Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταματοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταματοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Το ποδαρικό της αγελάδας κι άλλα έθιμα πρωτοχρονιάτικα!



("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Το βράδυ τούτο, που όλος ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και μαζί με την αλλαγή του χρόνου και την αλλαγή της τύχης του, δεν κοιμάται, αν δε βεβαιωθεί για "τα μέλλοντα συμβήναι άγνωστα τοις θνητοίς" και αν δε γνωρίσει το άγνωστο τμήμα της Μοίρας του. Γι'αυτό και παίζει, γι'αυτό και γλεντάει, γι'αυτό και κάνει διάφορα μαντέματα.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας, σαν συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχουλεύοντας τα παχνιά με τα χέρια του, μάζευε κάμποσα σπυριά στάρι, όπως έπεφτε απ'τ'άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπειρί για τον καθένα, τόβαζε στη ζεστή πλάκα της "παρστιάς" του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα πού θα πήγαινε, την ώρα που θάσκαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας. Κι' αν σκάζοντας πετούσε προς τ'απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γερωσύνης, για κείνον που το βάζανε. Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν'αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας....[...]
....τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας [...] κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ'ένα καθρέφτη περίμεναν ν'ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ'τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ'έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Τ'όνομά που άκουσα, νά είναι τ'όνομά του!
Του χρόνου νάναι κύρης μου, κι εγώ νά'μαι κυρά του."

(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Για τον Κρητικό κάτοικο της υπαίθρου ο Άγιος Βασίλης ήταν ζευγολάτης που ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια για να προλάβει τη σπορά πριν προχωρήσει ο χειμώνας. Έσπερνε κριθάρι, σιτάρι, ταγή και ρόβι, όπως λένε τα κάλαντα, όπως έκανε και ο κάθε κρητικός αγρότης. [...]
Για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πρωτοχρονιάτικες επισκέψεις, οι άνθρωποι λάμβαναν τα μέτρα τους επιλέγοντας για το ποδαρικό της χρονιάς ένα παιδί "άκακο και προκομμένο". Ωστόσο, σε πολλές περιοχές δεν το διακινδυνεύανε. Αντί για άνθρωπο επέλεγαν ένα ζώο ή ένα εικόνισμα. Κατά γενικό κανόνα, οι οικογένειες που είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους την αγροτική παραγωγή, επέλεγαν μιαν αγελάδα για να τους κάνει το ποδαρικό. Κι αν είχαν ως προτεραιότητα την κτηνοτροφία, ένα πρόβατο. [...]
Το πρωί της Αρχιχρονιάς φρόντιζαν να βάλουν την αγελάδα στο σπίτι, να την κεράσουν με ψωμί ή γλυκίσματα και να την αφήσουν εκεί για κάμποση ώρα. Αλλού είχαν ζυμώσει ειδικά κουλουράκια τα οποία κρεμούσαν στα κέρατά της, ένα στο καθένα, και αλλού ειδική πίτα, τη βουιδόπιτα, πάνω στην οποία είχαν βάλει ένα κορδόνι με ζυμάρι και είχαν σχηματίσει το ζυγό, σύμβολο της επίπονης αλλά και της ευλογημένης και έντιμης εργασίας, όπως και της καλής σοδειάς. Θεωρούσαν πολύ καλό σημάδι το να "κατουρήσει μέσα στο σπίτι" η αγελάδα.[...]
Τα κουλούρια που κρεμούσαν στα κέρατα των βοδιών γίνονταν με το ζυμάρι των πρωτοχρονιάικων ψωμιών. Ήταν η "καλή χέρα" που έπαιρναν τα ζώα. [...]"


(Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)






("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Σύνταχα την Πρωτοχρονια, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγκαδίσια νερά, γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά, για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουν μες στο θαμποσκόταδο, χορέυοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ'τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε..[...] Αν όμως τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. [...]
Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά....."


(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Αλλά κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, έτσι θυμούνται οι παλιοί: "Στην αλλαγή του χρόνου έβανε η μάνα μου ένα μεγάλο κουτσουμπάνι στη φωτιά να καίει όλη μέρα. Έσβηνε την παλιά φωτιά κι έβαζε καινούρια μ'αυτό." Και το πρωί, "πάαινε η μάνα μου, έπαιρνε μια πέτρα και την έβαζε πίσω απ'την πόρτα για νά'ναι το σπίτι γερό, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Πάαινε το πρωί κι έπαιρνε με το κανάτ' νερό στη βρύση για νά'ναι αμίλητο και τό'φερνε να πιούμε στα ποτήρια."



(Νίκος Καζαντζάκης, "Αλέξης Ζορμπάς", εκδόσεις Δημητράκου)


"Στη Σούδα και σ'άλλα μέρη της Κρήτης την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, τα παιδιά περνούσαν και σπάζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από μια "ασκελετούρα" λέγοντας "χρόνια πολλά!".
Στα χωριά της Πρέβεζας, κρεμούσαν κρεμμύδες στις πόρτες των σπιτιών ή τις βάζανε στα κεραμίδια, "για να διώχνουν τα κακά". [...]
Οι μπότσικες, οι κρεμμύδες, τα σφερδούκλια και οι ασκελετούρες είχαν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο νόημα. Όλα τούτα είναι σύμβολα της μακροζωϊας και της ανανέωσης του ανθρώπινου οργανισμού, που τόσο τα ποθούσε ο άνθρωπος και τα δυο, γιατί τούτα τα φυτά, αντί να μαραθούν και να σαπίσουν, όταν τα ξεριζώνουν και τα χωρίζουν από τη μάνα γη, αυτά όχι μόνο δε μαραίνονται και δεν σαπίζουν, μα βγάζουν καινούρια φύλλα και νέα βλαστάρια από το σώμα τους...."


(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)

("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Καλή Χρονιά!

Χρόνια πολλά, όμορφα και λεύτερα!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς"..

Χριστουγεννιάτικες μοσχοβολιές ...

Καταγράφει ο πηλιορείτης λαογράφος μας, Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο") για τα εδέσματα των ημερών:

"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα (βλέπε: Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς) ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα. Φυσικά υπάρχει πάντα η παραδοσιακή "Άι-Βασ'λόπ'τα" (ή σκέτα Βασ'λόπ'τα) που παλιότερα ήταν σκέτο ψωμί, μέσα στο οποίο η κάθε νοικοκυρά έβαζε, εκτός απ'τον καθιερωμένο "παρά" κι ένα τσακνάκι κλήμα, ένα κοτσανάκι ελιά, ένα άλλο από πουρνάρι, ένα ακόμα από σ'καμνιά, ένα άχυρο κι ένα κλαδάκι κρανιάς (σύμβολο υγείας) που φυσικά έφταναν στα κομμάτια των τυχερών της φαμελιάς, για να τους δώσουν συμβολικά κι αντανακλαστικά τη γνωστή αντίστοιχη εύνοια μέσα στον καινούριο χρόνο."

Όσο για τα γλυκά των ημερών, εδώ στο Πήλιο, πέρα απ'τα γνωστά φοινίκια ή μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, συνηθίζουν να φτιάχνουν τις φλογέρες και τα "χαμαλιά" (βλέπε: Πηλιορείτικα "χαμαλιά" και "φλογέρες"), με το χαρακτηριστικό τριγωνικό δίπλωμα που θυμίζει φασκιές, σπάργανα ("τα σπάργανα της Παναγιάς"). Γιατί τούτες τις μέρες των Χριστουγέννων, συνηθίζονταν σ'όλη την επικράτεια διάφορα εδέσματα που η μορφή τους συμβόλιζε τα σπάργανα του νεογέννητου Χριστού, από τους τυλιχτούς λαχανοντολμάδες (που κατά κύριο λόγο γίνοταν με γέμιση από κιμά χοιρινό, που προερχόταν απ'τα χοιροσφάγια), μέχρι τα διάφορα γλυκά, συνήθως νηστίσιμα, με τη μορφή δίπλας. Καταγράφει, ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο"), σχετικά:

"Εκτός από το δυνάμωμα της φωτιάς του τζακιού με πολλά και χοντρά ξύλα, "για να μη κρυώσ' η Παναγιά", οι γυναίκες ταυτίζοντας τη λεχωνιά της Παναγιάς με τη λεχωνιά των άλλων γυναικών, που θέλανε καλή και μπόλικη τροφή "για να μη κοπεί το γάλα τους", φρόντιζαν όχι μόνο για τη ζεστασιά της, μα και για την καλυτέρεψη και την ενίσχυση της τροφής της. Κι' όπως σ'εκείνες πήγαιναν "λαγγίτες" και "μπογανίκια", έτσι έφτιαχναν και "λαγγίτες" για την Παναγιά, που ήταν λεχώνα.
Τις "λαγγίτες", που σ'άλλα μέρη τις λένε "λαλαγγίτες", "λαλαγγίδες", "λαλαντζίτες", "πιτλίδες", "πιτιλίτσες", "λαλάγγια" και τηγανίτες, τώρα τις λέγανε "σπάργανα της Παναγιάς".
Τις "λαλαγγίτες" στην Ήπειρο τις έψηναν στην καυτή πλάκα της φωτιάς του τζακιού, για νάναι απόλυτα νηστίσιμες, στα δε άλλα μέρη στο τηγάνι με καυτό λάδι. Στο Πωγώνι, για να ψήσουν τις "λαλαγγίτες", βάζανε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα την "πυροστιά" και πάνω στην πυροστιά μια "πλάκα" ή μια λαμαρίνα. Πάνω στην πλάκα ή στη λαμαρίνα, αφού καιγόταν πρώτα καλά, έριχναν το νερουλό ζυμάρι και το άπλωναν, για να γίνει σαν φύλλο. Το φύλλο αυτό σαν ψηνόταν από τη μία μεριά, το γύριζαν και ψηνόταν κι'από την άλλη. Ύστερα βάζανε τα φύλλα το ένα πάνω στ'άλλο, σ'ένα χαλκωματένιο ταψί και αφού τα περίχύναν με μέλι ή σιρόπι, ανακατεμένο με κοπανισμένα καρύδια, για να γίνουν αφράτα και νόστιμα, τα τρώγανε. [...] Τα"σπάργανα της Παναγιάς" τα τρώγανε το ίδιο βράδυ με μέλι ή με ζάχαρη. Όσοι ήταν φτωχοί και δεν είχαν ζάχαρη ή μέλι, τα τρώγανε με καρύδια κοπανισμένα με σκόρδο και αλάτι, που τ'ανακάτευαν με ζεστό νερό και τάκαναν "καρυδοζούμι"."

Αλλά, ας δούμε και τ'αντίστοιχα "σπάργανα", σε μια μικρασιατική εκδοχή ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα):

Πάντως, στις περισσότερες περιοχές, κυρίαρχο έδεσμα των ημερών, εκτός από την κότα ("Πρωτοχρονιά εσφάζανε κότα, όχι πετεινό, γιατί ελέγανε τον αρχηγό δεν τόνε σφάζουν"), ήταν το χοιρινό, σε διάφορες μορφές του, το προερχόμενο από τα "χοιροσφάγια" (βλέπε: Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), που τουλάχιστον εδώ στα χωριά μας γίνονταν παραμονές Χριστουγέννων, αλλά συχνά και παραμονές των Φώτων. Σημειώνει ο Κώστας Καραπατάκης:

"Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έπρεπε να μείνει κανείς χωρίς χοιρινό κρέας. Κι εκείνοι που δεν είχαν και δεν έσφαζαν δικό τους γουρούνι, έπρεπε να φάνε και να χαρούν κι αυτοί, όπως και οι άλλοι. Γι'αυτό και η αλληλεγγύη τους ήταν πολύ ανεβασμένη.
Αν ένας δεν είχε γουρούνι στο χωριό, όλοι οι άλλοι του στέλναν από ένα μεγάλο κομμάτι ψαχνό κρέας, μισής ή μιας οκάς και τον βοηθούσαν να χαρεί κι αυτός με την οικογένειά του τούτες τις μέρες, χωρίς να νιώσει τη στεναχώρια της ανέχειας."


Βέβαια, σε περιοχές που δε συνήθιζαν να εκθρέφουν χοίρους, το γιορταστικό τραπέζι αντί για χοιρινό κρέας μπορούσε να περιλαμβάνει αρνίσιο ή κατσικίσιο. Όσο για τη Βασιλόπιτα (βλέπε και: Βασιλόπιτα και έθιμα πρωτοχρονιάτικα), η οποία ανά περιοχές της Ελλάδας πλαθόταν από τελειώς διαφορετικά υλικά, στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, συνήθως είχε μορφή άρτου με διάφορα μυρωδικά. Για τα έθιμα του Κλήματος Σκοπέλου, μας πληροφορεί ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια"):

"Όταν τέλειωνε η εκκλησιά, θαμπά ακόμα, πήγαιναν στο σπίτι, όπου έτρωγαν τηγανίτες, "μαργαρίτις" τις αποκαλούσαν κι ύστερα μαζεύονταν στο γιορτινό τραπέζι, το οποίο ήταν όντως χαρμόσυνο, μετά από τόση περίοδο νηστείας και τρώγανε συνήθως σούπα από κότα ή κάποιο "πράμα" αρνί ή κατσίκι, από αυτά που ανάθρευαν για να το φάνε αυτές τις καλές ημέρες. Συνήθιζαν, μάλιστα, να κάνουν και "πατσί", το οποίο άφηναν να παγώσει και το τρώγανε κρύο' ήταν δηλαδή η γνωστή στη Σκόπελο πηχτή.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ζύμωναν "τσ'κλούρις", τις οποίες "τσουγκράνιζαν", δηλ. κεντουσαν με προσοχή κάνοντας σχήματα μαργαρίτας χωρίς τον κορμό της ή απλώς σχεδιάζοντας το άνθος της. Η όλη διαδικασία γινόταν ως εξής' αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει ζάχαρη, κανέλα, μυρωδικά και καμμένο ελαιόλαδο, το άφηναν να "γίνει". Μετά το έβαζαν σε μεγάλο ταψί και σχεδίαζαν το άνθος με προσοχή' και παίρνοντας δυο σπιρτόξυλα, σήκωναν ελαφρά το ζυμάρι, ώστε να σχηματιστεί με "πτήδιο" και νοικοκυρεμένο τρόπο το λουλούδι επάνω στην επιφάνεια, που με το ψήσιμο φαινόταν σαν ανάγλυφο. Μάλιστα, για πιο φανταχτερό στόλισμα, τοποθετούσαν σε τρεις μεριές ολόκληρα καρύδια σπασμένα ή όχι και γύρω από αυτά βάζανε "κοκόσες" από ξεφλουδισμένο αμύγδαλο, τις οποίες κάρφωναν κάθετα στο ζυμάρι. [...] Το απόγευμα της παραμονής οι νύφες πήγαιναν στην πεθερά την κουλούρα τυλιγμένη σε καθαρό μαχραμά, ενώ στο καλαθάκι έβαζαν γλυκά και κάποιο καινούριο ρούχο για να το φορέσουν την επόμενη μέρα, την Πρωτοχρονιά για το καλό."


Ενώ, στο Φερτέκι, περιφέρεια Νίγδης ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα"):


Όσο για τους τσοπάνηδες, με τα πολλά κοπάδια, τα εδέσματα των ημερών, μετά από την πολυήμερη νηστεία, εμπεριείχαν και νοστιμιές πλούσιες σε γάλα. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Όλόγυρα και παρεκεί, πολύπειρες βλάχισσες κι ανήξερες βλαχούλες, ανασκουμπωμένες και βιαστικές, περίχαρες και γελαστές, με σιγοτράγουδα κι αχνόγελα στο στόμα, διπλοκαίνε τους φούρνους και τις γάστρες, για να ψήσουν τις καλόφτιαστες τις πίτες, στραγγίζουν τα μαζεμένα γάλατα και χτυπούν τους κρόκους των αυγών για να φτιάξουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Απ'΄ολα το πιο ξεχωριστό και νόστιμο είναι το κοκοφρίνι, που γίνεται μ'αυγά και μαζεμένο πρωτόγαλο.
Ανήμερα το πρωί θα φάνε κιόλας την καλόγευστη "κλάστρα" π'αρταίνει και νοστιμίζει το στόμα ύστερα από τόσες μέρες σαρακοστή. Γιατί οι τσοπαναραίοι συνηθίζουν να μην αρταίνονται το σαρανταήμερο. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό, σ'απαντούν πως "παθαίνουν τα ζωντανά". "Αρρωσταίνουν και ψοφούν παράκαιρα". "Απορίχνουν οι έγκυες γιδοπροβατίνες". Άλλα ζωντανά χάνονται, άλλα τσακίζονται, άλλα τα τρων τα ζουλάπια κι άλλα "μασταριάζονται"."