Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Ο πληγωμένος αετός - Γρηγόριος ο Θεολόγος

 "...Στην απελπισία τους τρέξανε στο Γρηγόριο. Κι αυτός έκανε το παν να αναπνεύσουν οι συμπατριώτες του. Ο έφορος ήταν χριστιανός κι όταν τώρα πήγε στη Ναζιανζό εκκλησιάστηκε. Εκεί ο Γρηγόριος όχι μόνο τον παρεκάλεσε, μα τον δίδαξε και πώς να ασκεί την εξουσία του. Του υπογράμμισε πως η εξουσία των αρχόντων υπάρχει μόνο για την ευταξία, για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Για όλα τα άλλα οφείλουμε υπακοή στο Θεό, ο οποίος και παραχωρεί την εξουσία."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Και ανάψανε αμέσως τα αίματα. Οι κληρικοί συνδαύλιζαν. Οι απλοί οπαδοί φωνάζανε. Σηκώνανε τα χέρια. Μουτζώνανε και απειλούσανε το Γρηγόριο, που τά'χε χαμένα. Δεν έβγαζε μιλιά. Οι αρειανοί της αποβάθρας όλο και αγρίευαν. Όλο και τον αποδοκίμαζαν. Μερικοί τον πλησιάσανε και τον έφτυναν. Δύο άνθρωποι από το σπίτι του Αβλαβίου κι ελάχιστοι ορθόδοξοι, που μάθανε και ήρθαν τον προστατέψανε από χέρια που υψώθηκαν να τον χτυπήσουν. Δε γλίτωσε όμως τις πέτρες. Όταν το αρειανό πλήθος είδε το ταπεινό και μουδιασμένο ανθρωπάκι να προχωράει κατά την πόλη φρένιασε περισσότερο, έχασε κάθε μέτρο. Ούρλιαζαν εναντίον του. Τού'δειχναν ότι πρέπει να γυρίσει πίσω, να φύγει... Πολλοί εξάλλου από θυμό, σκύψανε στη γη κι όποια πέτρα βρίσκανε την πέταγαν στον δύστυχο το Γρηγόριο. Τον χτυπήσαν πολλές, αλλά ευτυχώς αστοχήσαν οι μεγάλες. Έτσι, έστω και χτυπημένος, μπόρεσε να προχωρήσει, σκυφτός και τρομαγμένος."

"Πού θα εμφανιστούνε όμως οι ορθόδοξοι; Πού θα συναχτούνε για Λειτουργία; Γι'αυτούς δεν υπήρχε ναός. Ολόκληρη Κωνσταντινούπολη, με τριακόσιες περίπου χιλιάδες κατοίκους, με διακόσιες πενήντα χιλιάδες χριστιανούς, δεν είχε ορθόδοξο ναό. Οι αρειανοί τους είχαν πάρει όλους. Και τον πιο μικρό. Με τη βία διώξανε τους ορθοδόξους. Τους πήρανε τους ναούς και τιμωρήσανε τους κληρικούς τους. Οι λίγοι ορθόδοξοι που απομείνανε, για να λειτουργηθούν μαζεύονταν τις νύχτες εδώ και κει, έξω από τα τείχη, σε απόμερα αγροτόσπιτα και υπόγεια. Περισσότερο συνάζονταν έξω από την πόλη, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ακόμα και σε σπηλιές. Μόνο εκεί μπορούσαν ελεύθερα να λειτουργούνται. Τώρα όμως η παρουσία του Γρηγόριου τους έκανε αποφασιστικούς."


"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)


"Επειδή σ'όλη την περιοχή κυκλοφορούσαν κακοδοξίες και αιρέσεις, έριχνε το βάρος στη θεολογία. Δηλαδή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δείξει ποιά είναι η αλήθεια. Γιατί όποιος έχει και ζει την αλήθεια, αυτός μόνο σώζεται."

"Λέγανε... και τί δε λέγανε εναντίον του. Όχι μόνο για τη διδασκαλία του, που γκρέμισε όσα δίδαξε ο Άρειος και ο Ευνόμιος, μα και για τη συμπεριφορά του. Αυτή τους ενοχλούσε ιδιαίτερα. Δημιουργούσε αντίθεση χτυπητή: Οι ηγέτες του αρειανισμού καλοτρώγανε και καλοπίνανε. Ο Γρηγόριος νήστευε αυστηρά και έτρωγε ελάχιστα. Όσο ένας προχωρημένος ασκητής. Εκείνοι τρέχανε και σκύβανε στους άρχοντες της Πόλης. Ο Γρηγόριος απέφευγε τα παλάτια των ισχυρών. Εκείνοι ντύνονταν πολυτελώς κι εμφανίζονταν με συνοδεία για να δείχνουνε τη δύναμή τους. Ο Γρηγόριος ντυνότανε απλά και φτωχικά. Το παρουσιαστικό του δεν είχε τίποτα το επιβλητικό, τίποτα το ιδιαίτερο."


"Δεν το καταλαβαίνετε; Πρέπει να γίνεις φως για να ιδείς το περισσότερο φως. Κι ο ανέτοιμος για κάτι τέτοιο θα σκοτιστεί τελείως μπροστά στο θείο φως."

"Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους... και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες.... [...] Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου.[...] Δεν είναι έργο του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ'αυτούς που είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε ζήσει τα θεία πράγματα, που έχουν καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουν οι καυτές ακτίνες του ηλίου σε μάτι άρρωστο' το μάτι τότε θα αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Κι η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση."

"Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι από όσο αναπνέεις."

"Να τί σημαίνει να μελετάς και να ερμηνεύεις τη Γραφή. Να προχωράς πέρα και κάτω απ'το γράμμα. Το γράμμα δηλώνει την αλήθεια. Αυτή όμως είναι άπειρη και δε μπορεί να χωρέσει σε καμία λέξη, σε καμία γλώσσα, σε κανένα σχήμα. [...] Και η διάσχιση του γράμματος, η αναζήτηση του βάθους, γίνεται μόνο με την καθοδήγηση του ίδιου του Αγίου Πνεύματος."

"Δεν ξέρεις το βάθος του ανθρώπου, Κληδόνιε. Εκεί που γίνεται θρόνος φωτεινός του Αγίου Πνεύματος, εκεί φωλιάζει και η αμαρτία. Ο πειρασμός είναι πανούργος και μπορεί όσα δε βάζει ο νους μας."

"Δεν ξέρανε ότι δεν υπάρχουν όρια στην πνευματική άνοδο. Όσο πιο ψηλά φτάνει ο άνθρωπος, τόσο ψηλότερα ποθεί ν'ανέβει. Όσο πιο κοντά πάει στο Θεό, τόσο πιο πολύ νοσταλγεί το Θεό. Όσο περισσότερο φωτίζεται, τόσο πιο φωτεινός θέλει να γίνει. Στα ιερά όμως ταύτα πράγματα, υπάρχει τάξη απαραβίαστη. Ανεβαίνει και φωτίζεται ο άνθρωπος, μα το ανέβασμα και το φώτισμα τα χαρίζει ο Θεός. Τί κάνει ο άνθρωπος; Αυτός αγωνίζεται και ασκείται. Κάνει άσκηση επίπονη, για να απαλλαγεί από μικρά ή μεγάλα πάθη, ώστε να προσφέρει καρδιά και νου θρόνο λαμπρό στο Θεό. Με την άσκηση καθαρίζει τα λασπωμένα μάτια του για ν'ατενίσει απολαυστικά το φως του ηλίου."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Το Άγιο Πνεύμα τον οδήγησε στην αλήθεια. Τον φώτισε να δει ξάστερα, τί υπάρχει κάτω από τα λόγια και τα γεγονότα της Γραφής για το Χριστό. Και σαν γνήσιος φορέας της παράδοσης, ζούσε κάτι το συγκλονιστικό. Κι αυτό ήτανε ότι ο άνθρωπος στην Εκκλησία σώζεται ολόκληρος, σώμα και ψυχή (ή νους). Αφού, λοιπόν, σώζεται ολόκληρος, δε μπορεί παρά να προσλαμβάνεται ολόκληρος και κατά την ενανθρώπιση. Ό,τι δεν προσλαμβάνεται, δε σώζεται. Τό'λεγε και το ξανάλεγε ο Γρηγόριος αποφθεγματικά: Το "απρόσληπτον" και "αθεράπευτον", αδελφοί. Ο άνθρωπος έπεσε με τον προπάτορά του τον Αδάμ. Άφησε με τη θέλησή του, με το νου του, το Θεό και στράφηκε στο μηδέν, στην αμαρτία. Ο Θεός όμως τον αγαπάει τόσο πολύ που το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος ενανθρωπίζεται. Γίνεται άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος προσλαμβάνει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώνεται μ'αυτήν κι έτσι τη θεώνει, τη σώζει. [...] Σκεφτείτε... ο Αδάμ αμάρτησε με τον νου. Στον νου όμως βρίσκεται κυρίως η εικόνα του Θεού και αυτήν αμαύρωσε."

"Εξηγούσε, λοιπόν, ότι έγινε ένωση, έγινε "σύγκρασις" πραγματική των δύο φύσεων. Έτσι στο ένα πρόσωπο, στη μία υπόσταση του Χριστού, έχουμε δύο φύσεις. Η ανθρώπινη ενώθηκε με τη θεία κι έτσι θεώθηκε. Γι'αυτό κι εμείς θεωνόμαστε και σωζόμαστε, όταν κοινωνούμε από το σώμα και το αίμα του Χριστού στη θεία Ευχαριστία."

"Στο Θεό το νου, στην άσκηση το σώμα, εκεί θα βρείτε αναπαμό και λευτεριά!"

'Ολα τα αποσπάσματα είναι από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδοπούλου "Ο πληγωμένος αετός- Γρηγόριος ο Θεολόγος" (εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)

Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, "Ο πληγωμένος αετός Γρηγόριος ο Θεολόγος (εκδ. Αποστολική Διακονία)


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο δικός μας Άγιος Βασίλης....

 "Ο χειμώνας του 367/8 ήταν φαίνεται ο χειρότερος. Ο Βασίλειος έβγαινε στην πόλη και αρρώσταινε από το κακό που έβλεπε. Η πείνα... παντού η πείνα. Οι ναοί και αυτοί άδειαζαν. Οι πιστοί έμεναν άρρωστοι στα σπίτια τους ή δεν είχαν τις λίγες δυνάμεις που χρειαζόταν λίγη πεζοπορία. Η κατάσταση χτυπούσε αλύπητα τον ευαίσθητο Βασίλειο. Είχε μία λύση: την προσευχή. Ώρες ολόκληρες έπεφτε στα γόνατα. Εκλιπαρούσε το Θεό. Καλούσε τους πιστούς για παρακλήσεις στους ναούς.

Το θανατικό δεν υποχωρούσε. Και ό,τι τον συγκλόνισε βαθύτερα ήταν η συμφορά με τα παιδιά. Τα έβλεπε στην τρυφερή τους ηλικία να μαραίνονται, να σβήνουν, να χάνονται. Αυτό δεν το άντεξε. Αναστατώθηκε ως τα τρίσβαθά του. [...] Πήρε δύσκολη απόφαση για μεγάλο έργο. Θα δώσει ψωμί στα παιδιά. Κι όχι μόνο σ'αυτά. Θα τα σώσει από το θάνατο και τον εξευτελισμό. Πώς θα γίνει αυτό;[...]

Οι πλούσιοι κι οι μεγαλέμποροι της Καισάρειας την εποχή εκείνη είχαν καταντήσει απαίσια πληγή για το λαό. Προνοητικοί επιχειρηματίας καθώς ήσαν έβλεπαν την καταιγίδα που πλησίαζε και συνεχώς αποθήκευαν σιτάρι. Στοίβαζαν προϊόντα πρώτης ανάγκης και δεν τα πουλούσαν στις αγορές με συνηθισμένες τιμές.

Σαν άγρια πεινασμένα θηρία παραμόνευαν για το μεγάλο θύμα. Είχαν υπομονή γιατί το στομάχι τους ήταν γεμάτο. Τρόχιζαν τα σουβλερά τους νύχια και το ανάλγητο πνεύμα τους μεθόδευε την αφαίμαξη της φτωχολογιάς. Πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος!!!

Μόλις η έλλειψη τροφίμων κορυφώθηκε άνοιξαν προσεκτικά τις αποθήκες. Αλλά φυσικά για να κάνουν το σιχαμερό έργο της μαυραγοράς. Οι φτωχοί άνθρωποι ξεπουλούσαν το σπιτικό τους και τον εαυτό τους για ένα κομμάτι ψωμί. Και η νύφη της Καππαδοκίας, η όμορφη Καισάρεια κατήντησε πραγματική ζούγκλα. Οι πολλοί εξαγριώθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί, οι λίγοι για ένα κομμάτι χρυσάφι. [...]

Στο χάος αυτό που οι δυνατοί γίνονται δυνατότεροι και οι αδύνατοι αδυνατότεροι έγινε το θαύμα. Η φοβερή αυτή τάξη πραγμάτων ανατράπηκε. Ένας μικρόσωμος καχεκτικός άνδρας υψώθηκε στη μέση του χάους. Τον μεγάλωσε ο Θεός τόσο που τον έβλεπαν όλοι.

Στα χέρια του ο Βασίλειος δε μπορούσε να κρατήσει μαστίγιο, μα ο λόγος του έγινε ανελέητος βούρδουλας. Τον σήκωνε απανωτά κι αλλοίμονο σ'αυτόν που είχε σημαδεύσει. Κι ενώ με το βούρδουλα του λόγου ξέσκιζε το πνεύμα των πλουσίων, την ίδια ώρα το μαλάκωνε με παρακάλια και παρηγοριά. 

Η Καισάρεια κλονίσθηκε συθέμελα. Η τρέλα του Βασιλείου δεν είχε όρια. Και όταν οι περισσότεροι τον πήραν για τρελό, τότε η χάρη του Θεού ημέρεψε λίγο τους πλουσίους και του εμπιστεύτηκαν σιτάρι. [...]

Όταν πια λύγισαν οι πλούσιοι άρχισε άλλο έργο. Πιο δύσκολο τούτο... Να συνάξει και να συντάξει τους επικίνδυνα πεινασμένους. Αυτούς που είχαν μεγαλύτερη, που ήσαν στα πρόθυρα του θανάτου. [...]

Οργάνωσε συνεργεία και σύναξε σε τόπο ευρύχωρο εκείνους που πεινούσαν περισσότερο. Και πριν από όλα τα παιδιά. Τα παιδιά πρώτα. [...] Στους πρόχειρους αυτούς καταυλισμούς χιλιάδες άνθρωποι έβρισκαν λίγο φαγητό για να συνέλθουν. [...]

Άλλα συνεργεία με επικεφαλής τον ίδιο το Βασίλειο γυρνούσαν για έρανο από αρχοντικό σε αρχοντικό, από αποθήκη σε αποθήκη. Μάζευαν κάθε είδος πρώτης ανάγκης, κάθε φαγώσιμο. Άλλα κουβαλούσαν στους ώμους κι άλλα φόρτωναν σε μουλάρια. Όλα έφταναν στον καταυλισμό. Εκεί σε καζάνια παρασκεύαζαν φαγητό...[ ...]

Λησμονήσαμε όμως και τις αρρώστιες. Θερίζουν όταν η πείνα εξασθενίζει τα σώματα. Καιρός τώρα να θυμηθούμε την άλλη επιστήμη του Βασιλείου. [...] νεαρός ο Βασίλειος σπούδασε στην Αθήνα και ιατρική [...] Εργάστηκε στον καταυλισμό ακόμη και σαν ιατρός. Έκανε ό,τι μπορούσε για να θεραπεύει τα σώματα. Ενδιαφερόταν για αυτά όπως ενδιαφερόταν και για τις ψυχές των ανθρώπων. [...]

Από τις ομιλίες του... στην εποχή του λιμού σώθηκαν τρεις...: Ο πλούτος είναι δώρο και μέσο για το καλό του ανθρώπου. Ο πλούσιος είναι διαχειριστής του πλούτου. Πρέπει να τον διοχετεύει όπου υπάρχει ανάγκη και όχι να τον απολαμβάνει μόνος του."

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


" Ο Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες η βία και πονηριά του έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε την Ορθοδοξία και έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισάρεια. Είναι αλήθεια πως οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα του Ουάλη. Άκουγαν ό,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα. Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική του αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν. Η θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. [...] Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ο λαός είχε τρομοκρατηθεί. [...]

Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν η μία την άλλη. Σήμερα τον προσέβαλαν. Αύριο του υπόσχονταν πολλά. [...] Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα. Και ο Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρμενία. Αναγκάστηκε λοιπόν ο βασιλιάς να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισάρεια τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τί έκανε.

Ο Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων που γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος κι απάνθρωπος για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. [...] Η αναμέτρηση με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο [...]

Ο χειμώνας της Καππαδοκίας έχει πέσει βαρύς. όλα ήσαν παγωμένα και έδειχναν ακίνητα. Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος. Στο σπίτι του ο Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα που έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί. Πώς; Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό. [...]

... Με τα λόγια τούτα ο Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται η αυθάδειά του. Ο Μόδεστος το κατάλαβε. Ένιωσε να τον ξεγυμνώνουν, να του παίρνουν τη δύναμη με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.

Άναψε και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχτηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού, αγέρωχου άνδρα' να το κάψει, να το σκορπίσει. Μεμιάς ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:

Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;

Βασίλειος: Μα, τί μπορείς να μου κάνεις; Τί πρόκειται να πάθω.

 Τώρα πια ο έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. Άθελά του η θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ο σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματά του. Όρθιος και αγριώτερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:

Μόδεστος: Τί μπορώ; Ένα από τα πολλά που έχω δικαιοδοσία.

 Η ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Απ'τη στιγμή όμως που δε φοβήθηκε την ανθρώπινη οργή, κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά. Δεν το έκανε.[...] Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: "Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πως δεν έχω τίποτα από αυτά που μπορεί να βλάψει ο άνθρωπος τούτος;" ....

Βασίλειος: Ποιά είναι αυτά που θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω.

Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο.

Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισέ με, αυτά δε με νοιάζουν.

Ο εξαγριωμένος έπαρχος ένιωσε τα λόγια τούτα μαχαίρι στα νεφρά του. [...] Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά, ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μικραινε. Γινόταν αυτός που ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε.

 Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό; Πώς και δε φοβάσαι;

Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός που δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βιβλία. Αυτά είναι όλο το βιος μου, Μόδεστε! Η εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και η Καισάρεια στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος. 

Τα βασανιστήρια; Τί να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελιώσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον οποίο ζω και αγωνίζομαι. Βιάζομαι να φτάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!

Ποιός θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον που ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια! Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών. 

Ο Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο.[...]

"Νικηθήκαμε βασιλιά μου , από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας..." "
Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


"Από το χειμώνα του 367/8, δούλευε στο μυαλό του ένα καταπληκτικό σχέδιο για μια πολιτεία που θα ανακούφιζε τον πόνο. Ο δυνατός αυτός άνθρωπος που άντεχε το δικό του σωματικό πόνο, λύγιζε στον πόνο του συνανθρώπου του και πάσχιζε να τον ανακουφίσει με κάθε τρόπο. Πόσος κόπος θα χρειαζόταν, πόσα έπρεπε να θυσιάσει... αυτά δε μετρούσαν, δεν τα υπολόγιζε. Φτάνει να έβλεπε λίγο χαμόγελο στο πρόσωπο του αρρώστου. 

Τώρα που ήταν πια αρχιεπίσκοπος της ξακουστής μα και ταλαίπωρης Καισάρειας ήταν αποφασισμένος να βάλει σε ενέργεια την ελπίδα του, το σχέδιό του δηλαδή. ...

Έλα όμως που όλα τα δαιμονικά τάγματα έπεσαν επάνω του να τον αφανίσουν... Αιρετικοί, κακόδοξοι, παλατιανοί, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, οι μικρότητες των ορθοδόξων, η απαιδευσία του λαού, η ανελέητη αρρώστιά του' όλοι και όλα βάλθηκαν να του κόψουν το δρόμο. Οι δυνατοί όμως δε μικραίνουν. [...]

Στο πρώτο εξάμηνο της ακάνθινης τούτης χρονιάς (372) βρήκε το κουράγιο να θεμελιώσει το ελπιδοφόρο συγκρότημα. [...]"

 

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα

"Κουράστηκε το φτωχικό δωμάτιο από την άσκηση του ιερού άντρα. Απόκαμε και το σώμα του τυλιγμένο ακόμα στο τρίχινο ράσο, χειμώνα καλοκαίρι. 

Όλα έβαλαν υπογραφή για το τέλος του. Ο κόσμος είχε κουρασθεί από τη δυνατή παρουσία του άνδρα. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν τον άντεχε. Σιωπηλά ήθελε το θάνατό του. Το μεγαλείο του νεκρού δε χρειάζεται δύναμη να το σηκώσεις. Γιατί απλούστατα δεν το σηκώνεις. Αντίθετα ο άγιος νεκρός, το πνεύμα του άγιου νεκρού, σηκώνει το βάρος του ζωντανού κόσμου. Τον ενισχύει στη μαρτυρική επίγεια ζωή.

Την αλήθεια τούτη λίγοι άνθρωποι τη συνειδητοποιούν. Οι πολλοί κάτι ψυχανεμίζονται μα δεν την αποκρυπτογραφούν." 

(*αποσπάσματα από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδόπουλου "Η ζωή ενός Μεγάλου- Βασίλειος Καισάρειας", εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)


Καλή κι ευλογημένη χρονιά!

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Χριστούγεννα στη σπηλιά - Φώτη Κόντογλου


του Φώτη Κόντογλου...









( *"Διηγήματα των Χριστουγέννων", Καρκαβίτσας- Μωραϊτίδης- Κόντογλου- Παπαδιαμάντης, εκδόσεις: Αρμός, εικονογράφηση: Γιώργος Κόρδης)


Καλά, ευλογημένα Χριστούγεννα!!!

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Τα λιοπερίβολα των Αγίων Αναργύρων....


Γλυκιά βραδιά, γλυκιά κούραση και φορώντας ακόμη τα ρούχα της δουλειάς μη και χάσω τη λιγοστή ενέργεια που μου απομένει παλεύω να συγκεντρώσω τις σημερινές εικόνες σε λέξεις, μπας κι αποτυπώσω τα χρώματα της μέρας στην ψυχρή οθόνη.... Χρώματα λαδιά, πράσινα και καφετιά... χρώματα της ελιάς, της γης, των ζωντανών, κι ύστερα των καντηλιών που αχνοφέγγουν στο σκοτάδι...


Λιγοστές οι ελιές, λιγοστό το μαξούλι φέτος στα χωριά μας, για λίγους τυχερούς που θα πουλήσουν λάδι σε τιμές πρωτόγνωρες. Ή, όπως, είπε κι η μάνα μου σε κάποιον που παραπονέθηκε πως φέτος με τέτοιες τιμές είχε ελάχιστη σοδειά, "Φροντίζει ο Θεός... φέτος που δεν έχεις μαξούλι νά'χει τιμή το λάδι για να τα βγάλετε πέρα..."  Να δούμε, βέβαια, πώς θα τα βγάλουμε γενικότερα πέρα...


Στα πρώτα δένδρα λιγοστός ο καρπός, τόσο που καθώς γυρνοβολούσα
 να μαζέψω ό,τι έπεφτε καταγής, μέχρι να γεμίσουν τα πανιά, ένιωθα σαν ν'ακολουθώ τα χνάρια του Κοντορεβυθούλη...Κι όμως, παρακάτω, νά'σου και κλαδιά να λυγάνε απ'τον καρπό: "Καλέ τούτες, είναι φορτωμένες! Αντώνηηη δες εδώ!" Και μια οι αρίλογες, μια οι φορτωμένες, μια να καθαρίσουν τα πανιά και μια να μαζευτεί η φρέσκια πεσιά... μας έπιασε η νύχτα... 


Τα πουλιά κουρνιάσανε, τα τιτιβίσματα λιγόστεψαν, τα γιδοπρόβατα που σεργιανίζανε ν'αρπάξουν τα τρυφερά λιόφυλλα φύγαν για το μαντρί τους κι εμείς φορτώναμε κλούβες στο αγροτικό καθώς το σκοτάδι άπλωνε το πέπλο του στο περιβόλι. Η νύχτα γλυκιά, σχεδόν καλοκαιρινή, να σε ξεγελά. Πρώτη χρονιά με φωνάζουν για ελιές τόσο νωρίς. Είναι, βλέπεις, λιγοστές και πρέπει να τις προλάβουμε πριν πέσουν στη γη και δεν απομείνει τίποτα...


Καληνυχτηθήκαμε. Εκείνοι θα πήγαιναν στο καλύβι να ξεφορτώσουν... Μα, τί όμορφη βραδιά! Κι αυτή η γλυκιά κούραση του σώματος, όταν το μυαλό έχει καθαρίσει από τη σκαρταδούρα με το φως του καταγάλανου ουρανού, με τα κελαρύσματα των πουλιών και το ρυθμικό, υπόκωφο χτύπο του λούρου... Και, να, συναπαντήθηκα με το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων. Ανάμεσα στα λιοπερίβολα, κρυμμένο μες στη σκοτεινιά... "Γιορτάζουν απόψε" σκέφτηκα και μου κακοφάνηκε το τόσο σκοτάδι. Θυμήθηκα εκείνα τα λόγια του Αντώνη πέρσι το χειμώνα, παραμονές Χριστουγέννων:
"Ευλογημένο το δέντρο της ελιάς. Θέλω να πιστεύω πως είμαστε κι εμείς που ασχολούμαστε μ'αυτά. Χθες, Ολγίτσα μου, βράδυ ήταν, φεύγοντας από το καλύβι σταθήκαμε στους Αγίους Αναργύρους ν'ανάψουμε τα καντηλάκια και να κάνουμε το σταυρό μας... Ήταν μαγικά... Ουρανός με αστέρια και σύννεφα ανάμεικτα, χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα υγρή και γαλήνια, το εκκλησάκι μικρό κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το χωριό καθισμένο στην πλαγιά του βουνού φωταγωγημένο, το ρολόι να χτυπά μες στη νύχτα επτά και το εκκλησάκι να φωτίζεται με τα αναμμένα καντηλάκια του μέσα στο Χριστουγεννιάτικο βράδυ, Φαντάζεσαι Ολγίτσα μου ...αγρυπνία... με χριστουγεννιάτικες καταβασιές... πόσο ωραία εορταστική ατμόσφαιρα θα δημιουργούσαν; Και μετά να κοινωνούσαμε και μετά στο καλύβι κοντά στο τζάκι για κρασόζουπα και ελιές πατσαστές...!"
Κοντοστάθηκα. Τηλεφώνησα στον Αντώνη: "Εσύ θα ξέρεις, που είναι το κλειδί ν'ανάψω ένα καντήλι;" "Γύρνα πίσω, να σου δώσω και λάδι!"



Βρεθήκαμε να πίνουμε από ένα τσιπουράκι στην αυλή του καλυβιού, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δένδρα. Κι ύστερα όλοι μαζί, φεύγοντας, ν'ανάψουμε τα καντηλάκια σ'τσΑγιανάργυροι που γιορτάζανε απόψε... Κι αύριο, δυστυχώς, δε θα λειτουργηθούν. Γιατί, λέει ο παπάς, κόσμος δε μαζεύεται... Τουλάχιστον να μην νομίζουν πως όλοι τους ξεχάσαμε... και πως μοναχά τους θυμόμαστε όποτε έχουμε κάποια ανάγκη...



Κλειδώσαμε. Από το μικρό παραθύρι αχνοφέγγιζαν οι φλογίτσες από τα φυτίλια... Μας καληνύχτιζαν μ'ένα τρεμάμενο φως, θαρρείς και χαμογελούσαν στα κρυφά, χαρίζοντάς μας μια ζεστή θαλπωρή στην ψυχή μας... Τ'αποχαιρετήσαμε συνωμοτικά, τ'αφήσαμε να πανηγυρίσουν μονάχα στη τόση γαλήνη τούτης της βραδιάς, χωρίς ανθρώπινες παραφωνίες, τους αγίους που τόσα χρόνια πιστά διακονούνε...


Χρόνια πολλά κι ευλογημένα...

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

καταιγίδα... (ή, στην Παναγιά τη Λαμπηδόνα)

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κατήφορος:

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. 'Ισα που προλαβαίναμε να φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει για τα καλά. Και δε γνωρίζαμε καν αν είχε απομείνει μονοπάτι ή κάτι που να μοιάζει με αυτό μετά από τόση καταστροφή. Η τόση θλίψη των ημερών έπρεπε, θαρρείς, κάπως να κατανικηθεί έστω με την αύξηση της αδρεναλίνης! Αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπήκαμε στη διαδικασία. 

Τελικά, παρόλες τις βαθιές αυλακιές απ'το ορμητικό νερό και τις κατολισθήσεις σε κάποια σημεία, ήταν σχετικά βατό. Απλά σε συνδυασμό με τον απότομο κατήφορο και τη σκοτεινιά ο βαθμός δυσκολίας μεγάλωνε κι η αίσθηση πως κινδυνεύεις να γλυστρίσεις στο πουθενά προκαλούσε μια εσωτερική αναταραχή. 

Ανήφορος: 

Νύχτωσε. Ανηφορίζαμε σχεδόν στα τυφλά. Γρήγορα, πριν μας καταπιεί εντελώς το σκοτάδι. Χαλαρά, όμως, και κουβεντιάζοντας. Στον ανήφορο δεν κινδύνευες να γκρεμοτσακιστείς! Κι ας θεωρείται πιο κοπιαστικός. Συλλογιζόμουν την ανατομία μας, την κλίση των μελών μας στο περπάτημα... Ναι, είμαστε πλασμένοι για ανηφόρες! Η ίδια η φύση μας το μαρτυρά! Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για ν'ανηφορίζει. Είναι ουσιαστικά κατασκευασμένος να ακολουθεί δρόμο ανηφορικό. Πώς δεν το έχουμε αντιληφθεί; Στον κατήφορο χάνει την ισορροπία του κι αγωνιά, κινδυνεύει... να τσακιστεί, να κατρακυλήσει, νά'χει μια πορεία γεμάτη ταραχή, να χάσει την ψυχή του...


"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι".... (Μαρκ.8,34)

Πόσο παράλογο ν'αντέξεις πια; Επήλθε κορεσμός. Σαν τούτο τον κορεσμό της γης μετά από τη συνεχόμενη καταιγίδα. Και σφουγγάρι νά'ταν, θα ξερνούσε νερό. Έτσι κι η ψυχή δεν το χωράει τόσο παράλογο! Γιατί παντού, μα παντού κυριαρχεί μια τρέλα, μια παράνοια, μια διαστρέβλωση των πάντων, μια παραμορφωμένη εικόνα, ένας αποσυντονισμός, ένα ψέμα, μια αηδία, ένα χάος... που σου επιβάλλουν βίαια να αποδεχτείς, να ζήσεις μέσα σ'αυτό: να το καταπιείς και να το χωνέψεις αμάσητο, μάλιστα! Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες δε γίνονται δεκτές. Αν αντιδράσεις μαστιγώνεσαι ή λοιδορείσαι άγρια και γελοιοποιείσαι βασανιστικά. Πρέπει απαρεγκλίτως να αποδεχτείς το επίσημο αφήγημα, την πραγματικότητα/κανονικότητα που σου σερβίρουν. Τί επιλέγεις;

"ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου"
(Μαρκ.8,15)

Πολλοί καταπίνουν τούτο τον παρανοϊκό αχταρμά που τους σερβίρουν ως πραγματικότητα, νομίζοντας ίσως πως μόνον έτσι θα επιβιώσουν και θα ανταπεξέλθουν στις συνθήκες, με αποτέλεσμα τον κορεσμό της ψυχής τους από "παρά φύσιν" χαοτικό υλικό το οποίο, εν συνεχεία, αναγκαστικά αρχίζει να "ξερνάει" και να αναπαράγει αυτή η ίδια. Όμως η πάλη για επιβίωση με τούτο τον τρόπο οδηγεί μαθηματικά σε "βίο αβίωτο" και για τους ίδιους και για τους διπλανούς. Και σε σίγουρο βασανιστικό μελλοντικό πνιγμό.  Κάποιοι λίγοι μπόρεσαν κι έστησαν κάποια αναχώματα ώστε να μην τους πάρουν σβάρνα τα ορμητικά λασπόνερα, αλλά αυτοί συνήθως σιωπούν για να προφυλαχτούν, μην αντέχοντας να ανοίξουν μια πιθανή δίοδο κινδύνου. Είναι, βλέπεις, κι αυτοί στα όρια του κορεσμού, λίγο πριν ξεπεραστεί η κρίσιμη στάθμη. Κι ελάχιστοι, όπως πάντα, παλεύουν να κολυμπήσουν μέσα σε τούτα λύματα προσπαθώντας ν'αναπνεύσουν ουρανό, για να χτίσουν αναχώματα για τους γειτόνους τους, για να πετάξουν παραδίπλα λέμβους σωτηρίας. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με τούτους φροντίζουν να ανακατεύονται κι οι διάφοροι μασκοφορεμένοι σατανάδες του αφηγήματος καθώς και ουκ ολίγοι μη σκεπτόμενοι φανατισμένοι γραφικοί, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση, να τους καταστήσουν δυσδιάκριτους και να τους απομονώσουν...

"Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών —
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο..."

"ἀλλ᾿ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον
δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ,
ὅν ποτ᾿ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς
ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥ᾿ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν."
(Οδύσσεια θ492)

Πήραμε τον κατήφορο... κι όχι μόνο τούτο! Κι εκεί που κάνεις στροφή ν'αλλάξεις κατεύθυνση, κάποιος θα κατρακυλήσει καταπάνω σου να σε πάρει αντάμα! 

Κι αν μέχρι τώρα κατοικούσαμε δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα (βλέπε: το σπήλαιο και οι δεσμώτες - πάντα επίκαιρο!), τώρα, όχι μόνο δε βγήκαμε στο φως, αλλά οδεύουμε σε μια μορφή ανθρωπότητας που περιέγραφε κάλλιστα ο Αισχύλος με τα λόγια του Προμηθέα: "νήπιοι όντας το πριν, νου τους έδωσα και ικανότητα να το χρησιμοποιήσουν..... εκείνοι πρώτα , ενώ έβλεπαν, μάταια έβλεπαν κι ενώ άκουγαν, δεν άκουγαν. Αλλά με ονείρων μορφές όμοιοι στο μακρύ τους βίο όλα τά'χαν ανακατεμένα...."

"ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.[...]
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα..."
("Προμηθεύς Δεσμώτης", 443-4 &447-50)

Καταιγίδα....
Τα νερά παρέσυραν στα χαμηλά όλες τις αμαρτίες μας! Κι έγινε ένας βόρβορος... πώς να σωθείς; Τα υψώματα κατακρημνίστηκαν κι οι κάμποι γέμισαν πτώματα κι αποκαϊδια... Πόσος πόνος, πόση θλίψη... οι λέξεις ηχούν τόσο πάμφτωχες να περιγράψουν την πραγματικότητα, ή να φωτογραφίσουν το συναίσθημα... Αληθινή τραγωδία.. 

Κι όμως, καθώς περπατούσα παρατηρούσα πόσο άστραψε το αυλάκι κι οι πέτρες του καλντεριμιού μετά από τους χειμάρρους που ξεχύθηκαν παντού επί εικοσιτετράωρα, πώς φάνηκε λαμπερό στο βάθος το πλακόστρωτο στη γειτονική ρεματιά που η μανία του νερού κατάπιε τους όχθους κι άφησε τις κολώνες των τηλεπικοινωνιών μετέωρες, πώς έλαμψε κάθε ύψωμα, ενώ πνίγηκε στις λάσπες κάθε χαμήλωμα της γης... Τα ορεινά χωριά γκρεμίστηκαν και ξεπλύθηκαν, τα παραλιακά βουλιάξαν στα λασπόνερα. Κι εμείς; 


Αφού πέρασε το σοκ των πρώτων ημερών για όσα συμβαίνουν γύρω μας, παραμονή του Σταυρού, ακολουθώντας ένα τσακισμένο οδικό δίκτυο φτάσαμε στην πρώτη από τις λίγες, πλέον, προσβάσιμες -προφανώς μετά προσοχής- παραλίες του Αιγαίου, αναζητώντας την ύστερη εικόνα. Κορμοί κάθε λογής και μεγέθους σχημάτιζαν παντού σωρούς. Ο χείμαρρος είχε κατεβάσει ολόκληρα δέντρα, μαζί με πέτρες που απλώθηκαν και μετακίνησαν τα όρια του αιγιαλού, με τη θάλασσα να οπισθοχωρεί και την παραλία να διπλασιάζεται! Οι κορμοί γδαρμένοι, ξεφλουδισμένοι, λειασμένοι, τρυφεροί... νεκρά κούτσουρα που είχαν επανέλθει, θαρρείς, στη βρεφική φρεσκάδα τους! Και τούτα τα νερά! Πόσο καταγάλανα! Πού χάθηκε όλη η λασπουριά πού'χαν καταπιεί; Πότε πρόλαβαν να αλλάξουν οι καφετιές εικόνες των προηγούμενων ημερών και να κερδίσουν ξανά το γαλάζιο του ουρανού; Πόσο λεύτερη ν'αναγεννηθεί η θάλασσα, πόσο τραγικά υποδουλωμένη στη μοίρα της η λίμνη, τελικά.... Εσένα η ψυχή σου τί νερά κουβαλά;



Λίγο πιο πάνω έστεκε αγέρωχο το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμπηδόνας.

Οι μελωδικές φωνές από τις μοναχές που έψαλλαν τον Εσπερινό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έφτασαν μέχρι τα αυτιά μας. Ανηφορίζοντας και πάλι, μια στάση εδώ, για την Παναγιά, το Σταυρό και λίγο μοσχοβολιστό θυμίαμα τριαντάφυλλο... Για μιαν ανάσα απ'τον ουρανό.... μακριά από το παραλήρημα του άρχοντα του κόσμου τούτου...


"Κατοικούσαν μες στη γη σα μικροσκοπικοί μέρμηγκες στους μυχούς ανήλιαγων σπηλαίων. Για αυτούς δεν υπήρχε ένδειξη χειμώνα, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε καρπερού καλοκαιριού, αλλά χωρίς κρίση το παν έπρατταν...", συνεχίζει ο μεγάλος Αισχύλος, μιλώντας για την ανθρωπότητα...

"... κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον..."
(Προμηθεύς Δεσμώτης, 452-7)

Καλό φθινόπωρο, καλή δύναμη και φώτιση για όσα μύρια έπονται... 

   Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
        Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
(Οδυσσέας Ελύτης,  Αξιον Εστί- Ψαλμός Z)

Υ.Γ. Θερμοπαρακαλώ... μη μου γράψει κανείς περί κλιματικής κρίσης και λοιπών εικονικών κρίσεων... Δεν αντέχω! Έχει επέλθει κορεσμός στην ψυχή μου, θα ξεχειλίσω...

Υ.Γ. 2. Πάμε άλλη μία:

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς