Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Αντίο...

- Έι, χαζοπούλι του Πηλίου, έλα να σου φτιάξω καφεδάκι!

Η πρώτη ανάμνηση, τούτη η φωνή από την ταράτσα. Κι ύστερα το φλιτζάνι με τον ελληνικό και δίπλα η ρακή η "ψημένη"... 


Δεν τα πάω καλά με τις αναμνήσεις κι έτσι δυσκολεύομαι και στα τηλέφωνα... Κι έτσι κατέληξα να μάθω με τόση καθυστέρηση ότι τούτη η φωνή "συχωρέθηκε"... Ένα επιπρόσθετο "πνίξιμο" για την αμέλειά μου... που δεν συγχωρείται... Και δίπλα ένα σφηνάκι με την ψημένη ρακή. Το καταχωνιασμένο μπουκάλι είχε σημειωμένο πάνω "2008" και το όνομά της. 

Μια άλλη ζωή. Κύκλοι που κλείνω ερμητικά και τους θάβω βαθιά στο μπαουλοντίβανο. Σαν να θέλω να ξεφύγω από τις μνήμες τους, ίσως κι από εμένα. Γιατί τόσο πολύ;

Εκείνη η θέα από το μπαλκονάκι. Ν'αγναντεύεις το γαλάζιο και τις βάρκες που φιλοξενεί. Η λιτή και μεγαλειώδης κακαβιά με το ξύδι κι οι τόσες κουβέντες που ανταλλάσσαμε...  Σαν να μην είχα ανάγκη από ύπνο σ'εκείνο το νησί. Λες κι ο αγέρας πού'κανε τα σύννεφα να τρέχουνε, εξαφάνιζε και κάθε διάθεση για νωχέλεια.

Πόσους θά βρεις σε τούτη τη ζωή να νοιαστούν; Και πραγματικά να χαρούν με την παρουσία σου; Κι εγώ πάλι καθυστέρησα...

Είναι κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι που συναντάς εκεί που δεν το περιμένεις και αφήνουν στην ψυχή σου το στίγμα τους. Κι ας μη σας δένουν τα χρόνια συναναστροφής. Άνθρωποι που αποδέχεσαι μοναχά την ομορφιά τους, την ομορφιά της ψυχής.

Ένα πιάτο δίπλες με μέλι στο κομοδίνο για καλωσόρισμα στις δυόμιση τα ξημερώματα που δένει το καράβι. Η πόρτα του δωματίου με το κλειδί πάνω να με περιμένει να την ανοίξω μες στην νύχτα. Ποιά Ελλάδα γνώρισα και ποιά μου ετοιμάζουν; Ίσως για τούτο και το μπαουλοντίβανο. Ίσως και για άλλα πολλά που πονάνε. 

 Σήμερα, όμως, αναγκάστηκα και το άνοιξα για να ρίξω μια κλεφτή ματιά! Έκλεψα λίγες λέξεις -δεκαεπτά χρόνια πριν γραμμένες- γεμάτες αρμύρα και φως και βιάστηκα να το ξανακλείσω:

"Κατέβηκε η θεία Καλλιόπη επίσημα ντυμένη για τη βόλτα στα Κατάπολα («Ε, πάμε στην Πρωτεύουσα, πώς θα έρθω, σαν το γύφτο με τη ρόμπα;» μου είπε όταν την πείραξα) φορώντας το υπέροχο άσπρο κεντητό μαντήλι στο κεφάλι και χωρίς το μπαστούνι της που την είχε νευριάσει! Πρώτα περάσαμε να πληρώσει τη δόση του ηλιακού, ύστερα σταματήσαμε έξω από το κοσμηματοπωλείο που εκτελεί χρέη ταχυδρομείου και, τέλος, στο μπακάλικο του Λ. για να φορτώσουμε τα ψώνια. Από εκεί, επισκεφτήκαμε μια φιλενάδα της που κατοικεί σε ένα διπλανό γουστόζικο σπιτάκι με ένα κουκλίστικο κουζινάκι με γαλάζιο ταβάνι και ξυλοδεσιά κι ατελείωτες ανοιχτές πιατοθήκες στερεωμένες στον άσπρο τοίχο χιλιοφορτωμένες με κατσαρόλες, τεντζερέδες, πιάτα και γλυκά."

"Ανεβήκαμε στην κυρά Καλλιόπη που μας ετοίμασε αμοργιανό πρωινό˙ βρεγμένο παξιμάδι με λαδορίγανη, ντοματούλα και ντόπιο σκληρό τυρί… Μας μίλησε για τις αλυκές, πέρα από τις Πλάκες, που πήγαιναν και μάζευαν αλάτι, τον αφρίτη, τόσο αφράτο που θρυμματιζόταν στα δάχτυλα… Μέσα στις γούβες των βράχων, όταν η θάλασσα λάδωνε, κυρίως τον Ιούνιο, πήγαιναν, κι ακόμη μερικοί πάνε, με τα καϊκάκια και σεργιάνιζαν στις Αλυκές για να το μαζέψουν με το κουταλάκι της σούπας. Κι αν τύχαινε καμιά γούβα με πολύ, που το μάζευαν με τη χούφτα, κάναν χαρά μεγάλη… Μια φορά είχε πάει με τον πατέρα της, με τα μουλάρια. Κι είχε κάτι βράχια μυτερά και κοφτερά που σου τρυπούσαν το πέλμα. Κι όταν το κουβαλούσαν να το φορτώσουν , ήταν βαρύ, δεν άντεξε… Κι έκανε ο πατέρας δυο αγώγια…."

 


Σα να ταξιδεύω σ'άλλες ζωές, αιώνες πίσω... Πόσο άλλαξα τούτα τα χρόνια. Όχι η ουσία μου, όχι η ψυχή μου. Μοναχά τα μάτια της από τα τόσα δάκρυα. Πόσο, όμως, άλλαξε η ίδια η ζωή. Τούτο πονάει πιότερο απ'τα δάκρυα...


Ψυχοσάββατο ξημερώνει αύριο. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σου. Έκανες τούτο τον κόσμο πιο όμορφο... Και συγχώρεσέ με, αν θες, που ήμουν μακριά....


Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη- Γ. Βιζυηνού

 


"Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη": 

Ένα πολύτιμο κείμενο του Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896) το οποίο μας διασώζει ένα ξεχωριστό έθιμο που λάμβανε χώρα τις μέρες της Αποκριάς σε χωριά της Ανατολικής Θράκης κι είχε τις ρίζες του στην απώτατη αρχαιότητα... 

Η πένα του Βιζυηνού, όπως πάντα, ιδιαίτερη και μοναδική! 


































 (* Ολόκληρο το κείμενο - έχω παραλείψει αρκετές εισαγωγικές σελίδες- από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης: Γ.Μ. Βιζυηνός, "Στους δρόμους της λογιοσύνης" - κείμενα γνώσης, θεωρίας και κριτικής


Υ.Γ. Για τους ελάχιστους που πιθανώς θα ενδιαφέρονταν για παραπάνω πληροφορίες σχετικά με το έθιμο τούτο, μια παλαιότερη ανάρτησή μου εδώ: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς.. με υλικό από τον σπουδαίο λαογράφο της Θράκης Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου.  

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

γνώση vs πίστη

 

Ἡ ψυχὴ, ἥτις περιπατεῖ τὴν ὁδὸν τῆς πίστεως καὶ ἐξασκεῖ τὰς διαφόρους ἀρετάς, ἐάν στραφῆ πάλι εἰς τοὺς τρόπους τῆς γνώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου συλλογισμοῦ, εὐθὺς χωλαίνει κατὰ τὴν πίστιν καὶ χάνει τὴν νοερὰν αὐτῆς δύναμιν, ἥτις φαίνεται εἰς τὴν καθαρὰν ψυχὴν ἐκ τῆς ἐναλλαγῆς τῶν βοηθειῶν καὶ τῆς μεθ' ἁπλότητος ἀναστροφῆς εἰς πάσας αὐτῆς τὰς ἐργασίας [...]

Ἡ γνώσις ὑπάρχει νόμος τῆς φύσεως, ἥτις φυλάττει αὐτὴν εἰς πάσας αὐτῆς τὰς πράξεις' αλλ' ἡ πίστις ἐνεργεῖ ὑπερφυσικῶς [...] Εἰς τὴν γνῶσιν ἀκολουθεῖ φόβος, εἰς δὲ τὴν πίστιν ἐλπίς. Ὁσον τις ἐνεργεῖ κατὰ τοὺς νόμους τῆς γνώσεως, τοσοῦτον δεσμεύεται ὑπὸ τοῦ φόβου καὶ δὲν δύναται δύναται ν'ἀξιωθῆ τῆς ἑαυτοῦ ἐλευθερίας' ἀλλ' ὅστις ἀκολουθεῖ τὴν πίστιν, ὑπάρχει ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος καὶ ὡς υἱὸς τοῦ Θεοῦ μετὰ ἐλευθερίας καὶ έξουσίας μεταχειρἰζεται πάντα τὰ πράγματα. [...]

 


Ἡ γνῶσις πάντοτε ζητεῖ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων προφυλάττει τὸν ἔχοντα αὐτήν' ἡ πίστις ὅμως λέγει, ὅτι ἐάν μὴ ὁ Κύριος οἰκοδομήσει οἴκον, καὶ φυλάξη πόλιν, ματαίως αγρυπνεῖ ὁ φυλάσσων, καὶ ματαίως κοπιάζει ὁ οἰκοδομῶν. [...] ἡ γνῶσις πανταχοῦ ἐπαινεῖ τὸν φόβον [...] τί δὲ λέγει καὶ ἡ πίστις; "Ἐφοβήθη λέγει, ὁ Πέτρος, καὶ ἤρχισε νὰ καταποντίζηται" '  καὶ πάλιν, "δὲν ἐλάβατε πνεῦμα δουλείας εἰς φόβον, ἀλλὰ πνεῦμα υἱοθεσίας εἰς ἐλευθερίαν πίστεως καὶ ἐλπίδος Θεοῦ" [...] 

[...] πολλάκις συμβαίνουσιν εἰς τὴν ψυχὴν περιστατικά τινα καὶ ἀφορμαὶ δύσκολοι καὶ πολλαὶ προφάσεις πλήρεις κινδύνων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ γνῶσεις καὶ οἱ τρόποι τῆς ἔξω σοφίας οὐδεμίαν βοήθειαν δύνανται νὰ δώσωσιν' ἡ πίστηι ὅμως δὲν νικᾶταί ποτε ἐξ ἐκεῖνων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυσυπόφερτα, καὶ δὲν προλαμβάνονται δι'ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως' ἐπειδὴ ἡ ἀνθρωπίνη γνώσις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ βοηθήση εἰς τοὺς φανεροὺς πολέμους, οὔτε νὰ παραταχθῆ ἐναντίον τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν ἤ τῶν ἐνσωμάτων δυνάμεων, καὶ ἄλλων πολλῶν.


Δὲν εἶναι κατηγορημένη ἡ ἀνθρώπινη γνῶσις, ἀλλ' ἡ πίστις ὑπάρχει ὑψηλοτέρα αὐτῆς' καὶ δὲν μεμφόμεθα τὴν γνῶσιν, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ λέγομεν ταῦτα, ἵνα διακρίνομεν τοὺς διαφόρους παρηλλαγμένους τρόπους, διὰ τῶν ὁποίων ἡ γνῶσις ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον [...] Ἀλλὰ καὶ αύτὴ ἡ γνῶσις διὰ τῆς πίστεως τελειοῦται, καὶ ἀποκτᾶ δύναμιν, καὶ ὑψοῦται πρὸς τὰ ἄνω, καὶ αἰσθάνεται έκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὑπὲρ πᾶσαν αἴσθησιν, καὶ βλέπει ἐκείνην τὴν αὐγὴν τὴν άκατάληπτον καὶ εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν αἴσθησιν τῶν κτισμάτων. ἡ γνῶσις εἶναι βαθμὶς διὰ τῆς ὁποίας ἀνέρχεταί τις εἰς τὸ ὕψος τῆς πίστεως, καὶ ὅταν φθάση πλησίον αὐτῆς, δὲν ἔχει πλέον χρείαν τῆς γνώσεως [...]


Ὅταν ἡ ἀνθρώπινη γνῶσις ἀκολουθῆ τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν, τότε ἐξ ἀνάγκης ἐπασχολεῖται εἰς τὰ ἐξῆς, εἰς τὸν πλοῦτον, εἰς τὴν κενοδοξίαν, εἰς τὸν στολισμὸν, εἰς τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος, εἰς τὴν σπουδὴν τῆς ἔξω σοφίας, ἥτις κυβερνᾶ τὰ τοῦ κόσμου, καὶ εφευρίσκει ανανεώσεις τῶν τεχνών καὶ ἐπιστημῶν, καὶ ἐν γένει εἰς πάντα ὅσα στολίζουσι τὸ σῶμα εἰς τοῦτον τὸν ὁρατὸν κόσμον. Ὅταν ἡ γνῶσις ἐπασχολεῖται εἰς ταῦτα τὰ εἴδη, γίνεται ἐναντία εἰς τὴν τελείαν πίστιν, καὶ ὀνομάζεται ψιλὴ γνῶσις' καθότι ὐπάρχει γυμνὴ ἀπὸ πᾶσαν θείαν φροντίδα, καὶ φέρει εἰς τὴν διάνοιαν ἄλογόν τινα ἀδυναμία ἐπειδὴ ἐξουσιάζεται ὑπὸ τοῦ σώματος, καὶ πᾶσα αὐτῆς ἡ φροντὶς ἀφορᾶ εἰς τὰ τοῦ κόσμου τούτου.

[...] καὶ ὅμως μεθ'ὅλην αὐτῆς τὴν εἰς τὰ τοιαῦτα σπουδὴν δὲν δύναται νὰ μένη χωρὶς διηνεκῆ φροντίδα καὶ φόβον περὶ τοῦ σώματος' καὶ διὰ τοῦτο τοὺς τοιούτους γνωστικοὺς κυριεύει ἡ ὀλιγοψυχία, ἡ λύπη, ἡ ἀπόγνωσις, ὁ φόβος τῶν δαιμόνων, ἡ δειλία, ἡ περί ληστῶν φήμη, ἡ ἀκοὴ τῶν διαφόρων θανάτων, ἡ φροντὶς περὶ ασθενείας, ἡ μέριμνα τῆς πτωχεύσεως, ὁ φόβος τοῦ θανάτου, τῶν παθῶν καὶ τῶν θηρίων, καὶ πάντα τα τούτοις παρόμοια, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν θάλασσαν τῆς παρούσης ζωῆς, ἥτις ταράττεται νύκτα καὶ ἡμέρα ὑπό τῶν τοιούτων κυμάτων, καὶ ἀναβράζει ταῦτα ἐναντίον αυτῶν. [...]


Εἰς ταύτην τὴν γνῶσιν ὑπάρχει πεφυτευμένον τὸ ξύλον τῆς γνώσεως τῶν καλῶν καὶ κακῶν, τὸ ὁποῖον ἐκριζοῖ τὴν ἀγάπην. Αὕτη ἡ γνῶσις ἐρευνᾶ καὶ ἐξετάζει τὰ μικρὰ σφἀλματα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, καὶ τὰς αἰτίας καὶ τὰς άδυναμίας αυτῶν. Αὕτη ἡ γνῶσις κάμνει τὸν ἄνθρωπον νὰ δογματίζη, καὶ νὰ ἐναντιῆται εἰς τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, καὶ νὰ δολιεύηται διὰ μηχανημάτων καὶ πανουργιῶν καὶ διὰ ἄλλων τρόπων ἅτινα ἀτιμάζουσι τὴν ἀνθρωπότητα. Αὕτη ἡ γνῶσις παρευρίσκεται πανταχοῦ, καὶ εἰς αὐτὴν υπάρχει ἐν ἀληθείᾳ ὑψηλοφροσύνη καὶ ὑπερηφάνεια' καθότι αὕτη πάντα τὰ καλὰ ἀποδίδει εἰς ἑαυτήν, καὶ ὄχι εἰς τὸν Θεόν. [...]

Ἡ γνῶσις τῆς αληθείας διὰ τῆς ταπεινώσεως τελειοποιεῖ τὴν ψυχὴ ἐκείνων, οἵτινες ἀπέκτησαν αὐτήν [...] ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη γνῶσις πρεπόντως ὑπερηφανεύεται έπειδὴ περιπατεῖ στο σκότος καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ὐπάρχει τι ἀνώτερον αὐτῆς. Πάντες οἱ τοιοῦτοι γνωστικοὶ κυριεύονται ἀπὸ ἔπαρσιν καὶ ὑπερηφάνειαν' ἐπειδὴ εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὴν γῆν, καὶ πολιτεύονται κατὰ τὰ θελήματα τῆς σαρκός καὶ ἐπιστηρίζονται εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν ἔργα, χωρὶς ποσῶς νὰ συλλογίζονται τὰ θεῖα [...]


Ὅταν ἡ πρώτη γνῶσις ὑψωθῆ ἐκ τῶν γηίνων καὶ ἐκ τῆς φροντίδος τῆς ἐργασίας αὐτῶν καὶ ἀρχίσει διὰ τῶν νοερῶν αὐτῆς ὀφθαλμῶν νὰ παρατηρῆ καὶ νὰ ἐξετάζη τοὺς λογισμοὺς αὐτῆς καὶ νὰ καταφρονῆ τὰ πράγματα ἐκείνα ἐκ τῶν ὁποίων πηγάζει ἡ κακία τῶν παθῶν, καὶ ὑψώσει αὐτὴν πρὸς τὰ ἄνω [...] τότε ἡ πίστις καταπίνει αὐτὴν καὶ στραφεῖσα γεννᾶ αὐτὴν ἐξ ἀρχῆς  ὥστε νὰ γίνη ὅλως πνεῦμα.

 


Οὕτοί εἰσιν οἱ τρεῖς τρόποι τῆς γνώσεως, εἰς τοὺς ὁποίους συγκεντροῦται ἅπας ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρωπίνου βίου κατὰ τὸ σῶμα, κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεταί τις νὰ διακρίνη τὸ καλὸν καὶ το κακόν' καὶ μέχρις οὗ ἐξέλθη ὁ ΄ἄνθρωπος ἐκ τούτου τοῦ κόσμου, εἰς αὐτοὺς τοὺς τρεῖς τρόπους περιστρέφεται ἡ ψυχή, καὶ ἐργάζεται διὰ τῶν ρηθέντων τριῶν τρόπων τὸ πλήρωμα πάσης ἀδικίας καὶ ἀσεβείας, καὶ τὸ πλήρωμα πάσης ἀρετῆς, καὶ τὸ νὰ ἐρευνᾶ τὸ βάθος ὅλων τῶν μυστηρίων τοῦ πνεύματος, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν γνῶσιν κινεῖται πάντοτε ο νοῦς ὅταν ἀνεβαίνη καὶ κατεβαίνη εἰς τὰ καλὰ ἤ κακὰ ἤ μάταια [...] Ταῦτα εἶναι τὰ τρία πλάγια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεβαίνει καὶ κατεβαίνει ἡ μνήμη τῆς ψυχῆς, ὅταν ἐργάζεταί τις τὴν ἀρετὴν φυσικῶς, ἤ ὑπερφυσικῶς, ἤ ἀπέρχεται νὰ βοσκήση χοίρους ὡς ὁ ἄσωτος υἱός. 


Ἡ πρώτη τάξις τῆς γνώσεως ψυχραίνει τὴν ψυχὴν, καὶ ἐμποδίζει αὐτὴν ἀπὸ τὰ κατὰ Θεὸν ἔργα τῆς ἀρετῆς' ἡ δευτέρα θερμαίνει αὐτὴν καὶ τὴν κάμνει νὰ προχωρεῖ εἰς τὰ ἔργα τῆς πίστεως' ἡ δὲ τρίτη εἶναι ἀνἀπαυσις' ἐπειδὴ διὰ μονης τῆς φροντίδος τῆς διάνοιας ἐντρυφᾶ ἡ ψυχὴ εἰς τὰ μυστήρια τοῦ μέλλοντος αἰώνος. 


ἀποσπάσματα:

 Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, "Ἀσκητικά" 

(ἐκδόσεις: Μ.Ρηγοπούλου)