Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουκουλές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουκουλές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Χριστούγεννα στο Βυζάντιο...

 Έθιμα των Χριστουγέννων και του Δωδεκαήμερου των βυζαντινών...

 ... αποσπάσματα από το έργο του σπουδαίου παλαιού βυζαντινολόγου μας Φαίδωνος Κουκουλέ (1881-1956):

 


"Ἡ ἑορτή τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως, ἑορτή των γεννεθλίων καλουμένη καὶ κατὰ τον Χρυσόστομον, "πασῶν ἑορτῶν σεμνοτάτη καὶ μητρόπολις πασῶν", δὲν θὰ εἶναι ἴσως εἰς πολλοὺς γνωστὸν ὅτι ὡς αὐτοτελὴς ἑορτὴ δὲν ἑορτάζετο κατὰ τοὺς πρώτους χριστιαννικοὺς αἰῶνας. Τότε, κατὰ τὴν ἔκτην Ἰανουαρίου, ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς τρίτης ἐκατοταντετηρίδος, ἑορτάζετο μόνον ἡ ἑορτή τῆς Ἐπιφανείας, μετ' αὐτῆς δὲ συνεορτάζετο καὶ ἡ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. 

Ὡς ἰδιαιτέρα ἡμέρα ἑορτῆς ὡρίσθη ἡ τῶν Χριστουγέννων τὸ πρῶτον κατὰ τὸν Δ' μ.Χ. αἰῶνα ὑπερμεσοῦντα ἐν τῆ δύσει, ὅτε καὶ ἀπεφασίσθη ὡς ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου νὰ ὁρισθῆ ἡ 25η Δεκεμβρίου, μετὰ πολλὰς συζητήσεις [...] Ὡρίσθη δὲ τότε ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ὑπό τῆς ἐκκλησίας, ἐπιθυμούσης νὰ αντικαταστήση διὰ Χριστιανικῆς ἐθνικὴν ἑορτήν, τὴν τοῦ ἀηττήτου ἡλίου, ἑορταζομένην τὴν ἡμέραν ἐκείνην.

Είς τὴν Ἀνατολὴν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων είσήχθη κατὰ τὸ τελευταῖον τέταρτον τοῦ Δ' μ.Χ. αἰῶνος, ὡς βεβαιοῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐν ὁμιλίᾳ του γενομένη ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ το 386. [...]

Ὁπως ἄν ἔχη ἅπαξ εἰσαχθεῖσα ἡ ἑορτή, ἐπεκράτησε χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας πεφωτισμένων ἱεραρχῶν καὶ κυρίως τοῦ Χρυσοστόμου, εἶτα δὲ καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, οὖτινος ὁ πρῶτος ἐν Κωνσταντινουπόλει λόγος κατὰ τὴν 25η Δεκεμβρίου τοῦ 380 ἤρχισε διὰ τοῦ: "Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς ὑψώθητε". 


Οἱ Βυζαντινοὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων φαίνεται ὅτι ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐσχημάτιζον σπήλαιον καὶ ἐν αὐτῶ ἐτοποθέτουν στρωμνὴν, ἐφ' ἦς ἐτοποθέτουν παῖδα, τὸν Ἰησοῦν παριστάνοντα. Περὶ τούτου σαφῶς κατὰ τον ΙΒ'αἰῶνα μαρτυρεῖ ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών [...] Θὰ ἦτο δ' ἡ συνήθεια αὔτη πολὺ παλαιοτέρα, ὡς συμπεραίνω ἐκ λόγον, ὅν ἐξεφώνησε ο Χρυσόστομος τῆ 20η Δεκεμβρίου του 386 [...] 

Κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους υπῆρχε συνήθεια ἵνα εἰς τὴν λεχώ, πρὸς τόνωσιν καὶ διὰ νὰ παραγάγη ἀρκετὸν γάλα δίδουν τὸ λεγόμενον λοχόζεμα*, ζωμὸν δῆλα δὴ ἐντὸς τοῦ ὁποῖου εἶχεν ἀναδευθῆ ἑψημένη σεμίδαλις καὶ "ἕτερά τινα εἴδη", ἥτοι βούτυρον καὶ μέλι. 

Τὸ λοχόζεμα τοῦτο συνήθιζαν οἱ πρόγονοί μας νὰ στέλλωσιν εἰς φιλικὰς οἰκίας τὴν ἑπομένην τῶν Χριστουγέννων, πρὸς τιμὴν τῶν λοχείων τῆς Παναγίας (πβ: Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς".. ) , ὡς ἔλεγον, ἔθιμον τὸ ὅποῖον δὲν ἐνέκρινεν ἡ ἐκκλησία [...]

Κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτάς, συνήθεια ἐπεκράτη νὰ καλλωπίζονται αἱ οἰκίαι καὶ νὰ στολίζονται τὰ ὑπέρθυρα αὐτῶν πρὸς δὲ νὰ καθαρίζονται καὶ οἱ δρόμοι. Τοῦτο ἐγίνετο καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν γενεθλίων, ὁπότε, κατὰ διαταγὴν τοῦ ἐπάρχου τῆς πόλεως, οὐ μόνον καθαρισμὸς τῶν ὁδῶν ἐγίνετο, ἀλλὰ καὶ στολισμὸς διαφόρων κατὰ διαστήματα στηνομένων στύλων μὲ δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου καὶ ἄνθη τῆς ἐποχῆς. 


Κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Δωδεκαημέρου γνωρίζομεν, ὅτι οἱ Βυζαντινόπαιδες, περιερχόμενοι τὰς οἰκίας, ἀπό βαθείας πρωϊας μέχρι δείλης ὀψίας, μετὰ αὐλῶν καὶ συρίγγων ἔλεγον τὰ κάλανδα. Περὶ καλανδιστῶν κατὰ τὰ Χριστούγεννα κατὰ τὸν ΙΒ' αἰῶνα μαρτυρεῖ ὁ Ι.Τζέτζης γράφων:

"Καὶ ὅσοι κατ' ἀρχίμηνον τὴν Ἰανουαρίου 

καὶ τῆ Χριστοῦ γεννήσει δὲ καὶ Φώτων τῆ ἡμέρα,

ὁπόσοι περιτρέχουσι τὰς θύρας προσαιτοῦντες

μετὰ ὠδῶν καὶ ἐπωδῶν καὶ λόγους ἐγκωμίων.", 

ἐξ ὧν στίχων πληροφορούμεθα ὅτι πλὴν τῶν εὐχετικῶν ἐπὶ τῆ ἡμέρᾳ ἀσμάτων, οἱ παῖδες ἀπήυθυνον καὶ ἐγκώμιο πρὸς τοῦς ἐνοίκους, ἀνάλογα πρὸς τὰ σημερινά:  "Πολλά'παμε τ'ἀφέντη μας, ἀς ποῦμε τῆς κυράς μας" (βλ.:Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) και: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ) ἐν ἐπωδαῖς καὶ τὴν ἀμοινήν των ζητοῦντες ὡς γνωρίζομεν ἐξ ἀναλόγων ἀγυρτικῶν ἀσμάτων.

Σημειωθήτω ὅτι ἔλεγον τὰ κάλανδα οὐ μόνον παῖδες, ἀλλὰ καὶ ἐνήλικοι, καὶ δὴ καὶ ἄνθρωποι τῆς ὀρχήστρας, οἵτινες μέχρι βαθείας νυκτὸς περιφερόμενοι καὶ καλανδίζοντες δὲν ἀπήρχοντο, ἄν δὲν ἠμοίβοντο. Καὶ δὲν ἦσαν, δυστυχῶς, οὗτοι οἱ μόνοι ἐνοχλοῦντες. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν, ὡς καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας τοῦ Δωδεκαημέρου, ἐγίνοντο αἱ μεταμφιέσεις (π.β. :μωμόεροι και ρουγκατζιάρια (πανάρχαια δρώμενα του Δωδεκαήμερου) ), διὰ τοῦτο καὶ μετημφιεσμένοι, ἠσβολωμένον ἔχοντες τὸ πρόσωπον, ἔκρουον τὰς θύρας διὰ φωνῶν καὶ ἀστεϊσμῶν, ἐνοχλητικοὶ εἰς τοὺς οἰκοδεσπότας γινόμενοι. 

 


Ἐν ἡμέραις μεγάλων ἑορτῶν καὶ εὐχαρίστων γεγονότων συνήθεια ἐπεκράτη ἐπιτρέποντος τοῦ βασιλέως, νὰ γίνονται ἱπποδρομικοὶ ἀγῶνς περὶ οὗς κυριολεκτικῶς ἐμαίνοντο οἱ Βυζαντινοι' διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ἐτελοῦντο ἱπποδρομικοὶ ἀγῶνες ἐν τῶ ἱπποδρόμῳ, ἐπὶ παρουσία τοῦ βασιλέως καὶ μεγάλου πλήθους θεατῶν. [...]

Τὴν λαμπρὰν καὶ περίδοξον τῶν Χριστοῦ γενεθλίων ἡμέραν τιμῶντες οἱ βασιλεῖς ἔδιδον κατ'αὐτὴν ἐπίσημον ἐν τοῖς ἀνακτόροις γεῦμα, εἰς ὅ, προσκαλούμενοι ἄρχοντες ἀλλὰ καὶ ξένοι ἀντιπρόσωποι καὶ δώδεκα πένητες, κατὰ τὸν τύπον τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἔτρωγον οὐχὶ καθήμενοι ἀλλ' ἀνακεκλιμένοι, κατ' ἀρχαίαν συνήθειαν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐγειρόμενοι καὶ ἐπευφημοῦντες τὸν βασιλέα, ἐν ὧ κατὰ χρονικὰ διαστήματα οἱ καλλίφωνοι χοροὶ τῆς Ἀγίας Σοφίας καὶ τῶν Ἀγίων Άποστόλων έψαλλον: "ἡ γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἀνέτειλε τῶ κόσμῶ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως." 

Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἱερότητα τῆς ἡμέρας, οἱ βασιλεῖς ἀπηγόρευον νὰ συλλαμβάνεταί τις κατ'αὐτὴν καὶ νὰ φυλακίζεται διὰ μικρὰ παραπτώματα, ἐκτὸς ἄν εἶχε περιπέσει εἰς σοβαρὸν ἔγκλημα, στἐλλοντες δὲ διαταγὰς, ἐκέλευον νὰ απολύωνται τῶν φυλακῶν οἱ δι' ἐλαφρὰ παραπτώματα ἔγκλειστοι."

(Φαίδων Κουκουλές, "Βυζαντινῶν βίος καὶ πολιτισμός", τόμος Στ', εκδόσεις Παπαζήση)


Υ.Γ. * Περισσότερα για το "λοχόζεμα" (από τον τόμο Δ' του έργου του Φαίδωνος Κουκουλέ "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός"): 


 


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".] 
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

"Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βαν'νε κρασί σ'ένα βαγένι, για να πίν'νε όποτε των έκαν' όρεξη. "Έτσι λοιπόν" είπεν ο Μάρτης, "εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι, και ύστερα ρίχνετε και σεις". "Καλά, συ ρίξε" είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης: "Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ'αρχίσω να πίνω". "Βέβαια" είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτω μέρος, και άρχισε και έπινε, ώσπου τό'πιε όλο και δεν άφησε στάλα.Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους συντρόφους του. Τ'ακούνε κείνοι, θυμών'νε, σκέφτονται τί να κάν'νε. Τέλος, μένουν σύφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που των έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο, που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα: άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη, και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε.Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιασε, που ήπιε το κρασί δηλαδή, γελάει, και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλι το ξύλο πό'φαγε, κλαίει και βρέχει."(Κορινθία, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α991)
Έτσι, λοιπόν, εξηγεί η παράδοση του λαού μας πως έχασε ο Μάρτης την πρωτοκαθεδρία κι από πρώτος μήνας του έτους στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, ως και πρώτος μήνας της άνοιξης, μετατέθηκε σε τρίτος με τις μεταρρυθμίσεις του Ιουλίου Καίσαρος. Παράλληλα δικαιολογεί και το κυκλοθυμικό του ταπεραμέντο, καθώς είναι απρόβλεπτος και μια φλερτάρει με το χειμώνα, μια με την άνοιξη και την καλοκαιρία. Δεν τού'χει βγει τζάμπα και τ'όνομα:
"Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνιζε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε!"
Γι' αυτό και:
 "Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια!", 
αφού:
 "Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης!", 
καθώς:
 "Ο Μάρτης και χάδια κάνει, πότε κλαίει και πότε γελάει."

Όμως, οι παραδόσεις του λαού μας είναι πολλές, κι άλλες δίνουν άλλη εξήγηση για τα τερτίπια του Μάρτη μας:
"Οι μήνες ηβουληθήκανε μια μέρα να βρει καθενείς τωνε από μια γυναίκα να την πάρει για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι ηβάλανε προξενητάδες και ηβρήκε καθένας τη δικιά του. Ο Μάρτης όμως εγελάστηκε κι επήρε μια χανούμισσα. Είχε γρικητά πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες, και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα.Ω μεγαλοδύναμέ μου, ίντα γίνηκε τη βραδιά που η γυναίκα του ήβγαλε το γιασεμάκι που ήκρυβγε τη μούρη της! Ο Μάρτης εμαλλιοτραβιούντανε από το καμό του, ήκλαιε σα μωρό παιδί. Η γυναίκα του ήταν άσκημη, γριά, κουτσοδόντα, στην κεφαλή της ούτε μία τρίχα δεν είχε από τα γεροντάματα. "Μωρή πανούκλα" της λέει θυμωμένος, "να μη γυρνάς να με θωρείς, γιατί θα σε ξαντερίσω!". Η γυναίκα του όμως δεν τον άκουσε, κι όποτε γυρνά και τον βλέπει, ο Μάρτης από το θυμό του ξαπολά τους αέρηδες και τις βροχές και φουσκώνει τις θάλασσες."(Σίφνος, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α998)

Αλλά δεν είναι μοναχά η γυναίκα του η γριά που ευθύνεται για το θυμό του, αλλά κι άλλη μια που του περηφανεύτηκε κι έτσι εκείνος, για να την τιμωρήσει, έκλεψε τρεις μέρες από το γείτονά του το Φλεβάρη και τον άφησε κουτσό!:
"Ήταν μια φορά μια γριά, κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότες είχε 28 ημέρες κι ο Φλεβάρης 31. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα. Και η γριά, από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε: "Στην πομπή σου, γερο-Μάρτη, τ'αρνοκατσικάκια μου καλά τα πέρασα." Καθώς τ'άκουσεν αυτά τα λόγια ο γερο-Μάρτης, εθύμωσε και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη, το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π'έκαμε τη γριά να χωθεί από κάτου από ένα κακάβι και να φωνάζει: "Κάτσι, κάτσι, κάτσι!" γιατί έλεγε ότ' εχόρευαν τα κατσικάκια επάνου στο κακάβι. Τα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν απ'το σορόκο κι από τότε έχει ο Μάρτης 31 ημέρες και ο Φλεβάρης 28.Ένεκα γι' αυτό πό'παθε εκείνη η γριά, τις τρεις ύστερες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών. Και ονοματίζουνε κάθε μία από δαύτες και με τ'όνομα μιανής από τις πλιο ηλικιωμένες γριές του χωριού' κι αν τύχει καλή η ημέρα λεν πως και η γριά είναι καλή, κι αν γίνει κακοκαιρία, λεν πως απ'την κακία της έγινε."(Σοποτόν του Δήμου Αροανίας των Καλαβρύτων, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α301).
Οι παραδόσεις που συγκεντρώνει ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης για το μήνα τούτο είναι απολαυστικές και πλούσιες σε τοπικές παραλλαγές. Σημειώνει σχετικά κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):
"Χαρακτηριστικόν του κατά τον μήνα Μάρτιον ευμετάβλητου των καιρικών συνθηκών είναι και αι καλούμεναι "μέρες της γριάς", αι οποίαι, κατά την παράδοσιν, οφείλουν την ονομασίαν των εις το εξής γεγονός: Αι τρεις πρώται ημέραι του Μαρτίου θεωρούνται αποφράδες και καλούνται "Δρίμες", εις τινά δε μέρη θεωρούνται ως τοιαύται και οι τρεις μεσαίαι και αι τρεις τελευταίαι ημέραι του Μαρτίου, αλλαχού δε όλοαι αι Τετάρται και Παρασκευαί του, κατά τας οποίας "οι γριές" προφητεύουν δια τον καιρόν, θεωρούσαι μίαν εξ αυτών ως ιδικήν των, όταν ο καιρός της ημέρας αυτής ταυτίζεται προς τον χαρακτήρα της."


Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο μήνας Μάρτιος οφείλει το όνομά του στον πολεμοχαρή θεό Άρη (Mars= Άρης) ["που ελατρεύετο ως θεός του πολέμου και της ευετηρίας (της καλής εσοδείας), επειδή προήγε την βλάστησιν των αγρών δια των ανέμων του"] στον οποίο και ήταν αφιερωμένος, οπότε δεν μπορεί να μην κληρονόμησε και κάποια από τα χούγια του!

Παρ'όλο που από 46π.Χ. με το νεό ημερολόγιο που όρισε ο Ιούλιος Καίσαρα (δια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένους), ο Μάρτης έχασε την πρωτιά του και ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου ως Πρωτοχρονιά, ο Ιωσήφ Βρυέννιος (ΙΕ' αιών) "βεβαιοί ότι ο πρώτος των 12 μηνών ήτο ο Μάρτιος ως και εκ του γεγονότος ότι ενιαχού η πρώτη Μαρτίου εθεωρείτο η πρώτη ημέρα του έτους, κατά την οποία εψάλλοντο Κάλανδα. Γνωστόν άλλως τε είναι ότι παρά βυζαντινοίς το μεν πολιτικόν έτος ήρχιζεν από της 1ης Μαρτίου, το δε θρησκευτικόν, και δη από του 313μ.Χ., από πρώτης Σεπτεμβρίου." (Φαιδ. Κουκουλέ, "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Β')

Πάντως ο ερχομός του Μάρτη και επομένως της Άνοιξης πανηγυριζόταν με άσματα από τα παιδιά από τα αρχαία χρόνια. Όπως σημειώνει κι ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα, Α'", σελ.72):
"Η επάνοδος του έαρος, ήτις και κατά την αρχαιότητα παρέσχεν αφορμήν εις την διάπλασιν πολλών μύθων και την σύστασιν εορτών, επανηγυρίζετο όχι προ μακρού χρόνου πανταχού της Ελλάδος υπό των παίδων. Ούτοι κατά την πρώτην Μαρτίου περιήρχοντο τας οικίας άδοντες ασμάτια μικρόν αλλήλων παραλλάσσοντα, όπως τύχωσι παρά της οικοδεσποίνης κερματίου τινός ή αυγών ή άλλων φιλοδωρημάτων. Ο πρώτο δε του ομίλου εκράτει ενιαχού φαιροειδή στέφανον ανθέων, επί του οποίου περιεστρέφετο υποκινούμενον ξύλινον ομοίωμα χελιδόνος. Η συνήθεια αύτη είναι αρχαία' ο Αθήναιος και τινες άλλοι συγγραφείς αναφέρουσι ότι εν Ρόδω κατά τον Βοηδρομιώνα μήνα παιδία περιήρχοντο τας οικίας άδοντα ασμάτιον τι, το οποίον μας περιέσωσεν ο αυτός συγγραφεύς. [...] Η παιδική αύτη εορτή εκαλείτο χελιδονισμός ή χελιδόνια, και οι παίδες χελιδονισταί."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει ένα τραγούδι από τα "χελιδονίσματα" στις Μέτρες της Θράκης όπου: 

"δύο παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν φύλλα κισσού και περνούν μέσα από αυτό ένα ραβδί' στην άκρη του ραβδιού προσαρμόζουν τη χελιδόνα, ένα ξύλινο ομοίωμα πτηνού. Γύρω στον λαιμό της χελιδόνας υπάρχουν κουδουνάκια, που ηχούν, καθώς κινείται το ραβδί από το οποίο αυτή κρέμεται. Τα παιδιά με το καλάθι της χελιδόνας πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν:
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα,
κάθισε και λάλησε,
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξιν θ'ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα
και στεριάν δεν ξέχασα,
κύματα κι αν έσχισα,
έσπειρα, 'κονόμησα.
Έφυγα κι αφήκα σύκα,
και σταυρόν και θημωνίτσα,
κι ήρθα τώρα κιηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα,
βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα.
Συ, καλή νοικοκυρά,
έμπα στο κελάρι σου,
φέρ' αυγά περδικωτά,
και πουλιά σαρακοστά,
δώσε και μιαν ορνιθίτσα,
φέρε και μια κουλουρίτσα...
Μέσα 'δω πού'ρθαμε τώρα,
μέσα γεια, μέσα χαρά,
στον αφέντη, στην κυρά,
στα παιδιά και στους γονείς
σ'όλους τους τους συγγενείς.
Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι,
έξ' οχτροί, σας τρών' οι σκύλοι.
Μέσα φίλοι, μέσα φτήνεια,
και χαρές, χοροί, παιγνίδια.
Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να "γεννούν πολλά αυγά" οι κότες, και δίνει ένα ή δύο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το "χελιδόνισμα", δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος (Η, 60) γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν στη Ρόδο, στην αρχή της άνοιξης, παιδιά που περιέφεραν τη χελιδόνα ζητώντας χαρίσματα. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό, ομοιότητα όχι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη."


Πέρα από τα χελιδονίσματα, παλαιότερα με πλήθος ακόμη εθίμων ο λαός υποδεχόταν το Μάρτη και την Άνοιξη. Οι νοικοκυρές απαραιτήτως από την παραμονή καθαρίζαν το σπίτι, ρίχναν τα σκουπίδια έξω, σπάζοντας, μάλιστα κάποιο παλιό πήλινο αγγείο για να φύγει το κακό κι ο χειμώνας. Βέβαια, φόβος και τρόμος με τον ερχομό της άνοιξης αποτελούσαν (χμ... και συχνά συνεχίζουν ν'αποτελούν!) οι ψύλλοι και τα διάφορα συναφή ζωύφια για αυτό και το "όξω ψύλλοι και κοριοί" αποτελεί ένα σύνηθες στιχάκι που ενσωματώνεται σε διάφορα λαϊκά ευχετήρια άσματα της εποχής. Επιπλέον, όπως και σε άλλες παρεμφερείς εορτές, συνήθιζαν να "χτυπούν" ανθρώπους και ζώα με χλωρά κλαδιά, σκυλλοκρέμυδα ή ασφοδέλους ή και με κλήματα ώστε να μεταδοθεί η θαλερότητα κι η γονιμότητά τους. Και, καθώς σημειώνει ο Μέγας, 
"όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη Μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις για τον καιρό, τα λεγόμενα μερομήνια, διοργανώνονται από τις γυναίκες."


Όμως ένα από τα γνωστότερα έθιμα της 1ης Μαρτίου που, εν μέρει, έχει επιβιώσει και στις μέρες μας είναι το βραχιολάκι με την κόκκινη και τη λευκή κλωστή που δένουμε στο χέρι για προστασία. Άκρως ενδιαφέροντα είναι όσα αναφέρει σχετικά ο Νίκος Ψιλάκης στη μελέτη που κάνει στο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"[...] Δε γνωρίζουμε από ποιάν εποχή καθιερώθηκε το έθιμο να δένονται κλωστές στους καρπούς των χεριών κατά την πρώτη μέρα του Μάρτη. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ψέγει όσους χρησιμοποιούσαν φυλακτά και άλλα προστατευτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν το κακό. Πίστευε ότι αρκούσε μόνον ο σταυρός. Ωστόσω, ανάμεσα στα προστατευτικά μαγικά μέσα συγκαταλέγει και τον "κόκκινο στήμονα", την κλωστή που δένουν στα χέρια τους οι άνθρωποι ως μέσον προστασίας. [...] Στα χρόνια του Ιωσήφ του Βρυεννίου, λόγιου μοναχού του 14ου αιώνα, φαίνεται πως ήταν συνηθισμένη πρακτική να φορούν "περιάμματα" (φυλακτά)". [...]
Μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου σε πολλά χωριά της Κρήτης το πλέξιμο του "μάρτη" γινόταν με τρόπο σχεδόν τελετουργικό...[...] Οι γυναίκες λοιπόν, που αναλάμβαναν το πλέξιμο του "μάρτη" πρόσεχαν να δουλέψουν μόνο νύχτα, κρυφά, χωρίς να δει κανείς τί κάνουν, προστατευμένες από τον ήλιο και το φως της ημέρας. Μαζεύονταν την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη, έπλεκαν τις κλωστές και στη συνέχεια τις "αστροφέγγιζαν", δηλαδή τις άφηναν έξω από το σπίτι για να εκτεθούν όλη τη νύχτα στο -ευεργετικό για την περίσταση- φως του φεγγαριού και των άστρων. [...]
Το πρωί της πρώτης μέρας του Μάρτη η κλωστή είχε αποκτήσει πλέον τις μυστικές ιδιότητες που απαιτούνταν ώστε να προστατευτεί επαρκώς εκείνος που θα τη φορούσε. [...] Συνηθώς κρεμούσαν τις κλωστές σε τριανταφυλλιές ή σε ροδιές. [...] Τα τριαντάφυλλα είχαν συνήθως κόκκινο χρώμα όπως και οι καρποί της ροδιάς, δηλαδή το επιθυμητό χρώμα του προσώπου, το χρώμα που δηλώνει υγεία και ευεξία. [...] Ειδικά για τα κορίτσια, η τριανταφυλλιά μπορούσε να μεταδώσει μέσω της κλωστής την ομορφιά των ρόδων της. [..] Για τους ίδιους ακριβώς λόγους συνήθιζαν σε πολλές ελληνικές περιοχές να βγάζουν τις κλωστές (μαρτάκια) μετά το τέλος του μήνα και να τις κρεμούν στις τριανταφυλλιές λέγοντας:
"Ρόδο μου, πάρ' το μάρτη μου και δώσ' μου τη θωριά σου" (Μαλεβίζι).[...]
Ο "μάρτης" μπορούσε να προστατέψει αποτελεσματικά από τον ήλιο του πρώτου μήνα της άνοιξης που, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη είναι καταστροφικός και μπορεί να προκαλέσει μαύρισμα του προσώπου, δηλαδή να "ασχημίσει" τις κοπελιές, δεδομένου ότι η λευκότητα συνάδει με τις παραδοσιακές περί ομορφιάς αντιλήψεις:
"Απού'χει κόρην ακριβή
του Μάρτη ήλιος μην τη δει
του Μάρτη και τ' Απρίλη
γιατί την ασκημίζει."
[...] Αν και η ερμηνεία του Ν.Πολίτη περί καταγωγής του εθίμου από τα Ελευσίνια μυστήρια είναι ενδιαφέρουσα, η αρχαία συνήθεια δε φαίνεται να έχει κάποιον άμεσο συσχετισμό με τα νεότερα έθιμα. Η "κρόκη" των αρχαίων μυστών τους καθιστούσε εμφανείς, τους έκανε να ξεχωρίζουν. Αν παρείχε προστασία στο μύστη αυτό γινόταν λόγω της ιερότητας που εξασφάλιζε η επαφή με τα ιερά και τα όσια. Η κλωστή είναι το μαγικό μέσον που η επαφή μαζί του εξασφαλίζει προστασία στον φέροντα. Ωστόσω, στην περίπτωση του "μάρτη" έχουμε μια κλωστή με δύο (ή και περισσότερα) χρώματα που ενώνονται στις άκρες (η αρχή συμπίπτει με το τέλος της) και σχηματίζει κύκλο. Σχηματίζει δηλαδή έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από το μέλος (και, κατά γενίκευση, το όλον, το σώμα) του ανθρώπου που τον φορεί. [...] Ο κύκλος είναι το σχήμα εκείνο που έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ένα ανεξάρτητο τμήμα μέσα στο χώρο, δηλαδή έναν καινούριο χώρο τον οποίο απομονώνει από τον υπόλοιπο.
Στη νεοελληνική εθιμολογία έχουν επιβιώσει πολλά παραδείγματα μαγικού κύκλου που σχηματίζεται γύρω από αντικείμενα, οικήματα ή οικισμούς. Επομένως, η κλωστή του Μάρτη περικλείει τον φέροντα και σχηματίζει γύρω του προστατευτικό κλοιό, δηλαδή απομονώνει το ζωτικό του χώρο από τον υπόλοιπο, ακόμα κι από τις επικίνδυνες μαρτιάτικες ακτίνες του ήλιου, αλλά και από κάθε ανεπιθύμητη μαγική επαφή που μπορεί να υπάρχει στο περιβάλλον. Παράλληλα ακόμα ο ίδιος κύκλος μπορεί να εμποδίσει την έξοδο από την περίμετρό του εσωτερικών δυνάμεων οι οποίες υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. [...]
Η δίχρωμη κλωστή παρέμενε δεμένη στον καρπό του χεριού μέχρι το τέλος του μήνα, αν και σε μερικές περιπτώσεις τη διατηρούσαν μέχρι το βράδυ της Ανάστασης, μέχρι τη μέρα που θα έβλεπαν για πρώτη φορά χελιδόνια ή για επτά ή δώδεκα μέρες. Μετά τη φύλασσαν περιμένοντας το Μεγάλο Σάββατο για να την κάψουν στις αναστάσιμες φωτιές, στη "φουνάρα" ή τον "ορφανό", όπως λέγεται στην Κρήτη η φωτιά με την οποία καίνε το ομοίωμα του Ιούδα. Άλλοι συνήθιζαν να καίνε τον "μάρτη" με τη φωτιά της λαμπάδας που κρατούσαν την ώρα του "Χριστός Ανέστη", δηλαδή τον έκαιγαν με το καινούριο "αναστάσιμο" φως...Αλλού έκαιγαν το 'μάρτη" σε μια άλλη γιορτή μετάβασης, στις φωτιές Άι Γιάννη. Στο Αμάρι συνήθιζαν να κερμούν την κλωστή στα εικονίσματα του σπιτιού και να την ξαναβάζουν στο χέρι το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Και στην Κίσαμο την έβγαζαν από το χέρι όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι, στο οποίο και την πρόσφεραν "για να χτίσει τη φωλιά του". [...]"


Ο Μάρτιος είναι γνωστός με πλήθος λαϊκών ονομασιών, όπως "Ανοιξιάτης","Πεντάγνωμος" (ένεκα των συχνών καιρικών μεταβολών του),"Πασσαλοκάφτης" ή "Παλουκοκάφτης" (μιας και συχνά ο κόσμος έχοντας ξεμείνε από ξύλα, για να αντιμετωπίσει το δριμύ ψύχος του αναγκάζεται να κάψει παλούκια), "Ξεροκοφινάς", "Λωλομάρτης", "Δίμουρος", "Δίγαμος","Γδάρτης", "Πουλιαντέρης" (γιατί το μήνα τούτο οι όρνιθες εκκολάπτουν τα πουλιά τους), "Κλάψας" ή "Κλαψιάρης" ή "Κλαψομάρτης" (γιατί είναι μελαγχολικός και βροχερός), "Φυτευτής", "Βλαστάρης", "Σαρακοστιανός" (καθώς "Λείπει ο Μάρτης απ'τη Σαρακοστή;"), "Βαγγελιώτης" (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), ενώ πάμπολλες είναι και οι παροιμίες που τον αφορούν, όπως:
"Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι,
οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει!"
"Τα παλιά παλούκια καίει και καινούρια πάει και φέρνει!"
"Ποιός έχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ήλιος μην τη δει!"
"Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά!"
"Μάρτης έβρεχε, θεριστής τραγούδαγε!"
"Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρώμισε!"
"Ο Μάρτης βρέχει, ποτέ μην πάψει!"
"Απ'τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ'τον Αύγουστο χειμώνα!"
"Ο Μάρτης κι αν εχιόνισε, γρήγορα θα μαυρίσει!"
"Ο Μάρτης και σαν έβρεχε, πάλι θε να κρατήσει!"
"Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς, φίλο να μην τον κάνεις!"
"Ο Μάρτης βρέχει κι ο θεριστής χαίρεται!"
"Μη σε γελάσει ο Μάρτης την αυγή και χάσεις την ημέρα!"
"Ο καλός ο Μάρτης στα κάρβουνα κι ο κακός στον ήλιο!"
"Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει το κέρατο του βουγιού!"
"Κάλλιο η μάνα σου να σε κλάψει, παρά ο ήλιος του Μάρτη να σε κάψει!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε κι άχερα τω βουγιώ σου,
μην κάψεις παρατσάφαρα τα τζένια τω σπιθιώ σου!"
"Του Μάρτη τ' απόι σίδερα κι ανθρώπους κόβγει!"
"Ο Μάρτης είναι δίμουρος για κείνο τον γαμπά σου!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε, το Μάη το κριθάρη,
και του Απρίλη τ'άχερα μην χάσεις το ζευγάρι!"
"Μάρτης είναι μια θα κλαίει, Μάρτης είναι μια θα γελά!"
"Σαν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σε κείνο το ζευγά πού'χει πολλά σπαρμένα!"
"Μαρθιού χιονιές, λαγού πορδές!"
"Του Μαρταπρίλη τα νερά πηλά και χώματά 'ναι!"