Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρη συνέχεια...



Άρωμα μούστου και σταφυλιών... η αυλή ζαχαρωμένη... τα χέρια μελωμένα... λεκάνες, κλούβες, σακούλες, σύνεργα παλιακά... κούραση ολημερίς... και κει που σουρούπωνε για τα καλά, εσύ να ρωτάς ξαφνικά "πού τα πας όλα τούτα;"
Τά'λεγα; Δεν τά'λεγα; Δύσκολος μήνας ο Σεπτέμβρης και μήνας συγκομιδής... Και τί καρπούς θα συλλέξεις όταν τόσους μήνες φυτρώνουν πίκρες κι αγωνίες και ταραχές; Δεν τά'λεγα; Να περάσει κι αυτός ο μήνας! Έλα, όμως, που δεν πρόλαβε να περάσει, δεν πρόλαβα καν ν'ανοίξω το ρημαδόστομά μου...
Τέλος πάντων, όπως και νά'χει, τα σταφύλια μπήκαν στο βαρέλι. Σταφύλια πίστεψα και βρήκα. Όχι πολλά. Τόσα όσα να τα καταφέρουμε, απλά να τα καταφέρουμε! Τις μισές ρώγες τις πέταξα, τις μισές τις ξεδιάλεξα για πάτημα. Κι εκεί που κοντεύαμε, μείνανε όλα καραμελωμένα και τρέχαμε στα επείγοντα! Τρεις τα χαράματα ήμουν πίσω να ξεπλύνω, να πλύνω -αμαρτίες και ζάχαρες- ν'αναπιάσω κείνο το προζυμι του Σταυρού, να κοπανήσω ένα τσίπουρο, να λουστώ, μια τσάντα με τα χρειαζούμενα για να φύγω ξανά... Και πάλι καλά...
Είναι παράξενο τί σκέφτεται κανείς τέτοιες στιγμές, όταν μονάχος οδηγεί, πάει-έρχεται, μαύρα μεσάνυχτα, αχάραγα χαράματα, άυπνος, φορτισμένος, σαστισμένος... Και μέσα σ'όλα τούτα να ξεφυτρώνουν τα σταφύλια, τα σταφύλια που δεν πρόλαβαν να πατηθούν! Ανοίγουνε κουτάκια αναμνήσεων, ξεχύνονται έξω επαναλήψεις ξεχασμένες, εικόνες παλιοκαιρισμένες που, όμως, αντανακλούν το ίδιο τούτο συναίσθημα. Τόσα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει: εγώ κι εσύ, οι δυο μας... ο εαυτός μου κι εγώ...τριγύρω κανείς... εκεί, κόλλησα ξαφνικά εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω! Τί φουρτούνα να κρύβει τόση ψυχραιμία και πόσες άραγε αθόρυβες κραυγές τόση μοναξιά; Τότε ήμουν παιδί, τώρα όμως;
Να περάσει τούτος ο μήνας, να περάσει κι ο επόμενος... Ο μούστος βράζει, σαν τη δική μου ψυχή. Βράζει και μεταμορφώνεται. Ας βγει γλυκόπιοτο το κρασί, γιατί έτσι και ξυδιάσει, δε γιατρεύεται. Πόσο θα κρατήσει ακόμη; Δυο βδομάδες; Μετά θα σφραγιστεί... άλλη πάλη και τούτη... απόκρυφη, ήσυχη, σκοτεινή... μέχρι να καθαρίσει, διάφανο σαν το γυαλί... κι ύστερα πάλι το νου σου να το μεταγγίσεις, στο πρώτο κατακάθι που φανεί...
Πόσο κουρασμένη νιώθω αυτή τη στιγμή... πόσο πολύ...
Σεπτέμβρης... άστατος, απρόβλεπτος, διπολικός! Κρυάδιασε απότομα στο βουνό των Κενταύρων, κείνων των μέθυσων κι άγριων πλασμάτων, κείνων των γεννημάτων της νεφέλης... μα και βουνό του Χείρωνα, εκείνου του σοφού δασκάλου και θεραπευτή... Σκορπισμένη στ' άκρα, ψάχνω τα μονοπάτια του...

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Μετακομίσαμε....



Μια τελευταία εγγραφή στην εδώ γειτονιά, για να ειδοποιήσω τους φίλους του διαδικτυακού μου "σπιτικού", ότι, μετά την "έξωση" που μας κοινοποιήθηκε λόγω διακοπής της συγκεκριμένης υπηρεσίας των ιστολογίων από το pathfinder, μετακομίζω (πολύ μου κακοφαίνεται ακόμη, το ομολογώ...) σε νέα διεύθυνση. Για όποιον ενδιαφέρεται, το νέο "Φιρίκι" θα στεγάζεται εδώ: https://firikia.blogspot.gr/. (Δεν ήταν διαθέσιμη η διεύθυνση "-firiki-" στο blogspot, οπότε αναγκαστικά καταλήξαμε σε firikia - φιρίκια ή φιρικιά, όπως προτιμάτε!)


Ένα ευχαριστώ στο pathfinder για την πολύχρονη φιλοξενία εδώ, ένα ευχαριστώ στη γειτονιά και σ'όποιον με τίμησε με το πέρασμά του... Δεν έχω ακόμη κατορθώσει να οργανώσω το νέο μου "σπιτικό" όπως θά'θελα -δεν ήταν κι εύκολο να μεταφερθεί τόσο υλικό κι ειδικά σε μια περίοδο ιδιαιτέρως δύσκολη για μένα- αλλά, ευελπιστώ πως σύντομα θα πάρει την οριστική του μορφή. Ένα "αντίο", λοιπόν, από εδώ, και καλή αντάμωση στην καινούρια μας γειτονιά (άντε, να την πω έτσι, αν και πολύ αχανής μου φαίνεται... και πάλι μου κακοφαίνεται...).

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Λίγο πριν πέσει η αυλαία....

Και να που ήρθε η ώρα, μετά από μια γεμάτη δεκαετία, να πέσουν οι τίτλοι τέλους για το "φιρίκι" μου και να ξεκληριστεί η εδώ γειτονιά, με όσους λιγοστούς εναπομείναντες είχαν παραμείνει έως τώρα να την κρατούν ζωντανή... Ξεσπιτώνομαι, λοιπόν, διαδικτυακά, καθώς το pathfinder μας ειδοποίησε πως σε λίγες μέρες καταργεί κι εξαφανίζει ιστολόγια... Να πω την αλήθεια, τό'χα σκεφτεί ότι ίσως, κάποια στιγμή, σταματούσαν οι παροχές του, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως θα εξαφανιστούμε κι απ'το χάρτη! Παρ'όλο το βίαιο της υποθέσεως -εδώ, θα μου πεις, άλλοι χάνουν τα αληθινά σπιτικά τους- δε μπορώ να μην ευχαριστήσω το pathfinder για την πολύχρονη φιλοξενία και τα γειτονάκια μου για τις στιγμές και τις λέξεις που μοιραστήκαμε! Είναι όντως εντυπωσιακό το πώς αυτή η πλατφόρμα μπόρεσε να δημιουργήσει μια γειτονιά -με τα καλά και τα στραβά της, την αλληλεγγύη αλλά και το ξεκατίνιασμα- ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, μέσα στο αχανές και απρόσωπο τοπίο του διαδικτύου... Για αυτό, και δε μπορώ να πω πως δε στεναχωριέμαι που μαζεύω τα μπογαλάκια μου και φεύγω από δω! Και μιας και αναφέρθηκα σε μπογαλάκια... είναι πραγματικά μαρτυρική η προσπάθεια να σώσω "οτιδήποτε κι αν σώζεται" από αναρτήσεις άνω των δέκα ετών, οι περισσότερες εκ των οποίων (βλέπε, π.χ. λαογραφικές) είχαν απαιτήσει ώρες μελέτης και προσπάθειας ώστε να πάρουν την εδώ μορφή τους.

Τέλος πάντων... θα μου λείψει η γειτονιά μας, ακόμη κι αν τελευταίως ψυχορραγούσε, θα μου λείψει κι αυτή η περίεργη αίσθηση ελευθερίας να μπορώ να εκφράσω άφοβα εδώ, κάποιες στιγμές, τα μύχια της ψυχής μου. Ούτε δυο μήνες δεν πάνε που "κύλισα" κι εγώ κι άνοιξα ένα λογαριασμό στο φατσοβιβλίο. Δεν ξέρω τί φταίει, αλλά ούτε δυο λόγια δικά μου δε μου κάνει αίσθηση να γράψω εκεί... όπως κάποτε έγραφα εδώ, για πράγματα που με αφορούσαν. Είναι ένας μήνας, που είδα το Χάρο με τα μάτια μου -για μια ακόμη φορά- όταν μια νταλίκα βγήκε από το ρεύμα κυκλοφορίας της κι έπεσε καταπάνω μου. Είναι ένας μήνας που τρέχω σα μαλάκας να βρω το δίκιο μου σ'ένα απόλυτα διεφθαρμένο κι ανήμπορο σύστημα... μ'έναν νταλικιέρη να χαζογελάει που μας έκανε πίτα και κανείς να μην του κάνει αλκοτεστ, μια αστυνομία αδιάφορη, μια ασφαλιστική σχεδόν ανύπαρκτη και μιαν άλλη παντελώς αφερέγγυα -παρ'όλο το όνομά της- έναν πραγματογνώμωνα λαμόγιο κι έναν δικηγόρο θεότρελο...κλπ...κλπ... Σε άλλες εποχές θα τά'χα καταγράψει εδώ και, πολύ πιθανόν, αρκετά χιουμοριστικά ώστε να ξορκίσω το άγχος και το θυμό που με έπνιξαν. Τώρα, πριν προλάβω λίγο να ηρεμήσω και να σκεφτώ, πριν "κρατήσω το μολύβι στο χέρι", προτού ακόμη πάρω επισκευασμένο (και χρεωμένο φυσικά!) τον Πορφύρη μου (ναι, τού'χα κάνει κάποτε και ειδική εγγραφή, εδώ: Ο θείος κι ο Πορφύρης! ), το "κινούμενο σπιτικό μου" - άκρως απαραίτητο αν ζεις στο χωριό, όπως εγώ, και όταν στην οικογένεια δεν υπάρχει δεύτερο- ειδοποιήθηκα πως χάνω το "διαδικτυακό σπιτικό" μου. Ενημερώνω, λοιπόν, και τους φίλους εκτός pathfinder, ότι "τελούμε υπό μετακόμιση"!


Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

-Είναι για τον Άγι' Αντώνη!

Μες στην καρδιά του χειμώνα, 17 του Γενάρη, γιορτάζει ο Άγιος Αντώνιος. Κι όπως ήταν φυσικό, στο νου του λαού μας, οι μεγάλες παγωνιές της εποχής τούτης συνδυάστηκαν με το όνομά του. 

"Προσοχή στο χειμώνα!

Σ'τσι δεκαφτά του Γεναριού

είναι, κυρά μ', τ'Αγι-Αντωνιού.

Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,

είν' η φούρια του χειμώνα!"

έτσι ξεκινάει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") την αναφορά του στον Άγιο Αντώνιο... Και συνεχίζει:

"Το ανώτατο όμως αυτό κρύο σημαίνει και κάποιο ξεθύμασμα. Γι'αυτό και κάποτε παρηγορούν:

Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα

δώσ' του φουστανιού σ'αέρα!

όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε και το αρχόμενο Καρναβάλι."

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδ. Καρμάνωρ): "Δύσκολοι καιροί για τους βοσκούς. Ωστόσω, δεν πρέπει να χιονιστούν τα κοπάδια τους: "ήταν μεγάλη ντροπή να χιονιστούν τα πρόβατα, ήταν σαν ξεγιβέντισμα. Ο βοσκός έπρεπε να το ξέρει και να το είχε προβλέψει. Γι' αυτό και λέγανε:

Ε, Αντώνη Μπαρμπαντώνη

που τα ψάρυνες τα όρη

τσι κορφές και τσι Μαδάρες

τσι βοσκούς τσι κερατάδες.""

Σε πολλές περιοχές του τόπου μας αποτελούσε σημαντική αργία ή μέρα τούτη. Σημειώνει ο Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας", τεύχος 3ο: "Τιμωρία των μη τηρούντων την αργίαν. Πρβλ. την κατάραν: "που να σε κάψει τ'Αγιαντωνιού το χαλάζι" και την παροιμίαν: "Κάλλια τ'Αγιαντωνιού φωτιά, παρά τ'ς αγάπης κρίση". "

Ακόμη και στην παλιά Αθήνα τηρούσαν με ευλάβεια την αργία του, καθώς:

"Του Αγίου Αντωνίου εγύριζαν τα μεντέρια (στρώματα του καναπέ) και εσάρωναν όλον το σπίτι' άλλην εργασίαν δεν έκαμνον", καθώς:

Κόρη 'ζύμωσε, ξαγκωνιάστηκε'

κόρη έπλινε, ξεχεριάστηκε'

κόρη λούστηκε, 'κάη η κορφή της'

κόρη ξήλωσε, σπυριά φύτρωσε'

κόρη σάρωσε, λογάρι ευρήκε"

(Δ.Γρ.Καμπούρογλου, "Ιστορία των Αθηνών", Τόμος Γ)

Είναι όμως και δαιμονοδιώκτης ο άγιος, γι' αυτό λέγανε για τους τρελούς ή ιδιότροπους, πως "είναι για τον Άγι-Αντώνη" (Πολίτης, Παροιμ.Α 227)."

Δεν ξέρω κατά πόσον τούτες οι δυσχερείς συνθήκες του χειμώνα που σημαδεύαν τη μέρα του εορτασμού του και που, συνήθως, ταλαιπωρούν λιγουλάκι το νευρικό μας σύστημα και σκοτεινιάζουν τη διάθεσή μας ή η θρησκευτική παράδοση που αναφέρει πως σε κανέναν άλλον άγιο δεν έκανε τόσες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, συνέβαλαν στο να θεωρηθεί προστάτης κάθε είδους νευρασθένιας!  

Ο Γεώργιος Μέγας στην προαναφερθείσα μελέτη του, αναφέρει: "Θεραπεία των δαιμονιώντων δι' αυστηράς 40ημέρου νηστείας και δια προσδέσεως αυτών δια των ιερών αλύσεων εν τω ναώ του Αγίου (Βέροια)". Ενώ ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη") παρατηρεί: "Στην Κρήτη, όπως και σε άλλες ελληνικές περιοχές, ο Άγιος Αντώνιος θεωρείται πολέμιος των πειρασμών, άρα και εκείνος που μπορεί να απαλλάξει τους δαιμονισμένους από την αρρώστιά τους. Οι εξορκισμοί στους ναούς και στα μοναστήρια με επίθεση της εικόνς του πάνω στα κεφάλια των ασθενών αποτελούσαν συνηθισμένη πρακτική σε παλαιότερες εποχές. [...] Ωστόσω στην Κρήτη είναι ο προστάτης από τα συνηθισμένα νοσήματα του χειμώνα, κρυολογήματα, συνάχι, γρίπη. Και, σε πολλές περιοχές θεωρήθηκε ιατρός των πασχόντων από νοσήματα των αρθρώσεων. Φημισμένος ήταν ο σπηλαιώδης ναός-καθολικό του παλιού μοναστηριού στο Βένι Ρεθύμνου [...] πολλοί ασθενείς ανέβαιναν παλαιότερα στο βουνό του Αγίου Αντωνίου στο Βένι ξυπόλυτοι. Ακόμα και παράλυτοι σέρνονταν στη γη ή τους σήκωναν πεζοί και τους μετέφεραν στο σπήλαιο. Κι ας πέφτει η γιορτή του στο καταχείμωνο. [...] Στο χωριό Άι Γιάννης Καμένος ο ασθενής παίρνει χώμα από το σπήλαιο του αγίου αντωνίου, το βάζει στο μέλος που πάσχει και απαλλάσσεται από τους πόνους. Στα χωριά Γερακάρι και Πατσός Ρεθύμνου, ο Άγιος Αντώνιος πιστεύεται ότι θεραπεύει τις αναπηρίες. [...]"

Ο Άγιος Αντώνιος, όμως, συνδέεται και με τις φωτιές, τις φωτιές που ζεσταίνουν τα παγωμένα κορμιά μες στο καταχείμωνο, τις φωτιές που από αρχαιότάτων χρόνων αποτελούσαν ένα είδος καθαρμού από αρρώστιες και δαιμόνια: 

"Η φωτιά του Αγίου Αντώνη να σε κάψει" και "Φωτιά του Αγίου Αντώνη είναι" , παραθέτει ο Νικόλαος Πολίτης στις "Παροιμίες" του. (τόμος Β). 

Μας πληροφορεί κι ο Νίκος Ψιλάκης στο περίφημο προαναφερθέν βιβλίο του: "...ο Άγιος Αντώνιος εορτάζεται στην Κρήτη με μεγάλες φωτιές που ανάβουν οι πιστοί έξω από τους σπηλαιώδεις ναούς του. Οι παλιοί ασκητές και μοναχοί των Αστερουσίων πίστευαν ότι "με τη φωτιά πολεμούσαν το χειμώνα, πιθανότατα προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις καιρικές συνθήκες με τα ίχνη μιας τελετουργίας που κινείται στις παρυφές της θρησκείας, ξεχασμένης πια. [...] " 

Είναι εντυπωσιακό, μάλιστα, ένα ανάλογο έθιμο στο San Bartolome de Pinares της Ισπανίας, όπου την παραμονή της γιορτής του Αγίου, καβαλάρηδες περνούν μέσα από τη φωτιά, με σκοπό τον καθαρμό και τη διασφάλιση της υγείας τους! 


"Κόψε ξύλο, κάμε Αντώνη" καταγράφει, ακόμη, ο Πολίτης, ενώ ο δικός μας πηλιορείτης λαογράφος Κώστας Λιάπης, στο νέο του βιβλίο "Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", μας παραδίδει την παροιμία παραλλαγμένη, αλλά και εμπλουτισμένη:

"Κόψι κλήμα φκιάσι (φτιάσε) Αdών'

κι απού πλάτανου Μανώλ'

κι αν ρουτάς κι για του Γιάνν'

όποιου ξύλου κόψεις κάν'.", 

επεξηγώντας μας: "Χιουμοριστικό παροιμιακό τετράστιχο που λέγεται με δόση ειρωνίας για τους Αντώνηδες και Μανώληδες και σαρκασμού για τους Γιάννηδες."


Τέλος, ένα πανέμορφο έθιμο ανθρωπομορφικών άρτων, μας περιγράφει και πάλι ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"). Ιδού κάποια αποσπάσματα:  "Στα δυτικά Σφακιά ο Άγιος Αντώνιος γιορτάζεται με ένα εντυπωσιακό, όσο και μοναδικό έθιμο: με τους ανθρωπομορφικούς άρτους που ζυμώνουν οι γυναίκες και τους πηγαίνουν στην εκκλησία. [...] Σύμφωνα με ην τοπική παράδοση, ο Άγιος ήταν ασκητής, αλλά και γιατρός. Κι επειδή εκεί που ασκήτευε δεν είχε τίποτα να φάει, του πήγαιναν ψωμί και το άφηναν εκεί για να το βρει. Όποιος είχε πρόβλημα υγείας έφτιαχνε ένα ψωμί στο σχήμα του μέλους που πονούσε. Πίστευαν, δηλαδή, ότι οι άρτοι αποτελούσαν μέσον μυστικής επικοινωνίας των πιστών με τον Άγιος Αντώνιο. Κι εκείνος έβλεπε το αφιέρωμα και καταλάβαινε. Αν ο άρτος είχε σχήμα ποδιού, γιατρευε με τη δύναμη της πίστης το πόδι του δωρητή.[...] Το ζύμωμα ανθρωπομορφικών άρτων αποτελεί γνωστή λατρευτική πρακτική από την αρχαιότητα, όπως συνηθισμένη ήταν και η προσφορά σε ιερά μεταλλικών ή πήλινων μελών. [...] Σ'αυτόν τον Άγιο που γιορτάζει μέσα στο καταχείμωνο οι Σφακιανοί συνήθιζαν να κουβαλούν τα μοναδικά τάματά τους: ψωμιά σε σχήματα ανθρώπων και ανθρωπίνων μελών. Πάνε δεκαετίες από τότε που έφερναν και άρτους ζωόσχημους. Έτσι γιατί σ'αυτές τις κοινωνίες η οικολογία δεν είναι μόδα, αλλά ανάγκη. Κι ο σεβασμός στο ζωντανό είναι σεβασμός στη ζωή."



Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες!

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Πηλιορείτικα καλησπερίσματα!

"Βρισκόμαστε στις Μηλιές του Πηλίου. Μια συντροφιά από εφήβους ή κι άντρες, με τα ραβδιά στο χέρι για τα σκυλιά, σπρώχνει την αυλόθυρα κι αρχίζει το τραγούδι της, βαδίζοντας προς την είσοδο του σπιτιού. Ήδη ο νοικοκύρης βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τους υποδέχεται γελαστός. Γελαστός, γιατί θ'ακούσει ευχές και παινέδια' τις ευχές, που θα του σταθούν παρηγορητικό αντιστύλι μέσα στη σκλαβιά και στην καταπίεση που ζει, τα παινέδια, γιατί του δημιουργούν την ψευδαίστηση μιας αρχοντιάς κι ενός μεγαλείου, που μόνο στα χιμαιρικά, νεανικά του όνειρα τα είχε φανταστεί:
Ας τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη.
Καλησπερίς, αφέντη μου, καλησπερίς, αφέντη μ'.
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου'
να μη σου βαροφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος.
Στο Ανήλιο, η ασματική αυτή εισαγωγή, λεγόταν έτσι:
Καλές ώρες, καλές αυγές, καλές ώρες αφέντη.
Απόψε ήρθα στην πόρτα σου με το δικό σου θάρρος,
να μη σου κακοφανιστεί, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι τα φέρνει ο καιρός κι ο γυρισμένος χρόνος."
Κάπως έτσι ξεκινά να μας ταξιδεύει στα πηλιορείτικα ευχετήρια τραγούδια του προπερασμένου αιώνα ο Βαγγέλης Σκουβαράς, στο περίφημο δίτομο πόνημά του"Από το λειμώνα της παράδοσης" με πηγές δύο ανέκδοτα χειρόγραφα των αρχών του 1900 που, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει "Οι συλλογείς τους ήσαν ήδη στα 1910 προχωρημένοι στην ηλικία και φυσικά, καταγράφουν τα κάλαντα της νεότητάς τους.". Κι όμως, απαράλλαχτοι τούτοι οι στίχοι θα αντιχήσουν κι απόψε, παραμονή των Θεοφανείων, από ομάδες αντρών, στις πλαγιές του Πηλίου. Ακόμη και σήμερα, που τόσα έθιμα αιώνων πρόλαβαν και χάθηκαν στη λήθη μέσα σε μια γενιά, τα καλησπερίσματα θα αντιλαλήσουν και πάλι στο βουνό μας, μόλις ο ήλιος κρυφτεί, λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα του Αγιασμού των Υδάτων.

Τα δημοτικά μας τραγούδια, η ποίηση του λαού μας που έχει καταγεγραμμένες τις ρίζες της από την εποχή του Ομήρου (ακόμη και το "έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος" δε μπορεί να μη μου θυμίσει το ομηρικό "περιπλομένων ενιαυτών"), ενός λαού που, πάντοτε και σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε το συναίσθημα μελωδικά, που τερπόταν με το στίχο και το τραγούδι -άλλο αν σήμερα κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον καταντήσουν καταθλιπτικό.  Τα τραγούδια, λοιπόν, αυτά, όσο και αν τά'χουμε παραγκωνίσει, εκείνα κάποια στιγμή θα ξεπροβάλουν δυναμικά και θα μας παρασύρουν με το σθένος της αυθεντικότητάς τους.
Γράφει ο Σκουβαράς"Και συνεχίζουμε με το μηλιώτικο τραγούδι, που τοποθετεί το νοικοκύρη μέσα σ'ένα μυθικό, ρομαντικό κι ακριτικό ακόμα πλαίσιο, γεμάτο λεβεντιά κι αρχοντιά. [...]:
Αφέντη, αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη'
πέντε κρατούν το μαύρο σου, πέντε τον καλλιγώνουν,
και άλλοι πέντε τον κρατούν, να καβαλλ'κέψει ο αφέντης.
Κι ο αφέντης καβαλλίκεψε στ'αστέρι το μουλάρι'
αστέρ' είχε στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του,
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν.
Η μια παίζει τον ταμπουρά, κι η άλλη το λαγούτο.
Η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη.
Παίζοντας, χορατεύοντας, αποκοιμήθ'κε ο αφέντης.
Φέρτε νταούλια να βροντάν, ζουρνάδες να φωνάζουν,
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι.
Λύσε το, αφέντη, λύσε το τ'αργυρομάντηλό σου.
Αν έχεις άσπρα δος μας τα, φλωριά μην τα λυπάσαι'
αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ', αφέντη, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν.
Να ζήσεις χρόνους εκατό κι πάν'από διακόσιους,
κι απ'τους διακόσιους κι ύστερα ν'ασπρίσεις να γεράσεις
ν'άσπρίσεις σαν τον Ελυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι.
Στο μεταξύ η νοικοκυρά ετοιμάζει τα κεράσματα. Καράφες με κρασί και τσίπουρο πάνε κι έρχονται' τα πιατικά κροτούνε. Ώρα είναι να εγκωμιάσουν και την κυρά' απ'τα χέρια της άλλωστε, κρέμεται και των λαρυγγιών η τέρψη. Συνεχίζουμε μηλιώτικα:
Πολλά είπαμε για τον αφέντ', ας πουμ' και την κυρά μας.
Κυρά μ', όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου,
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλε καγκελοφρύδι.
Όταν κινήσεις για να πας-'στακός αρματωμένος-
παραμεράτ', αρχόντισσες και σεις αρχοντοπούλες.
Εγώ είμαι μια κυρά καλή και πάω στον αγιασμό μου.
[...]
Αν υπάρχει κόρη στο σπίτι, οι τραγουδιστές δεν παραλείπουν να στιχοπλέξουν και σ'αυτήν τα παινέδια τους[...]:
Πολλά είπαμε για την κυρά, ας πούμ' και για την κόρη.
Έχεις μια κόρη όμορφη ωσάν την περιστέρα,
προξενητάδες έρχονται από την Ιγγλιτέρα,
ρωτάνε και ξαναρωτάν για νάβρουν τέτοια κόρη,
στο δαχτυλίδι να διαβεί στη βέργα να περάσει
απάν' σε δίκοπο σπαθί να διπλωθεί να κάτσει.
Γύρευ'ν' αμπέλια ατρύγητα μ'όλους τους τρυγητάδες,
γυρεύ'ν' χωράφια αθέριστα μ'όλους τους θεριστάδες,
γυρεύουν και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύον και τον κυρ-Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Στην περίπτωση της νιας και όμορφης, τα κάλαντα της Αγιάς, μαρτυρούν κάτι οδυνηρότερο κι άγνωστο για τα πηλιορείτικα χωριά, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όντας κατοχυρωμένα με προνόμια, σπάνια έβλεπαν να τα επισκέπτονται Τούρκοι. Τ'αντίθετο γινόταν στην περιφέρεια της Αγιάς και στον κάμπο της Λάρισας, όπου η όμορφη και νέα κόρη κιντύνευε από την οθωμανική ασυδοσία, τις βιαιοπραγίες και την "γιανιτσαρικήν ωμότητα", όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Κόυμας. Να κι οι στίχοι που αφορούν "εις κορίτσι 18 ετών"  -κατά την τιτ΄λοφόρηση του Αγιώτη ανθολόγου:
Φραγκίτσα εδώ, φραγκίτσα εκεί, Φραγκίτσα πάει στη βρύση.
Γιανίτσαρος τη σταύρωσε, με τ'άσπρο το σαρίκι.
- Φραγκίτσα, δις μας φίλημα, Φραγκίτσα δις μας μάτι!
-Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω μάτι;
Εσύ είσαι ένας γιανίτσαρος κι εγώ μια ρουμιοπούλα'
εσύ προσκ'νας εις το τζαμί κι εγώ στην εκκλησία."
(Βαγγέλη Σκουβαρά, "Από το λειμώνα της παράδοσης") 
Τούτα τα ευχετήρια κάλαντα τελειωμό δεν έχουν! Άλλα για την κόρη, άλλα για το γιο, άλλα για τον γραμματιζούμενο, άλλα για το μωρό, άλλα για τον παππού και τη γιαγιά κι ύστερα λογιω-λογιώ αυτοσχεδιασμοί -πετυχημένοι που αναπαράγονταν- για τους νιόπαντρους, τους αρραβωνιασμένους, τον παπά και την παπαδιά, τον επίτροπο, τον πρόεδρο, το γιατρό, τον τσέλιγκα και τον ναυτικό, τον ταβερνιάρη και τον πρωτομάστορα.... Πολλά από τούτα τα καταγράφει ο Κώστας Λιάπης στο δίτομο έργο του "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία", όπως τούτο προς το"γεμιτζή" (ναυτικό)  από το Κεραμίδι Πηλίου (με μικρές παραλλαγές καταγεγραμμένο και σε άλλα χωριά):
"Σένα σι πρέπει, αφέντη μου, καράβι ν'αρματώσεις,
στην πλώρη να βάλης μάλαμα, στην πρύμνη το ασήμι,
και μεσ'στη μέση του καραβιού καρέκλα καρυδένια,
για ν'ακουμπάη η μέση σου η μαργαριταρένια,
ή τούτο για το βοσκό (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου):
"Εδώ σε τούτες τις αυλές, τες μαρμαροστρωμένς,
εδώ'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος'
σαν πιάνουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τάπαμε κι ο Θεός να τ'αβγαταίνει."
και αυτό για τον παπά του χωριού (Κερασιά Πηλίου)
"Εδώ κοιμάται ένας παπάς, με τα χαρτιά στην τσέπη.
-Σήκω σαπάνω, Δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι,
όλα τα κ΄στρα σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν
και η δική σου εκκλησιά στέκεται μαραμένη."
Αυτά και άλλα πολλά με έμπνευση και κέφι τραγουδούσανε οι τραγουδιστάδες του Πηλίου. Σαφώς λιγότερα και πιο περιορισμένα τραγουδούν σήμερα. Τούτο όμως δεν αναιρεί τη μοναδικότητα της αποψινής βραδιάς, τη μοναδικότητα που χάριζαν κάποτε σχεδόν σε κάθε μέρα του Θεού τα τόσα έθιμα κι οι παραδόσεις μας. Τα σύγχρονα μηλιώτικα κράτησαν αυτούσιους τους πρώτους στίχους, στις Πινακάτες είναι συνδυαστικά, παραμένει η ευχετήρια αρχή και συνεχίζουν: "Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός, έρχεται στον κόσμο ο στολισμός. Ο Χριστός μας έρχεται με σκοπό, εις τον Ιορδάνη τον ποταμό....", ενώ στον Αη Γιώργη ξεκινούν αλλιώτικα: "Άσματα χαρμόσυνα ήρθαμε να σας πούμε, πως είν' τα Θεοφάνεια και πρέπει να χαρούμε",  και πάει λέγοντας...
Χρόνια πολλά!
Καλή Φώτιση σε όλους μας!
Και:
"Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε πέτρα να μη ραϊσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!"
Και του χρόνου, νά'μαστε καλά!

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

-Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Κοντοζυγώνανε τα Χριστούγεννα κι εγώ πυρετωδώς πάσχιζα να στριμώξω στις ώρες πού'μουν ξυπνητή τα τόσα πού'χα να κάνω, να ξεμπερδεύω, βρε αδερφέ, με όλα τούτα που μαζεύτηκαν και μαζεμό δεν είχαν, να τα συμμαζέψω επιτέλους, να τα δω όμορφα και ταχτικά, να προφτάσω να πάρω μιαν ανάσα για να στολίζω τη Φάτνη με χαμόγελο κι όχι με όψη ασφυξίας! Κι όλο κάτι έβγαινε στη μέση κι εκεί που καθάριζα έπρεπε ξανά-μανά να στοκάρω και να περιμένω και να στεγνώσει το άτιμο για να περάσω ένα χέρι μπογιά και - ούπς!- να  ξαναθέλει τώρα καθάρισμα μετά από όλα τούτα! Ήτανε κι οι ελιές που τελειωμό δεν είχανε ( Τ΄ακούς φιλενάδα; Εσύ να τ'ακούς! Πού σε ρώτησα αν έχει μαξούλι φέτος κι αν θα με χρειαστείτε για δουλειά και μου τσαμπούνισες ένα "Εεε...κάτι έχει..θα το πάρουμε και το λαδάκι μας και φέτος..." και, δε λέω, Δόξα να έχει ο Ύψιστος, αλλά "Ποιό "λαδάκι" μας μωρέ τρελή που θα φτάσει Πάσχα κι εμείς ακόμη θα μαζώνουμε;;!) και μου "τρώγανε" όλες τις φωτεινές ώρες της μέρας, κι ήταν και τα μαστόρια που, επιτέλους, θυμήθηκαν να καταφθάσουν λίγο καιρό πριν αποχαιρετήσουμε τη χρονιά και βρέθηκα παραμονές Χριστουγέννων κατάκοπη να σπάω με το τσεκούρι τα παλιοσάνιδα της στέγης του μπάνιου για προσανάμματα, να μπογιατίζω τοίχους και να καρφώνω καλώδια μες στη μαύρη νύχτα με το φακό! Τέλος πάντων, παραμονές τα κατάφερα και ξεμπέρδεψα με μια σπονδυλική στήλη να διαμαρτύρεται για τα πάντα και τους πάντες - κι αυτό το έρ'μο το στρώμα που βούλιαζε κι είπα να το αλλάξω για να σωθώ και κατέφθασε το καινούριο ,μα τόσο εντυπωσιακά ακλόνητο, σαν να ξαπλώνεις στο μπετό, μα τόσο πολύ που, στοίχημα πάω, και μενίρ να πέσει πάνω του, ανέπαφο θα τ'αφήσει, δε θα το καταφέρει να γουβιάσει ούτε τόσο δα... ε κι αυτό το στρώμα, λοιπόν, εναντίον της, να μη μπορεί να ξαποστάσει πουθενά..- κι εδέησα κι εγώ να στολίσω! Όχι πολλά πράγματα... λίγο λιόπουρνο στις πόρτες για το καλό, λιγοστά φωτάκια, ένα μικρό ξύλινο δεντράκι μα, πάνω από όλα, τη λιλιπούτεια Φάτνη μας...

Ήτανε χρόνια πριν που η μάνα μου, με τα χέρια της τα θαυματουργά, έπλασε από πηλό μια μικρή Παναγιά να κρατά αγκαλιά το Θείο Βρέφος, δίπλα της τον Ιωσήφ, έναν φοίνικα και τρία αρνάκια. Λιτή κι απέριττη την τοποθετούσαμε κάθε Χριστούγεννα στο σχιστόλιθο πάνω στο τζάκι. "Δε φτιάχνεις και τους Μάγους;" την ξεσήκωσα κάποτε. Κι ύστερα την άλλη χρονιά "Κι ένα γαϊδουράκι μήπως; Και το μοσχάρι να ζεσταίνει με την ανάσα του το μωρό;" Κι έτσι κάθε χρονιά η εικόνα μεγάλωνε. Νά'σου κι οι βοσκοί, νά'σου κι άλλα αρνάκια, κι ένα τσοπανόσκυλο να τα φυλάει, κι οι καμήλες των μάγων κι οι άγγελοι... Τί θα φτιάξουμε φέτος; Τί λείπει ακόμη; "Μιαν ελιά!", "Πώς θα την φτιάξω την ελιά, είναι δύσκολη;" ,"Ε, εσύ θα τα καταφέρεις..Κι είναι κι ένα βοσκόπουλο στην εικόνα που καθιστό παίζει τον αυλό."...Κι έτσι η μικρή μας φάτνη έγινε μικρή υπερπαραγωγή! Κι είναι το κύριο μέλημά μου κι η χαρά να τη στολίζω κάθε χρόνο, ακόμη κι όταν δεν έχω διάθεση για στολίδια και γιορτές. Μόλις, λοιπόν, τοποθετώ και το τελευταίο μικροσκοπικό αρνάκι, ναι, είμαι έτοιμη πια να καλωσορίσω τα Χριστούγεννα...

"Σπάνια βλέπεις φάτνη πια... Εσύ, που καταγράφεις τα λαογραφικά, θα πρέπει να αρχίσεις να τις φωτογραφίζεις... θα τις καταργήσουνε κι αυτές." μού'πε η μάνα μου. Δεν έχει κι άδικο. Παραμορφωμένοι αγιοβασίληδες, ξωτικά, πολύχρωμα λαμπάκια και κάθε λογής δέντρα πολυφορτωμένα δεσπόζουν παντού, αλλά σχεδόν τίποτα δε θυμίζει πια την ουσιαστική έννοια των Χριστουγέννων, τη γέννηση του Χριστού. Κι άντε να δεχτώ πως για την Πρωτοχρονιά υιοθετήσαμε τον Σάντα-Κλάους της κόκα-κόλας και της αμερικανιάς και τον ταυτίσαμε με τον δικό μας Άη Βασίλη, αλλά μου κακοφαίνεται πάρα πολύ που τα τελευταία χρόνια, κατά τα χολλυγουντιανά πρότυπα, του αλλάξαμε και ημερομηνία και τον καλωσορίζουμε την νύχτα της Γεννήσεως. Και να ακούω κάτι μικρά να με ρωτάνε Χριστουγεννιάτικα "Ξέρεις τί μου έφερε ο Άη Βασίλης;" . "Πότε, καλέ, ήρθε και σού'φερε δώρο ο Αη Βασίλης;""Μα χθες...αφού ήταν Χριστούγεννα." Βέβαια, ίσως δε θά'πρεπε να απορώ, μιας κι αν καλούμουν να χαρακτηρίσω μ'ένα όνομα την εποχή μας πολύ πιθανόν να την ονομάτιζα "η εποχή της σύγχυσης", σύγχυσης κάθε λογής εννοιών και αξιών, λέξεων και θέσεων, λογικής και συναισθημάτων, με όλες τις σημασίες που αποδίδει το λήμμα της σ'ένα κοινό λεξικό (π.χ. βλ. Μείζον Ελληνικό Λεξικό: σύγχυση= ανακάτωμα, μπέρδεμα/ έλλειψη σαφήνειας/ ψυχική ταραχή/ (νομ.) συσκοτισμός της διάνοιας που ελαφρύνει ή αίρει τον καταλογισμό) και τα μικρά παιδιά, φυσικά, είναι τα πρώτα που βάλλονται από όλο τούτο το σκηνικό. Να κρατηθώ, λοιπόν, και να μην προχωρήσω στην επόμενη ερώτηση: "Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;"

Καλή Χρονιά σε όλους!!! 

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινό 4ο...

(στη Μάνια...) 


"Είσαι σα μια κλωστή από βελούδο..." μού'λεγε ο τσοπάνης μου κι όπως τον κοίταξα απορημένα τη σχημάτισε με τα δυο χέρια του... "Είναι γερές αυτές, ξέρεις. Αν κάποιος την τραβήξει απότομα θα κοπεί και θα ματώσει" είπε και τίναξε παραστατικά το δάχτυλό του... "Θέλει κανείς σιγά-σιγά να την τραβήξει, απαλά... να έτσι..."συνέχιζε να μου δείχνει καθώς παρακολουθούσα τις παλάμες του να τραβολογούν,μια έτσι, μια αλλιώς, την αόρατη βελούδινη κλωστή... Παρόλο που κατά βάθος καταλάβαινα τί πάσχιζε να μου πει, δε μπόρεσα να μην το ξεφουρνίσω: "Ποιός θα ματώσει; Αυτός ή εγώ;" "Εσύ!", απάντησε σαν νά'ταν κάτι αυτονόητο. Και νάσου περασμένα μεσάνυχτα να μου τριβελίζει το μυαλό μια βελούδινη κλωστή και ν'αναρωτιέμαι πως μπορεί νά'μαι και κλωστή και να ματώνω και να μη ματώνει το δάκτυλο εκείνου που πασχίζει να τη σπάσει! Θα μου πεις, άλλο ήθελε να πει ο ποιητής... Εκείνος εστίαζε στη μέθοδο κι εγώ στις σταγονίτσες αίμα πού'σταζε, εικόνα που ζωγραφίστηκε μεμιάς μπροστά μου καθώς η αόρατη κλωστή χαράκωνε εκείνο το δάχτυλο. Όχι πολύ, ίσα για να μη σ'αφήσει να κάνεις τη δουλειά σου! Γι'αυτό και πάντα τό'λεγα, κι ας ήμουν καλή στα λογοτεχνικά, αυτές οι αναλύσεις ποιημάτων στο σχολείο, μέγα λάθος! Ποτέ δεν ξέρεις τί θέλει να πει ο ποιητής, ο καθένας πάντα βλέπει τα δικά του.. Εδώ μπορεί να μην ξέρεις άλλα κι άλλα, ούτε τί θες ο ίδιος να πεις, στον ποιητή που τα καμουφλάρει και με το νόμο -ποιητική αδεία- θα βρεις άκρη; Κι αν ρε δάσκαλε είχε άλλο κατά νου, πώς εσύ μας σερβίρεις για δικό του αποκλειστικά εκείνο που η δική σου ψυχή αντιλαμβάνεται ή, ακόμη χειρότερα, κείνο που οι "επίσημοι" κριτικοί κατοχύρωσαν ως "ειδήμονες"  στην "αδιαμφισβήτητη" φιλολογική τους ανάλυση για να το παπαγαλίζουν εξακολουθητικά, γενεές γενεών μαθητούδια και καθηγητάδες; Κάπως έτσι στα δεκαεφτά μου αποφάσισα για πρώτη φορά στη μαθητική μου καριέρα να σηκώσω χέρι στην τάξη. Ήθελα έντονα να διαμαρτυρηθώ, καθώς μου βάζαν, αυθαίρετα, άλλα στο νου του "Καραγάτση μου" και για τη σκέψη του ήταν μακριά νυχτωμένοι! Μια ολάκερη τάξη γύρισε και με κοίταξε με απορία για το γεγονός κι εγώ τότε μίλησα για τη δικιά μου βελούδινη κλωστή που είχαν υφάνει περίτεχνα τα εφηβικά μου εκείνα διαβάσματα...
Έτσι, λοιπόν, μετά από τρία εικοσπενταράκια -που προηγήθηκαν της κλωστής- και ύστερα από ένα καφεδάκι -που της έκανε συντροφιά- και μια τελευταία βότκα -που ακολούθησε καθώς επέστρεψα στο χωριό μου- βρέθηκα ξημερώματα να κάθομαι να συλλογιέμαι τη "βελούδινη κλωστή" του τσοπάνη μου. (Ναι, σήμερα το βουρλόκοψα,μετά από μέρες, και μη με ρωτήσει κανείς τί σημαίνει τούτη λέξη, γιατί και τούτη τη διαβάζεις καταπώς θες! Ο τσοπάνης μου πάντως την συνδυάζει με την κρασοκατάνυξη. "Λάθος με μαθαίνεις τις λέξεις! Δεν είναι το πιώμα το "βουρλόκωμα"!", πήγα να του βάλω χέρι! "Τί λες καλέ; Και τί είναι δηλαδή;" "Να... στα χαμένα... να κλωθογυρίζεις και να μην κάνεις τίποτα της προκοπής όλη μέρα." "Ε, ναι! Τί σου λέω εγώ; Γιατί, μπορείς να κάνεις τίποτα μετά από ένα γερό πιώμα;"απάντησε, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης.)
Ξεκουνήθηκα, λοιπόν, σήμερα να βγω, παρ'όλο πού'μαι στις κλειστές μου, γιατί ήξερα τί αναποδιά θα μ'έπιανε αν μας κατσικώνονταν τα χιόνια τα σιβηρικά και πολικά κι αγιοβασιλιάτικα -που, μέρες τώρα, μας διαλαλούν οι τρομολάγνοι ότι καταφθάνουν- χωρίς να έχω κάνει μια γύρα στα λημέρια μου! Εμ έτσι κι αισθανθώ εγκλωβισμό, τότε θέλω ν'αλωνίσω τον κόσμο όλον... 
Κι έτσι γύρισα νυσταλέα και κατεψυγμένη στο σπιτάκι μου λίγο πριν τα μεσάνυχτα κι άραξα στον καναπέ μήπως ξαναβρώ τη θερμοκρασία μου, καμαρώνοντας τη σόμπα που ντουμάνιαζε απέναντι, καθώς οι φλόγες τυλίγανε το τεράστιοκουτσουμπάνι που μόλις κατόρθωσα μετά βίας να στριμώξω μέσα, το οποίο και ευθύνεται πλήρως, μαζί με τα συντρόφια του, για τις αλλεπάλληλές μου τενοντίτιδες! "Θα χιονίσει;" "Δε θα χιονίσει;". Θα μας "πιάσει" ή θα μας"προσπεράσει"; Όλη μέρα συζητούσαν για αυτά τα χιόνια, σαν να επρόκειτο για τους βαρβάρους του αλεξανδρινού... Το απογευματάκι σκόρπισε κάτι νιφάδες -"Να, σας τά'λεγα εγώ!"- κι ύστερα πάλι ξαστεριά. Αγέρας τρελός και ψύχος δριμύ να τσουρουφλάει. "Βρε, μπας και τη γλιτώσουμε;", οι μαγαζάτορες που τρέμουν τις ακυρώσεις με το φόβο του χιονιά για τρίτη συνεχόμενη Πρωτοχρονιά ."Στις δώδεκα τη νύχτα έρχεται..." τους έλεγε με σιγουριά ο τσοπάνης μου γελώντας. "Δική σου πρόγνωση ή τα μίντια;" τον πείραξα για την άλλη φορά: "Εγώ θα ερωτευτώ με τον καινούριο χρόνο! Το 2017, λέει, όποιος ερωτευτεί δε θα χωρίσει." "Σώπα! Και ποιός το λέει αυτό;" "Να μωρέ... αυτά... τα... πώς τα λένε;... Τα... μίντια!" 



Κι όπως πάλευα να ζεσταθώ και να ξεδιαλύνω τη βελούδινη κλωστή μου, το άκουσα. Σκληρό, σπυρωτό κροτάλιζε στα μεταλλικά τραπεζάκια. Άνοιξα να δω. "Θα το στρώσει άραγε αυτό;" Ξαναχώθηκα στη ζεστασιά μου. Λίγο μετά ξαναγύρισα να κρυφοκοιτάξω. "Να που το στρώνει τελικά..." Γέλασα, πού'κανε πάλι το δικό του, δίχως να μας λογαριάσει! Καλωσόρισες! Οι δυο πολύχρωμες αγγλιές χορεύαν πασπαλισμένες μ'άχνη ζάχαρη κι η μικρή αυλή μού'μοιαζε χαρούμενη και γιορτινή έτσι ντυμένη στα λευκά.  Βγήκα τουρτουρίζοντας και ξεκάλτσωτη να φωτογραφίσω. Κι ύστερα, ξαναθυμήθηκα την βελούδινη κλωστή... Μα, τώρα που το σκέφτομαι, "υπάρχουν άραγε κλωστές από βελούδο;"... 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Η Ντελησυφέρω



του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη....

































Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η έξωση του πολιτισμού...



του Σαράντου Καργάκου...΄