Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδόπουλος Στ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδόπουλος Στ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Άνθρωπος που δεν είναι ταπεινός, δεν μπορεί να αγαπήσει.. (Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης)

 

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης (Λίβισι Μ.Ασίας 5/11/1920 - Εύβοια 21/11/1991)

"Μα είχε τόσο θερμή αγάπη και αφοσίωση στους αγίους και τον Θεό, που γέμιζε, πλημμύριζε ολόκληρος. Δεν έμενε στο νου και την καρδιά του ούτε τόση δα γωνίτσα να χωθεί ο πειρασμός. Η αγάπη του αυτή τον θέρμαινε και τον απορροφούσε τόσο, που λησμονούσε τη σωματική ασθένεια και τη φοβερή κόπωση. Όλος γινότανε πνεύμα. Μιλούσε με τους αγίους, γύρω του φτερούγιζαν άγγελοι, ευφροσύνη κυριαρχούσε στο είναι του ολόκληρο. Η μακαριότητα της βασιλείας των ουρανών ήτανε μερικά εδώ, στο κελί του εκλεκτού σκεύους, δηλαδή στην καρδιά και το νου του πατρός Ιακώβου. [...]

Όπου λειτουργούσε -στα χωριουδάκια- κι όπου πήγαινε με την κάρα του οσίου Δαβίδ, θέλανε δε θέλανε οι χριστιανοί εντυπωσιάζονταν. Κάτι τους μετέδιδε, κάτι τους ενέπνεε κι ας μην έβγαζε λόγους. Εκείνο το ιλαρό και γεμάτο καθαρή αγάπη πρόσωπο, το φωτισμένο του μέτωπο, τα μάτια που αγκαλιάζανε τον άνθρωπο και η θωπευτική επιβλητικότητα της φωνής του... όλα παραξενεύανε τους ανθρώπους. Έπρεπε νά'ναι από πέτρα κανείς ή πορωμένος, για να μη νιώσει ότι κάτι αλλιώτικο είναι ο μοναχός τούτος. Κι αυτό το αλλιώτικο δε μπορεί παρά να είναι θείο, αφού κι αγάπη εκπέμπει και ειρήνη φέρνει γύρω του.

Πράγματι, όταν καθόσουνα κοντά του, μίλαγε δε μίλαγε, ασυναίσθητα, ειρήνευες. Σου μετέδιδε ηπιότητα, εσωτερική ησυχία, ειρήνη. Το δώρο τούτο το διαθέτουνε μόνο οι άνθρωποι του Θεού, τα εκλεκτά του σκεύη, αυτοί που τον αγαπούν πολύ και τον διακονούν με αφοσίωση. " (*1)




"Με τον καιρό, ο Γέροντας έβλεπε τον κόσμο να αυξάνεται. Δεν ερχόντουσαν πλέον οι κάτοικοι των γύρω περιοχών μόνο, αλλά κατέφθαναν επισκέπτες κι από μακριά. Και μαζί με τον απλό κόσμο, ερχόντουσαν και αξιωματούχοι, ή πρόσωπα με κάποια, όπως λέμε, "κοινωνική επιφάνεια": αρχιερείς, καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί διάσημοι, επιφανείς δικηγόροι, αρεοπαγίτες κι ένα σωρό άλλοι. Κι ο Γέροντας μου έλεγε:

-Πάτερ μου, τί βρίσκουν σ'εμένα τον χοϊκό Ιάκωβο; Τί έρχονται να κάνουν τόσοι επιστήμονες σε μένα τον αγράμματο; 

Κι έβλεπες ότι τα λόγια του τα εννοούσε. Η απορία του ήταν ειλικρινής κι ανυπόκριτη. Ποτέ του δεν περηφανεύτηκε για το πλήθος του κόσμου που συνέρρεε να τον δει, ούτε για τα "υψηλά πρόσωπα" που τον επισκέπτονταν. Ποτέ δεν κόμπιασε για την ικανότητά του να παραστέκεται στους ανθρώπους και να τους λύνει τα προβλήματα, να τους "αναπαύει". Ποτέ δεν καυχήθηκε που οι άνθρωποι έφευγαν από το μοναστήρι αλλαγμένοι, αναπαυμένοι, ενθουσιασμένοι. Ήταν γεμάτος ταπείνωση και γεμάτος αγάπη!" (*2)




"Πρόσεχε πολύ τη στεναχώρια στους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν. Ήξερε καλά ότι αυτή αποτελούσε την οδυνηρή αρρώστια του κόσμου. Του το είχε πει ο ίδιος ο όσιος Δαβίδ μια μέρα, που τον είδε να βγαίνει απ'την εικόνα του και να λέει: "Η μεγαλύτερη αρρώστια σήμερα είναι η στεναχώρια."

Όταν τον έβλεπες τον γέροντα χαρούμενο, παρά τις φοβερές ανίατες αρρώστιες του, τότε καταλάβαινες ότι είχε νικήσει τον κόσμο και τη στεναχώρια του. Άλλωστε, το έλεγε συχνά, χωρίς να το εξηγεί θεολογικά: "Εμένα, είναι περιβόλι η καρδιά μου!"

Πώς ήτανε περιβόλι με τόσα βάσανα, το ήξερε μόνο εκείνος, ο όσιος Δαβίδ και ο Θεός. Είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο πνευματικής απάθειας, που θλιβότανε για τον πόνο των άλλων και δε λυπότανε για τον δικό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον άκουσαν, στο βαρύ χειμώνα, που ιδιαίτερα υπέφερε πολύ, να μιλάει σ'ένα πουλάκι: "Πόσο σε λυπάμαι που κρυώνεις. Εγώ φοράω κάλτσες, έχω και σκεπάσματα και θέρμανση. Αχ, να μπορούσα να σας μάζευα όλα τα πουλάκια σε ένα δωμάτιο, να σας έριχνα και τροφή και να σας είχα και θέρμανση... αλλά, βλέπετε, με φοβόσαστε...".

Κατόπιν είδε το πουλάκι που έχωνε το κεφαλάκι του στα φτερά του και συνέχισε: "Έχει φροντίσει και για σας ο Θεός... Σας έχει δώσει τα φτερά..."." (*1)



"Όσο προχωρούσε το 1990, τόσο οι δυσκολίες μεγάλωναν. Και η λίγη κίνηση του δημιουργούσε φοβερά προβλήματα. [...] Δε σταματούσε να λέει την ευχή μα ένιωθε πολύ άσκημα, για αυτό και, μόλις συνερχόταν, σηκωνότανε, φορούσε το πετραχηλάκι, γονάτιζε κι άρχιζε Παρακλήσεις και προσευχή. Η προσευχή του ήταν απλή. Κρατούσε το κομποσκοίνι στο αριστερό χέρι, έγερνε λίγο δεξιά το κεφάλι, ακούμπαγε συχνά τον δεξί του αγκώνα στο ξύλινο ερμάρι, και, ώρες ατελείωτες, έλεγε το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.".  

Εκεί τον άκουγε ο μοναχός να λέει με πάθος την ευχή. Να βγαίνει από μέσα του με βία, λες και ξεκολλούσε το είναι του ολόκληρο. Άλλοτε όμως, ανοίγοντας διακριτικά την πόρτα, τον έβλεπε που η ευχή έβγαινε ήρεμα, εύκολα, ανακουφιστικά, λες και απολάμβανε τις λέξεις. Τότε τον έβλεπε διαφορετικόν. Τα μάτια, το μέτωπο... είχανε ιλαρότητα και χαρά... και τα πλούσια γένια του ολόλευκα, στιλπνά... Στεκόταν και απολάμβανε ντροπαλά ο μοναχός. Το καταλάβαινε ο γέροντας και στρεφόταν: "Μην προσέχεις, παιδί μου, μια απλή ικεσία έκανα!". Πιο συχνά όμως το έκρυβε κι αυτό ο γέροντας. [...]

Τηλεφωνικά ή παρόντες απ'έξω, ζητούσανε την προσευχή του γέροντα, στον οποίο εξηγούσε ο μοναχός την περίπτωση του καρκινοπαθή, του ατέκνου, του ψυχοπαθή, του βαριά άρρωστου, του απελπισμένου... Τότε ο γέροντας σήκωνε ψηλά τα χέρια: "Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου σου, αυτός που έχει την κακιά αρρώστια στο Λονδίνο... ξέρεις εσύ πως είναι το όνομά του!"

Παραξενευότανε ο μοναχός με τον τρόπο τούτο, δεν τού'λειπε η τόλμη, και ρώτησε μια μέρα: "Καλά, γέροντα, έτσι κάνεις προσευχή;"

"Παιδί μου, ο Θεός δε θέλει βαττολογίες, καρδιά καθαρή θέλει και απλότητα!"."  (*1)



 

(*1): Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, "Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης", εκδόσεις Ουρανός

(*2): Παύλου Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης, "Άνθρωπος που δεν είναι ταπεινός δεν μπορεί να αγαπήσει. Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης όπως τον έζησα.", εκδόσεις Εν πλω


Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Ο πληγωμένος αετός - Γρηγόριος ο Θεολόγος

 "...Στην απελπισία τους τρέξανε στο Γρηγόριο. Κι αυτός έκανε το παν να αναπνεύσουν οι συμπατριώτες του. Ο έφορος ήταν χριστιανός κι όταν τώρα πήγε στη Ναζιανζό εκκλησιάστηκε. Εκεί ο Γρηγόριος όχι μόνο τον παρεκάλεσε, μα τον δίδαξε και πώς να ασκεί την εξουσία του. Του υπογράμμισε πως η εξουσία των αρχόντων υπάρχει μόνο για την ευταξία, για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Για όλα τα άλλα οφείλουμε υπακοή στο Θεό, ο οποίος και παραχωρεί την εξουσία."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Και ανάψανε αμέσως τα αίματα. Οι κληρικοί συνδαύλιζαν. Οι απλοί οπαδοί φωνάζανε. Σηκώνανε τα χέρια. Μουτζώνανε και απειλούσανε το Γρηγόριο, που τά'χε χαμένα. Δεν έβγαζε μιλιά. Οι αρειανοί της αποβάθρας όλο και αγρίευαν. Όλο και τον αποδοκίμαζαν. Μερικοί τον πλησιάσανε και τον έφτυναν. Δύο άνθρωποι από το σπίτι του Αβλαβίου κι ελάχιστοι ορθόδοξοι, που μάθανε και ήρθαν τον προστατέψανε από χέρια που υψώθηκαν να τον χτυπήσουν. Δε γλίτωσε όμως τις πέτρες. Όταν το αρειανό πλήθος είδε το ταπεινό και μουδιασμένο ανθρωπάκι να προχωράει κατά την πόλη φρένιασε περισσότερο, έχασε κάθε μέτρο. Ούρλιαζαν εναντίον του. Τού'δειχναν ότι πρέπει να γυρίσει πίσω, να φύγει... Πολλοί εξάλλου από θυμό, σκύψανε στη γη κι όποια πέτρα βρίσκανε την πέταγαν στον δύστυχο το Γρηγόριο. Τον χτυπήσαν πολλές, αλλά ευτυχώς αστοχήσαν οι μεγάλες. Έτσι, έστω και χτυπημένος, μπόρεσε να προχωρήσει, σκυφτός και τρομαγμένος."

"Πού θα εμφανιστούνε όμως οι ορθόδοξοι; Πού θα συναχτούνε για Λειτουργία; Γι'αυτούς δεν υπήρχε ναός. Ολόκληρη Κωνσταντινούπολη, με τριακόσιες περίπου χιλιάδες κατοίκους, με διακόσιες πενήντα χιλιάδες χριστιανούς, δεν είχε ορθόδοξο ναό. Οι αρειανοί τους είχαν πάρει όλους. Και τον πιο μικρό. Με τη βία διώξανε τους ορθοδόξους. Τους πήρανε τους ναούς και τιμωρήσανε τους κληρικούς τους. Οι λίγοι ορθόδοξοι που απομείνανε, για να λειτουργηθούν μαζεύονταν τις νύχτες εδώ και κει, έξω από τα τείχη, σε απόμερα αγροτόσπιτα και υπόγεια. Περισσότερο συνάζονταν έξω από την πόλη, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ακόμα και σε σπηλιές. Μόνο εκεί μπορούσαν ελεύθερα να λειτουργούνται. Τώρα όμως η παρουσία του Γρηγόριου τους έκανε αποφασιστικούς."


"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)


"Επειδή σ'όλη την περιοχή κυκλοφορούσαν κακοδοξίες και αιρέσεις, έριχνε το βάρος στη θεολογία. Δηλαδή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δείξει ποιά είναι η αλήθεια. Γιατί όποιος έχει και ζει την αλήθεια, αυτός μόνο σώζεται."

"Λέγανε... και τί δε λέγανε εναντίον του. Όχι μόνο για τη διδασκαλία του, που γκρέμισε όσα δίδαξε ο Άρειος και ο Ευνόμιος, μα και για τη συμπεριφορά του. Αυτή τους ενοχλούσε ιδιαίτερα. Δημιουργούσε αντίθεση χτυπητή: Οι ηγέτες του αρειανισμού καλοτρώγανε και καλοπίνανε. Ο Γρηγόριος νήστευε αυστηρά και έτρωγε ελάχιστα. Όσο ένας προχωρημένος ασκητής. Εκείνοι τρέχανε και σκύβανε στους άρχοντες της Πόλης. Ο Γρηγόριος απέφευγε τα παλάτια των ισχυρών. Εκείνοι ντύνονταν πολυτελώς κι εμφανίζονταν με συνοδεία για να δείχνουνε τη δύναμή τους. Ο Γρηγόριος ντυνότανε απλά και φτωχικά. Το παρουσιαστικό του δεν είχε τίποτα το επιβλητικό, τίποτα το ιδιαίτερο."


"Δεν το καταλαβαίνετε; Πρέπει να γίνεις φως για να ιδείς το περισσότερο φως. Κι ο ανέτοιμος για κάτι τέτοιο θα σκοτιστεί τελείως μπροστά στο θείο φως."

"Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους... και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες.... [...] Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου.[...] Δεν είναι έργο του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ'αυτούς που είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε ζήσει τα θεία πράγματα, που έχουν καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουν οι καυτές ακτίνες του ηλίου σε μάτι άρρωστο' το μάτι τότε θα αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Κι η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση."

"Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι από όσο αναπνέεις."

"Να τί σημαίνει να μελετάς και να ερμηνεύεις τη Γραφή. Να προχωράς πέρα και κάτω απ'το γράμμα. Το γράμμα δηλώνει την αλήθεια. Αυτή όμως είναι άπειρη και δε μπορεί να χωρέσει σε καμία λέξη, σε καμία γλώσσα, σε κανένα σχήμα. [...] Και η διάσχιση του γράμματος, η αναζήτηση του βάθους, γίνεται μόνο με την καθοδήγηση του ίδιου του Αγίου Πνεύματος."

"Δεν ξέρεις το βάθος του ανθρώπου, Κληδόνιε. Εκεί που γίνεται θρόνος φωτεινός του Αγίου Πνεύματος, εκεί φωλιάζει και η αμαρτία. Ο πειρασμός είναι πανούργος και μπορεί όσα δε βάζει ο νους μας."

"Δεν ξέρανε ότι δεν υπάρχουν όρια στην πνευματική άνοδο. Όσο πιο ψηλά φτάνει ο άνθρωπος, τόσο ψηλότερα ποθεί ν'ανέβει. Όσο πιο κοντά πάει στο Θεό, τόσο πιο πολύ νοσταλγεί το Θεό. Όσο περισσότερο φωτίζεται, τόσο πιο φωτεινός θέλει να γίνει. Στα ιερά όμως ταύτα πράγματα, υπάρχει τάξη απαραβίαστη. Ανεβαίνει και φωτίζεται ο άνθρωπος, μα το ανέβασμα και το φώτισμα τα χαρίζει ο Θεός. Τί κάνει ο άνθρωπος; Αυτός αγωνίζεται και ασκείται. Κάνει άσκηση επίπονη, για να απαλλαγεί από μικρά ή μεγάλα πάθη, ώστε να προσφέρει καρδιά και νου θρόνο λαμπρό στο Θεό. Με την άσκηση καθαρίζει τα λασπωμένα μάτια του για ν'ατενίσει απολαυστικά το φως του ηλίου."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Το Άγιο Πνεύμα τον οδήγησε στην αλήθεια. Τον φώτισε να δει ξάστερα, τί υπάρχει κάτω από τα λόγια και τα γεγονότα της Γραφής για το Χριστό. Και σαν γνήσιος φορέας της παράδοσης, ζούσε κάτι το συγκλονιστικό. Κι αυτό ήτανε ότι ο άνθρωπος στην Εκκλησία σώζεται ολόκληρος, σώμα και ψυχή (ή νους). Αφού, λοιπόν, σώζεται ολόκληρος, δε μπορεί παρά να προσλαμβάνεται ολόκληρος και κατά την ενανθρώπιση. Ό,τι δεν προσλαμβάνεται, δε σώζεται. Τό'λεγε και το ξανάλεγε ο Γρηγόριος αποφθεγματικά: Το "απρόσληπτον" και "αθεράπευτον", αδελφοί. Ο άνθρωπος έπεσε με τον προπάτορά του τον Αδάμ. Άφησε με τη θέλησή του, με το νου του, το Θεό και στράφηκε στο μηδέν, στην αμαρτία. Ο Θεός όμως τον αγαπάει τόσο πολύ που το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος ενανθρωπίζεται. Γίνεται άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος προσλαμβάνει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώνεται μ'αυτήν κι έτσι τη θεώνει, τη σώζει. [...] Σκεφτείτε... ο Αδάμ αμάρτησε με τον νου. Στον νου όμως βρίσκεται κυρίως η εικόνα του Θεού και αυτήν αμαύρωσε."

"Εξηγούσε, λοιπόν, ότι έγινε ένωση, έγινε "σύγκρασις" πραγματική των δύο φύσεων. Έτσι στο ένα πρόσωπο, στη μία υπόσταση του Χριστού, έχουμε δύο φύσεις. Η ανθρώπινη ενώθηκε με τη θεία κι έτσι θεώθηκε. Γι'αυτό κι εμείς θεωνόμαστε και σωζόμαστε, όταν κοινωνούμε από το σώμα και το αίμα του Χριστού στη θεία Ευχαριστία."

"Στο Θεό το νου, στην άσκηση το σώμα, εκεί θα βρείτε αναπαμό και λευτεριά!"

'Ολα τα αποσπάσματα είναι από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδοπούλου "Ο πληγωμένος αετός- Γρηγόριος ο Θεολόγος" (εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)

Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, "Ο πληγωμένος αετός Γρηγόριος ο Θεολόγος (εκδ. Αποστολική Διακονία)


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο δικός μας Άγιος Βασίλης....

 "Ο χειμώνας του 367/8 ήταν φαίνεται ο χειρότερος. Ο Βασίλειος έβγαινε στην πόλη και αρρώσταινε από το κακό που έβλεπε. Η πείνα... παντού η πείνα. Οι ναοί και αυτοί άδειαζαν. Οι πιστοί έμεναν άρρωστοι στα σπίτια τους ή δεν είχαν τις λίγες δυνάμεις που χρειαζόταν λίγη πεζοπορία. Η κατάσταση χτυπούσε αλύπητα τον ευαίσθητο Βασίλειο. Είχε μία λύση: την προσευχή. Ώρες ολόκληρες έπεφτε στα γόνατα. Εκλιπαρούσε το Θεό. Καλούσε τους πιστούς για παρακλήσεις στους ναούς.

Το θανατικό δεν υποχωρούσε. Και ό,τι τον συγκλόνισε βαθύτερα ήταν η συμφορά με τα παιδιά. Τα έβλεπε στην τρυφερή τους ηλικία να μαραίνονται, να σβήνουν, να χάνονται. Αυτό δεν το άντεξε. Αναστατώθηκε ως τα τρίσβαθά του. [...] Πήρε δύσκολη απόφαση για μεγάλο έργο. Θα δώσει ψωμί στα παιδιά. Κι όχι μόνο σ'αυτά. Θα τα σώσει από το θάνατο και τον εξευτελισμό. Πώς θα γίνει αυτό;[...]

Οι πλούσιοι κι οι μεγαλέμποροι της Καισάρειας την εποχή εκείνη είχαν καταντήσει απαίσια πληγή για το λαό. Προνοητικοί επιχειρηματίας καθώς ήσαν έβλεπαν την καταιγίδα που πλησίαζε και συνεχώς αποθήκευαν σιτάρι. Στοίβαζαν προϊόντα πρώτης ανάγκης και δεν τα πουλούσαν στις αγορές με συνηθισμένες τιμές.

Σαν άγρια πεινασμένα θηρία παραμόνευαν για το μεγάλο θύμα. Είχαν υπομονή γιατί το στομάχι τους ήταν γεμάτο. Τρόχιζαν τα σουβλερά τους νύχια και το ανάλγητο πνεύμα τους μεθόδευε την αφαίμαξη της φτωχολογιάς. Πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος!!!

Μόλις η έλλειψη τροφίμων κορυφώθηκε άνοιξαν προσεκτικά τις αποθήκες. Αλλά φυσικά για να κάνουν το σιχαμερό έργο της μαυραγοράς. Οι φτωχοί άνθρωποι ξεπουλούσαν το σπιτικό τους και τον εαυτό τους για ένα κομμάτι ψωμί. Και η νύφη της Καππαδοκίας, η όμορφη Καισάρεια κατήντησε πραγματική ζούγκλα. Οι πολλοί εξαγριώθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί, οι λίγοι για ένα κομμάτι χρυσάφι. [...]

Στο χάος αυτό που οι δυνατοί γίνονται δυνατότεροι και οι αδύνατοι αδυνατότεροι έγινε το θαύμα. Η φοβερή αυτή τάξη πραγμάτων ανατράπηκε. Ένας μικρόσωμος καχεκτικός άνδρας υψώθηκε στη μέση του χάους. Τον μεγάλωσε ο Θεός τόσο που τον έβλεπαν όλοι.

Στα χέρια του ο Βασίλειος δε μπορούσε να κρατήσει μαστίγιο, μα ο λόγος του έγινε ανελέητος βούρδουλας. Τον σήκωνε απανωτά κι αλλοίμονο σ'αυτόν που είχε σημαδεύσει. Κι ενώ με το βούρδουλα του λόγου ξέσκιζε το πνεύμα των πλουσίων, την ίδια ώρα το μαλάκωνε με παρακάλια και παρηγοριά. 

Η Καισάρεια κλονίσθηκε συθέμελα. Η τρέλα του Βασιλείου δεν είχε όρια. Και όταν οι περισσότεροι τον πήραν για τρελό, τότε η χάρη του Θεού ημέρεψε λίγο τους πλουσίους και του εμπιστεύτηκαν σιτάρι. [...]

Όταν πια λύγισαν οι πλούσιοι άρχισε άλλο έργο. Πιο δύσκολο τούτο... Να συνάξει και να συντάξει τους επικίνδυνα πεινασμένους. Αυτούς που είχαν μεγαλύτερη, που ήσαν στα πρόθυρα του θανάτου. [...]

Οργάνωσε συνεργεία και σύναξε σε τόπο ευρύχωρο εκείνους που πεινούσαν περισσότερο. Και πριν από όλα τα παιδιά. Τα παιδιά πρώτα. [...] Στους πρόχειρους αυτούς καταυλισμούς χιλιάδες άνθρωποι έβρισκαν λίγο φαγητό για να συνέλθουν. [...]

Άλλα συνεργεία με επικεφαλής τον ίδιο το Βασίλειο γυρνούσαν για έρανο από αρχοντικό σε αρχοντικό, από αποθήκη σε αποθήκη. Μάζευαν κάθε είδος πρώτης ανάγκης, κάθε φαγώσιμο. Άλλα κουβαλούσαν στους ώμους κι άλλα φόρτωναν σε μουλάρια. Όλα έφταναν στον καταυλισμό. Εκεί σε καζάνια παρασκεύαζαν φαγητό...[ ...]

Λησμονήσαμε όμως και τις αρρώστιες. Θερίζουν όταν η πείνα εξασθενίζει τα σώματα. Καιρός τώρα να θυμηθούμε την άλλη επιστήμη του Βασιλείου. [...] νεαρός ο Βασίλειος σπούδασε στην Αθήνα και ιατρική [...] Εργάστηκε στον καταυλισμό ακόμη και σαν ιατρός. Έκανε ό,τι μπορούσε για να θεραπεύει τα σώματα. Ενδιαφερόταν για αυτά όπως ενδιαφερόταν και για τις ψυχές των ανθρώπων. [...]

Από τις ομιλίες του... στην εποχή του λιμού σώθηκαν τρεις...: Ο πλούτος είναι δώρο και μέσο για το καλό του ανθρώπου. Ο πλούσιος είναι διαχειριστής του πλούτου. Πρέπει να τον διοχετεύει όπου υπάρχει ανάγκη και όχι να τον απολαμβάνει μόνος του."

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


" Ο Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες η βία και πονηριά του έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε την Ορθοδοξία και έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισάρεια. Είναι αλήθεια πως οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα του Ουάλη. Άκουγαν ό,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα. Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική του αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν. Η θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. [...] Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ο λαός είχε τρομοκρατηθεί. [...]

Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν η μία την άλλη. Σήμερα τον προσέβαλαν. Αύριο του υπόσχονταν πολλά. [...] Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα. Και ο Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρμενία. Αναγκάστηκε λοιπόν ο βασιλιάς να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισάρεια τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τί έκανε.

Ο Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων που γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος κι απάνθρωπος για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. [...] Η αναμέτρηση με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο [...]

Ο χειμώνας της Καππαδοκίας έχει πέσει βαρύς. όλα ήσαν παγωμένα και έδειχναν ακίνητα. Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος. Στο σπίτι του ο Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα που έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί. Πώς; Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό. [...]

... Με τα λόγια τούτα ο Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται η αυθάδειά του. Ο Μόδεστος το κατάλαβε. Ένιωσε να τον ξεγυμνώνουν, να του παίρνουν τη δύναμη με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.

Άναψε και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχτηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού, αγέρωχου άνδρα' να το κάψει, να το σκορπίσει. Μεμιάς ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:

Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;

Βασίλειος: Μα, τί μπορείς να μου κάνεις; Τί πρόκειται να πάθω.

 Τώρα πια ο έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. Άθελά του η θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ο σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματά του. Όρθιος και αγριώτερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:

Μόδεστος: Τί μπορώ; Ένα από τα πολλά που έχω δικαιοδοσία.

 Η ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Απ'τη στιγμή όμως που δε φοβήθηκε την ανθρώπινη οργή, κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά. Δεν το έκανε.[...] Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: "Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πως δεν έχω τίποτα από αυτά που μπορεί να βλάψει ο άνθρωπος τούτος;" ....

Βασίλειος: Ποιά είναι αυτά που θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω.

Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο.

Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισέ με, αυτά δε με νοιάζουν.

Ο εξαγριωμένος έπαρχος ένιωσε τα λόγια τούτα μαχαίρι στα νεφρά του. [...] Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά, ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μικραινε. Γινόταν αυτός που ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε.

 Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό; Πώς και δε φοβάσαι;

Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός που δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βιβλία. Αυτά είναι όλο το βιος μου, Μόδεστε! Η εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και η Καισάρεια στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος. 

Τα βασανιστήρια; Τί να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελιώσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον οποίο ζω και αγωνίζομαι. Βιάζομαι να φτάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!

Ποιός θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον που ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια! Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών. 

Ο Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο.[...]

"Νικηθήκαμε βασιλιά μου , από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας..." "
Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


"Από το χειμώνα του 367/8, δούλευε στο μυαλό του ένα καταπληκτικό σχέδιο για μια πολιτεία που θα ανακούφιζε τον πόνο. Ο δυνατός αυτός άνθρωπος που άντεχε το δικό του σωματικό πόνο, λύγιζε στον πόνο του συνανθρώπου του και πάσχιζε να τον ανακουφίσει με κάθε τρόπο. Πόσος κόπος θα χρειαζόταν, πόσα έπρεπε να θυσιάσει... αυτά δε μετρούσαν, δεν τα υπολόγιζε. Φτάνει να έβλεπε λίγο χαμόγελο στο πρόσωπο του αρρώστου. 

Τώρα που ήταν πια αρχιεπίσκοπος της ξακουστής μα και ταλαίπωρης Καισάρειας ήταν αποφασισμένος να βάλει σε ενέργεια την ελπίδα του, το σχέδιό του δηλαδή. ...

Έλα όμως που όλα τα δαιμονικά τάγματα έπεσαν επάνω του να τον αφανίσουν... Αιρετικοί, κακόδοξοι, παλατιανοί, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, οι μικρότητες των ορθοδόξων, η απαιδευσία του λαού, η ανελέητη αρρώστιά του' όλοι και όλα βάλθηκαν να του κόψουν το δρόμο. Οι δυνατοί όμως δε μικραίνουν. [...]

Στο πρώτο εξάμηνο της ακάνθινης τούτης χρονιάς (372) βρήκε το κουράγιο να θεμελιώσει το ελπιδοφόρο συγκρότημα. [...]"

 

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα

"Κουράστηκε το φτωχικό δωμάτιο από την άσκηση του ιερού άντρα. Απόκαμε και το σώμα του τυλιγμένο ακόμα στο τρίχινο ράσο, χειμώνα καλοκαίρι. 

Όλα έβαλαν υπογραφή για το τέλος του. Ο κόσμος είχε κουρασθεί από τη δυνατή παρουσία του άνδρα. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν τον άντεχε. Σιωπηλά ήθελε το θάνατό του. Το μεγαλείο του νεκρού δε χρειάζεται δύναμη να το σηκώσεις. Γιατί απλούστατα δεν το σηκώνεις. Αντίθετα ο άγιος νεκρός, το πνεύμα του άγιου νεκρού, σηκώνει το βάρος του ζωντανού κόσμου. Τον ενισχύει στη μαρτυρική επίγεια ζωή.

Την αλήθεια τούτη λίγοι άνθρωποι τη συνειδητοποιούν. Οι πολλοί κάτι ψυχανεμίζονται μα δεν την αποκρυπτογραφούν." 

(*αποσπάσματα από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδόπουλου "Η ζωή ενός Μεγάλου- Βασίλειος Καισάρειας", εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)


Καλή κι ευλογημένη χρονιά!