Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σπόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σπόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Περί γιγάντων ο λόγος..

(Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α 6,1)
 
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκίνησε κάπως έτσι: Με τη Γη να τα παίρνει στο κρανίο για την μαύρη τύχη των υιών της Τιτάνων και να γεννοβολά τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες.
Ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο ("Θεογονία 185"), από τις στάλες αίματος τ' Ουρανού που την ποτίσαν μιας και ο Κρόνος με το δρεπάνι τού'κοψε τα αιδοία, καθώς:
"Κι αυτά δεν φύγαν απ'το χέρι του έτσι στα χαμένα' γιατί όσες στάλες αίμα έπεσαν, όλες η Γη τις δέχτηκε και με καιρούς και χρόνια τις Ερινύες εγέννησε τις φοβερές και τους μεγάλους Γίγαντες..[...]" 
 
Πότε; Στο απώτατο κι απροσδιόριστο παρελθόν... Και μας έμεινε αμανάτι η λέξη, οι μύθοι και τα παραμύθια.. με άλλα λόγια, η ανάμνηση...

(Νικολάου Γ.Πολίτη, "Παραδόσεις")
 
Η περίφημη γιγαντομαχία, μάλιστα, ενέπνευσε πάμπολλους δημιουργούς των αρχαίων χρόνων.
Παρθενών. Ανατολικές μετόπες. Μάχη των Ολύμπιων θεών εναντίον των Γιγάντων.           (Γιγαντομαχία) *πηγή φωτογραφίας:http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA        /Parthenon.aspx                                                                                                                  
 
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":
"Ιδίως η Αττική εις την λατρείαν της απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις την γιγαντομαχίαν, ως εκ του ρόλου τον οποίον έπαιξε η Αθηνά. Αρκεί να λάβωμεν υπ'όψιν ότι ο περίφημος πέπλος, ο οποίος κατ'έτος προσεφέρετο από τας Ατθίδας παρθένους εις την θεάν, εστολίζετο με σκηνάς της γιγαντομαχίας. Ο Φειδίας είχεν απεικονίσει εις την εσωτερικήν πλευράν της ασπίδος της Αθηνάς εικόνας από την γιγαντομαχίαν. Εις το μουσείον της Ακροπόλεως φυλάσσεται τμήμα αετώματος, προφανώς ναού του 7ου αιώνος π.Χ., όπου παρίσταται η Αθηνά πολεμούσα κατά του Εγκελάδου, τον οποίον έχει ήδη εξαπλώσει προ των ποδών της."
πηγή φωτογραφίας: "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" 
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, στους θεούς δόθηκε χρησμός που ανέφερε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσουν τους τρομερούς γίγαντες ήταν να συμμαχήσουν με κάποιον θνητό (!). Έτσι κι έγινε. Με σύμμαχο, λοιπόν, τον Ηρακλή, κατόρθωσαν να τους κατατροπώσουν.
Γίγας, "Παρά το γω, το χωρώ, γίνεται γας' και κατά αναδιπλασιασμόν, γίγας' ή παρά το εκ της γης ιέναι" (Ετυμολογικόν Μέγα). Με άλλα λόγια, είτε επειδή προέρχονται από τη γη, τέκνα της γης, είτε από το γας, γω που σημαίνει χωρώ.
Όπως και νά'χει, οι Γίγαντες, δεν είχαν την καλύτερη φήμη. Ούτε κατά τη μυθολογία μας, ούτε στα σημερινά παραμύθια (με σπάνιες εξαιρέσεις!). Συμβόλιζαν τη δύναμη του κακού, του δυνάστη. Σήμερα γίγαντες μπορεί να μην υπάρχουν, με την παραδοσιακή τους μορφή (η απεικόνισή τους, εξάλλου, έδινε έμφαση στο έντονο "υλικό" στοιχείο τους, ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό..), αλλά από κακό που γιγαντώνεται, από δυνάστες με "γιγάντιες" δυνάμεις, άλλο τίποτα. Κάτι ενδιαφέρον στο μύθο είναι πως για να κατατροπωθούν στάθηκε απαραίτητη η συμμαχία του θνητού με τους θεούς (ό,τι κι αν σημαίνει, και πάλι, αυτό...).
Παρ'όλο, λοιπόν, που η λέξη, καθώς πέρασαν οι αιώνες, χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο για να προσδιορίσει την υπερβολική δύναμη ή το μεγάλο μέγεθος, ακόμη και για να χαρακτηρίσει έναν ήρωα (π.χ. το Διγενή Ακρίτα) κι όχι τα τερατώδη όντα του κακού κι έτσι οι σύγχρονοι Γίγαντες αναφέρονται ως, π.χ., "μεγαλοτραπεζίτες και σια", απομείναμε με μόνους γίγαντες τα συγκεκριμένα φασόλια (αν και θέλω να ευελπιστώ και για ήρωες μελλοντικά...).
Κι επειδή, ένεκα της περιβόητης κρίσης, καλό είναι να αναθεωρήσουμε και τις διατροφικές μας συνήθειες προς το πιο παραδοσιακόν και οικονομικόν, ας μιλήσουμε λιγάκι και για τους γίγαντες, που έθρεψαν γενεές γενεών σε τούτα εδώ τα χώματα.
 
Όταν ξεκίνησα να καλλιεργώ το μπαξέ μου πιο συστηματικά κι είχα την πρώτη μου επαφή με τους ντόπιους σπόρους, βρέθηκαν στα χέρια μου μια χούφτα μαύροι γίγαντες, προσφορά από έναν γείτονα. "Μαύροι;" απόρησα.."Υπάρχουν και μαύροι;". Συνηθισμένη από τα λιγοστά του εμπορίου, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι πλήθος ποικιλιών και χρωματισμών χαρακτηρίζει το κοινότατο φασόλι μας. Ένα πράγμα.. πώς να το πω; .. την εποχή του υποτιθέμενου "πλούτου", της πληθώρας, της περίφημης "ανόδου του βιοτικού επιπέδου"... σαν να φτώχαιναν τα γύρω μας.. συντροφιά και με το λεξιλόγιό μας. Έτσι, κάπως, σαν νά'χασαν και τα φασόλια την πολυχρωμία τους και να κατέληξαν όλα ολοσδιόλου λευκά, μικρά και μεγάλα. Ένας συστηματικός αποχρωματισμός των λεπτομερειών της ζωής, μέχρι να μας την καταντήσουν γκρίζα...
 
Μαύροι γίγαντες, λοιπόν, με ένα βαθύ πορτοκαλί λουλούδι ν'αγκαλιάζεται με το λευκό, στο πρώτο μου αυλάκι!
Κι επειδή οι γίγαντες δε θα μπορούσαν, ως γίγαντες, να μην διαφέρουν απ'τα κοινά φασόλια, έχουνε κι ένα άλλο γνώρισμα, που δεν τό'χω διαβάσει πουθενά, αλλά μου το μετέφερε εκείνος ο γείτονας καθώς μου τους παρέδωσε, "για επτά χρόνια στη σειρά, ξαναφυτρώνουν στον ίδιο τόπο, χωρίς να χρειαστεί να τους ξανασπείρεις" κι ας έχουν ξεραθεί ολοσχερώς με του χειμερινού βοριά τ'αγιάζι. Αρκεί να μη σκαλίσεις βαθιά και πετάξεις τις ρίζες τους και έτσι τους ξεπατώσεις... Κύττα, να δεις, επιμονή, της γης τα τέκνα!..... 

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Μας φάγανε λάχανο!


Περί λαχάνων ο λόγος.. Ή να τα πω χόρτα;.. Γιατί εδώ, στο χωριό σε ρωτούν αν "έμασες λάχανα" κι όχι αν "μάζεψες χόρτα". Χόρτα είναι κάθε λογής χορτάρι.. τρώγεται, δεν τρώγεται, ακόμη και το γρασίδι.. λάχανα είναι τα φαγώσιμα. Και πώς τα διακρίνουν από το λάχανο του μανάβη ή του μπαξέ; Ε, αυτό είναι το καρπολάχανο.
Καιρός για λάχανα, λοιπόν, και μιας και τέτοια εποχή ευδοκιμούν "τα μάλα", στους κήπους και στα χωράφια (χμμ.. όχι φυσικά στα ψεκασμένα.. ευτυχώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που χρησιμοποιούν το χορτοκοπτικό, αντί να γεμίζουν τον τόπο δηλητήρια..), πήγαμε να μαζέψουμε. Χόρτα ή λάχανα που μας προσφέρει απλόχερα η μάνα γη και, προς το παρόν, τα βρίσκεις και τζάμπα. Οσονούπω που θα μας τα απαγορεύσουν όλα με τις νέες νομοθεσίες που έρχονται από Αμέρικα (βλέπε, εβραϊκές πολυεθνικές) και κώδικες Αλιμεντάριους και σχετικά, δεν ξέρω τι θα κάνουμε.. αλλά, προς το παρόν, που μας έχουν απαγορεύσει όλα τα υπόλοιπα εκτός από τα λάχανα, ας τα γνωρίσουμε καλύτερα! Γενεές γενεών μεγαλώσανε μ'αυτά, πριν την εποχή των φαστφουντάδικων και των γκουρμέ εστιατορίων, και επιβιώσανε. Τώρα, για το εάν θα επιβιώσουμε εμείς, μη με ρωτάτε...




Στο Αμέρικα, ήδη εφαρμόζεται ο νόμος για τα περίφημα "οικιακά αγροτικά προϊόντα".. σε απλά ελληνικά, απαγορεύεται να φυτεύεις μπαξέ στο κηπάκι σου. "Για το καλό μας", φυσικά, για να μας προστατεύσουν.. μην τυχόν και μας πιάσει κανένα κόψιμο, δεν το συζητώ... όχι για τα συμφέροντα της Monsanto και τον απόλυτο παγκόσμιο έλεγχο νερού και τροφίμων... Έρχεται και σε μας, δεν το γλιτώνουμε.. Όπως απαγορεύονται κι οι ντόπιες ποικιλίες, οι σπόροι των παππούδων μας.. Κι όχι μόνο.. σε λίγο θα μας απαγορεύουν να μαζεύουμε και χαμομήλι.. μη βιάζεστε, σιγά-σιγά.. Ήδη, στας Ευρώπας, από πρώτη του Απρίλη, και πάλι "για το καλό μας" απαγορεύεται να εμπορευόμαστε και να χρησιμοποιούμε όσα βότανα "δεν έχουν κατοχυρωθεί"... και που είσαι ακόμα!
(Σχετικά τα παρακάτω βιντεάκια, προς γνώση και ενημέρωση...)




Επανέρχομαι στα χορταράκια. Τόσα χρόνια, λοιπόν, μάζευα χορταράκια για βραστά, για τσιγαριστά, για ό,τι άλλο. Ομολογώ πως δεν γνώριζα πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να φτιάχνω τα φαγάκια μου. Τώρα που έχω την ευκαιρία να γνωρίσω ακόμη περισσότερα, σκέφτηκα να τα γνωστοποιήσω κι εδώ, αφού τα φωτογράφησα. Αχρείαστα νά'ναι...δύσκολα χρόνια έρχονται και, δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν ξέρουν πια να ξεχωρίσουν έναν ζωχό από ένα γαϊδουράγκαθο...
Μερικά από αυτά, λοιπόν:

χταποδάκι



σταράκι


ρικαϊνα


ραδίκι


πρασλήθρα


πετειναράκι


νεροπικραλήθρα


μελοζώχαρο


μελιόκολλα


μάραθο


λυκοπατησιά


λαναράκι


κοκοσάκι 1


κοκοσάκι 2


καυκαλήθρα


καρυανός


ζωχάρια


γουρουνάκι ή αγκαθάκι


βρούβα


βρακανίδα


χοντρομαριόλα


αγριολάπατα


αγριοκαυκαλήθρα


λαγομούστακα ή γαλατάκια

Κι έτσι, για να χαρεί κι η φίλη μου η Ξανθή , να βάλω και μια συνταγή με χόρτα, μια κλασική συνταγή της πηλιορείτικης κουζίνας.. όχι τίποτα πολύπλοκο ή ιδιαίτερο.. ένα από εκείνα τα απλά, καθημερινά, αλλά νοστιμότατα φαγητά του χωριού..

Χόρτα τσιγαριστά με αυγά!  Θέλουμε:
Χόρτα άγρια, με όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία, μπόλικο μάραθο και πρασουλήθρες που κάνουν τη διαφορά. Τώρα.. στις πόλεις, κομματάκι δύσκολο το σκηνικό, αλλά στην ανάγκη, λίγο πράσο μπορεί να αντικαταστήσει τις πρασουλήθρες, λίγο μπαζί ή, έστω, σπανάκι για ποικιλία στα χόρτα...
Κρεμμυδάκια φρέσκα και ξερά.
Λίγο σκορδάκι.
Λίγο πελτέ ντομάτας.
Αλατοπίπερο.(φρεσκοτριμμένο το πιπεράκι..)
Αυγά (από φυσιολογικές κότες, κατά προτίμηση..)
Λίγο κρασάκι κόκκινο (αυτό είναι δική μου παρέμβαση..)
Ελαιόλαδο και μόνον ελαιόλαδο.
Η διαδικασία απλή. Καθαρίζουμε, πλένουμε καλά και κόβουμε τα χόρτα. Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το λάδι, τσιγαρίζουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι κι ύστερα ρίχνουμε τα χόρτα, ανακατέβοντας διαρκώς ώστε όλα να τσιγαριστούν και λιγουλάκι, προσθέτωντας κάθε τόσο λίγο ελαιόλαδο. Ρίχνουμε και το ψιλοκομμένο σκορδάκι και μπόλικο μάραθο. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο κρασί, πελτέ κι ελάχιστο νεράκι και τα αφήνουμε να ψηθούν. Λίγο πριν τα βγάλουμε από τη φωτιά, σπάμε από πάνω όσα αυγά μάτια χωράνε στην επιφάνεια του φαγητού, καπακώνουμε και περιμένουμε να σφίξουν. Αυτό είναι όλο!




Τώρα, χόρτα τσιγαριστά μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους.. Με κρέας, με σουπιές, με χταποδάκι.. Εγώ, τελευταίως, δοκίμασα να τα φτιάξω με καλαμαράκια, παρ'όλο που δε με ενθουσιάζει γευστικά ο συνδυασμός θαλασσινού και χόρτου. Τσιγάρισα χωριστά τα καλαμάρια με ελάχιστο σκορδάκι, τα έσβησα με κρασί και τα άφησα να σιγοψηθούν προσθέτωντας λίγο πελτέ και βασιλικό κι ύστερα τα πρόσθεσα στα τσιγαριστά χόρτα που σιγοβράζαν. Δεν ήταν καθόλου άσκημο.
Χόρτα, λοιπόν, εκ του "χους+ορτός"- "βγάζει η γη χορτάρι", όπως μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"), εξ ου και το ρήμα "χορταίνω", αφού "Προ της ευρέσεως των ημέρων τροφών, χόρτοις εκέχρηντο" και "Προς 'χορτασμόν' του ανθρώπου εξήρκει η γη, δια αυτοφυών ριζών και λαχανικών".
Χόρτα ή λάχανα... όπου τα λάχανα, "Τα εις εσκαμμένην γην καλλιεργούμενα λαχανικά, τα κηπευτικά ή αυτοφυή εδώδιμα χόρτα" ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δημητράκου) εκ του ρήματος λαχαίνω= σκάβω, όπου λαχαίνω εκ του "λα+χαίνω=λίαν χαίνει η γη" ("Ο εν τη λέξει λόγος") και χαίνω=σχηματίζω χάσμα, είμαι ανοιχτός.
Δεν τα λένε όμως έτσι μοναχά οι ντόπιοι εδώ.. ακόμη κι ο Αριστοφάνης ("Θεσμοφοριάζουσαι"456) τα ονομάτιζε λάχανα:



..."γιατί άγρια μας χτύπησε κυράδες μου, όπως μες στ'άγρια χόρτα μεγάλωσε κι αυτός..." (ο γνωστός του υπαινιγμός για την καταγωγή του Ευριπίδη...).

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

κυκλάμινα στα καμένα..



Καθώς οδηγούσα και χίλιες μύριες σκέψεις τριβελίζαν στο νου μου, καρφώθηκε η σκέψη μου σε μια εικόνα... κάτι κυκλάμινα, θαρρείς βαμμένα με έντονο ρουζ, να ξεφυτρώνουν σε μια καμένη γη... Σκάλιζα να βρω τη χρονολογία -θά'χαν περάσει δέκα χρόνια; Μέσα έπεσα.. Αυτή η εικόνα, που είχα συναντήσει τότε, πάλι οδηγώντας, κι είχα βιαστικά αποθανατίσει με τη μηχανή, ως δύναμη πίστης στην ελπίδα, ως δύναμη ζωής, μ'ακολουθούσε χρόνια τώρα και που και που ξεπρόβαλλε πεισματικά από κάπου να γαντζωθεί στους ακατάσχετους συνειρμούς μου. Ένα φθινοπωρινό τοπίο απελπισίας, ντυμένο στα πένθιμα, μαύρη γη σαβανωμένη με φαιά σεντόνια, κι όμως, αν παρατηρούσες, μικρές ροδομάγουλες γωνιές, μικρές αγκαλιές από κοντυλογραμμένα ανθάκια, μικρές πινελιές του Γεννήτορα, ξεφυτρώναν τολμηρά εδώ κι εκεί.


Μες στη χαλασιά, μες στο καρβούνιασμα, η μάνα γη προφύλαξε το βολβό, προφύλαξε το γόνο της, προφύλαξε τη φύτρα. Να τι μας μένει να προφυλάξουμε, λοιπόν.. εκείνο το μικρό σποράκι που θα δώσει ξανά τη ζωή, τη γενεσιουργό δύναμη, την ελπίδα, την ανάσταση.. Μες σ'ένα τοπίο καμένο, βομβαρδισμένο, εικονικά νεκρό... Να διαφυλάξουμε ό,τι πολύτιμο μας έχει απομείνει...


(Ομήρου "Ιλιάς" Σ, απόδοση: Κ.Δούκας)

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Παναγιά πολυσπορίτισσα

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα.. Δυο χρόνια πριν τούτη η Παναγιά που γιορτάζεται στις 21 του Νοέμβρη μού'δωσε την αφορμή για την πρώτη εγγραφή μου σε αυτό το ιστολόγιο, μια εγγραφή δοκιμαστική και λιγόλογη. (Παναγιά η Πολυσπορίτισσα...) Η Παναγιά η Αποσπορίτισσα, όπως τη λεν εδώ, μιας και τη μέρα της γιορτής της λαμβάνει χώρα η τελευταία σπορά. Από δω και μπρος, δεν έχουμε παρά να αναμένουμε να θρέψει ο σπόρος κάτω από τη γη μητέρα, να ριζώσει κι ύστερα σιγά-σιγά να βλαστήσει και, με την επιστροφή της Περσεφόνης από τα κρυερά, τα χειμωνιάτικα, παλάτια του Άδη, να μας χαρίσει τους πολύτιμους καρπούς του...


Όλο τούτο το διάστημα, κύριο χαρακτηριστικό των γεωργικών εργασιών, αποτελούσε η σπορά, νωρίτερα για τα πεδινά και νότια, αργότερα για τα ορεινά και βόρια. Για αυτό κι έχουμε τον Αη-Γιώργη τον Σποριάρη (βλέπε: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..) στις 3 του Νοέμβρη, για αυτό κι ο λαός μας ονομάτιζε τον Οκτώβριο "Σπαρτό"  για αυτό και ο αντίστοιχος μήνας (τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου) με την ονομασία Πυανεψίων (πύανα= κουκκιά, όσπρια + έψειν= βράζω) των αρχαίων ημών προγόνων, ο αφιερωμένος στον Απόλλωνα και την Άρτεμι, οπότε και μοιράζονταν πανσπερμίες από όσπρια και στάρι. (βλέπε: Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!) Για αυτό και της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα, που φτιάχνουν το "πολύσπορο", την αρχαία πανσπερμία, και το μοιράζουν στην γειτονιά.

Έθιμα με πανάρχαιες ρίζες, έθιμα που ομολογούσαν τον ιδιαίτερο σεβασμό που έτρεφαν οι πρόγονοί μας για τη μάνα φύση και την ευγνωμοσύνη τους για την καρποφόρα και ζωοδότρα γη, έθιμα που διατηρήθηκαν χιλιετίες ολάκερες, που χρωματίζαν με τις πινελιές τους κάθε ημέρα του χρόνου και κάθε εποχή, που δίναν αφορμή για γιορτάσια, για συναναστροφή, για χαμόγελα και επικοινωνία, έθιμα που κρατούσαν τους ανθρώπους ενωμένους και που κρύβαν στο συμβολισμό τους αξίες διαχρονικές, έθιμα που σε μια γενιά, εμείς οι "σοφοί", οι μοντέρνοι και προοδευτικοί - που διατεινόμεθα ότι δεν έχουμε χρόνο να απολαύσουμε το άρωμα ενός λουλουδιού, αλλά έχουμε άπλετο χρόνο να αφιερώσουμε, παρακολουθώντας με διεσταλμένα τα μάτια, σε όποιο σκουπίδι μας σερβίρει η τηλεόραση - τα απορρίψαμε και τα ρίξαμε στον Καιάδα της λησμονιάς, τα αποκηρύξαμε μαζί με τη λαϊκη σοφία των προπατόρων μας, ως περιττά και άχρηστα σκουπίδια της τόσο ουσιώδους, θαυμαστής κι αξιοζήλευτης σύγχρονης καθημερινότητάς μας!...

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας, λοιπόν... Και καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Ονομάζουν όμως αυτήν και Πολυσπορίτισσα (Ευρυτανία, Δυτ.Μακεδονία, κ.α.), επειδή την ημέραν αυτήν, κατά το έθιμον, έβραζαν εντός χύτρας "πολυσπόρια", ήτοι διαφόρους δημητριακούς καρπούς και όσπρια, ως σιτάρι, αραβόσιτον (καλαμπόκι), λαθούρια, ρεβίθια, φασόλια, κουκκιά κ.τ.λ., τα οποία εμοίραζαν εις τον κόσμον "για τα χρόνια πολλά", δια να εξασφαλίσουν δηλαδή κατά το ερχόμενο έτος την αφθονίαν των καρπών. [...] μοιράζουν δηλαδή "απαρχές" και θυμίζουν τα αρχαία "Πυανέψια" του ίδιου περίπου μήνα. Και ο Δημ.Λουκόπουλος ("Γεωργικά της Ρούμελης", Αθήναι 1938, σ.171) αναφέρει: "Την 21ην Νοεμβρίου, οι γεωργοί γιορτάζουν την πολυσπορίτισσα ή Μεσοσπορίτισσα. Πολυσπορίτισσα λένε, γιατί σε πολλά χωριά παίρνουν πολυσπόρια (σιτάρι, καλαμπόκι, κουκκιά, κ.λ.π.) και πάνε στην πηγή, τα ρίχνουν μέσα και λένε: όπως τρέχει το νερό, να τρέχη το βιό. Παίρνουν νερό και γυρίζουν. Επίσης τη μέρα αυτή αντίς άλλο φαγητόι βράζουν τα πολυσπόρια, τρώνε και μοιράζουν και σε δικούς τους για χρόνια πολλά. Μεσοσπορίτισσα, όπως λένε, το είπαν με το να μεσιάζη τότε η πρώιμη σπορά τους. Κι αυτή τη μέρα βασιλεύει η πούλια, αν τύχη ξαστεριά. Κι όπως θα κάμη αυτήν τη μέρα, θα κάμη και τις σαράντα κατοπινές μέρες.""

Εδώ, στο ορεινό Πήλιο, δεν τα φτιάχνουν τα πολυσπόρια, μάλλον επειδή, λόγω μορφολογίας, δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα τα δημητριακά και τα όσπρια, τα οποία και ευδοκιμούν στον κάμπο. Όμως, μια γυναίκα με ρίζες πολίτικες, μαθημένη από μικρό παιδί απ'τη γιαγιά της, μας μοίρασε σήμερα το πολυσπόρι. "Αυτό παιδί μου, να το κρατήσετε σε παρακαλώ.. κι εσύ κι η μάνα σου και τα παιδιά σου.. από τους παππούδες μας είναι.. να φτιάχνετε τα πολυσπόρια, να τα μοιράζετε στη γειτονιά, στον κόσμο...για το καλό"


Κι ιδού, η συγκεκριμένη συνταγή για τα "πολυσπόρια" που, φαντάζομαι, θα βρίσκεται σε πολλές παραλλαγές, ανάλογα με τον τόπο και τις ποικιλίες που καρποφορούν κι ίσως κι ανάλογα με την έμπνευση και τα γούστα...

Σιτάρι, καλαμπόκι, σταφίδες (μαύρες και ξανθές), καρύδια, μύγδαλα, σησάμι, λίγο λαδάκι, μια τζούρα ζάχαρη, μια πρέζα αλατοπίπερο.

Βράζουμε το στάρι πολύ καλά, να μαλακώσει. Βράζουμε χώρια και το καλαμπόκι. Το σησάμι, τα καρύδια και τα μύγδαλα (που πρώτα τα κοπανίζουμε), τα καβουρντίζουμε στο τηγάνι. Τέλος, σε μια μεγάλη χύτρα, αναμειγνύουμε όλα τα υλικά και "δένουμε" με λίγο αλευράκι και νερό για να χυλώσει. Έχουμε, όμως, φυλαγμένο λίγο από το καβουρντισμένο σησάμι το αμύγδαλο και το καρύδι για να πασπαλίσουμε και από πάνω, σε κάθε κυπελλάκι που σερβίρουμε.


Υ.Γ. Βλέπε περισσότερα και σε νεότερη ανάρτηση: Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας!

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..

Σήμερα (3 Νοεμβρίου), ο λαός μας γιορτάζει τον   Άη-Γιώργη τον "μικρό" ή τον "φτωχό", όπως τον ονομάτισε, για να τον διακρίνει από τον Άη-Γιώργη, το "μεγάλο", τον Τροπαιοφόρο που την άνοιξη τον τιμά και τον πανηγυρίζει όλη η Ελλάδα. Ουσιαστικά, όμως, τη σημερινή ημέρα η εκκλησία μας μνημονεύει την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Τούτος, λοιπόν, ο Αη-Γιώργης, ο "μικρός", κατέληξε και ξεχασμένος, πλέον καθώς επικρατεί η γιορτή του Απριλίου. Κι όμως, ο λαός μας είχε βρει και για αυτόν θέση στο γιορτάσι του, τότε που τις ημέρες τις χρωματίζανε κάθε λογής έθιμα και εποχιακές ασχολίες! Τον βάφτισε, λοιπόν, "Σποριάρη", μιας και σε πολλές περιοχές της χώρας μας γίνεται η σπορά τη μέρα της γιορτής του, αλλά και "Μεθυστή", καθώς σε κάποια μέρη του τόπου μας ανοίγουν τα βαρέλια με το καινούριο κρασί αυτή τη μέρα.


Αναφέρει ο λαογράφος μας, Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Ορόσημο για τα καινούρια κρασιά, πιο βιαστικό κι επίσημο, είναι, όπως είδαμε, ο άι-Δημήτρης. Όπου όμως υπάρχει εκκλησιά του άι-Γιώργη, προτιμούν αυτόν για τα κρασιά τους, πολύ περισσότερο όταν τον γιορτάζουν και τον Νοέμβρη. Π.χ. στην Κρήτη:

Πάντα τσι τρεις του Νοεμπριού και τσ' εικοστρείς τ' Απρίλη, πανηγυράκι γίνεται στ' Άι-Γιωργιού τη χάρη...

Ο καιρός στην Κρήτη είναι "καλός" και τον Νοέμβρη. Γι' αυτό και στα ξωκλήσια της του άι-Γιώργη (όπως π.χ. κοντά στο Ρέθυμνο) οι πανηγυριστές παίρνουν μαζί τους μπότσηδες ή νταμιτζάνες, με "νιο κρασί" και καλοπίνουν. (Α.Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Ρέθυμνο 1954)

Πιο τελετουργικά τα πράγματα στη Δωδεκάνησο. Σε περιγραφή του, από το χωριό Σπώα Καρπάθου, ο τώρα Πρωτοπρεσβύτερος στην ελληνική Αγία Τριάδα του Μόντρεαλ (Καναδά), Κωνσταντίνος Χαλκιάς, γράφει για το 1975: Μεταξύ των πολλών εθίμων, των διατηρηθέντων μέχρι σήμερον εις το χωριό μας, είναι και το άνοιγμα των κρασιών κατά την ημέραν αυτήν (3 Νοεμβρ.). Διό και ονομάζεται η ημέρα: τ' Άι-Γιωργιού του Μεθυστή... Είναι εξόχως λαμπρόν, αλλά και λίαν συγκινητικόν το θέαμα, καθ' ην στιγμήν καταφθάνουν εις την Τάβλαν (στο πανηγυρικό τραπέζι, με το άφθονο κρέας και τα φαγητά για όλους τους πανηγυριστές, από τον Δεσπότη και τους επισήμους, ως τους άγνωστους ξένους και τον παραμικρό χωριανό) αι γυναίκες του χωριού μας, με τις λαϋνες, τους μαστραπάδες και τις τσότρες, γεμάτες από κρασί, που πήραν από τα κιούπια και τα πανωπίθια (μεγάλα πιθάρια), που άνοιξαν για την εορτήν του αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού μας. Όλοι ανεξεραίτως οι προσκυνηταί είναι υποχρεωμένοι να γευθούν τα κεράσματα των γυναικών όλων, που, τα ευλογημένα, υπερβαίνουν πολλάκις τα 40-50! Άκεφος ή αμέθυστος, την ημέραν αυτήν, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς εις τα Σπώα... (βλ.Νισυριακά Χρονικά-εκδ. Εταιρίας Νισυριακών Μελετών, τομ.5, Αθ.1976)"


Αλλά, όπως είπαμε, τούτος ο Άη-Γιώργης, εκτός από Μεθυστής, είναι και Σποριάρης. Έτσι, κάποιες συνήθειες της μέρας της εορτής του αποβλέπουν στην αφθονία της καρποφορίας. Καταγράφει ο γνωστός λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), σχετικά:

"Στη Λάρδο της Ρόδου, για παράδειγμα,

οι γεωργοί βάλουν σε μια σκάφη το σπόρο και ανάφτουν τρία κεριά. Μέσα στο σπόρο ανακατεύουν διαφόρους καρπούς και λίγο σιτάρι, που το είχαν φυλαγμένο στο σακουλάκι της περασμένης αρχιχρονιάς. Από τη σκάφη αυτή βάλλουν λίγο σπόρο στο δισάκι και μαζί ένα ρόδι, που θα το φάγουν σαν 'ποσπείρουν. (Αν.Βρόντης, Λαογρ.ΙΑ', ΙΒ' 1934, 1938-48)).

Ιδιαίτερα το ρόδι, ως σύμβολο της αφθονίας, δεν λείπει από τη σποροσακούλα του γεωργού. Στην Επίδαυρο την ημέρα που θα σπείρουν

βαίνουν μέσα στο σακί το σπόρο (που βλογήθηκε του Σταυρού στην εκκλησία), ένα ρόιδο αλάκερο και το πρωί πρωί για να μην κάμουν κακό απάντημα, πάνε στο χωράφι. Ζεύουν τα βόδια και, πριν αρχινήσουν το σπόρο, παίρνουν το ρόιδο και το βαράν απάνω στο ενί (υνί) του αλετριού, ανακατεύουν κάμποσα σπειριά ρόιδο με τον σπόρο στην ποδιά τους, και τον πετάνε λέγοντας Καλά μπερκέτια! Άμα ρίξουνε μια σποριά, δηλαδή ένα στρέμμα, κάθουνται και τρώνε τ'άλλο ρόιδο κι ευκείωνται.(Ευαγγελίδης, Λαογρ.Γ', 1911)

Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας

όταν πρωταρχίσουν να σπείρουν, βάζουνε μεσ' στο σπόρο καρύδια, ρώγες από σταφύλι κι ένα ρόιδο. Τα σπέρνουν μαζί με το σπόρο χάμω στη γη και λένε: Να γένει το γέννημα γλυκύ σαν το σταφύλι, τσουπωτό σαν το ρόιδο και αφράτο και άσπρο σαν το καρύδι.(Επετηρίς Βουρβούρων 1939) "


Και, προσθέτει, ο Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Όσο για το "Σποριάρη" άγιο Γεώργιο, τον έχουν ευλογητή (και ενθυμητή) της σποράς τους όλοι οι Δωδεκανήσιοι, και οι (νοτιότεροι) Κύπριοι.

"Μεταχριστιανικόν Τριπτόλεμον" ονομάζει τον Νοεμβριανό Άι-Γιώργη, ο παλιός Ρόδιος λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης. Σκορπίζει, λέει, κι αυτός στους κόλπους της γης τα δώρα της Δήμητρας. Την ημέρα της γιορτής του οι Ρόδιοι χωρικοί βγαίνουν για σπορά:

Από το πρωί, νυχάτα, σηκώνεται κάθε νοικοκυρά και θυμιάζοντας (λιβανίζοντας) βάλλει τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι, που χρησιμοποιούν οι γεωργοί στη σπορά. Μαζί με τον σπόρο βάλλουν ένα σκόρδο, κρομμύδι, καρύδι.... σησάμι, κι ακόμα ένα ρόδι, που το τρώγουν οι γεωργοί σαν αποσπείρουν, λέγοντας: "Όσα κλωνιά, τόσα κιλά (χωρητικότητας)". Στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα, πηγαίνουν πεντάρτι (αρτοκλασία με 5 άρτους) που το φτιάχνουν με κοινόν έρανον σταριού (οι γειτόνισσες).

Και κάτι που προσέχουν ομοιοπαθητικά: Ίσαμε ν'αποσπείρουν, πολλοί από τους γεωργούς δεν ξυρίζουνται.

Στην Κύπρο, τ'άι-Γιωργιού του Σπόρου, εκτός από το ξεκίνημα της σποράς οργανώνουν ζωοπανήγυρη, την ημέρα αυτή, (κοντά στη Λάρνακα) και παρακαλούν τον άγιο να βρέξει για τα οργώματα και για το χορτάρι - τροφή των ζωντανών τους. (Κυπριακά χρονικά, τομ.4)."


* Και, μιας και αναφέρθηκε ο Τριπτόλεμος, ας τον θυμηθούμε κι αυτόν.. ας προστρέξουμε λίγο στην πολύτιμη ελληνική μυθολογία μας που πολλά πλούτη κρύβει.. Αναφέρει το "Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων" υπό Νικολάου Λωρέντη (1837):









Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!

Οκτώβριος ή "Οκτώβρης" ή "Οχτώβρης" που, όπως μας αναφέρει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος "έχει και τας ονομασίας "Άϊ-δημήτρης" ή "Αηδημητριάτης" ή "Αγιοδημήτρης", επειδή κατ'αυτόν είναι η εορτή του Αγίου Δημητρίου" καθώς ακόμα και ""Σπαρτός" ή "Σπαρτής", "Παχνιστής" (διότι καλύπτονται υπό πάχνης οι αγροί)". Και συνεχίζει:


""Οκτώβρη και δεν έσπειρες,

οκτώ σωρούς δεν έκανες",

πιστεύουν ότι είναι ο πλέον κατάλληλος προς σποράν μήνας των πρωίμων δημητριακών καρπών, καθ'όσον, αν αύτη δε γίνη εντός του μηνός, η συγκομιδή δεν θα είναι καλή. Κατά δε την παροιμίαν


"τον Σεπτέμβρην τα σταφύλια,

τον Οκτώβρη τα κουδούνια"

τελειώνουν τα σταφύλια τον Οκτώβριον και μένουν τα "κουδούνια", δηλ. αι μικραί σταφυλαί, που εναπομένουν επί του κλήματος μετά τον τρυγητόν." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Επιπλέον, καταγράφει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος:

"Θα πρέπει να έχουν προηγηθεί τα πρωτοβρόχια, να έχει μαλακώσει η γη με νέες βροχές (και του Οκτώβρη) και να φανεί έπειτα η επιθυμητή αιθρία, για το όργωμα.

Οι Κύπριοι λένε:


- Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη,

πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια (βούδκια)

αν δεν χορτάσει ο Οκτώβρης τη γη,

πούλησ' τα βόδια σου και 'γόρασε σιτάρι.

(ευκαιρία, στην πρώτη περίπτωση να σπείρεις πολλά' ανάγκη, στη δεύτερη, να ψάξεις για προμήθειες).

Συνήθως βρέχει ο Οκτώβρης, και συνήθως κάνει προς το τέλος την καλοκαιριά του, που χρειάζεται για το όργωμα, και που συμβολική εγγύησή της είναι τα χρυσάνθεμα (ή αγιοδημητριάτικα). Μια κυπριακή επίσης παράδοση, που θυμίζει τον μύθο της Δήμητρας, λέει για τα χρυσάνθεμα:




"Ο Οκτώβρης περιπλανιόταν στη γη και μοιρολογούσε για τα χαμένα λουλούδια και για τα φύλλα των δένδρων που πέφτανε στη γη, καθώς και για τις ζεστές ημέρες που χάνονταν, και για τα σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό. Τα χρυσάνθεμα τότε παρακάλεσαν το Θεό να κάμει καλοσύνες για αυτά, και να τα αφήσει ν'ανθίσουν όλον τον Οκτώβρη. Τ'άκουσε ο Θεός και τ'άφησε κοντά του, και τα λέμε (στην Κύπρο) Οκτωβρούδες"." (Δημητρίου Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά)


Ο Φίλιππος Βρετάκος, τέλος, μας αναφέρει σχετικά με τον Οκτώβριο και τον αντίστοιχο (πάνω-κάτω) μήνα Πυανεψίωνα του Αττικού ημερολογίου:

«[ ...] Εις το Αττικόν ημερολόγιον κατείχε την τετάρτην κατά σειράν θέσιν και ελέγετο «Πυανεψιών» ή «Πυανοψιών» (15 Οκτ.-15 Νοεμ.) (εκ του πύανα-έψειν= βράζειν όσπρια) ένεκα της κατ'αυτόν αγομένης εορτής των «Πυανεψίων» εις τιμήν του Απόλλωνος, κατά την οποίαν έβραζαν εντός χύτρας πύανα (κουκκιά) και άλλα όσπρια αναμεμειγμένα με άλευρον και σιτάρι, και τα διένεμον εις φτωχούς εις μνήμην του Θησέως εις ανάμνησιν του εξής, κατά την μυθολογία, γεγονότος: Ο Μίνως, βασιλεύς της Κνωσσού, έστειλε τον υιόν του Ανδρόγεων εις Αθήνας, δια να λάβει μέρος εις τους αρτισυστάτους Παναθηναϊκούς αγώνας. Επειδή όμως ο Ανδρόγεως ενίκησε όλους τους συναγωνιστάς του, ο βασιλεύς των Αθηνών Αιγεύς απέστειλεν αυτόν να αγωνισθή με τον Μαραθώνιον Ταύρον. Κατά τον αγώνα όμως φονεύεται από του Ταύρου, ή, κατ'άλλην εκδοχή υπό συναγωνιστών του, ότε μετέβαινεν εις τας Θήβας, δια να αγωνισθή προς τον Λάϊον.



[...] Κατά την τρίτην φοράν αποστολήν του φόρου αυτού μετέσχε και ο Θησεύς, ο υιός του βασιλέως Αιγέως, τον οποίον η θυγάτηρ του Μίνωος Αριάδνη εβοήθησε να φονεύση τον Μινώταυρον με έναν πέλεκυν και να εξέλθη ζωντανός εκ του Λαβυρίνθου με τον μίτον... [...] Ο Θησεύς, κατά την επιστροφήν του από την Κρήτη μετά το φόνο του Μινωταύρου, από την χαρά του ελησμόνησε να υψώση εις το πλοίον λευκά ιστία αντί των μαύρων και ο πατήρ του Αιγεύς, επειδή ενόμισεν ότι κατεσπαράχθη ο υιός του υπό του Μινωταύρου, ερρίφθη εις την θάλασσαν και επνίγη, η οποία εκ του ονόματός του, ως πιστεύεται, ωνομάσθη "Αιγαίον Πέλαγος". Εις ανάμνησιν, λοιπόν, του γεγονότος τούτου ο Θησεύς την 7ην του Πυανεψιώνος μηνός, καθ'ήν επέστρεψεν εκ Κρήτης, εώρτασε τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Απόλλωνος, εορτή κατά την οποίαν έβρασεν εντός χύτρας τα πύανα (όσπρια) που είχαν εναπομείνει και τα έφαγον από κοινού πάντες οι ευρισκόμενοι εις το πλοίον, έκτοτε δε οι Αθηναίοι καθιέρωσαν να εορτάζουν και αυτοί τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Θησέως.


[...] Οι Αθηναίοι, με την πάροδον του χρόνου, αφιέρωσαν εις μνήμην των αποθανόντων όλον τον μήνα Πυανεψίωνα και ετέλουν τα "Επιτάφια", δηλ. μνημόσυνα δια τους πεσόντας εις τους πολέμους, κατά τα οποία εξεφωνούντο και επιτάφειοι λόγοι, όπως είναι ο γνωστός "Περικλέους επιτάφιος" του Θουκυδίσου. Παρόμοια με τα "Πυανέψια" μνημόσυνα τελούμε και ημείς σήμερον εις μνήμην των νεκρών μας, με μόνην την διαφοράν ότι, αντί "κολλύβων" από πύανα και άλλα όσπρια των αρχαίων, βράζομεν "στάρι" και το μοιράζομεν εις τους παρευρισκομένους εις το μνημόσυνον, ως τούτο συνήθιζον και οι αρχαίοι." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")