Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

το περιβόλι με τα χρυσά μήλα



του Νέστορα Μάτσα

"[...] Θυμάμαι το λόγο ενός ευλογημένου τρελού, που συναπάντησα στη Βίτσα, στο Ζαγόρι.
Μου είπε:- "Οι μυαλωμένοι ζουν στην κόλαση. Οι τρελοί σα λόγου μου στην Παράδεισο."
Και μου ιστόρησε με το δικό του τρόπο, πως οι λογικοί περνάν το βίο τους σ'ένα στάβλο με λογής βρωμιές. Μα οι κουζουλοί - ας είναι βλογημένοι- ζουν σ'ένα περβόλι ολάνθιστο με μηλιές φορτωμένες με χρυσά μήλα. Κάθε χρυσό μήλο κι ένα παραμύθι. Απλώνουν το χέρι τους, το κόβουν κι ευφραίνονται.
Στο ίδιο περιβόλι με τις χρυσές μηλιές ζουν κι οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που έχουν γύρω τους στήσει έναν όμορφο κόσμο κι είναι στολισμένοι, καθώς τόσο σωστά το λέγει ο Φώτης Κόντογλου, "με την αρχαία απλότητα".
Για τούτους τους δεύτερους, δώστε μου τη χαρά να διαβάσουμε μαζί ένα σπουδαίο κείμενο του σεμνού δασκάλου της Ρωμιοσύνης, του Κόντογλου, που σ'ολάκερη τη ζωή του κράτησε τη στέγη αυτού του τόπου με την πίστη του και την καθαρή καρδιά του.
Λέγω πως τούτο το κείμενο πρέπει να περάσει στ'αναγνωστικά, να το διαβάζουν τα παιδιά μας και να φωτίζονται:


_"Προ εκατό διακόσια χρόνια, όλη η οικουμένη είχε πολλά σχολειά σε κάθε χώρα, και σπουδάζανε οι άνθρωποι. Σπουδάζανε και καλά πράγματα, αφού και το Ευαγγέλιο με ψηφιά είνε γραμμένο, μα κοντά στα λίγα καλά, μαθαίνανε πιο πολλά κακά, επειδής ο διάβολος μέσα στο σιτάρι σπέρνει τα ζιζάνια. Λοιπόν πονήρεψε ο κόσμος κι έχασε την αρχαία απλότητα και κείνη τη σεμνότητα που τον στόλιζε.
Μοναχά η Ελλάδα απόμεινε αγράμματη, περιζωμένη από έθνη που είχανε χάσει την παρθενικιά τούτη απλότητα. Θάρεψε κανένας πως ήτανε μαντρωμένη μ'ένα φράχτη, για να μη μπούνε μέσα στον παράδεισό της τα πονηρά δαιμόνια, και πως τη φύλαγε το Χερουβείμ με το πυρωμένο σπαθί.
Οι άνθρωποι εδώ πέρα ζούσανε σαν νάτανε χίλια χρόνια πίσω, στα χρόνια του Μεγαλέξαντρου και στου Χριστού τα χρόνια, σε καιρό που δίπλα τους η Ιταλία κ' η Γαλλία και τάλλα τα έθνη είχανε γίνει σχεδόν όπως είναι σήμερα. Και μολαταύτα, εδώ πέρα, στα βουνά και στις κλεισούρες που ζούσανε άνθρωποι μισοάγριοι, άνθιζε ακατάλυτο το αρχαίο δέντρο της Δωδώνης, και λαλούσε ολοένα η βρύση πούχε πιει ο Όμηρος κι ο Ησίοδος κι ο Σοφοκλής κι ο Ρωμανός ο Μελωδός κι ο Μηνάς ο Καλλικέλαδος.
Δίχως χαρτί και δίχως μελάνι τραγουδιώντανε όσα τραγουδιούνται, το πως έρχεται στον κόσμο ο άνθρωπος, το πως αγαπά, το πως πεθαίνει.
Ποιά φυλή άλλη στόλισε τη ζωή της με τέτοια αμάραντα κι αγνά λουλούδια;
Σε ποιά χώρα όλοι τραγουδούσανε και ψέλνανε από τον μικρό ως τον μεγάλο;
Που τεχνουργέψανε, σαν με κάποιο κοφτερό σμιλάρι, τέτοια τραγούδια παλληκαρίσσια, τέτοια ερωτικά, τέτοια νανουρίσματα, τέτοια μοιρολόγια, που να ραγίζει η γης από την πίκρα; Πουθενά!
Γιατί, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, αυτοί που δεν πήγανε στο σχολειό, γενήκανε δάσκαλοι σε κείνους που το ξεσκολίσανε.
Κανένας δεν ήξερε να γράψει τόνομά του σε τούτο τον παρθένο τόπο, και μολαταύτα σαν μαγνήτης έσερνε τους σπουδαγμένους της γης, και ζέσταινε την καρδιά τους πούχε παγώσει από την πολλή σπουδή, και βρίσκανε ξεκούραση κουβεντιάζοντας με τους τσοπαναρέους οι κουρασμένοι κ'οι φορτωμένοι την ταφόπετρα της σοφίας και της επιστήμης, κι αλλάζανε τα καθαρά στενοβράκια τους με τη λερή παληοκαπότα, για να απογευτούνε την αληθινή ζωή και να πιούνε από τις βρυσούλες και να κοιμηθούνε στα σκληρά γιατάκια των κλεφτών. Θαρείς πως η πλάση στ'άλλα μέρη είχε στερέψει, και πως δε γύριζε πια μηδέ ο ήλιος μηδέ το φεγγέρι, και πως η γης είχε γίνει ξέρακας και πως μοναχά στη μαγκούφα Ελλάδα βαστούσε ακόμη σαν και πρώτα η γλυκειά τάξη του κόσμου.
Ο Φτωχός ο Λάζαρος καθότανε μακάριος στην αγκαλιά του Αβραάμ, κι ο πλούσιος τον παρακαλούσε να πάγει να τον δροσίσει με το βρεμένο δάχτυλό του.
Αν ετούτο δεν λέγεται ζωή, τότε ποιά είναι η ζωή; Ρωτώ να μάθω. Και το πιο παράξενο είνε πως ο πιο παμπάλειος λαός πούχε ζήσει ζιλιάδες χρόνια πριν από τους άλλους, ο παπούς κι ο προπάπός τους, ήτανε κοντά τους ο πιο νιος, παλληκάρι απάνω στ'άνθος του, τριγυρισμένος από ψυχές μαραζιάρικες και αγουρογερασμένες, ρουπάκι καμμένο από τ'αστροπελέκια, που πέταγε καινούργια φύτρα και χρυσοπρασίνιζε και λουλούδιζε ανάμεσα σε κλαριά ξερά, κι ας ήτανε χτεσινά και προχτεσινά φυτουργήματα."
(Φώτη Κόντογλου, "Τα έμορφα τραγούδια μας")_

Είναι τόσο μεστό σε νοήματα και Ρωμιοσύνη αυτό το κείμενο, που τίποτε δε μένει (και δεν πρέπει) να προσθέσουμε εμείς. Κι αν κάτι πρέπει να ξεχωρίσουμε από τούτο το θησαυρό, είναι η φράση: "Σε ποιά χώρα όλοι τραγουδούσανε και ψέλνανε απ'τον μικρό ως τον μεγάλο;"
Το πικρό ερώτημα που μας καίει σα φωτιά και σαν πυρωμένο σίδερο, αν ακόμη τραγουδάν σε τούτη τη χώρα... Μα σίγουρα, όσο κι αν ρωτάμε, κανένας, κανένας δε θα βρεθεί να μας αποκριθεί."
(Νέστορας Μάτσας, "Το περιβόλι με τα χαμένα παραμύθια", εκδ.Εστίας)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

..καλημερα γλυκια μου..μπραβο που θυμασαι το Μπαρμπα Φωτη και τη λαικη σοφια του..μ αυτη την αρχαια απλοτητα..καποτε υπηρχαν πολλοι σ αυτο το κοσμο που στολιζαν τη ζωη τους"μ αμαραντα λουλουδια"....α λυπαμαι μα δεν θα βρεις τετοια κειμενα σε κανενα αναγνωστικο...να εισαι καλα και να προσπαθεις..φιλακια με αγαπη

Όλγα είπε...

Καλώς το αγαπημένο μου πεταλουδάκι! Αυτή η αρχαία απλότητα.. σε λίγες γωνίτσες ξεπροβάλλει που και που και ακτινοβολεί την ομορφιά της.. Καλημέρα όλη μέρα Φωτεινάκι μου.. πάντα με αγάπη..