Ένα πράγμα μίσησε στη ζωή του ο Σαράντος Καργάκος, τον φασισμό.
Ιδρυτικός της «Πανσπουδαστικής», εισηγητής του 15% για την Παιδεία τη δεκαετία του 1960, καταδιώχθηκε απ’ τη Δικτατορία, ωφέλησε τα γράμματα, νοιάσθηκε για την Ελλάδα και εκδήμησε πατριώτης, όμορφος στην όψη όπως και στην ψυχή, αρχοντάνθρωπος, με το ζακετάκι του κάτω απ’ το κουστούμι να προστατεύει μια μεγάλη καρδιά.

Στο καλό, δάσκαλέ μας, στα Ηλύσια…"

email: stathispontiki@gmail.com



Υ.Γ. Πέρσι τέτοια εποχή, σε μια κρίση βαριεστημάρας, πείστηκα κι εγώ να μπω στο "φατσοβιβλίο" να δω τί γίνεται, παρ'όλο που μου είναι αποκρουστικά και όλος αυτός ο αχταρμάς άσχετων πληροφοριών που σε κατακλύζουν,  και η αυτοματικοποιημένη αποβλακωμένη κι ανούσια πληκτρολόγηση των απρόσωπων "λάικ" , κι ακόμη περισσότερο η αίσθηση του απόλυτου "φακελώματος" της προσωπικότητάς σου. Αλλά, επειδή "ουδέν κακόν αμιγές καλού", ανακάλυψα και κάποιες σελίδες εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπως εκείνη του Σαράντου Καργάκου, που μού'δωσαν τη δυνατότητα να διαβάζω αξιόλογα άρθρα και να ενημερώνομαι. Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Σαράντος Καργάκος αναρτά: "Εὐχαριστῶ τό ἐκλεκτό κοινό πού ἐκτιμᾶ τούς λόγους καί τίς γραφές μου. Τά μηνύματά σας εἶναι γιά μένα δυναμωτικές ἐνέσεις. Δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά ἀπαντῶ προσωπικά. Ἔχω ἠθελημένη ἄγνοια περί τά ἠλεκτρονικά. Ὁ χειρισμός εἶναι ἔργο τοῦ γυιοῦ μου Γιάννη Καργάκου." Με εντυπωσίασε τόσο που εκείνος που, τόσα μας έδινε, μας ευχαριστούσε! Και μου έδωσε την αφορμή και την ευκαιρία να του πω, επιτέλους, το δικό μου ευχαριστώ για τα τόσα που με δίδαξε χωρίς να καν να με γνωρίζει. Το μεταφέρω εδώ, απλά, γιατί δε θέλω να χαθεί στο αχανές διαδίκτυο, θέλω να παραμείνει σαν κατάθεση δική μου στη μνήμη του: "Εμείς σας ευχαριστούμε κύριε Καργάκο! Είναι τόσα αυτά που θά'θελα να σας γράψω, που χάνω τα λόγια μου! Ένα μεγάλο ευχαριστώ που υπάρχετε, που απλόχερα μας προσφέρετε τις γνώσεις σας, που στέκεστε σα φάρος φωτεινός μες στα σκοτάδια τούτης της εποχής της ισοπέδωσης και διαστροφής των πάντων, που μας χαρίζετε πνευματική τροφή με το λόγο και τις γραφές σας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλο το έργο σας, για τα βιβλία σας που με δίδαξαν και συνεχίζουν να με διδάσκουν την ιστορία μας, για το ήθος και την ακεραιότητά σας που αποτελεί για μένα, προσωπικά, δυναμωτική ένεση! Ο Θεός να σας έχει καλά, γερό κι ακμαίο! Ευχαριστώ και το γυιο σας που μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε αυτή την επικοινωνία μαζί σας." Και πάλι, 
ξαναμπήκε στον κόπο και μ'ευχαρίστησε!..

Καλό Ταξίδι Δάσκαλε, Καλό Παράδεισο... Ευχαριστώ...

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.


Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!


Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!


Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!


Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:

"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.:  Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, 
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")

Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου... 
Αλίμονο σε μας...



Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..

Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...


Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...

Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει... 

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Κουβεντιάζοντας μ'έναν κομπογιάννο..


Σε πήρα στο κατόπι... Απ'το πρωί πάλευα να σε συναντήσω, ν'ανταλλάξουμε έναν χαιρετισμό, να σου προσφέρω δυο ψίχουλα καθώς θα χρωματίζεις το λευκό μου τοπίο. Μα φοβήθηκες τον άνθρωπο! Σάμπως εγώ νομίζεις, δεν τον σκιάζομαι; Δεν είναι μοναχά οι τουφεκιές, είναι τόσα πιο τρομακτικά που κατορθώνει και χωρίς το τουφέκι παραμάσχαλα. Μα, τί σου λέω τώρα; Πού να ξέρεις εσύ; Τί να καταλάβεις; Για σένα είναι τόσο πιο απλά... Τούτες οι λεξεις δεν έχουν νόημα. Εσύ γνωρίζεις μοναχά να τραγουδάς κι ίσως ν'απορείς με τις άχαρες κραυγές μας. Τόσες λέξεις, τόσα γράμματα, τόσες κουβέντες και ξεχάσαμε να τραγουδάμε...


Είσαι όμορφος! Τόσο όμορφος που δε μπορώ να σου περιγράψω το πόσο! Πώς άραγε σκέφτηκε ο Θεός να κρύψει έναν ήλιο πορτοκαλί στις ριζιμιές απ'τις φτερούγες σου;
Κάρφωσα το ζυμωτό ψωμί σ'ένα κλαράκι της κληματαριάς, για να σε προφυλάξω από το γάτο. Κι εσύ το αγνόησες. Προτιμούσες κείνο το πεσμένο στο κάτασπρο χιόνι, αλλά και πάλι φοβήθηκες να το πλησιάσεις. Σου'βαλα λιναρόσπορο και σουσάμι στο κιουπάκι, μα δε θέλησες να το καταδεχτείς. Βλέπεις, ακόμη τα δέντρα της ρεματιάς είναι με λιγοστούς καρπούς φορτωμένα. Σ'το λέω στα ίσα: Μού'βγαλες την ψυχή τούτη τη φορά! Πολύ παγωνιά για να στέκομαι χωρίς αναπνοή με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κι εσύ πετούσες μακριά, προτού προλάβω να σε καμαρώσω.
Κι ύστερα σ'άφησα... Κι άρχισα να περπατώ προς τα υψώματα...


Και, ξαφνικά, σε μια στροφή σε ξανασυναντώ! Κρυμμένο σε κάτι αγκυλωτά βάτια.. Είπα θα σε χάσω πάλι, μα εσύ πετάριζες πιο θαρρετός στο διάβα μου! Με ξεγελούσες και φαινόσουνα ξανά δυο δρασκελιές παραπάνω.


Κι εγώ, να μην τολμώ να σε πλησιάσω, να τρέχω να σε φτάσω παράλληλα, με το φακό στο χέρι, στη μέση του δρόμου. Με πήρες χαμπάρι πως είμαι ακίνδυνη και με περιγελούσες! Κι όμως καμάρωνες, τούρλωνες την κοιλίτσα σου, στεκόσουν προκλητικά και μόλις σ'έφτανα, τσούπ! ξαναβρισκόσουνα δυο μέτρα πιο μπροστά μου!


Πορεία παράλληλη, οι δυο μας, στο παγωμένο βουνό... Πήραμε τον ανήφορο και κοιταζόμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πώς να μη σου χαμογελάσω;


Μέχρι που φάνηκε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο δρόμο μας και μας έκοψε την πορεία για να ξεφορτώσει κείνους τους φασαριόζους. Τότε χάθηκες ξανά... Πώς να μη χαθείς; Εσύ είσαι μια ζωγραφιά του Θεού. Με τί μάτια να σε κοιτάξουνε; Ακούγανε μονάχα τις δικές τους φωνές. Κρατούσαν τον καθρέφτη παραμάσχαλα. Δε χωρούσαν στη ζωγραφιά μας...



Μάταια σ'αναζήτησα στην επιστροφή. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα και δεν ένιωθα πια τις άκρες των δαχτύλων μου. Σε ποιά φυλλωσιά να κούρνιασες προσμένοντας το ξημέρωμα; Πότε θα ξαναφανείς να χρωματίσεις τη μέρα μου;


Σήμερα σε ξανακοιτώ... Χαζεύω την ομορφιά σου σε μια πλαστή εικόνα. Ναι, είσαι τόσο όμορφος που μπορείς και ζωντανεύεις την άψυχη οθόνη μου! Που μπορείς ακόμη και να μου μιλάς μέσα από αυτήν. Ποιός είπε πως η ομορφιά κρύβεται σε περιττά στολίδια; Πασχίζουν οι άνθρωποι, λέει, να γίνουν πιο όμορφοι. Θα σκεφτόσουν ποτέ εσύ να μπογιατίσεις κόκκινο το ράμφος σου; Γελάς; Το ξέρω πως γελάς, κάθε φορά γελάς κι ας μη σου χάρισε ο Θεός χαμόγελο. Αρκείσαι σ'αυτά που σου 'δωσε, κι ίσως τούτη η πορτοκαλί λαιμουδιά να καθρεφτίζει το γέλιο της ψυχής σου. Μοναχά που εμείς δε βλέπουμε... συνηθίσαμε ν'αναγνωρίζουμε μόνο τα δικά μας σημάδια καθώς χανόμαστε στη βαβούρα της δικής μας ύπαρξης... είναι, βλέπεις, τόσο εκκωφαντική!


Νά'σαι πάλι, πετάρισες στην οθόνη μου! Τί συλλογιέσαι, φίλε μου, πάνω στο πεταμένο κεραμικό; Πού αγναντεύει η ματιά σου; Πού φτάνει ο δικός σου ορίζοντας; Πότε θα σε ξαναδώ; Πότε, άραγε, θα ξανακουβεντιάσουμε;...

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Νιφάδες γαλήνης...

Ξημέρωσε και φανερώθηκε μια εξωτική, σπάνια ομορφιά... Το βουνό των Κενταύρων ντυμένο στα κατάλευκα... Θα μου πεις, πρώτη φορά είναι; Δεν είναι πρώτη, θ'αποκριθώ, μα μονάχα τούτη τη φορά ήτανε αλλιώς...


 Ήτανε το χιόνι τόσο όσο, τουλάχιστον στο δικό μας χωριό. Τόσο όσο, ώστε να καλύψει τα πάντα, χωρίς όμως να τα εξαφανίσει κάτω απ'το πέπλο του, τόσο όσο, ώστε όλα νά'ναι ντυμένα στα λευκά, αλλά να διακρίνεται και το κορμάκι τους, τόσο όσο, ώστε να κλείσει δρόμους και μονοπάτια, αλλά χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία... Και κάτι ακόμη, πολύ πιο μαγικό... Μόλις ξημέρωσε, ο χιονιάς είχε κοπάσει, λίγες νιφάδες διάσπαρτες κυκλοφορούσαν νωχελικά, αλλά το τοπίο μπροστά μου είχε παραμείνει άθικτο, θαρρείς και σταμάτησε ο χρόνος! Τα κλωνάρια λυγισμένα ασφυκτικά από το βάρος σα γονατισμένα σε κρυφή προσευχή, ν'αντέξουν, έχοντας φτάσει στο κρίσιμο όριο της ελαστικότητας... Τα γυμνά κλαδιά με τη μπαμπακούλα στρωμένη πάνω τους σαν να επρόκειτο για υπερμεγέθεις κόκκους άχνης ζάχαρης μετέωρους σε μιαν ευθεία νοητή που μέναν ανέγγιχτοι από την όποια ανασαιμιά του τόπου... Ακόμη και τ'άχαρα καλώδια κρυφτήκανε σ'ένα κάτασπρο κουκούλι που τό'βλεπες μ'απορία να σχίζει τον ορίζοντα στα δυό! Κάθε ασχήμια κρύφτηκε, ό,τι παράταιρο με το βουνό κατάφερε να συνταιριάξει και, επιπλέον, ήτανε όλα εικόνα μιας στιγμής, μιας στιγμής που πήρε από το χωροχρονικό σύμπαν παράταση κι είχε διάρκεια όσο οι πρώτες πρωινές ώρες. Τίποτα δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του!


Μα λες, κι ο αγέρας έχασε και την ελάχιστη πνοή του, κι οι νιφάδες παρέμεναν σχεδόν μετέωρες εκεί που τις τοποθέτησε ο καλλιτέχνης της ζωγραφιάς... Λες κι η θερμοκρασία δεν ταλαντεύτηκε ούτε τόσο δα... τίποτα δεν έλιωσε, τίποτα δεν πάγωσε, όλα μείναν αφράτα, φρέσκα και λαχταριστά! Τα κλωνάρια της πικροδάφνης καμπουριασμένα στην πιο αγωνιώδη μορφή τους...κι όμως δεν κουνιόντουσαν για ώρες, ούτε να κάνουν πως τινάσσονται προς τα πάνω καθώς θά'παιρνε τον κατήφορο μια φούχτα από το λευκό φορτίο, ούτε να σπάζουν στα όρια της απαντοχής... καθηλωμένα εκεί, να τα παρατηρείς και μάταια να αναμένεις τη συνέχεια... Ε, ήταν εντυπωσιακό!


Ανηφόρισα στο καλντερίμι με το φτυάρι αρωγό, όχι πως ήτανε δύσβατα -γύρω στους 25-30 πόντους χιόνι πατιέται και παλεύεται- αλλά καθώς τα μετεωρολογικά κραυγάζανε για νέα επιδείνωση και παγετό, καλό θα'ταν να καθαρίζαμε κανένα διάδρομο προληπτικά κι ύστερα ο καημένος ο Πορφύρης μου γιατί να πνιγεί στα κρύσταλλα ή να χαθεί κάτω απ'το νέο κύμα χιονιά; Τώρα που ήταν αφράτο να τον ξαλάφρωνα, να μην νιώθω κι εγώ αποκλεισμένη. Άσε που τά'ξερα και τα περίμενα από άλλες φορές...κοντά ένα μέτρο χιόνι, παγωμένο και στουμπισμένο τού'κλεινε τη δίοδο προς την κεντρική οδό. Μια τα εκχιονιστικά που σπρώχναν αναγκαστικά το χιόνι δεξιά κι αριστερά, μια κάτι βλαμμένοι που ξεχιονίζουν τα δικά τους οχήματα και για ευκολία πετούν το χιόνι στη μούρη του διπλανού, το σκηνικό ήταν γνώριμο.


Με αυτά και με τα άλλα, καθυστέρησα! Θα πεις και μια κουβέντα με κάποιον γνωστό, θα σου δανειστεί κι ο άλλος το φτυάρι παραδίπλα, θα επιστρέψεις με τα δάχτυλα τον ποδιών να ετοιμάζονται να βγάλουν χιονίστρες γιατί οι γαλότσες χάσκανε από πάνω και χωρέσαν ουκ ολίγο παγωμένο χιόνι όπως φτυάριζες, θα βάλεις πενήντα ζευγάρια κάλτσες δίπλα στην ξυλόσομπα μπας κι επανέλθει η αίσθηση, θα πάρεις τη φωτογραφική μηχανή να κινήσεις πάλι τον ανήφορο και θα συνειδητοποιήσεις ότι, μετά από όλα αυτά, ο χρόνος άρχισε να κυλάει κανονικά και, πέρα από τις πατημασιές των ανθρώπων αρχίσανε να ξαναφαίνονται στον ορίζοντα τα πλαστικά καλώδια σε σημεία-σημεία, λες και το ζαχαρωμένο κουκούλι τους το τσιμπολόγησαν πεινασμένα πουλιά, κανα-δυο κλωνάρια αποφορτίστηκαν και τινάχτηκαν προς τον ουρανό, και το αφράτο πασπάλι από τα γυμνά κλαρούδια των πλατάνων μόλις στόλισε το κεφάλι σου καθώς ετοιμαζόσουν να το απαθανατίσεις!
Παρ'όλα αυτά, όση ομορφιά παρέμενε πρόλαβα, όσο πρόλαβα, με το φακό να την αιχμαλωτίσω! Πριν αρχίσει να χάνεται από τα ψηλά, πριν αρχίσει να γκριζάρει και να λερώνετε στα χαμηλά...


Άσπρισε το βουνό των Κενταύρων... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, εξάγνισε τον τόπο μας... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, φώτισε την γκρίζα μας πορεία... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, μας θύμισε όσα ξεχάσαμε...


Είχε κέφια ο Θεός σήμερα το ξημέρωμα στο βουνό του Χείρωνα. Ζωγράφισε με χοντρές πινελιές ένα τοπίο μαγικό! Χειμώνιασε το σκηνικό... γλυκά κι όμορφα... χωρίς τρελούς αγέρηδες και τσουχτερή παγωνιά, αλλά ήσυχα, ράθυμα, αργά, γαληνεμένα... Μάλλον αυτό είναι τελικά που μου έκανε τόση εντύπωση, τούτο είναι λοιπόν που πασχίζω να περιγράψω, τούτη η παράξενη κι απρόσμενη ομορφιά μιας ιδιότροπης γαλήνης που κάνει τον χρόνο να σταματά!...



Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Ενας αλλιώτικος Αη Βασίλης...

του Νίκου Ψιλάκη (Εκδόσεις ΚΑΡΜΑΝΩΡ,  http://karmanor.gr/el)


"Τον είχα γνωρίσει κι εγώ. Χειμώνας καιρός, με τον ουρανό να φοβερίζει και τους παλιούς χωμάτινους δρόμους γεμάτους. Βιάζονταν οι άνθρωποι, άλλος να σπείρει, άλλος να μαζέψει τις ελιές του. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Άη Βασίλης. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες.

Στα πρώτα παιδικά χρόνια με ξυπνούσε ο πατέρας κάθε πρωί Πρωτοχρονιάς με τα κάλαντα. Σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, άρχιζε να καλαναρχεί κι η φωνή του έμοιαζε με αρχαίο ψαλμούδισμα:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου...» έλεγε κι έφερνε μπροστά μου το θάμα.

Χρόνο με το χρόνο το έμαθα κι εγώ το τραγούδι. Και χτυπούσα πόρτες για ν' ανοίξουν και να μπει ο δικός μου Άη Βασίλης φορτωμένος με όλα τα μυριάκριβα δώρα του κόσμου, στάρια και κριθάρια και λάδια κι ελιές. Όλα τ' άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Όλα εκτός από τα γράμματα, τον ανυποχώρητο πόθο των γονιών μας. Γιατί κι ο Άη Βασίλης πήγαινε κάποτε στο σχολειό. Κάποτε, όταν ήταν μικρός - έτσι δεν λένε τα κάλαντα; Τον προκαλούσαν οι μεγάλοι, τον ρωτούσαν, όπως μας ρωτούσαν κι εμάς:

«Και σαν κατέχεις γράμματα, πες μας την άλφα βήτα...»



Ξωμάχος ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Με στιβάνια και τρίχινο γαμπά (ρασίδι το λέγανε στα μέρη μας), με μια λουράτη ποδιά γεμάτη καρπό και δεμένη στη χοντρή κρασόχρωμη ζώνη του. Ίδιος ο παππούς, έτσι τον ένιωθα, προφανώς θα είχε κι εκείνος μεγάλες μουστάκες και γένια. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που κάποιοι παλιοί τον είχαν κάμει τραγούδι κι έλεγαν πως ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε ο νιογέννητος Χριστός όταν βγήκε να περπατήσει στον κόσμο. Τον είδε ν' αλετρίζει και τον χαιρέτησε:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου

ταχιά 'ναι που περπάτησε ο Κύριος στον κόσμο

και βγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες

κι ο πρώτος που χαιρέτησε ήταν ο Άη Βασίλης:

- Ώρα καλή σου, Βασιλειό, καλό ζευγάρι -ν- έχεις...

-Καλό το λέει αφέντης μας, καλό κι ευλοημένο

απού το βλόησ' ο Θεός με τη δεξά του χέρα

με τη δεξά, με τη ζερβή, με τη μαλαματένια.

- Πες μου, να ζήσεις, Βασιλειό, τι σπέρνεις την ημέρα;

- Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε

ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

- Μα σένα, αφέντη, σου 'πρεπε το πιο καλό ζευγάρι

το μαύρο και το μελισσό και το στεφανοκέρι

να 'ναι τ' αλέτρι σου χρυσό και μάλαμα ο ζυγός σου

τ' απανοζεύλια του ζυγού να 'ναι μαργαριτάρι

να 'ναι και το βουκέντρι σου βασιλικού κλωνάρι...»



Ζευγολάτης ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Σαν όλους τους άλλους, ένας απ' όλους εκείνους που κινούσαν κάθε πρωί για τα χωράφια τους φορτωμένοι με τα σπορικά και τα ζυγάλετρα. Κι έζεφνε τα καματερά, και κρατούσε βουκέντρι, κι έσπερνε στάρι και κριθάρι, κι έκανε τη γης να βλασταίνει. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες σαν αυτές που φόρεσαν οι ζωγράφοι της κατανάλωσης στον ροδαλό γεράκο της παγκόσμιας φτιασιδωμένης κουλτούρας.

Σε τούτα τα μέρη και οι άγιοι δεν αντέχουν να μένουν μόνο ζωγραφιές και να την αράζουν ξένοιαστοι στα εικονοστάσια· κατεβαίνουν στη γης, μοχτούν μαζί με τον εργάτη και τον ρεσπέρη, σπέρνουν, αλωνίζουν, συνάζουν τον καρπό κι αφήνουν πάντα ρεγάλο για τα πουλιά και τα περδίκια. Έτσι γιατί τούτος ο κόσμος ανήκει και σε μας και σ' εκείνα, ανήκει και στους αγίους που παραστέκουν τους δουλευτάδες. Όλοι έχουν το μερτικό τους από τα γεννήματα της γης.

«Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε...». Ίσως τόσο χρειαζόταν το νοικοκυριό του για τον επόμενο χρόνο. Έτσι επέβαλλε ο πολιτισμός της αυτάρκειας. Στάρι, κριθάρι, ρόβι, ταγή. Τούτος ήταν ο πλούτος. Το Άγιο Ψωμί που το μοιράζονταν οι άνθρωποι με τους αγίους, που το έκαναν προζυμένιο κι εφτάζυμο, πρόσφορα κι άρτους, που ζύμωναν βασιλόπιτες κι ανεβατά λουκούμια για τη μεγάλη μέρα, την πρώτη του χρόνου.

Όλα τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Το ήξερε ακόμη κι ο Άη Βασίλης, που ακόμη και τούτη τη μεγάλη μέρα, την Αρχιχρονιά, κρατούσε την έχερη κι αλέτριζε της γης για να καρπίσει.

Από τον Νίκο και τη Μαρία Ψιλάκη (και τη φαμίλια τους) πολλές ευχές για τον καινούργιο χρόνο. Με τις αξίες του πολιτισμού μας ψηλά. Και γλυκοσαλισμένα τα χείλη.



ΥΓ 1. Κάθε που ακούω τα παλιά κάλαντα συνάζω τον πλούτο των λέξεων: στεφανοκέρι είναι το ζώο που τα κέρατά του σχηματίζουν στεφάνι, μελισσό το μελισσόχρωμο.

ΥΓ 2. Στη φωτογραφία: λεπτομέρεια από εικόνα του φίλου Τάκη Μόσχου."

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Ο Αμερικάνος


του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη...


(Πίνακας του Γεωργίου Κόρδη: Τα κάλαντα)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Τοῦ Δημήτρη τοῦ Μπέρδε τὸ μαγαζὶ ὡμοίαζε, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μὲ βάρκαν, κατὰ τὸ φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα* πλέουσαν, πληττομένην ὑπὸ τῶν κυμάτων τὴν μίαν πλευράν, μὲ τὸ ὕδωρ εἰσπηδῶν ἀπὸ τὴν κωπαστὴν καὶ περιρραντίζον τοὺς δυστυχεῖς ἐπιβάτας, ὅπου ὁ κυβερνήτης καὶ ὁ ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες καὶ λαμβάνοντες προστάγματα εἰς ἀκατάληπτον γλῶσσαν, ὁ μὲν ἰθύνων μετὰ βίας τὸ πηδάλιον, ὁ δὲ λύων καὶ δένων τὰ ἱστία, βοηθῶν διὰ τῆς κώπης ἐκ τοῦ ὑπηνέμου, ἀμφότεροι τρέχοντες ἀπὸ τὴν πρύμνην εἰς τὴν πρῷραν, καταπτοοῦντες τοὺς ἀπειροτέρους τῶν ἐπιβατῶν, περιρραινομένους ἀπὸ τὸ ἀφρίζον κῦμα, ὀσφραινομένους ἐγγύθεν καὶ γευομένους τὴν ἅλμην. Ἐξημέρωναν δὲ Χριστούγεννα, καὶ ἕκαστος τῶν πελατῶν ἐπεθύμει νὰ κάμῃ τὰ ὀψώνιά του. Ὁ κὺρ Δημήτρης ὁ Μπέρδες ἔτρεχεν ἐμπρός, ὀπίσω, ἐκέρνα νοθευμένα τοὺς πελάτας, ἐπώλει ξίκικα εἰς τοὺς ἀγοραστάς, μὲ τὴν τρικυμίαν ἐσκορπισμένην εἰς τὴν ὄψιν καὶ τὴν γαλήνην ταμιευμένην ἐν τῇ καρδίᾳ, γοητευόμενος ἀπὸ τὰς φωνὰς τῶν θαμώνων, ἐνθουσιῶν ἀπὸ τὸν κρότον τῶν κερμάτων, τῶν πιπτόντων διὰ τῆς ἄνωθεν ὀπῆς, ὡς τὰ στρουθία εἰς τὴν παγίδα, εἰς τὸ καλῶς κλειδωμένον συρτάρι του. Τὸ παιδί, ὁ δεκαπεντούτης Χρῆστος, ἀνεψιός του ἐξ ἀδελφῆς, δὲν ἐπρόφθανε νὰ γεμίζῃ φιάλας ἐκ τοῦ βαρελίου, νὰ κακοζυγίζῃ βούτυρον ἐκ τοῦ πίθου, νὰ κενώνῃ μέλι ἐκ τοῦ ἀσκοῦ, μὲ τὴν ποδιὰν ὑψηλὰ εἰς τὸ στῆθος περιδεδεμένην, κ᾽ ἐξελαρυγγίζετο νὰ φωνάζῃ ἀμέσως! εἰς ὀκτὼ διαφόρους τόνους καὶ ὕψη· λέξιν τὴν ὁποίαν μὲ τὸν καιρὸν εἶχε κατορθώσει νὰ κολοβώσῃ εἰς ἀμές! εἶτα νὰ συντάμῃ εἰς ᾽μές! καὶ τέλος ν᾽ ἁπλοποιήσῃ εἰς ἔς!

Εἰς μίαν γωνίαν τοῦ μαγαζείου ὅμιλος ἐκ πέντε ἀνδρῶν ἐκάθηντο κ᾽ ἔπιναν τὴν μαστίχαν των, πρὶν διαλυθῶσι καὶ ἀπέλθωσιν οἴκαδε διὰ τὸ δεῖπνον. Ἦσαν ὅλοι ἐμποροπλοίαρχοι τοῦ τόπου, περιμένοντες τὴν κατάδυσιν τοῦ Σταυροῦ διὰ ν᾽ ἀποπλεύσωσι, κ᾽ ἐδεξιοῦντο ἕνα συνάδελφόν των, ἐκείνην τὴν ἑσπέραν φθάσαντα αἰσίως μὲ τὴν σκούναν του, τὸν καπετὰν Γιάννην τὸν Ἰμβριώτην· ἔκαμαν ὅλοι μὲ τὴν σειρὰν τὰ μουσαφιρλίκια, εἶτα ὁ καπετὰν Γιάννης ἠθέλησε καὶ αὐτὸς νὰ τοὺς κάμῃ τὰ σαλαμετλίκια*. Εἶτα εἷς ἕκαστος τῶν φίλων ἐπροθυμήθη νὰ κάμῃ κ᾽ ἐκ δευτέρου τὰ μουσαφιρλίκια, καὶ πάλιν ὁ καπετὰν Ἰμβριώτης ἐξανάκαμε τὰ σαλαμετλίκια. Ἕως ἐδῶ εὑρίσκοντο καὶ ὡμίλουν ζωηρῶς περὶ πραγμάτων τοῦ ἐπαγγέλματός των, περὶ ναύλων, κεσατίων, περὶ σταλίας, περὶ φορτώσεων κ᾽ ἐκφορτώσεων, περὶ ναυαγίων καὶ ἀβαριῶν. Ὁ καπετὰν Γιάννης διηγεῖτο διὰ μακρῶν τὰ τοῦ τελευταίου ταξιδίου του, καὶ εἶπεν ὅτι, ἀκουσίως του, ἕνεκα δυστροπίας τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ἠναγκάσθη νὰ διατρίψῃ ἐπὶ ἡμέρας ἐν Βόλῳ, ὅπου εἶχε προσεγγίσει πρὸς μερικὴν ἐκφόρτωσιν.

― Ἄ! δὲν σᾶς εἶπα καὶ γιὰ ἕνα γιουλτζὴ ποὺ πῆρα ἀπ᾽ τὸ Βόλο, εἶπε.

―Ἐπῆρες κανέναν ἐπιβάτη ἀπ᾽ τὸ Βόλο; ἠρώτησεν εἷς τῶν φίλων του.

― Δὲν ἠθέλησε νὰ ξεμπαρκάρῃ, ἔμεινε μὲς στὴ σκούνα. Τοῦ εἶπα νὰ τὸν πάρω μ᾽σαφίρη στὸ σπίτι, καὶ δὲ θέλησε.

― Καὶ γιὰ ποῦ πάει;

―Ἕως ἐδῶ, κατὰ τὸ παρόν. Τὸν ἠρώτησα, δὲν ἠθέλησε νὰ μοῦ πῇ.

― Καὶ τί δουλειὰ ἔχει ἐδῶ;

― Τί ἄνθρωπος εἶναι;

― Πῶς σοῦ φάνηκε; διεσταυροῦντο αἱ ἐρωτήσεις τῶν πλοιάρχων.

― Εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ξουραφισμένο τὸ μουστάκι καὶ τὰ γένεια, κ᾽ ἔχει ἀφημένες μόνον τρίχες ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τὸ σιαγόνι καὶ στὸ λαιμό. Μοῦ φάνηκε σὰν Ἐγγλέζος, σὰν Ἀμερικάνος, μὰ ὄχι πάλι σωστὸς Ἐγγλέζος οὔτε σωστὸς Ἀμερικάνος· τὰ ὀλίγα λόγια ποὺ μοῦ εἶπε ρωμέικα, τὰ εἶπε μ᾽ ἕναν τρόπο δύσκολο καὶ συλλογισμένο, ὄχι καὶ πολὺ ξενικό, σὰν νὰ ἤξερε μιὰ φορὰ ρωμέικα καὶ τὰ ξέχασε. Τὲς πλειότερες φορὲς συνεννοηθήκαμε μὲ κάτι λίγα ἰταλικὰ ποὺ ξέρω κ᾽ ἐγώ.

― Σοῦ εἶπε τ᾽ ὄνομά του;

― Στὰ χαρτιὰ τὸν ἐπέρασα ὡς Τζὼν Στόθισον, μὲ ἀμερικάνικο πασαπόρτι.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ καπετὰν Γιάννης, ὅστις ἐκάθητο ἐρείδων τὰ νῶτα ἐπὶ τοῦ τοίχου, πρὸς τὴν θύραν βλέπων, ἀκουσίως ἀνέκραξεν:

― Ἄ! νά τος!

Ὅλοι ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν.

* * *

Εἶχεν εἰσέλθει ἄνθρωπος ὑψηλός, καλοφορεμένος, ὣς σαρανταπέντε ἐτῶν, ὡραῖος, ἀνοικτοπρόσωπος, ἐξυρισμένος μύστακα καὶ γένειον, πλὴν ὀλίγων τριχῶν ὑπὸ τὸν πώγωνα καὶ πρὸς τὸν λαιμόν, μὲ παχεῖαν χρυσῆν καδέναν ἐπὶ τοῦ στήθους, ἀφ᾽ ἧς ἐκρέμαντο μικρὸν ἐγκόλπιον καί τινες βῶλοι χρυσοῦ. Ποίας φυλῆς, ποίου κλίματος ἦτο, δυσκόλως ἠδύνατο νὰ εἰκάσῃ τις. Ἐφαίνετο ἀποκτήσας οἱονεὶ ἐπίχρισμα ἐπὶ τοῦ προσώπου, ὡς προσωπίδα τινὰ ἄλλου κλίματος, εὐζωίας καὶ πολιτισμοῦ, ὑφ᾽ ἣν ἐλάνθανε κρυπτομένη ἡ ἀληθὴς καταγωγή του. Ἐβάδιζε μὲ βῆμα ἀβέβαιον, ρίπτων βλέμμα ἔτι ἀβεβαιότερον πρὸς τὰ περὶ αὑτὸν πρόσωπα καὶ πράγματα, ὡς νὰ προσεπάθει νὰ κατατοπισθῇ ὅπου ἦτο.

Ἐνῷ πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἠρνήθη, ὡς διηγεῖτο ὁ πλοίαρχος Ἰμβριώτης, ν᾽ ἀποβιβασθῇ εἰς τὴν πολίχνην, ἅμα ἐνύκτωσε παρεκάλεσε τὸν ἐπὶ τοῦ πλοίου μείναντα ναύτην, ὅστις, ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἐντόπιος, δὲν εἶχε ποῦ νὰ ὑπάγῃ, κ᾽ ἔμεινε φύλαξ τῆς σκούνας, νὰ τὸν ἀποβιβάσῃ εἰς τὴν ξηράν. Ὁ ναύτης ὑπήκουσεν. Ὁ ξένος ἄφησε τὴν ἀποσκευήν του, συγκειμένην ἀπὸ τρεῖς ὑπερμεγέθεις κασσέλας, εἰς τὸν θάλαμον τῆς πρῴρας, κ᾽ ἐξῆλθεν. Ἅμα ἀποβιβασθείς, εὑρέθη εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, κ᾽ ἐκοίταξε δεξιὰ-ἀριστερά, ὡς νὰ μὴ ἐγνώριζε ποῦ εὑρίσκετο. Ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον ἄνθρωποι δὲν ἦσαν, διότι ἦτο ψῦχος δριμύ· τὰ βουνὰ χιονισμένα ὁλόγυρα. Ἦτο τῇ 24 Δεκεμβρίου 187… Ἐκοίταξεν ἐντὸς εἰς δύο ἢ τρία καπηλεῖα καὶ καφενεῖα, εἶτα εἰς δύο ἐμπορικο-παντοπωλεῖα διφυῆ, οἷα τὰ τῶν χωρίων. Ἀλλὰ δὲν ἐφάνη εὐχαριστημένος, ὡς μὴ ἀναγνωρίσας αὐτά, κ᾽ ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του. Ἀνέβη εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν, ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἐκεῖ ἐφάνη ὅτι ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Καὶ δὲν ἔκαμε μὲν τὸν σταυρόν του, ἅμα εἶδε τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ εἰς τὸ σκότος ἔβγαλε τὸ καπέλον του, καὶ πάλιν τὸ ἐφόρεσεν, ὡς νὰ συνήντησε παλαιὸν φίλον καὶ τὸν ἐχαιρέτα. Εἶτα προσέβλεψεν ἀριστερά, εἶδε τὸ μικρὸν οἰνοπαντοπωλεῖον τοῦ Μπέρδε, κ᾽ ἐπλησίασεν. Ἐστάθη ἐπ᾽ ὀλίγας στιγμὰς κ᾽ ἐκοίταξεν ἐντός. Τέλος εἰσῆλθεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν πλοίαρχον Ἰμβριώτην, ὅστις, καίτοι πρὸς τὴν θύραν βλέπων, ἐσκιάζετο ἐν μέρει ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς συναδέλφους του, μεθ᾽ ὧν συνέπινε, τοὺς στρέφοντας τὰ νῶτα πρὸς τὴν θύραν, κ᾽ ἐπεπροσθεῖτο ἀπὸ ἄλλον τινὰ ὅμιλον ὀρθῶν ἱσταμένων καὶ πινόντων παρὰ τὸ λογιστήριον, ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου ἵσταντο αἱ φιάλαι μὲ τὰ ποτά. Ἐὰν τὸν εἶχεν ἰδεῖ, ἴσως δὲν θὰ εἰσήρχετο.

― Νά ὁ Ἀμερικάνος, ἐπανέλαβεν ὁ πλοίαρχος Ἰμβριώτης δείξας τὸν εἰσελθόντα πρὸς τοὺς συναδέλφους του.

Οἱ τέσσαρες ἐμποροπλοίαρχοι ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν νεωστὶ ἐλθόντα καὶ τὸν ἐκοίταξαν ἀπλήστως.

― Μπόνο πράτιγο*, σινιόρε, ἔκραξεν ὁ Ἰμβριώτης· ἀπεφάσισες, βλέπω, κ᾽ ἐβγῆκες.

Ὁ ξένος ἔκαμε σημεῖον χαιρετισμοῦ μὲ τὴν χεῖρα.

― Πλήιζ κάπτην (ὁρίστε καπετάνιε), εἶπεν εἷς τῶν ἐμποροπλοιάρχων, ὁ καπετὰν Θύμιος ὁ Κουρασάνος, ἰδιοκτήτης μεγάλου βρικίου, ὅστις εἶχε κάμει δύο ταξίδια εἰς τὸν ὠκεανόν, μέχρι Λονδίνου, καὶ εἶχε μάθει ὀκτὼ ἢ δέκα ἀγγλικὰς φράσεις.

― Θὲγκ-ἰοὺ σέρ (εὐχαριστῶ, κύριε), ἀπήντησεν εὐγενῶς ὁ ξένος.

Καὶ ἔρριψε μίαν δεκάραν εἰς τὸ λογιστήριον, εἰπὼν εἰς τὸν παῖδα μόνον τὴν λέξιν ταύτην: «ρούμ!» Λαβὼν δὲ εἰς τὴν χεῖρα τὸ ποτήριόν του, διὰ νὰ μὴ δείξῃ ὅτι ἀπέφευγε συστηματικῶς τοὺς ἀνθρώπους, ἐπλησίασε πρὸς τὸν ὅμιλον, καὶ εἶπεν ἑλληνιστί, μετά τινος παχυστομίας καί δυσκολίας περὶ τὴν προφοράν.

― Εὐχαριστῶ, κύριοι· δὲν εἶμαι νὰ καθίσω νὰ κάμω τώκ, καὶ δύσκολο σ᾽ ἐμένα νὰ κάμω τὼκ ρωμέικα.

― Τί λέει; εἶπε συνοφρυωθεὶς ὁ καπετὰν Θύμιος ὁ Κουρασάνος· δὲ θέλει νὰ κάμῃ τόκα μαζί μας;

Ὁ ξένος ἤκουσε, κ᾽ ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν παρανόησιν.

― Μὲ συμπάθειο, κύριε· εἶπα, νὰ κάμω τώκ, νὰ κάμω κονβερσατσιόνε, πῶς τὸ λένε;

― Θέλει νὰ πῇ, δυσκολεύεται νὰ κάμῃ κουβέντα στὴ γλῶσσά μας, εἶπεν ἐννοήσας ὁ καπετὰν Ἰμβριώτης.

― Ἄ! ναί, κουβέντα, εἶπεν ὁ ξένος· ξέχασα τὰ λόγια ρωμέικα.

― Ἂντ χουὲρ γιοὺ κόμ; εἶπεν ὁ Κουρασάνος, σολοικίζων ἀγγλιστὶ τὸ: πόθεν ἔρχεσαι;

― Στὴν ὥρα ἐδῶ ἦρθα, ἀπήντησεν ὁ Ἀμερικάνος· ὕστερα δὲν ξέρω, κι ἄλλα ταξίδια θὰ κάμω.

Ὁ καπετὰν Κουρασάνος τὸν ἐκοίταξε μηδὲν ἐννοῶν.

― Δὲν κάθεσαι, σινιόρε; εἶπεν ὁ Ἰμβριώτης· ποῦ θὰ βρῇς καλύτερα;

― Δὲν κάθομαι, πάω νὰ κάμω γουώκ, νὰ φέρω γῦρο, πῶς τὸ λέτε;

― Νὰ κάμῃς σπάτσιο;

― Ἄ, ναί, σπάτσιο, εἶπεν ὁ ξένος· ναί, βλέπω, σὰν δὲν εἰπῇ ἕνας λόγια ἰταλικά, δὲν καταλαβαίνει ἄλλος ρωμέικα.

Ἔκαμε νεῦμα ἀποχαιρετισμοῦ, κ᾽ ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Οἱ πέντε πλοίαρχοι ἔμειναν πλέοντες, μετὰ τὴν συνδιάλεξιν ταύτην, εἰς μεγαλύτερον πέλαγος ἀγνοίας, ἢ εἰς ὅσον πρὶν εἶχον ἀναχθῆ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ συναδέλφου των Ἰμβριώτη.

* * *

Ἐξελθὼν τοῦ καπηλείου ὁ ξένος, διηυθύνθη πρὸς τὴν Κολώναν, τὴν ἱσταμένην ἀπέναντι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἐξ ἧς ἔδενον τὸ πάλαι τὰ πρυμνήσια τῶν παραχειμαζόντων εἰς τὸν λιμένα πλοίων. Ἔστρεφε τὸ βλέμμα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, καὶ τέλος τὸ προσήλωσεν ἐπιμόνως εἴς τινα μικρὰν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν, ὡς νὰ προσεπάθει ν᾽ ἀναμνησθῇ καὶ ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τι.

Τέλος εἰσῆλθεν εἰς στενὸν δρομίσκον διασχίζοντα τὴν συνοικίαν, κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.

Ἐὰν ἐν τούτοις τὸν παρηκολούθει τις, θὰ ἔβλεπεν ὅτι, ἀφοῦ προέβη ὀλίγα βήματα, ἐστράφη ὑψηλότερα καὶ ἀνῆλθε, τέσσαρας οἰκίας ἀνωτέρω τοῦ μικροῦ οἴκου, τὸν ὁποῖον ἐπιμόνως ἐκοίταζε πρίν, ὅπου μεταξὺ δύο οἰκιῶν ἐσχηματίζετο κενόν τι, ἐν μέρει θαπτόμενον ἀπὸ λείψανα δύο τοίχων.

Ἐφαίνετο ὅτι ἦτο χάλασμα, ἐρείπιον οἰκίας οὐ πρὸ πολλοῦ κατεδαφισθείσης. Ὁ ξένος, ἀφοῦ ἐκοίταξε τριγύρω, νὰ ἴδῃ μήπως τὸν παρετήρει τις, εἰσῆλθε δειλὸς εἰς τὸ χάλασμα ἐκεῖνο, ὅπου εἰς τὴν γωνίαν τῶν δύο τοίχων ἐφαίνετο κόγχη τις μαυρισμένη, ὡς νὰ ὑπῆρχεν ἑστία ἐκεῖ τὸ πάλαι. Εἰσῆλθεν ἀσκεπής, κρατῶν τὸν πῖλον εἰς τὰς χεῖρας, ἐγονάτισε, κ᾽ ἐστήριξε τὸ μέτωπον ἐπὶ τῶν ψυχρῶν λίθων τῆς γωνίας ἐκείνης, καὶ ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπὶ τρία λεπτὰ γονυκλινής, ἠγέρθη, ἐσπόγγισε τοὺς ὀφθαλμούς του, καὶ ἀπεμακρύνθη βραδέως.

Ἐπανελθὼν πάλιν χαμηλότερον, ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τοῦ δρομίσκου, οὐ μακρὰν τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐφαίνετο ὅτι ἐκοίταζεν. Ἐστάθη, καὶ ἀφοῦ ἔρριψε βλέμμα ὁλόγυρα, ἵνα ἴδῃ μή τις τὸν παρηκολούθει, ἔτεινε τὸ οὖς. Τί ἤκουεν ἆρά γε; Ἴσως ἤκουε τὰ διασταυρούμενα καὶ φεύγοντα κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, ὡς λάλημα χειμερινῶν στρουθίων, ᾄσματα τῶν παίδων τῆς γειτονιᾶς, οἵτινες ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας, ἔψαλλον τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ μὲν ἠκούοντο οἱ στίχοι:

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
ἐβγᾶτ᾽, ἀκοῦστε, μάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται

ἐκεῖ δὲ ἀντήχει:

Κυρά μ᾽, τὴ θυγατέρα σου, κυρά μ᾽, τὴν ἀκριβή σου

καὶ ἀλλαχοῦ:

Ν᾽ ἀσπρίσῃς σὰν τὸν Ἔλυμπο, σὰν τ᾽ ἄσπρο περιστέρι

φωναὶ ἀθῷαι, ἄχροοι, χαρωπαί, φωναὶ παιδικῆς χαρᾶς καὶ εὐθυμίας.

Αἴφνης ὁ ξένος ἠναγκάσθη νὰ παραμερίσῃ, διότι ζεῦγος παιδίων, ὧν τὸ ἓν ἐκράτει καὶ φανάριον, ἀρτίως καταβάντα ἀπὸ μίαν κλίμακα, ἤρχοντο πρὸς τὰ ἐδῶ. Ἐπέστρεψε βήματά τινα ὀπίσω, πρὸς τὸ μέρος ὁπόθεν εἶχεν ἔλθει. Τὰ παιδία ἦλθαν πλησίον, καὶ οὐδὲ τὸν παρετήρησαν κἄν. Ἀνέβησαν τὴν κλίμακα ἐκείνης ἀκριβῶς τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν εἶχε κοιτάξει διὰ μακρῶν ὁ ξένος. Τοῦτο ἰδὼν ἔκαμε κίνημα, κ᾽ ἐστράφη ὀπίσω πάλιν, μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐστάθη κ᾽ ἔτεινε τὸ οὖς.

Τὰ παιδία ἔκρουσαν τὴν θύραν.

― Νὰ ᾽ρθοῦμε νὰ τραγουδήσουμε, θειά;

Μετὰ μίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἔνδοθεν βῆμα, ἠνοίχθη ἡ θύρα, καὶ γραῖά τις μὲ μαύρην μανδήλαν προκύψασα, εἶπε μὲ θλιβερὰν φωνήν:

―Ὄχι, παιδάκια μ᾽, τί νὰ τραγ᾽δῆστε ἀπὸ μᾶς; Ἔχουμε μεῖς κανένα; Καλὴ χρονίτσα νά ᾽χετε, κὶ σύρτε ἀλλοῦ νὰ τραγ᾽δῆστε.

Τοὺς ἔβαλε μίαν πενταρίτσαν εἰς τὴν χεῖρα, καὶ τὰ παιδία ἔφυγαν εὐχαριστημένα, διότι, χωρὶς ἄλλον κόπον, εἰμὴ τὴν ἀνάβασιν καὶ κατάβασιν τῆς κλίμακος, ἐκέρδισαν μίαν πεντάραν.

Ὁ ξένος, ἀόρατος ἀπό τινος γωνίας, εἶδε τὴν ἐρρυτιδωμένην ἐκείνην μορφήν, καὶ ἤκουσε τὴν πικραμένην φωνὴν ἐκείνην. Περίεργον δὲ ὅτι ἀφῆκε στεναγμὸν ἀνακουφίσεως, ἐφάνη ὡς νὰ ἐχάρη.

Τοῦ ἦλθε τότε μία ἰδέα, τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ πολύ, ἔβαλεν εἰς ἐνέργειαν. Ἀφοῦ ἐκλείσθη ἡ θύρα καὶ ἡ γραῖα ἔγινεν ἄφαντος, τὰ παιδία κατέβησαν τὴν κλίμακα ἀνταλλάσσοντα λέξεις τινάς.

― Τώρα ἔχουμε, βρὲ Γληόρ᾽, μιὰ κὶ ἑξηνταπέντε.

― Κι ἀπὸ πόσα κάνει νὰ πάρουμε; εἶπεν ὁ ἄλλος, ὅστις ἦτο κάσσα. Ἀπὸ ὀγδόντα λεπτά.

― Δὲ θὲ-μοιραστοῦμε κὶ τ᾽ν πεντάρα αὐτ᾽νῆς τς γριᾶς;

― Ναί, θὲ-τ᾽νὲ-μοιραστοῦμε, βρὲ Θανάσ᾽· ὀγδόντα οὑ ἕνας κι ὀγδόντα οὑ ἄλλους.

― Τ᾽νὲ-παίρνουμε, βρὲ Γληόρ᾽, καρύδια, κὶ τὰ μοιραζόμαστε.

― Κὶ σὰ μᾶς δώσ᾽νε πέντε καρύδια, ἀπὸ πόσα θὲ-πάρουμε;

Αἴφνης ὁ ξένος ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῶν παιδίων, προτείνων τὴν χεῖρα καὶ δεικνύων αὐτοῖς ἓν τάλληρον.

Τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν ἰδεῖ ἄλλοτε ἄνθρωπον ξυραφισμένον γένεια-μουστάκια, ἐξαφνίσθησαν, καὶ τὸ ἕν, τὸ κρατοῦν τὸν φανόν, ἀφῆκε μικρὰν κραυγήν, ἐνῷ τὸ ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡ τσέπη ἐβρόντα, ἐτρέπετο εἰς φυγήν. Τότε ὁ Θανάσης, ὑποπτεύσας ὅτι, ἂν ἔφευγεν ὁ Γληόρης, ἴσως τὴν ἐπαύριον θὰ ἐκρύπτετο καὶ δὲν θὰ τοῦ ἔδιδε λογαριασμόν, ἀφῆκε τὸ φανάρι κατὰ γῆς, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τρέξῃ, νὰ κυνηγήσῃ τὸν φεύγοντα. Μεθ᾽ ἑτοιμότητος τότε ὁ Ἀμερικάνος ἐπρόφθασε νὰ δείξῃ εἰς τὸ φῶς τοῦ φαναρίου τὸ τάλληρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν χεῖρα, καὶ νὰ εἴπῃ:

― Στάσου· πάρε αὐτὸ ντόλλαρ.

Διχαζόμενον μεταξὺ δύο φόβων καὶ δύο ἐπιθυμιῶν, τὸ παιδίον ἐστάθη ἀποροῦν τί νὰ κάμῃ, καὶ τὰ μὲν γόνατά του ἔτρεμαν, ἡ δὲ ὄψις του ἐφαίνετο κάπως φοβισμένη.

― Δυὸ λόγια νὰ μοῦ εἰπῇς θέλω, εἶπεν 〈ὁ〉 ξένος· αὐτὸ σπίτι, ἐπήγατε ἀπάνου, ποιὸς ζῇ;

Τὸ παιδίον δὲν ἐνόησε καλῶς.

― Τί λές, μπάρμπα; εἶπεν ἀρχίσαν νὰ λαμβάνῃ θάρρος.

Ὁ ξένος ἔβαλεν εἰς τὴν χεῖρά του τὸ τάλληρον, κ᾽ ἐπροσπάθησε νὰ ἐξηγηθῇ εὐκρινέστερα.

―Ἐπήγατε τώρα ἀπάνω σπίτι· ἡ γριὰ στὴν πόρτα ἦρθε, ποιὸς ἄλλος μαζί της ζῇ αὐτὸ σπίτι;

Ὁ παῖς ἐδυσκολεύετο νὰ ἐννοήσῃ. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ τάλληρον, πᾶς φόβος ἔπαυσε παρ᾽ αὐτῷ.

―Ἐδῶ ἀπάνου, εἶπεν, εἶναι ἡ θεια-Κυρατσού· μᾶς ἔδωκε κὶ μιὰ πεντάρα. Εἶναι κι ἄλλη μιά, δὲ ξέρου τί τ᾽ν ἔχει.

― Θυγατέρα της ἀπάνου μαζί της εἶναι;

― Θυγατέρα της πρέπει νά ᾽ναι, ναί.

― Εἶναι παντρεμένη θυγατέρα της;

― Δὲ ξέρου ἂν εἶναι παντρεμένη· μὰ δὲ φαίνεται νά ᾽χῃ ἄνδρα.

― Καὶ πόσα χρόνια εἶναι θυγατέρα της;

― Δὲ ξέρου πόσα χρόνια εἶναι· μὰ πρέπει νά ᾽ναι καθὼς γεννήθηκε ὣς τώρα.

Καὶ ὁ παῖς, ἀναλαβὼν τὸν φανόν του, ἔφυγε τρέχων, σφίγγων εἰς τὴν παλάμην του τὸ τάλληρον, μὴ ἐμπιστευόμενος νὰ τὸ βάλῃ εἰς τὴν τσέπην· ἔτρεχε δὲ νὰ εὕρῃ τὸν Γληόρην, νὰ τοῦ ζητήσῃ τὸ μερίδιόν του. Ὁ ξένος δὲν ἐδοκίμασε νὰ τὸν ἐμποδίσῃ.

* * *

Μετὰ ταῦτα ὁ Ἀμερικάνος ἀπεμακρύνθη, κατῆλθε 〈εἰς〉 τὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν, ὅπου δύο ἢ τρία καφενεῖα εἶχαν φῶς, ἐκοίταξεν εἰς ποῖον τούτων ἦσαν ὀλιγώτεροι θαμῶνες, καὶ εἰσῆλθεν εἰς ἕν, ὅπου ἕνα μόνον ἄνθρωπον εἶδε, τὸν καφετζήν. Ὁ γέρων, ἀρτίως ξυραφισθείς, μὲ τὸν μύστακα στριμμένον, μὲ τὴν βράκαν κοντήν, μὲ ὑψηλὰ ὑποδήματα, μὲ τὴν ποδιὰν καθάριον, ἡτοιμάζετο, φαίνεται, νὰ κλείσῃ, ἀλλ᾽ ἅμα εἶδεν εἰσελθόντα τὸν Ἀμερικάνον, τὸν ἐκοίταξε μετὰ περιεργείας. Οὗτος παρήγγειλε νὰ τοῦ δώσῃ ρούμι, ρίψας δεκάραν ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου. Ἰδὼν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὴν δεκάραν, ἠθέλησε νὰ τοῦ ἐπιστρέψῃ τὴν πεντάραν, ἀλλ᾽ ὁ ἄνθρωπος εἶπε: «Νόου! νόου!» καὶ τότε ὁ καφετζὴς τοῦ ἔβαλε κι ἄλλο ρούμι, διὰ νὰ κλείσῃ τὴν πεντάραν, ὡς ἐνόμιζεν· ἀλλ᾽ ὁ ξένος ἔρριψεν ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ ἄλλην δεκάραν. «Δὲ θὰ ξέρῃ ρωμέικα, ὡς φαίνεται», ἐσυλλογίσθη ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, καὶ διὰ νὰ δοκιμάσῃ τοῦ ἀπέτεινεν τὸν λόγον:

― Τώρα, νεοφερμένος εἶστε;

―Ἐγὼ σήμερα ἔφθασα, μὲ καπετὰν Γιάννη γολέτα.

― Τοῦ καπετὰν Γιάννη τοῦ Ἰμβριώτη;

― Ναί, ἠμπορεῖς ἐλόγου σου νὰ κάμῃς πόντς;

― Μετὰ χαρᾶς, εἶπεν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης.

Καὶ προσπαθήσας ν᾽ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν μνήμην τὰς ἀρχαίας γνώσεις του, ἐδοκίμασε νὰ κατασκευάσῃ πόντσι, ἀλλὰ τὸ ρούμι δὲν ἤναπτε, καὶ οὕτω τὸ προσέφερεν ὅπως-ὅπως εἰς τὸν ξένον. Οὗτος δὲν ἔκαμε παρατήρησιν, κ᾽ ἔρριψεν ἀργυροῦν σελλίνι ἐπὶ τῆς τραπέζης.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὸ ἔλαβε.

― Πόσα πάει αὐτό;

― Δὲν ξέρω ἐγὼ μονέδα τοῦ τόπου, εἶπεν ὁ ἄγνωστος.

Ὁ γέρων ἤνοιξε τὸ συρτάρι του, κ᾽ ἐζήτει ἂν θὰ εἶχεν ἀρκετὰ κέρματα διὰ νὰ δώσῃ τὰ ρέστα, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε πλείονα τῶν ὀγδοήκοντα λεπτῶν εἰς δεκάρες, πεντάρες καὶ δίλεπτα. Ἐν τούτοις δὲν τοῦ ἐσυγχώρει ἡ συνείδησις νὰ δολιευθῇ τὸν πελάτην, καὶ εἶπε:

― Σφάντζικο δὲν σᾶς βρίσκεται, κύριε;

― Δὲν ἔχω ἐγὼ μονέδα ἄλλη ἀπὸ Ἀγγλία καὶ Ἀμέρικα, εἶπεν ὁ ξένος.

― Δὲν βγαίνουν τὰ ρέστα, κύριε. Πάρτε τὸ ἀσημένιο σας. Αὐτὸ θὰ πάῃ, πιστεύω, ὣς μιὰ καὶ τριανταπέντε, μιὰ καὶ σαράντα. Αὔριον μοῦ δίνετε εἴκοσι λεπτά.

― Κράτησε τὸ σίλλιν, δὲ θέλω ρέστα.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἔμεινε χάσκων, θεωρῶν ἀπλήστως τὸν ξένον. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ὅμιλος ἐκ τριῶν ἀνθρώπων, καὶ σταθέντες ἔμπροσθεν τοῦ λογιστηρίου, διέταξαν νὰ τοὺς δώσῃ ἀπὸ ἕνα ποτόν. Ὁ εἷς τῶν τριῶν τούτων ἀνθρώπων, οἰνόφλυξ, ἐτραγουδοῦσεν ἀτάκτως:

Ντελμπεντέρισσα Βασίλω,
στρῶσ᾽ τὸ μπράτσο σου νὰ γείρω…

Ὁ δεύτερος, γυμνὸς τὸ στῆθος καὶ ἀνυπόδητος, μὲ τοιοῦτον ψῦχος, ἤρχισε νὰ κοιτάζῃ ἐπιμόνως τὸν ξένον.

― Κάπου τὸν εἶδα ἐγὼ αὐτόν, ἐμορμύρισε μασημένα.

Οὗτοι ἦσαν οἱ ἀχθοφόροι τῆς πόλεως, οἱ ἴδιοι καὶ διαλαληταί, τριμελὴς φαιδρὰ συντεχνία, περνῶντες τὸν καιρόν των νὰ πίνωσι τὸ βράδυ πᾶν ὅ,τι ἐκέρδιζαν τὴν ἡμέραν. Ὁ τραγουδιστής, ἀλλάξας αἴφνης ρυθμὸν καὶ ἦχον, ἐπανέλαβεν:

Ἔβγα νὰ ἰδῇς, ἔβγα νὰ ἰδῇς,
σκύλα, κορμὶ ποὺ τυραγνεῖς.

―Ἐβίβα, παιδιά! καὶ συνέκρουσαν θορυβωδῶς τὰ ποτήρια. Καὶ ὁ ἄλλος, ὁ γυμνόστερνος καὶ γυμνόπους, δὲν ἔπαυε νὰ κοιτάζῃ ἐπιμόνως τὸν ἄγνωστον. Καὶ ὁ πρῶτος ἐξηκολούθησε νὰ τραγουδῇ:

Βασίλω μ᾽, τὰ κουμπούρια σου
μὲ τί τά ᾽χεις γεμᾶτα;
βαριά, π᾽ ἀνάθεμά τα!

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη βαρὺ βῆμα ἔνδοθεν τῆς ἀγούσης ἄνω εἰς τὴν οἰκίαν ξυλίνης κλίμακος, ἥτις φρακτὴ μὲ σανίδωμα ἔκοπτε μίαν τῶν γωνιῶν τοῦ καφενείου. Καὶ εἰς τὰ ἄνω τοῦ σανιδώματος ὑπὸ τὸ πάτωμα ἠνοίχθη θυρίς, καὶ μία κεφαλὴ μὲ ἄσπρον σκοῦφον, μὲ λευκὸν μύστακα καὶ μὲ χονδροὺς χαρακτῆρας ἐπρόβαλεν ἐκ τῆς θυρίδος.

― Μὰ πόσες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα, Ἀναγνώστη, ἐξῆλθε διὰ τῆς θυρίδος ἐκ τῆς κεφαλῆς τῆς ἐπιφανείσης χονδρὴ φωνὴ συμπληροῦσα τοὺς χονδροὺς χαρακτῆρας· δὲ θὰ βάλῃς γνώσῃ; Χαλνᾷς τὴν ἡσυχίαν τῶν νοικοκυραίων! Τί μέρα ξημερώνει αὔριο, κ᾽ ἔχουμε τραγούδια καὶ φωνὲς πάλι; Καὶ 〈τί〉 ὥρα εἶναι τώρα;

Ἦτο δὲ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια. Ὁ τραγουδιστὴς τῆς ἀχθοφορικῆς τριανδρίας, λαβὼν τὸν λόγον, μετὰ κωμικῆς σοβαρότητος, εἶπε:

― Τώρα θὰ φύγουμε, καπετὰν Ἀναστάση· δὲν τὸ καταδεχόμαστε μεῖς νὰ σᾶς χαλάσουμε τὴν ἡσυχία σας.

― Σιώπα ἐσύ, ζῶ! ἔκραξεν ὁ Ἀναστάσης.

― Τώρα ἀμέσως, καπετὰν Ἀναστάση, θὰ κλείσω. Δὲν μπορῶ, βλέπεις, νὰ διώξω τοὺς ἀνθρώπους, ἐφώνησεν ὁ καφετζής.

― Τέτοια τίμια μοῦτρα! ἀνεκάγχασεν ἀπὸ τῆς θυρίδος ὁ καπετὰν Ἀναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσεριμόνιες μαζί τους.

― Ἄ! ἐμεῖς δὲν σᾶς προσβάλαμε, καπετὰν Ἀναστάση· ἡ ἀφεντιά σου, βλέπω, μᾶς προσβάλλεις, εἶπεν ὁ ἀχθοφόρος.

Καὶ ταπεινῇ τῇ φωνῇ ἐμορμύρισε:

― Τὸ νοίκι τὸ θέλεις σωστό, καὶ ξέρεις νὰ τὸ γυρεύῃς καὶ μπροστά· μὰ σὰ δὲ βγάλῃ κι αὐτὸς ὁ φτωχὸς μιὰ πεντάρα, πῶς θὰ σ᾽ τὸ πληρώσῃ;

― Σιωπᾶτε, τώρα ἔχει δίκιο, γιατὶ ξημερώνει Χριστούγεννα, εἶπεν ὁ εὐσυνείδητος καφετζής· ἄλλες φορὲς φαίνεται σκληρός, ὁ βλοημένος.

Ἡ κεφαλὴ μὲ τὸν ἄσπρον σκοῦφον ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὴν θυρίδα, ὁ δὲ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἡτοιμάσθη νὰ κλείσῃ. Οἱ τρεῖς ἀχθοφόροι ἐξῆλθον κρατούμενοι ἐκ τῶν χειρῶν καὶ ᾄδοντες. Ὁ ξένος ἔκαμε νεῦμα ἀποχαιρετισμοῦ διὰ τῆς κεφαλῆς καὶ εἶχεν ἐξέλθει πρὸ αὐτῶν, ἀλλ᾽ ὁ καφετζὴς τὸν ἀνεκάλεσε καὶ τοῦ εἶπε:

― Καὶ ποῦ θὰ κοιμηθῆτε ἀπόψε; Ἔχετε μέρος νὰ μείνετε; Ποῦ εἶστε, κύριε; ἐγὼ ἐδῶ θὰ πλαγιάσω. Ἂν θὰ πᾶτε μὲς στὴ σκούνα, καλά, εἰδεμή, ἂν ἀγαπᾶτε, μείνατε ἐδῶ, ἔχει ζέστη.

― Δὲν ἔχω ὕπνο, εἶπεν ὁ ξένος· ἐγὼ θὰ φέρω γῦρο, καὶ ὕστερα, βλέπουμε.

―Ὅποτε ἀγαπᾶτε, χτυπῆστέ μου τὴν πόρτα, νὰ σηκωθῶ νὰ σᾶς ἀνοίξω. Ἔχω καὶ ροῦχα νὰ σᾶς δώσω.

* * *

Τὴν φορὰν ταύτην ὁ Ἀμερικάνος, διευθυνθεὶς εἰς τὴν συνοικίαν ἐκείνην δι᾽ ἄλλου μικροτέρου δρομίσκου, ἔβλεπε τὴν οἰκίαν ἐκείνην, ἥτις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς μερίμνης του, ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, τῆς νοτιοδυτικῆς. Ἀντικρὺ τοῦ μικροῦ οἰκίσκου, παρά τινα γωνίαν γειτονικῆς οἰκίας, ὑπῆρχε σωρός τις ξύλων καὶ πετρῶν, ἀποκείμενος ἐκεῖ τίς οἶδε πρὸ πόσων χρόνων ὡς ἐκ κατεδαφισθείσης οἰκίας ἢ ἐρειπίου καταρρεύσαντος. Ἐπὶ τῆς πρὸς τὰ ἐκεῖ προσόψεως τοῦ οἰκίσκου ἔφεγγε μικρὸν παράθυρον, μὲ τὸ ἓν φύλλον κλειστόν, μὲ τὸ ἄλλο ἀνοικτόν, καὶ διὰ τῆς ὑέλου ἠδύνατό τις νὰ ἴδῃ τὸ ἐσωτερικόν, ἀνερχόμενος ἐπί τινος ὑψώματος. Ἰδὼν ὁ ξένος ὅτι ὁ δρόμος ἦτο ἔρημος, καὶ οὐδὲ σκιὰ διαβάτου ἐφαίνετο, ἀνέβη εἰς τὸ ὕψος τοῦ σωροῦ ἐκείνου, καὶ μὲ παλμὸν καρδίας κατεσκόπευσε τὰ ἔσω τοῦ οἰκίσκου. Ἀντικρὺ τῆς ὑέλου τοῦ μικροῦ παραθύρου, τοῦ ἔχοντος τὸ ἓν παραθυρόφυλλον ἀνοικτόν, ἦτο ἡ ἑστία, μὲ ἀσθενὲς πῦρ καῖον, μὲ ἕνα δαυλὸν σπινθηρίζοντα, μὲ τὸ κανδήλι ἀνημμένον πρὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἐκεῖ ὑψηλά. Παρὰ τὴν ἑστίαν ἐκάθητο γυνή τις, νέα ἀκόμη, ὡς ἐφαίνετο, στηρίζουσα τὴν κεφαλήν της ἐπὶ τῆς χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Ἐκίνει δὲ τὰ χείλη, καὶ ἡ φωνή της ἐψιθύριζε κάτι, καὶ ὁ ψίθυρος ἀπετέλει ἐλαφρὸν μινύρισμα ᾄσματος, μὲ ἀσθενῆ φωνήν, καθαρὰν μὲν καὶ παρθενικήν, ἀλλὰ μαραμμένην· καὶ εἰς τὰ ὦτα τοῦ ξένου ἔφθασαν εὐκρινῶς οἱ δύο οὗτοι στίχοι:

Ἀλλοίμονον κι ἀλλοὶ-καημός!
τοῦ γεμιτζῆ ξενιτεμός…

Ὁ ξένος ᾐσθάνθη πόνον εἰς τὴν καρδίαν καὶ δάκρυ εἰς τὸ βλέφαρον. Τοῦ ἦρθε τότε ἀποτόμως νὰ καταβῇ ἀπὸ τὸν σωρόν, νὰ τρέξῃ καὶ ἀνέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν· διὰ νὰ κάμῃ, τί; Κι αὐτὸς καλὰ δὲν ἐγνώριζεν. Ἐν τοσούτῳ ἐκρατήθη. Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἐλαφρὸς κρότος εἰς τὸ πάτωμα, τριγμός, ὡς ν᾽ ἀνέβαινέ τις ἐσωτερικὴν κλίμακα, ὡς νὰ ἐκλείετο κλαβανή τις. Δευτέρα γυνή, κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, γερόντισσα, ἦλθε πλησίον τῆς ἑστίας, καὶ γονατίσασα πρὸ αὐτῆς, ἔρριπτε ξυλάρια εἰς τὸ πῦρ. Ἦτο αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις εἶχε δώσει τὴν πεντάραν εἰς τὰ δύο παιδία καὶ τὰ ἀπέπεμψεν.

― Δὲ μαζώνεις τὸ νοῦ σ᾽, θὰ πῶ*, δυχατέρα; Οὗλο θὰ κλαῖς, πλιό;… Τά! τί λογᾶτε*;… Σὰ σ᾽ ἀκούω, δυχατέρα!… ξεχωρίσαμε ἀπ᾽ τὸν κόσμο, πλιό… Τί, μοναχή σ᾽ εἶσι;… Ὅντις σ᾽ ἐγυρεύανε, τότες ποὺ ἤτανε σ᾽νέχ᾽*, ποὺ πῆε σ᾽ν Ἀμέρικα οὑ προκομμένους, γιατί δὲ θέλησες κανένανε; Δὲ σ᾽ τά ᾽λεγα ἐγώ; Γιατί δὲν ἀκοῦς τ᾽ μάννα; Σ᾽ τά ᾽λεγα, ἕνα κιριμέ*. Τώρα, σὰ μεγάλωσες, ποιὸς φταίει; Κὶ μοναχή σ᾽ τάχα εἶσι; Εἶν᾽ ἄλλες μεγαλύτερις. Τοὺ Μυγδαλιὼ τς Μάχους, κὶ τοὺ Κρουσταλλιὼ τς Γιώργινας, τί σ᾽νέριο* τς ἔχεις ἐσύ;

Ὁ ξένος ἦτο ὅλος ὦτα, κ᾽ ἐφαίνετο παραδόξως ἐννοῶν τί ἔλεγεν ἡ γραῖα, μᾶλλον ἐξ ἐπιπνοίας καὶ συνειδήσεως, ἢ ἀπὸ τὰ ὀλίγα ἑλληνικὰ ὅσα ἐφαίνετο νὰ ἠξεύρῃ.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα καὶ ὁμιλίαι εἰς τὸ ἄκρον τῆς ὁδοῦ. Δύο ἄνθρωποι ἤρχοντο πρὸς τὰ ἐδῶ. Ὁ ὠτακουστὴς ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἀπὸ τὴν σκοπιάν του καὶ ν᾽ ἀπομακρυνθῇ. Ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας τοῦ δρομίσκου, καὶ στραφεὶς δεξιά, εὑρέθη πάλιν εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν πρὸ τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

* * *

Τὸ μικρὸν καπηλεῖον, ἐξ οὗ ἤρχισεν ἡ παροῦσα διήγησις, ἦτο ἀνοικτὸν ἀκόμη. Ὁ Δημήτρης ὁ Μπέρδες δὲν περιεφρόνει καὶ τὰ μικρὰ κέρδη, δὲν ἀπηξίου καμμίαν πεντάραν οὐδὲ δίλεπτον. Ὠνόμαζε τὰ τοιαῦτα «μικρὰ δολώματα». Τὰ ἄλλα, τὰ ἀφ᾽ ἑσπέρας, τὰ ὠνόμαζε «παραγαδίσια». Ὅ,τι βγάλῃ κανείς, ἔλεγεν, ἢ μὲ συρτή, ἢ μὲ πεζόβολο, καλὸ εἶναι. Ἐπεριποιεῖτο τὸν κλήτορα καὶ τοὺς χωροφύλακας, ἐκέρνα νερωμένο κρασὶ εἰς τὴν περίπολον ἢ πολιτοφυλακὴν τῆς νυκτός, καὶ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἔχῃ ἀνοικτὰ καὶ ὣς τὰς ἕνδεκα, εὑρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην νὰ κάθηνται ἐκεῖ, παρὰ νὰ περιέρχωνται τὴν πολίχνην καὶ νὰ κρυώνωσι.

Τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ κάπηλος ἵστατο εἰς τὸ λογιστήριόν του, κ᾽ ἐμέτρει δεκάρας, εἰκοσιπενταράκια τοῦ Ὄθωνος καὶ σφάντζικα. Τὸ παιδὶ ὁ Χρῆστος, μὲ τὴν ποδιὰν σχεδὸν ὑπὸ τὰς μασχάλας περιδεδεμένην, ἐκοιμᾶτο ὄρθιον, νευστάζον τὴν κεφαλήν, ὡς μικρὰ δίκωπος φελούκα, σαλευομένη ὑπὸ ἐλαφροῦ νότου εἰς τὴν πλευρὰν τῆς ἠγκυροβολημένης βρατσέρας. Ἐνίοτε τὸν ἐξύπνα ἀποτόμως ἡ κροῦσις τοῦ ποδὸς τοῦ καπήλου, ἐπαναλαμβάνοντος ἠχηροτέρᾳ τῇ φωνῇ τὰς διαταγὰς τῶν θαμώνων διὰ κεράσματα. Καὶ τότε, ὡς ἐν ὑπνοβασίᾳ, ἐκινεῖτο, ἐκέρνα, ἐλάμβανε τὰς δεκάρας, τὰς ἔρριπτε μηχανικῶς εἰς τὸ λογιστήριον, κ᾽ ἐπιστρέφων ἐξηκολούθει τὴν συνέχειαν τοῦ ὕπνου.

Ἐν ὀρχηστικῷ θορύβῳ, ἐν φωναῖς καὶ ἀλαλαγμῷ, εἰσήλασεν εἰς τὸ καπηλεῖον ἡ εὔθυμος συντεχνία τῶν τριῶν ἀχθοφόρων τῆς πόλεως, μετὰ τὴν ἐκ τοῦ καφενείου τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη ἀποπομπήν της. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ὁ Στογιάννης ὁ Ντόμπρος, σερβομακεδὼν τὴν καταγωγήν, ὑπεκρίνετο τὴν ἀρκούδαν, κ᾽ ἐχόρευεν, ὁ δεύτερος ἐκεῖνος ὅστις πρὶν ἔλεγε τὰ τραγούδια, ὁ Παῦλος ὁ Χαλκιᾶς, εἶχε μουντζουρωθῆ κ᾽ ἔκαμνε τὸν ἀρκουδιάρην. Ἀπόκρεως, ναὶ μέν, δὲν ἦτο ἀκόμη, ἀλλ᾽ ἀφοῦ αὔριον ἐξημέρωναν Χριστούγεννα, μετὰ τὰ Χριστούγεννα «Ἅις Βασίλης ἔρχεται», μετὰ τὸν Ἅι Βασίλη Φῶτα, καὶ μετὰ τὰ Φῶτα ἐμβαίνει τὸ Τριῴδι. Ὁ τρίτος, ὁ καὶ πρόεδρος τῆς συντεχνίας, ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, μὲ τὸ παντελόνι συνήθως ἀνασηκωμένον μικρὸν κάτω τοῦ γόνατος ἴσως ἐκ τῆς μακρᾶς ἕξεως τοῦ νὰ θαλασσώνῃ* πρὸς ἐκφόρτωσιν τῶν πλοιαρίων, δὲν ἔπαυε τοῦ νὰ συλλογίζεται τὸν Ἀμερικάνον. «Μὲς στὸ νοῦ μ᾽ γυρίζει», ἔλεγε.

Ἀλλ᾽ ἰδοὺ εἰσῆλθε μετ᾽ ὀλίγον κ᾽ ἐκεῖνος ὅστις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τοῦ διαλογισμοῦ του. Διηυθύνθη εἰς τὸ λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κ᾽ ἔρριψεν ἀργυροῦν σελλίνιον ἐπὶ τοῦ κασσιτέρου τοῦ λογιστηρίου. Ὁ Μπέρδες τὸ ἔλαβε.

― Πόσα πάει αὐτό;

Ὁ Ἀμερικάνος ἔκαμε χειρονομίαν ἀδιαφορίας καὶ εἶπε:

― Δὲν γνωρίζω τοῦ τόπου μονέδα ἐγώ.

― Αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν μονέδα μας καὶ δὲν περνάει, εἶπεν ὁ κάπηλος· ἂν θέλετε νὰ σᾶς τὸ πάρω γιὰ δραχμή.

― Ἄι ντόν᾽τ κέαρ, ἐμορμύρισεν ὁ Ἀμερικάνος. Καὶ εἶτα ἑλληνιστὶ εἶπε:

― Δὲ μὲ μέλει ἐμένα αὐτό.

Ὁ Μπέρδες τοῦ ἐπέστρεψεν ἐνενῆντα πέντε λεπτά.

Ἐν τούτοις ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης δὲν ἔπαυσε νὰ κοιτάζῃ τὸν ἄγνωστον. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐστράφη πρὸς τοὺς ἐν τῷ καπηλείῳ καὶ εἶπε μεγαλοφώνως:

― Βρὲ παιδιά, θυμᾶστε, κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ Γιάννη τ᾽ μπαρμπα-Στάθη τ᾽ Μοθωνιοῦ, ποὺ λείπει στὴν Ἀμέρικα ἐδῶ κ᾽ εἴκοσι χρόνια;

* * *

Ἀκούσας τὸ ὄνομα τοῦτο ὁ ξένος ἀνεσκίρτησε κ᾽ ἐστράφη ἄκων πρὸς τὸν λαλοῦντα. Ἐν τούτοις ἐκρατήθη, προσεπάθησε νὰ δείξῃ ἀδιαφορίαν, κ᾽ ἐλθὼν ἐκάθισε παρά τινα γωνίαν τοῦ καπηλείου. Ἤναψε ποῦρον κ᾽ ἐκάπνιζεν.

Οὐδεὶς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀχθοφόρου, ἧς ἡ ὑποκεκρυμμένη ἔννοια ἐλάνθανε πάντας. Ὁ Βαγγέλης ἐξηκολούθησε:

― Ποῦ νὰ θυμᾶστε σεῖς! Εἶσθε ὅλοι μικρότεροί μου, ἐξὸν ἀπ᾽ τὸν μπαρμπα-Τριαντάφυλλο, ποὺ δὲν εἶναι ντόπιος, κ᾽ ἐγὼ κοντεύω τώρα νὰ σαραντίσω. Ἤμουν ὣς δεκαοχτὼ χρονῶν ὅταν ἐξενιτεύθηκε ὁ γυιὸς τοῦ Μοθωνιοῦ, κ᾽ ἐκεῖνος τότε θὰ ἦτον ὣς εἰκοσιπέντε. Μὰ μοῦ φαίνεται, νὰ τὸν ἔβλεπα τώρα-δά, θὰ τὸν ἐγνώριζα. Ἀπέθαναν μὲ τὸν καημὸ τοῦ Γιάννη τους, κι ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Στάθης, κ᾽ ἡ γυναίκα του, Θεὸς σχωρέσ᾽ τους! Καὶ τὸ σπιτάκι τους ἀπόμεινε ρείπιο καὶ χάλασμα μὲ δυὸ μισοὺς τοίχους ἐδῶ παραπάνου, στῆς ἐκκλησιᾶς τὸ μαχαλά, καὶ μ᾽ ἕνα μαῦρο βαθούλωμα στὴ γωνιὰ ποὺ ἦτον ἕναν καιρὸ ἡ παραστιά τους. Καὶ ὁ γυιός τους ἔρριξε πέτρα πίσω του. Μὰ ὣς πόσος κόσμος χάνεται, ὣς τόσο, καὶ στὴν Ἀμέρικα! Ξέρετε ποὺ ἦταν καὶ ἀρραβωνιασμένος;

― Καὶ ποιὰ εἶχε; ἠρώτησε μετ᾽ ἀδιαφορίας ὁ κλήτωρ τῆς δημαρχίας, ἀρχηγὸς τῆς πολιτοφυλακῆς τῆς νυκτός.

Ὁ ξένος ἤκουε μετὰ βαθυτάτης προσοχῆς, ἀλλ᾽ ἐφυλάττετο νὰ στρέψῃ βλέμμα πρὸς τὸν λαλοῦντα.

― Εἶχε τὸ Μελαχρὼ τῆς θεια-Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας. Καὶ σὰν ἔφυγε καὶ ἀπέρασαν δυὸ-τρία χρόνια, τὴν ἐγύρεψαν πολλοί, γιατὶ τὸ κορίτσι εἶχε χάρες κ᾽ ἐμορφιές, καὶ τιμημένη ἦτον, καὶ μορφοδούλα*, ἡ μόνη κεντήστρα τοῦ χωριοῦ μας, καὶ προικιὰ εἶχε καλά. Μὰ τὸ Μελαχρὼ δὲ θέλησε κανέναν, ὅσο ποὺ ἀπέρασαν τὰ χρόνια κ᾽ ἔγινε κι αὐτὴ γεροντοκόριτσο. Καὶ μὲ τὸ ἂχ καὶ μὲ τὸ βάχ, ἀδυνάτισε τώρα κ᾽ ἐχλώμιανε, μὰ ὣς τόσο, ὅταν ἡ γυναίκα ἔχῃ καλὸ σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ἀκόμα τὸ λέει, βρὲ παιδιά, θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τριανταπέντε, καὶ φαίνεται νὰ εἶναι ὣς εἰκοσιπέντε· ἔτυχε μιὰ μέρα νὰ τὴν ἰδῶ, ποὺ τοὺς κουβάλησα ἕνα σακκὶ ἀλεύρι· ὅσο τὴν κοιτάζῃς, τόσο νοστιμίζει!

―Ἔλα, ἄφ᾽σέ τα αὐτά, Βαγγέλη, εἶπεν αὐστηρῶς ὁ κλήτωρ τῆς δημαρχίας· δὲν πάει στὰ μαγαζιὰ μέσα νὰ λέμε γιὰ φαμίλιες καὶ γιὰ κορίτσα.

―Ἔχεις δίκιο, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, εἶπεν ὁ ἀχθοφόρος· μὰ δὲν τὸ εἶπα γιὰ κακό.

Ἡ ὄψις τοῦ Ἀμερικάνου ἐφαιδρύνθη, καὶ ἀκτὶς εὐτυχίας, διαπεράσασα τὸ ἐπίχρισμα ἐκεῖνο καὶ τὴν οἱονεὶ προσωπίδα, περὶ ἧς εἴπομεν ἐν ἀρχῇ, ἠγλάισε τὸ πρόσωπόν του.

Ὁ μπαρμπα-Τριαντάφυλλος μὲ τὸν χωροφύλακα καὶ τοὺς δύο πολίτας φρουρούς, μὲ τὰ τουφέκιά των, ἠγέρθη καὶ εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κάπηλον:

―Ἔλα κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, ἀφῆστε τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια, παιδιά, δὲν εἶναι ἀπόκριες. Τί μέρα ξημερώνει αὔριο; Κλεῖσε γλήγορα, Δημήτρη, νὰ κοιμηθοῦν ὁ κόσμος, θὰ σηκωθοῦν τὶς δυὸ ἀπ᾽ τὰ μεσάνυχτα νὰ πᾶν στὴν ἐκκλησιά. Καὶ ὁ κύριος ἔχει μέρος νὰ κοιμηθῇ τάχα; ἠρώτησε δείξας τὸν Ἀμερικάνον.

―Ἔννοια σ᾽, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, εἶπεν ὁ Βαγγέλης· τοῦ εἶπε ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ καφετζὴς νὰ πάῃ στὸν καφενέ του νὰ πλαγιάσῃ. Μὰ μὴ σὲ μέλῃ ὣς τόσο γιὰ τὸν κύριο, προσέθηκε παίξας τὴν ματιὰ εἰς τὸν κλήτορα· ἂν θέλῃ μέρος νὰ κοιμηθῇ, ἔχει καὶ παραέχει.

― Τί τρέχει; ἠρώτησε μυστηριωδῶς ὁ κλήτωρ.

― Εἶναι ἀπὸ δῶ, ντόπιος, τοῦ εἶπεν εἰς τὸ οὖς ὁ Παχούμης.

― Καὶ πῶς τὸ ξέρεις;

― Εἶχα δὲν εἶχα, τὸν γνώρισα.

― Καὶ ποιὸς εἶναι;

―Ἐκεῖνος ποὺ σᾶς ἔλεγα πρίν, ὁ Γιάννης τ᾽ μπαρμπα-Στάθη τ᾽ Μοθωνιοῦ. Ὅταν ἦρθες κι ἀποκαταστάθηκες ἐδῶ τουλόγου σου, ἦτον φευγᾶτος, καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν τὸν θυμᾶσαι. Μὰ τὸν πατέρα του, τὸ μπαρμπα-Στάθη, τὸν ἔφτασες, θαρρῶ.

― Τὸν ἔφτασα. Κάμε γλήγορα, Δημήτρη, ἐπανέλαβε μεγαλοφώνως ὁ κλήτωρ, κ᾽ ἐξῆλθεν.

Οἱ δύο συναχθοφόροι τοῦ Βαγγέλη εἶχαν παύσει τὸ ᾆσμα καὶ τὴν ὄρχησιν, καὶ ἡτοιμάζοντο ν᾽ ἀπέλθωσιν. Ἀλλ᾽ αἴφνης ὁ Βαγγέλης, ἐλθὼν πλησίον τοῦ Ἀμερικάνου, τοῦ λέγει ταπεινῇ τῇ φωνῇ:

― Τί μ᾽ δίνεις, ἀφεντικό, νὰ πάω νὰ πάρω τὰ σ᾽χαρίκια;

Ὁ ξένος δὲν ἔβαλε τὴν χεῖρα εἰς τὴν τσέπην. Ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ ἀντίχειρος, τοῦ λιχανοῦ καὶ τοῦ μέσου τῆς δεξιᾶς εὑρέθη κρατῶν μίαν ἀγγλικὴν λίραν. Τὴν ἔρριψε πάραυτα εἰς τὴν παλάμην τοῦ Βαγγέλη μὲ τόσην προθυμίαν καὶ χαράν, ὡς νὰ ἦτο ὁ λαμβάνων καὶ ὄχι ὁ δίδων.

* * *

Ὅταν οἱ γείτονες τῆς θεια-Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας ἐξύπνησαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας οἱ κώδωνες ἐκλάγγαζον θορυβωδῶς, πόσον ἐξεπλάγησαν ἰδόντες τὴν οἰκίαν τῆς πτωχῆς χήρας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐδέχοντο τὰ παιδία νὰ τραγουδήσουν τὰ Χριστούγεννα ἀλλὰ τὰ ἀπέπεμπον μὲ τὰς φράσεις, «δὲν ἔχουμε κανένα», καὶ «τί θὰ τραγουδῆστε ἀπὸ μᾶς;», κατάφωτον, μὲ ὅλα τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτά, μὲ τὰς ὑέλους ἀστραπτούσας, μὲ τὴν θύραν συχνὰ ἀνοιγοκλειομένην, μὲ δύο φανάρια ἀνηρτημένα εἰς τὸν ἐξώστην, μὲ ἐλαφρῶς διερχομένας σκιάς, μὲ χαρμοσύνους φωνὰς καὶ θορύβους. Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δὲν ἤργησαν νὰ πληροφορηθῶσιν. Ὅσοι δὲν τὸ ἔμαθαν εἰς τὴν γειτονιάν, τὸ ἔμαθαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ὅσοι δὲν ὑπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὸ ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς ἐπανελθόντας οἴκαδε τὴν αὐγήν, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας.

Ὁ ξενιτευμένος γαμβρός, ὁ ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπών, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἐπιστείλας, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἀφήσας που ἴχνη, ὁ μὴ συναντήσας που πατριώτην, ὁ μὴ ὁμιλήσας ἀπὸ δεκαπενταετίας ἑλληνιστί, εἶχε γυρίσει πολλὰ μέρη εἰς τὸν Νέον Κόσμον, εἶχεν ἐργασθῆ ὡς ὑπεργολάβος εἰς μεταλλεῖα καὶ ὡς ἐπιστάτης εἰς φυτείας, κ᾽ ἐπανῆλθε μὲ χιλιάδας τινὰς ταλλήρων εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, ὅπου ἐπανεῦρεν ἡλικιωθεῖσαν, ἀλλ᾽ ἀκμαίαν ἀκόμη, τὴν πιστήν του μνηστήν.

Ἓν μόνον εἶχε μάθει, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, τὸν θάνατον τῶν γονέων του. Περὶ τῆς μνηστῆς του εἶχε σχεδὸν πεποίθησιν ὅτι θὰ εἶχεν ὑπανδρευθῆ πρὸ πολλοῦ· ἐν τούτοις διετήρει ἀμυδράν τινα ἐλπίδα. Ἐκ δεισιδαίμονος φόβου, ὅσον ἐπλησίαζεν εἰς τὴν πατρίδα του, τόσον ἐδίσταζε νὰ ἐρωτήσῃ ἀπ᾽ εὐθείας περὶ τῆς μνηστῆς του, μὴ δίδων ἄλλως γνωριμίαν εἰς κανένα τῶν πατριωτῶν του, ὅσους τυχὸν συνήντησεν ἅμα φθάσας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπροτίμα ν᾽ ἀγνοῇ τί ἔγινεν ἡ μνηστή του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, καθ᾽ ἣν θ᾽ ἀπεβιβάζετο εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του καὶ θὰ προσήρχετο εἰς εὐλαβῆ ἐπίσκεψιν εἰς τὸ ἐρείπιον, ὅπου ἦτο ἄλλοτε ἡ πατρῴα οἰκία του.

* * *

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τῇ Κυριακῇ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν, ἐτελοῦντο, ἐν πάσῃ χαρᾷ καὶ σεμνότητι, οἱ γάμοι τοῦ Ἰωάννου Εὐσταθίου Μοθωνιοῦ μετὰ τῆς Μελαχροινῆς Μιχαὴλ Κουμπουρτζῆ.

Ἡ θεια-Κυρατσώ, μετὰ τόσα ἔτη, ἐφόρεσεν, ἐπ᾽ ὀλίγας στιγμάς, χρωματιστὴν «πολίτικην» μανδήλαν, διὰ ν᾽ ἀσπασθῇ τὰ στέφανα. Καὶ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἑσπέρας, ἱσταμένη εἰς τὸν ἐξώστην, ἠκούσθη φωνοῦσα πρὸς τοὺς διερχομένους ὁμίλους τῶν παίδων:

―Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ τραγ᾽δῆστε!

(1891)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ


http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/213-02-18-o-amerikanos-1891

Καλή κι Ευλογημένη Χρονιά!

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

"Τα πρώτα μας Χριστούγεννα"



της Μαρίζας Κωχ
από το νοσταλγικό αυτοβιογραφικό αφήγημά της "Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης" (εκδόσεις: Μεταίχμιο)

"Φθινόπωρο 1952
Ο "Γλάρος", το καράβι της άγονης γραμμής, σαλπάρει για τα νησιά των κυκλάδων από τον Πειραιά κάθε Δευτέρα μεσημέρι. Χρόνια τώρα κάνει αυτή τη διαδρομή. Όλοι λένε πως είναι σαπιοκάραβο, αλλά όλοι μ'αυτό ταηιδεύουν! Κάνουν τον σταυρό τους κι ανεβαίνουν![...]
Μόλις που προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, η αδερφή μου η Ειρήνη, ο κυρ Φώτης, ο ταχυδρόμος του χωριού μας, κι εγώ. Ο κυρ Φώτης είχε αναλάβει από τη μάνα μας να μας παραδώσει στην οικογένεια του αδερφού της, του θείου μας του Μανώλη, στο χωριό μας, στη Μέση Γωνιά Σαντορίνης.
[...]

Τα πρώτα μας Χριστούγεννα, 1952
Μετά από λίγο καιρό, έφθασαν και οι μέρες των Χριστουγέννων.
Ο παπα-Μανώλης, ο δεύτερος παπάς του χωριού, πήγε στο σχολείο να κάνει κατηχητικό στα παιδιά και να τους μιλήσει για τα Χριστούγεννα. Πήγα κι εγώ εκείνη την ημέρα. Μου άρεσε τόσο πολύ, που δεν έγραφε τίποτα στον πίνακα και που όλο έλεγε κι έλεγε πράγματα που τ'άκουγα για πρώτη φορά!
Αγάπησα τους Τρεις Μάγους, τα γαϊδουράκια και τα προβατάκια που ζέσταιναν με την αναπνοή τους τη φάτνη του Χριστού με τα άχυρα και αισθάνθηκα μεγάλο θυμό για τον βασιλιά Ηρώδη. Στο τέλος μας έμαθε και τα κάλαντα και ήμασταν έτοιμοι να τα πούμε αποβραδίς, την παραμονή των Χριστουγέννων, κρατώντας τα φαναράκια μας. Όλα θα ήταν ονειρεμένα, αν δεν είχα ακούσει ότι αυτή την τελευταία βδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα οι άντρες του χωριού είχαν κανονίσει παρέες παρέες, να κατεβαίνουν στις μάντρες όπου η κάθε οικογένεια είχε το γουρούνι της και το μεγάλωνε για να το σφάξουν!... Θα πήγαινε κι ο Χαράλαμπος με τον αδερφό του το Νίκο.
Στις αυλές των σπιτιών επικρατούσε μια αναταραχή. Διάλεγαν ποιά κομμάτια του ζώου θα κρατούσαν για μαγείρεμα τα Χριστούγεννα, ποιά θα γίνονταν λουκάνικα, ποιά θα έμπαιναν στο λίπος για να φυλαχθούν για τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλο κρέας δεν υπήρχε όλο τον χρόνο. Έβαζαν στη μάντρα πάλι ένα γουρουνάκι να μεγαλώσει για τα άλλα Χριστούγεννα. Τα σκυλιά και τα γατιά της γειτονιάς τριγύριζαν στα ταρατσάκια μήπως ξεκλέψουν κανένα μεζέ! Όσοι άντρες δε φοβούνταν μην τους μαλώσει ο παπάς, επειδή ήταν ακόμη νηστεία, τηγανίζανε και τρώγανε τσιγαρίδες και πίνανε μπρούσκο κρασί. Ευτυχώς που εμείς στο σπίτι του θείου δεν είχαμε γουρούνι, ούτε η κυρία Ζαμπέλη στο διπλανό σπίτι.
Εκείνες τις ημέρες, για να μη βλέπω και να μην ακούω τί γίνεται στο χωριό έπαιρνα τα κατσικάκια μου κι έφευγα μακριά στα χωράφια.
Ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων. Εμείς τα παιδιά με το φαναράκι μας αναμμένο κι ένα καλαθάκι στο χέρι γυρίζαμε το χωριό μικρές μικρές ομάδες και λέγαμε τα κάλαντα. Στο καλάθι που κρατούσαμε και τί δε μας έβαζαν μέσα οι νοικοκυρές! Αυγά, πορτοκάλια, κουλούρια, κίτρινα παξιμάδια σαν της θείας μου και ζαχαρωτά. Τί χαρά που νιώθαμε!
Το πρωί πριν ξημερώσει, χτύπησε η καμπάνα των Χριστουγέννων. Λουσμένες και μπανιαρισμένες στη σκάφη, όπως σε κάθε γιορτή, από την προηγούμενη ημέρα, η αδερφή μου κι εγώ με τα καλά μας καινούρια φορέματα, που μας είχε στείλει η μάνα μας απ'την Αθήνα, ξεκινήσαμε για την εκκλησία για να κοινωνήσουμε. Η θεία δεν ήρθε γιατί έπρεπε να μαγειρέψει για το μεσημέρι. Μαζί μας ήταν κι η γιαγιά η Μαρία και η γιαγιά το Ρηνιώ.
Η θεία μου είπε μυστικά πριν πάω μπροστά στον παπά για να κοινωνήσω να πω στην αδερφή μου τη φράση: "Συγχώρα με". Μετά να ανοίξω το στόμα μου για να μεταλάβω με μεγάλη προσοχή, κι όχι βιαστικά, όπως κάνω όλες μου τις δουλειές! Και αφού κοινωνήσω, να μη μιλήσω και μόνο το σταυρό μου να κάνω.
Στην εκκλησία σκεφτόμουνα συνέχεια τί κακό έχω κάνει στην αδερφή μου και πρέπει να της πω συγχώρα με. Ήρθε η ώρα να κοινωνήσουμε. Όλα τα παιδιά στη σειρά. Η αδερφή μου μπροστά από μένα γυρίζει ξαφνικά και μου λέει στ'αυτί: "Συγχώρα με, Μαρία!" Έμεινα άφωνη. Ήμουνα ήδη μπροστά στον παπά και πριν προλάβω να πω κι εγώ στην αδερφή μου να με συγχωρέσει, ο παπάς με κοινώνησε!
Πρώτη φορά κατάλαβα και ένιωσα τί είναι τα Χριστούγεννα. Έξω απ'την εκκλησία ο κύριος Λάμπρος πουλούσε τις στριφτές, μελένιες καραμέλες. Ο θείος μας είχε δώσει από ένα πεντακοσάρικο και αγοράσαμε κι εμείς. Μέχρι το μεσημέρι ακόμη της γλείφαμε και παλεύαμε να τις τελειώσουμε. Όλα ήταν αλλιώτικα τούτη τη μέρα. Το μεσημέρι όλοι γύρω απ'το τραπέζι κι ένα μεγάλο ταψί στη μέση. Χοιρινό με πατάτες! Για μια στιγμή πήγα να θυμηθώ τί γινότανε τις προηγούμενες μέρες στο χωριό που έσφαζαν τα γουρούνια. Αλλά αμέσως το έβγαλα απ'το μυαλό μου.
Η πρώτη μου σκέψη τώρα είναι να μάθω τα κάλαντα για την Πρωτοχρονιά. Έπαιζα κουτσό με τ'άλλα κορίτσια στην αυλ'ή της κυρίας Βιολέτας που έλειπε και έλεγα τα λόγια: "Αρχιμηνιά κι αρχίχρονια, ψηλή μου δενδρολιβανιά...".
Την παραμονή της Πρωτοχρονιά όλα έγιναν όμορφα όπως και τα Χριστούγεννα. Με το φαναράκι, το καλάθι και τα γλυκά. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς φάγαμε κοκκινιστό. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, ο θείος μας φώναξε να φέρουμε τους κουμπαράδες μας και μας έριξε μέσα χρήματα, την "καληχέρα" όπως μας είπε. Καληχέρα μας έδωσε κι ο παππούς όταν πήγαμε και του είπαμε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς...
Οι μέρες των γιορτών κυλούσαν χωρίς να χτυπάει η καμπάνα του σχολείου κι ήμουνα πολύ ευχαριστημένη γι'αυτό! [...]"

Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Ροδιές της Περσεφόνης και του φθινοπωριού...


"Απόξω απ΄ την αυλή του βρίσκεται χτήμα τρανό, εκεί δίπλα,
τέσσερα στρέμματα, που ζώνεται με φράχτη γύρω γύρω·
και μέσα εκεί ψηλά κι ολόχλωρα φυτρώνουν δέντρα πλήθος:
εκεί αχλαδιές, μηλιές χρυσόκαρπες, ρογδιές φυλλομανούνε,
εκεί συκιές γλυκές κι ολόχλωρες ελιές θωρείς ολούθε."
(Ομήρου Οδύσσεια η112-6, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)


Κι είναι κοντά δυο μήνες τώρα που 'θελα να γράψω για τούτες τις ροδιές του φθινοπώρου κι ίσα που προλαβαίνω να τις εντάξω στην εποχή τους, τώρα που τα φορέματα της φύσης είναι ακόμη ταιριαστά με τη μορφή του χρυσορόδινου καρπού τους. Κρίμα θά'τανε να φανούν παράταιρες, σε λάθος ώρα, τούτες οι ροδιές, οι θλιμμένες αρχόντισσες, που τόσα κρυμμένα μυστικά και λόγια φυλάσσουν στο μικρό τους σπέρμα. "Αυτός της έδωσε όμως κρυφά να φάει από ροδιά γλυκό σα μέλι σπόρο, για να μη μείνει πάντοτε κοντά εκεί και δίπλα στη σεβαστή τη Δήμητρα τη μαυροφορεμένη..." (Ομηρικός Ύμνος είς Δημήτραν, 371-4, απόδοση: Θ.Μαυρόπουλος).

"ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ"
(Ομηρικός Ύμνος εις Δημήτραν, 373)

Διηγείται ο Ι.Θ.Κακριδής ("Ελληνική Μυθολογία"-Τόμος Α'): Δήμητρα είχε γεννήσει στο Δίαν μια μοναχοκόρη, την Περσεφόνη... Κάποια μέρα, ο Πλούτωνας, ο θεός του Κάτω Κόσμου, έτυχε να ρίξει τα μάτια πάνω της και την αγάπησε. Επειδή καταλάβαινε πως η μητέρα της δεν θα την χωριζόταν εύκολα ούτε θα την άφηνε να περάσει τη ζωή της στα αραχνιασμένα σκοτάδια του Άδη, αποφάσισε να την κλέψει. [...] Η Δήμητρα, κλεισμένη τώρα στο ναό της, εξακολουθεί να αρνιέται να γυρίσει στους άλλους θεούς, γιατί δε μπορεί να τους συγχωρέσει που της στέρησαν την κόρη. Άλλη χρονιά τόσο δίσεχτη σαν αυτή δεν εγνώρισε ποτέ ο κόσμος' άδικα οι ξωμάχοι οργώνουν και σπέρνουν' η θεά δεν αφήνει να φυτώσει τίποτε. Οι άνθρωποι πάνε να αφανιστούνε όλοι από την πείνα....Μπροστά στην επιμονή της ο Δίας καταλαβαίνει πως η μόνη λύση που απομένει είναι να δεχτεί ο Πλούτωνας ν'αφήσει τη γυναίκα του ν'ανέβει στο φως κοντά στη μητέρα της. Στέλνει λοιπόν τον Ερμή στον Άδη.... Ο Πλούτωνας αποκρίνεται πως δε θα παρακούσει.....πριν όμως την αποχαιρετήσει, της δίνει με τη βία, και κρυφά από τον Ερμή, να φάει ένα σπυρί ρόδι... η Δήμητρα υποψιάζεται κάποιο δόλο... -Μήπως πριν ξεκινήσεις ο Πλούτωνας σου έδωκε να φας κάτι;....αν ναι, τότε είσαι καταδικασμένη το ένα τρίτο του χρόνου να το περνάς στον Κάτω Κόσμο... Η κόρη αποκρίνεται... ένα σπυρί ρόδι...."



Τέλος Σεπτέμβρη μάζεψα τα ρόδια της ροδιάς, Οκτώβρης ήταν ο μήνας για να τους συνομιλήσω. Μα όλα τούτη τη χρονιά, με σέρναν παραπίσω. Σαν ο Σεπτέμβρης να στάθηκε εκεί δα, άλλες 30 μέρες, σαν να μετάθεσε τον διπλανό του στο έμπα του Νοέμβρη. Τόσο πολύ, που όσο κι αν κρυάδιασε στο βουνό, παλτό δεν έχω θυμηθεί να βγάλω απ'το ντουλάπι! Έτσι και το αντάμωμα με την πρωτεύουσα πήρε παράταση ένα μήνα. Κοίτα να δεις, που τώρα το παρατηρώ, χρόνια τώρα η συνάντηση αυτή λάμβανε χώρα μες στον Πυανεψιώνα των προγόνων, την εποχή των καρπών της ροδιάς και της βίαιης αρπαγής, την εποχή των αρχαίων Θεσμοφοριών... Κι εγώ πάντοτε εκεί ν'αφήσω ένα λουλούδι σε κείνους που μου άρπαξε ο Πλούτωνας...

Διαβάζουμε στον Αθανάσιο Σταγειρίτη ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία"-Γ΄τόμος): "Θεσμοφορία. Ήτον της Δήμητρος εορτή πανταχού εορταζομένη... και μάλιστα εις τας Αθήνας...


Ρόδι, λοιπόν, από το μσν. ροϊδιν, από το αρχ. ροϊδιον, υποκοριστικό του ροιά, ροδιά.  Το ομηρικό "ροιά":  "ὄγχναι καὶ ῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι" (η115)

"Αναφέρεται έκπαλαι ως αυτοφυούμενος και καλλιεργούμενος πολλαχού της Ελλάδος υπό τα ονόματα Ρόα, Ροιά, Σίδη ή Σίδα. [...]το Σίδη ή Σίδα φαίνεται να ήνε ιθαγενές και αρχαιότερον, πελασγικόν ίσως....Υπό το όνομα τούτο ήτο γνωστή η Ροιά παρά τοις Βοιωτοίς (και τοις Κρήταις), εις το τμήμα της χώρας των οποίων αυτεφύετο ο θάμνος ούτος ως μαρτυρεί και το χωρίον του Αθηναίου ("Δειπνοσοφισταί" ΙΔ 650-1)..." μας πληροφορεί ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του.



Ανήμερα των Αρχαγγέλων, των Ταξιαρχών. Πρόλαβα το πρωί ν'ανάψω ένα κερί στην εκκλησιά που βαφτίστηκα -σαν νά'τανε σε μιαν άλλη ζωή τότε που ζούσα σ'αυτή την πόλη, σ'αυτή τη γειτονιά... Μπήκα την ώρα της Μεγάλης Εισόδου. Κοντοστάθηκα με συγκίνηση... Κι ύστερα "....και υπέρ του άδικα δολοφονηθέντος αδελφού ημών Κωνσταντίνου..."... Άναψα ένα κερί ακόμη...

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Βγήκα στη λεωφόρο να πάρω ένα ταξί για το Νεκροταφείο... να προλάβω και το επόμενο ραντεβού... Πουθενά ταξί! Απεργία. Κι άρχισα να βαδίζω τρέχοντας κι υπολογίζοντας με αγωνία: "Αν φτάσω σε μισή ώρα, θα προλάβω... Μετά θα τρέξω ως μια στάση του μετρό...μάλλον θα προλάβω... πρέπει να προλάβω!"

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Φουριόζα με δυο μάτσα φρεσκότατα χρυσάνθεμα και δυο τριαντάφυλλα βρέθηκα στο οστεοφυλάκειο. "Πού είναι τα κεριά;" απόρησα. Πλησίασα το μεταλλικό κουτί, να βγάλω την περσινή ενθύμιση, ν'αποθέσω τα φετινά τριαντάφυλλα, να πω δυο λόγια... Δίπλα μου μια γυναίκα. Πήγα στα καντηλάκια που σιγοκαίγαν δίπλα στην είσοδο κι έψαχνα για θυμιατό. Η γυναίκα, βγαίνοντας, κοντοστάθηκε εκεί. Τη χαιρέτησα. Είδα πως κρατούσε στα χέρια ένα κουτί από ζαχαροπλαστείο. "Να σας προσφέρω ένα γλυκό;" Πριν καν απορήσω, κατάλαβα... "Να μου προσφέρετε...καλή ανάπαυση νά'χει..." 

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γκρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Μες στη βιασύνη μου -που δε θά'θελα νά'ναι βιασύνη ώρες σαν και τούτες- μέ'πιασε και το άγχος "Ν'άνάψω τούτο το κερί με τη θήκη την πλαστική ή μήπως πάρουμε καμιά φωτιά;". Το άναψα. Το "καπελάκι" του πύρωσε μεμιάς. Δίστασα. Κοίταξα προς τα έξω. Η γυναίκα είχε καθήσει στο παγκάκι απέναντι. "Συγγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;" της μίλησα... Κι ύστερα ρώτησε εκείνη "Ποιόν έχεις εδώ;", "Τον πατέρα μου...", "Εγώ το γιο μου, παλληκάρι 26 ετών..."... Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. "Αν θες πήγαινε να τον δεις...να εκεί δεξιά πάνω... " είχε τη φωτογραφία... "Τί να σας πω....δε χωρούν λόγια σ'αυτό..." ψέλλισα... "Γιόρταζε σαν σήμερα... για αυτό και τα γλυκά..."... Όλα τ'άλλα ξαφνικά σβήσανε... αν θα προλάβω, πώς θα προλάβω, τί θα προλαβω.. τα ραντεβού, οι υποχρεώσεις... η επιστροφή στο χωριό... Τούτη η εικόνα, της μάνας με τα γλυκίσματα στο χέρι έξω από ένα οστεοφυλάκειο, για το παιδί που χάθηκε και γιόρταζε σαν σήμερα, μέρα των Αρχαγγέλων, τα κάλυψε όλα μεμιάς... κι ακόμη και σήμερα, τώρα, τούτη ακριβώς τη στιγμή, με ακολουθεί....

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγενη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Η Δήμητρα, η Γη-μητέρα, αναζητούσε απεγνωσμένα την Κόρη της που βίαια άρπαξε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου. Ποιός να γιατρέψει τη θλίψη της; Μαράζωσε η πλάση κι ο πατέρας θεών κι ανθρώπων έδωσε εντολή στον αρχάγγελό του Ερμή να τη ζητήσει πίσω. Ο Πλούτωνας, όμως, της έδωσε ένα σπόρο ροδιάς, καταδικάζοντάς την να ξαναγυρίσει κοντά του. Κι έτσι η Περσεφόνη ξαναγυρνά κάθε φορά στο βασίλειό του αφού χαρεί το φως και τις αγκάλες της μάνας της. Γράφει ο Α.Σταγειρίτης ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία") πως κάποιοι την αλληγορούν "εις την Σελήνην", κάποιοι στο "κάτωθεν αφώτιστο ημισφαίριο", ή "εις τον σπόρον". Ο Ορφέας, όμως, αλληγορεί αυτήν "και εις την γην, ή εις την υπόγειον καρποφόρον δύναμιν, λέγων "Φερσεφόνεια' φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις".".
Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός Πρόκλος ("Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος", 173): "Η Περσεφόνη πήρε το όνομά της ή επειδή διακρίνει τις μορφές και χωρίζει τη μια από την άλλη, καθώς ο φόνος δηλώνει υπαινικτικά την αναίρεση, ή επειδή χωρίζει εντελώς τις ψυχές από τα σώματα με την επιστοφή προς την άνω περιοχή, πράγμα που για όσους το αξιώνονται είναι ο κατεξοχήν ευτυχής φόνος και θάνατος." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Ρόδι, λοιπόν, σύμβολο ζωής και θανάτου, σύμβολο γένεσης και φθοράς... Κι ακόμη σήμερα την Πρωτοχρονιά, με την αλλαγή του χρόνου, σπάμε ένα ρόιδο στο κατώφλι του σπιτιού, να μας φέρει καρπό πλούσιο σαν τα πολλά του σπέρματα, ν'αυγατίσει τον οίκο με γεννήματα καλά. Κάποτε κι οι νύφες, μπαίνοντας στολισμένες στο καινούριο τους σπιτικό πετούσαν στη θύρα ένα ρόδι, σύμβολο γονιμότητας και καρποφορίας, κι οι γεωργοί ανακατεύαν τα σπυριά του με το σπόρο του χωραφιού (βλ.: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη.. ) Κι από την άλλη, για τις αγαπημένες ψυχές που φύγαν από κοντά μας, με σπόρι ροδιού στολίζουμε το στάρι που προσφέρεται για την ανάπαυσή τους (κόλλυβα)

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

"Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας είναι η τρελή ροδιά;"  Σήμερα ήθελα να πάρω μιαν ανάσα. Τόσους μήνες αγκομαχώ. Σήμερα αποφάσισα να πάρω μιαν ανάσα, λοιπόν. Να κουβεντιάσω με τα σπόρια της ροδιάς, να προσπαθήσω να φανταστώ τα κρυμμένα μυστικά τους... Σήμερα αποφάσισα να μην τρέχω να προλάβω, να μην πάρω αποφάσεις, να μη σηκώσω τηλέφωνα επίμονα κι ενοχλητικά... απλά να ταξιδέψω, ν'αφουγκραστώ τις ιστορίες τους. Δυό μήνες τώρα προσμένουν να μου πουν... Όχι πως θα καταλάβω, μα αρκεί που θα νιώσω τα κρυφά παθήματά τους, αρκεί που θα πορευτώ λιγουλάκι μαζί τους... Λένε πως τούτη η ροδιά βλάστησε από το αίμα του Διονύσου, που τον διαμέλισαν οι Τιτάνες κατ'εντολήν της Ήρας, κείνο τον Διόνυσο που μετέπειτα αναστήθηκε. Γέννημα του Διός και της Περσεφόνης κατά τα Ορφικά: "Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς" (Ορφικός Ύμνος είς Διόνυσον). Κι άλλοι λένε πως η Αφροδίτη ήταν εκείνη που την πρωτοφύτεψε... Με γονιμότητα, αίμα, θάνατο συνδέουν τον καρπό της, με καρποφορία και πλούτο, αλλά και με τον Πλούτωνα... Σύμβολο ευγονίας, αλλά και νέκρωσης ο ερυθρός του σπόρος...σύμβολο, ίσως, και κάποιας υπόσχεσης, κάποιας δέσμευσης, κάποιας κάπου κάποτε επιστροφής... 



Σημειώνει ο Παυσανίας στα "Κορινθιακά" (17,4) για το άγαλμα της Ήρας, προστάτιδας του γάμου: "Το δε άγαλμα είναι της Ήρας καθημένης εις τον θρόνον. Είναι μεγάλου μεγέθους, κατασκευασμένον από χρυσόν και ελεφαντοστούν, και είναι έργο του Πολυκλείτου. Εις την κεφαλήν δε φέρει στέφανον, επί του οποίου υπάρχουν γλυπτικαί παραστάσεις εικονίζουσαι τας Χάριτας και τας Ώρας. Εις το ένα χέρι κρατεί ρόδι και εις το άλλο σκήπτρον." Κι ύστερα προσθέτει και μυστικά σιωπά: "Εκείνο το οποίο λέγουν δια την σημασίαν του ροδιού είναι μυστήριον και ας μου επιτραπή να μην ομιλήσω σχετικώς"... (απόδοση: Δ.Λαμπίκη). Στα "Ες τον Τυανέα Απολλώνιον" (Δ, XXVIII) του Φιλοστράτου αναφέρεται: "Έδωσε επίσης εξήγηση και για το χάλκινο άγαλμα του Μίλωνα και τη μορφή του.....Με το αριστερό του χέρι κρατάει ρόδι... [...] Ο Απολλώνιος είπε...."Για να γνωρίσετε το νόημα του αγάλματος , μάθετε ότι κάποτε αυτό τον αθλητή οι Κροτωνιάτες τον όρισαν ιερέα της Ήρας. Δε χρειάζεται να εξηγήσω το νόημα του διαδήματος, αφού ήταν ιερέας. Όσο για τη ροδιά, είναι το μόνο από τα φυτά που φυτρώνουν για χάρη της Ήρας...."."(απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)
Ενώ στους "Δειπνοσοφιστές" (Γ' 27) του Αθηναίου, η Αφροδίτη - θεά του έρωτα, της αναπαραγωγής, της γονιμότητας τούτη- είναι εκείνη που φύτεψε τούτο το δένδρο, τη ροδιά, σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Ερίφου από τη "Μελιβοία":
"-Αλλά ιδού ωραία ρόδια.
-Πόσο είν' ευγενικά.
-Γιατί λένε πως στην Κύπρο
αυτή η ίδια η Αφροδίτη
φύτεψε αυτό το δέντρο,
που πολύ το αγαπά."
(απόδοση: Σ.Αλεξιάδου)
Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος ("Εις Πλάτωνος Πολιτεία"): "Η φθινοπωρινή εποχή είναι της Αφροδίτης' γιατί κατ'αυτήν γίνεται η καταβύθιση των σπόρων στη γη και αυτό το έργο είναι της Αφροδίτης, να σμίγει δηλαδή τα γόνιμα και να οδηγεί σε επαφή την αιτία της γέννησης (γι' αυτό λοιπόν και ο μύθος λέει ότι την Κόρη την άρπαξαν αυτή την εποχή, επειδή η Κόρη είναι επικεφαλής της ζωογονίας όλων των επιμέρους, προσθέτοντας ότι επειδή έβαλε τον Σκορπιό στο ύφασμα, ο οποίος έχει λάβει το ενδιάμεσο αυτής της εποχής, υπέστη την αρπαγή)." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Κι ύστερα πάλι, φύτρα θανάτου, στου Παυσανία τα "Βοιωτικά" (25,1): "Πλησίον εις τας Νηίστας πύλας των Θηβών είναι μνήμα του Μενοικέως, του υιού του Κρέοντος' ούτος ηυτοκτόνησε με την θέλησίν του εξ αιτίας του χρησμού των Δελφών, όταν ήλθον από το Άργος ο Πολυνείκης με τον στρατόν του. Επάνω εις το μνήμα του Μενοικέως είναι φυτρωμένη μια ροδιά' όταν δε ωριμάσει ο καρπός της, εάν τον σχίσης, ευρίσκεις το εσωτερικόν όμοιον με αίμα...." (απόδοση: Ν.Μπαξεβανάκης). Αντίστοιχα και κατά τον Φιλόστρατο ("Εικόνες" 2, 29) και στον τάφο του Πολυνείκη, γιου του Οιδίποδα, οι Ερινύες είχαν αφήσει να φυτρώσει μια ροδιά που, επίσης, όταν άνοιγες τους καρπούς της, έσταζαν αίμα... 
Αλλά ο Κλήμης Αλεξανδρεύς ("Προτρεπτικός" 2,19, 1.3.4.) μας αναφέρει ξεκάθαρα πως πίστευαν ότι η ροδιά βλάστησε από τις σταγόνες του αίματος του Διονύσου: " αἱ θεσμοφοριάζουσαι τῆς ῥοιᾶς τοὺς κόκκους παραφυλάττουσιν ἐσθίειν· τοὺς γὰρ ἀποπεπτωκότας χαμαὶ ἐκ τῶν τοῦ Διο νύσου αἵματος σταγόνων βεβλαστηκέναι νομίζουσι τὰς ῥοιάς". 
Καρποί που στάλαζαν αίμα, αίμα που γένναγε καρπούς...
Καρποί με μυστικά κρυμμένα, στολισμένοι με μύθους μακρινούς κι απόκρυφους...

"Κι ήταν και δέντρα αψηλοφούντωτα, που έγερναν τον καρπό τους
απάνω του· αχλαδιές, χρυσόκαρπες μηλιές, ρογδιές θωρούσες,
θωρούσες και συκιές μελόγλυκες κι ελιές δροσιά γεμάτες.
Μα κάθε που άπλωνεν ο γέροντας τα χέρια να τα πιάσει,
ξεσήκωνε τους κλώνους ο άνεμος ως τα ισκιωμένα νέφη."
(Ομήρου Οδύσσεια η115, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)

ΣΗΜ.: Και μην ξεχνάμε: Καρποί με θεραπευτικές ιδιότητες, όπως πλείστα γεννήματα της πλάσης. Ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής" Ε' 26) αναφέρει τον "ροϊτη οίνον" που παρασκευάζεται ως εξής: "Αφού πάρεις ώριμα ρόδι χωρίς κουκούτσια και στύψεις τον χυμό των σπυριών τους, φύλαξέ τον, ή, αφού τον βράσεις έως ότου να μείνει το ένα τρίτο, έτσι φύλαξέ τον. Κάνει καλό στις εσωτερικές καταρροές και στους πυρετούς με διάρροια. Κάνει καλό στο στομάχι, σφίγγει την κοιλιά και είναι διουρητικό." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου). Αλλά και γενικότερα, αναφερόμενος στη ροδιά καταγράφει διάφορες ιδιότητες του φυτού (Α' 110), όπως ότι "κάθε ρόδι είναι ζουμερό και ευστόμαχο....το ξινό βοηθά τις καούρες κι είναι διουρητικό..." κι άλλα πολλά, όπως και για τα άνθη του φυτού που "είναι στυπτικά και ξηραντικά και συσταλτικά και συγκολλητικά των αιμορραγούντων ελκών....Το αφέψημά τους είναι καλό για πλύσεις των ούλων με φλεγμονή.... και ως επουλωτικό μέσα σε κατάπλασμα". Όσο για το αφέψημα των ριζών θεωρείται ως ταινιοκτόνο και παρασιτοκτόνο. Αλλά, φυσικά, ο καρπός του ροδιού δε θα μπορούσε να μην είναι και αφροδισιακός και, καθώς δείχνουν οι νεότερες έρευνες, είναι και αντικαρκινικός, προστατευτικός του καρδιαγγειακού συστήματος, και, γενικότερα, λίαν ωφέλιμος για την υγεία μας! 
ΣΗΜ.2η: Πέρα από την γνωστή "γρεναδίνη" ο χυμός ροδιού συμπυκνώνεται με βρασμό και μετατρέπεται σε υπέροχο κι υγιεινό πετιμέζι ή μπορεί να προστεθεί σε ξύδι κρασιού μαζί με μέλι, ιδανικό για σαλάτες ή άλλα μαγειρέματα.