Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεχειμαδιό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεχειμαδιό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

αγιοδημητριάτικα, το νιό κρασί κι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης..


"Άη-Δημητράκη, μικρό καλοκαιράκι", λέει ο λαός, φέτος όμως διαψεύτηκε, καθώς βροχές και καταιγίδες καλωσόρισαν τούτη την ημέρα της εορτής του!

Βέβαια, όπως σημειώνει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."

Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα. "Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία. Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος"Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."


Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά (βλέπε προηγ. εγγραφή: ξεχειμαδιό...), τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα:

"Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".

Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."



Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο" "κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή.
Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...]
Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]


Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους. Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:

Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.

Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:

εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ πίνω γλυκό κρασί (νέο) και συ νερό απ'τις μπάρες (γούδες),
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."


Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..

Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":



Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

φτέρες τηγανητές

Σχεδόν κάθε χωριό του Πηλίου, διαιρείται σε τρεις οικισμούς' τον ορεινό, το "ξεχειμώνιασμα" και τον παραθαλάσσιο. Μέχρι πριν κάποια χρόνια, πριν την έξαρση του τουρισμού, ο παραθαλάσσιος οικισμός ήταν κι ο λιγότερο ανεπτυγμένος. Οι Πηλιορείτες, το καλοκαίρι διέμεναν στα ορεινά και, μόλις άρχιζε να χειμωνιάζει, κατηφορίζανε προς τους ημιορεινούς οικισμούς, τα "καλύβια", που βρίσκονταν στα κτήματα με τα λιόδεντρα, ώστε να γίνεται πιο εύκολη η συγκομιδή των καρπών και να αποφεύγουν τον αδυσώπητο χιονιά του χειμώνα. Μαζί με τους αγρότες, φυσικά "μετακόμιζαν" και όλες οι υπηρεσίες του χωριού, όπως το δημαρχείο και το σχολειό, καθώς κι ο παπάς που λειτουργούσε πλέον στην "κάτω" εκκλησία. Σήμερα, οι συνθήκες διαβίωσης έχουν αλλάξει, κι έτσι, εκεί που επιβλήθηκε ο ορεινός οικισμός σαν κύριος τόπος διαμονής, αρκετά από τα "ενδιάμεσα" τούτα χωριά, έχουν ερημώσει..

Κι όμως, ελάχιστοι, παππούδες πια, συνεχίζουν να κρατούν τούτη την παράδοση. Σαν πιάνουν τα πρωτα κρύα, μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους, και κατηφορίζουν.. για να αποφύγουν έτσι το τσουχτερό κρύο και τον εγκλωβισμό, για να μπορέσουν να μαζέψουνε τις ελιές των χωραφιών τους, για να καλλιεργήσουν το πρώιμο μποστάνι τους με τα κηπευτικά.

Έτσι, μια χρονιά που, τέτοια εποχή, παρέα με μια φίλη μου, επισκεφτήκαμε τους γονείς της στο "ξεχειμώνιασμα" του χωριού της, αφού αμοληθήκαμε πρώτα στις πλαγιές για να μαζέψουμε τσιτσίραβα (βλ.τσιτσίραβα), η μάνα της μας τράταρε το παραδοσιακό τσιπουράκι με τον μεζέ. "Μάζεψα και φτέρες και τηγάνισα!" μας έκανε, κι όπως είδα τη φίλη μου να ενθουσιάζεται, έμεινα με την απορία "Τί φτέρες;"..

Έτσι δοκίμασα για πρώτη φορά τις τηγανητές φτέρες, έναν αγαπημένο μεζέ, που κοντεύει να ξεχαστεί. Ποιός θυμάται πια, στα μέσα του Μάρτη, να πάει να μαζέψει εκείνες τις κορφούλες που ξεπροβάλλουν μόλις απ'τη γη, προτού ακόμη προλάβουν να πετάξουν τα δαντελένια φυλλαράκια τους, γιατί τότε πια θα είναι αργά, ο τρυφερός βλαστός θα έχει σκληρύνει για να μπορέσει να φαγωθεί... Κι όμως, είναι μία από τις μεγαλύτερες νοστιμιές που μας χαρίζει η άνοιξη..


Κόβουμε τις κορφούλες, αφαιρούμε το ΄"κεφαλάκι", τις πλένουμε καλά κι ύστερα τις βράζουμε για κανένα δεκάλεπτο. Έτσι είναι έτοιμες για σαλάτα, με μπόλικο λαδόξυδο κι αλατάκι. Ακόμα νοστιμότερες, όμως, είναι τηγανητές.


Αφού τις βράσουμε, τις αλευρώνουμε και τις τηγανίζουμε σε ελαιόλαδο...



..μέχρι να γίνουνε κριτσανιστές -σαν πατατάκια- οπότε τις στραγγίζουμε και τις ραντίζουμε με λίγο ξύδι (κατά προτίμηση από παλιό κρασί..).. Ονειρεμένος μεζές.. από κείνους που μας προσφέρει απλόχερα η φύση, τούτες τις μέρες της πρώτης άνοιξης...

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Ξεχειμαδιό



"Το βλαχοξεκίνημα για τα κατώτερα τις μέρες τ'Άη-Δημητριού, είναι μια χιλιόφωνη συναυλία. Τι και τι δεν ακούγεται, τι και τι δε βλέπεις κείνη την ώρα του φευγιού: Φωνές, σφυρίγματα, σαλαγμοί, κλάματα μικροπαιδιών, βελάσματα, αλυχτήματα σκυλιών, κουδουνίσματα, μισόκυπρα, κοφτά περπατήματα, κοπάδια, φορτιάρικα, σαρμανίτσες, ένα σωρό ακούσματα κι εικόνες.
Αληθινό βλάχικο πανηγύρι ξεπροβάλλει μπροστά στα μάτια σου, που ξεκινάει απ'τις κορφές και φτάνει ως τα χειμαδιά. Που φουντώνει στα βουνά και χάνεται στους κάμπους. Ένα πραγματικό διαβατάρικο ανθρώπινο και κοπαδίσιο κομπολόι, με ζωντανές χάντρες.
Τ'αγιάζι, απ'τη γιορτή του Άη-Δημήτρη κι ύστερα, αρχίζει να γίνεται ενοχλητικό κι όσο προχωράει ο καιρός πυκνώνει τα νερά του και τα βουνά αρχίζουν να γίνονται βαρετά. Καιρός πια ν'αποχαιρετήσει ο πραματολόος τα ψηλοτόπια του και το ελατόπλεχτο κονάκι του και μαζί μ'αυτόν ν'αποχαιρετήσουμε κι εμείς την τσοπανοζωή στα βουνά και να ροβολήσουμε πιο χαμηλά για να ιδούμε τα βλαχοπεράσματα:
Κάθε φορά που σίμωναν οι παγωνιές, τα κρύα,
κι άρχιζαν πάνω στις κορφές να σιγοπέφτουν χιόνια,
τότες, θυμάμαι πέρναγαν μεσ'στου χωριού τις στράτες
απ'των Κραβάρων τα βουνά για τα χαμπλά τα τόπια,
κοπάδια πρόβατα πολλά βάκρινα, λάγια, μπέλα.
Άλλα στους κόρφους τ'Αντλικού κι άλλα στο Μεσολόγγι
κι άλλα κοντά σ'απανεμιές τέλευαν το ταξίδι,
κει που δεν άφηνε ποτέ της θάλασσας το χνώτο
να πέσει χιόνι, κρύσταλλο, νά'ρθει βαρύς χειμώνας.
Κι η βλάχα γοργοπόδαρη κι αλαφροπερπατούσα,
με ξομπλιασμένο το κορμί, μ'ασημικά στα στήθια,
διάβαινε μπρος, κατάμπροστα, μ΄'ένα διπλό καμάρι,
πούδινε χάρη κι ομορφιά στην κάθε πατησιά της,
Κι ο βλάχος πίσω στην νουρά στου κοπαδιού το τέλος,
με το βουνίσιο το κοφτό περπάτημα στα πόδια,
ακολουθούσε χαρωπός τ'αραδιαστό μπουλούκι.
Κι εγώ στου δρόμου τις γωνιές, στους όχτους, στα πεζούλια,
καθόμουν και δε χόρταινα, δε χόρταινα να βλέπω."
(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Εδώ, στο Πήλιο, τούτες τις μέρες, οι τσοπαναραίοι κατεβάζουν τα κοπάδια τους από τα ορεινά της Μακρυνίτσας, απ'το περίφημο Πλιασίδι, προς τα χαμηλά της Αργαλαστής, προς το παραθαλάσσιο Τρίκερι. Τούτο το ταξίδι θα κρατήσει γύρω στις τρεις μέρες. Τσοπάνηδες, αλόγατα, γίδια, πιο λιγοστά πρόβατα κι οι σκύλοι-φύλακες του κοπαδιού, κατηφορίζουν από μονοπάτια, άλλοτε βγαίνοντας στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο κι άλλοτε διασχίζοντας τα βουνά. Από κοντά, κανένα αγροτικό αυτοκίνητο, τα συνοδεύει. Κι ότανε προχωρούν στο δρόμο, εκατοντάδες ζα, φράκαρει η λιγοστή κυκλοφορία του φθινοπώρου. Η άσφαλτος γιομίζει μικρές μπαλίτσες δερβελιές (η κοπριά απ'τα κατσίκια) κι ο υποψιασμένος οδηγός, καραδοκεί την παρουσία του κοπαδιού σε μια απ'τις στροφές που ακολουθάνε. Ξεχύνονται τα γίδια από παντού, χρωματίζοντας με τα κορμιά τους, το νοτισμένο τοπίο...