Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Υδροπέπων ο ... Χειμωνικός!

Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή
πού'χεις μαύρα ψάρια μέσα και γλυκό κρασί!


Ότι μαζί με τον Οκτώβρη και τις βροχές θα έμπαινε κι ένα καρπούζι στο σπίτι μου, δεν το περίμενα! Όχι μόνο γιατί μοιάζει παράταιρο για την εποχή, αλλά κι επειδή ζήτημα είναι αν έχω ψωνίσει καρπούζι μία φορά στη ζωή μου. Δεν τρελαίνομαι κιόλας... Όσο για τον κήπο, σε σχολική ηλικία, θυμάμαι, είχα φυτέψει καρπουζιές, μία εκ των οποίων με τα χίλια ζόρια εδέησε να μας φιλέψει ένα λιλιπούτειο καρπό τον οποία μάλιστα είχα ονομάσει -και μη με ρωτήσετε γιατί, ιδέα δεν έχω- Βύρωνα! Δεν τα πολυσηκώνει εδώ ο τόπος, δεν είναι το μέρος για καρπουζιές. Άσε που θέλουν χώρο ν'απλωθούν, οπότε και τις απέφευγα για πειραματισμούς.
Φέτος, λοιπόν, κάποια στιγμή, καθώς πότιζα το μπαξέ μου, παρατήρησα μια μικρή καρπουζιά από μόνη της φυτρωμένη. Κύττα να δεις που βρέθηκε σποράκος από μακριά -σίγουρα όχι από το σπιτικό μου- να φυτρώσει σε μια γωνιά ανάμεσα στις πιπεριές. Τη λυπήθηκα και την άφησα εκεί, να δω τί θα καταφέρει, μην πολυελπίζοντας σε καρπό μιας και ως σπόρος πιθανότατα υβριδίου, θα ήταν στείρα. Έστω, νά'βγαζε καμιά καρικατούρα καρπουζιού!
Απουσιάζοντας κανα μήνα από τα λημέρια μου, επίστρεψα κι αντίκρυσα έναν κήπο να ψυχομαχάει, πλην πιπεριάς και μελιτζάνας. Βροχές κι αέρηδες είχαν γκρεμίσει τις φασολιές -που, ευτυχώς επέμεναν να εξακολουθούν να καρπούν- οι κολοκυθιές τρομοκρατημένες από το ξαφνικό κρύο είχαν ζαρώσει, οι μπαμιές αγκομαχούσαν από τους ξεχασμένους υπερμεγέθεις καρπούς τους κι οι ντοματιές είχαν κυριολεκτικά πυρποληθεί από τον τετράνυχο! Μέσα σ'αυτή τη διάλυση, το πιο εντυπωσιακό που συνάντησα ήταν ένα πελώριο -ε, ψιτ, για τα δικά μας δεδομένα εδώ αναφέρομαι... και χωρίς λιπάσματα κι ορμόνες- καρπούζι που είχε στρογγυλοκαθήσει κυριολεκτικά -πώς διάλεξε τη θέση το άτιμο- μέσα σ'ένα πιθάρι με λεβάντες! Κύττα να δεις! Εκεί που δεν το περιμένεις κι εκεί που οι συνθήκες συνομωτούσαν εναντίον του! Κύττα να δεις όταν κάτι θέλει να γίνει! Δεν πα να παλεύεις με τ'άλλα! Δεν πα να σκαλίζεις, να βάζεις κοπριές, να ψεκάζεις με όποια βιολογική μπαρούφα και μη μπαρούφα και να τά'χεις στα ώπα-ώπα. Το καρπούζι κι η ντοματιά που φύτρωσε μονάχη μες στα σκαλάκια της αυλής επιβιώσανε! Οι άλλες ντοματιές, όσο ταχτάρισμα κι αν φάγανε, μας αποχαιρετήσανε! Είναι, λοιπόν, κάτι σπόροι ανθεκτικοί, σαν κάτι σκληραγωγημένα πιτσιρίκια! Πού'χουν περάσει τ'άπειρα στη σύντομη ζωή τους, που γυρνάν ξιπόλυτα και δεν έχουν νιώσει τί πάει να πει συνάχι! Είναι και σαν την αγάπη ίσως... που αλλού την προσφέρεις απλόχερα, χωρίς ανταπόκριση... κι από κει που δεν το περιμένεις μπορεί να σού'ρθει ξαφνικά...
Ε, να μην το τιμήσω κι εγώ το καρπουζάκι μου; Να μην κάνω μια εγγραφούλα για πάρτη του; Να μην ψαχουλέψω λιγάκι τη βιβλιοθήκη;


"Σίκυς ο Υδροπέπων" αναφέρεται στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του Γενναδίου."Η κοινή καρπουζιά (αγγλ. Water Melon) και εν Κύπρω "Πατισχιά" (*).[...] Ο Δε-Κάνδολος λέγει ότι ο Υδροπέπων εκαλλιεργείτο υπό των αρχαίων Αιγυπτίων' ο καρπός του απαντάται εικονιζόμενος εις τας σωζομένας τοιχογραφίας των. [...] Το όνομα "Χειμωνικόν" (**) είναι καθαρώς ελληνικόν και αναφέρεται ιδίως εις διαφοράς οψικάρπους, ων ο καρπός είναι παχύφλοιος και διατηρείται καθ'όλον σχεδόν τον χειμώνα. Η καταγωγή του ονόματος "Καρπουζιά" είναι αμφίβολος 'απαντά και παρά τοις Τούρκοις (Καρπούζ) και τοις Ρώσσοις (arbus)."
[(*) πρβλ και γαλλ. pasteque, ιταλ. pasteca, από αραβικό battich
(**) Λεγόταν ευρέως και "Χειμωνικό" το καρπούζι, πρβλ και Παντελή Πρεβελάκη: "Τα χειμωνικά τα κρέμασε στο σταυροδόκαρο, σταυρωμένα με τη βουρλοτριχιά..."]

Κατά το Γεννάδιο τα "μηλοπέπονα" που αναφέρει ο Γαληνός ("...Κι ενώ υπολείπονται πολύ από τα φρούτα που είναι καλά για το στομάχι, δεν κάνουν κακό στο στομάχι εξίσου με τα πεπόνια...", "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων Β 5") είναι τα καρπούζια , αν και οι γνώμες διϊστανται σχετικά μ'αυτό καθώς επικρατεί μια μικρή σύγχυση ως προς τις ακριβείς ονομασίες της οικογένειας των κολοκυνθοειδών από τους αρχαίους. Ο ίδιος πιθανολογεί πως και η ονομασία "σίκυς ήμερος" που καταγράφει ο Διοσκουρίδης αφορά το καρπούζι. Κι εδώ οι γνώμες αποκλείνουν, αν πρόκειται για το καρπούζι ή για άλλο είδος αγγουριού ή πεπονιού.

Να και τι γράφει επακριβώς ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής Β 135") για το φυτό αυτό: "...διευκολύνει τις κενώσεις τις κοιλιάς, κάνει καλό στο στομάχι, παγώνει, δεν αλλοιώνεται, είναι κατάλληλο για την ουροδόχο κύστη και, όταν εισπνέεται, επαναφέρει όσους έχουν λιποθυμήσει. Και ο σπόρος του είναι μέτρια διουρητικός, κατάλληλος μαζί με γάλα ή γλυκό κρασί στα έλκη της ουροδόχου. Και τα φύλλα του, αν γίνουν κατάπλασμα μαζί με κρασί, θεραπεύουν τα δαγκώματα από σκύλο, ενώ μαζί με μέλι, θεραπεύουν και τις γεμάτες αίμα φλύκταινες των ποδιών." (απόδοση: φιλολογικής ομάδα Κάκτου)

Ακόμη, ο Γεννάδιος υποστηρίζει πως "Η γνώμη καθ' ην ο Υδροπέπων ήτον άγνωστος εις τους αρχαίους Έλληνας μέχρι του πρώτου μ.Χ. αιώνος δε συμβιβάζεται με το γεγονός ότι το φρούτο τούτο ήτο γνωστό εις τους αρχαίους Αιγυπτίους μεθ' ων οι Έλληνες έκπαλαι ευρίσκοντο εις διαρκή συγκοινωνίαν."

Όσο για την ονομασία "Υδροπέπων" θεωρείται μεταγενέστερη, προερχόμενη βέβαια από την σύνθεση των αρχαιοτάτων "ύδωρ" και "πέπων", όπου "πέπων" το κοινό πεπόνι και όχι μόνο, καθώς:
πέπων (ορισμοί από το λήμμα του "Μεγάλου Ελληνικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης" του Δ.Δημητράκου):
"κυρ. επί καρπών, ο πεπανθείς, καταστάς μαλακός υπό του ηλίου, ώριμος, γινωμένος("εκ του πέσσω=μαλακώνω, πεπαίνω=ωριμάζω", Α.Τζιροπούλου "Ο εν τη λέξει λόγος") // όθεν εύγευστος, ο ηδύς και επί οίνου γλυκύς // επί αποστημάτων ώριμος, μαλακωμένος, ωριμασμένος προς εμπύησιν "
Και κατά συνέπεια: "ήπιος, μετριασμένος, ξαλαφρωμένος /// (μτφ. επί ανθρώπων) μαλθακός, πλαδαρός, τεμπελχανάς, χαλβάς" αλλά και: "όθεν επί προσ. μεταφορικά... ως προσφώνησις προσώπου τινός μετά στοργής"
Η προσφώνηση "ω πέπων" ή "ω πέπονες" συναντάται αρκετά στον Όμηρο και αποδίδεται άλλοτε ως "ω μαλθακοί", "ω δειλοί", άλλοτε ως "μετά στοργής προσφώνηση". Έτσι:


Ως πέμπτο ορισμό, το λεξικό του Δημητράκου, δίνει αυτόν του συγκεκριμένου φρούτου, του πεπονιού:
"πέπων σίκυος ή σικυός, ο καρπός του φυτού πέπονος του κοινού, το πεπόνι ομόνον ώριμον τρώγεται εν αντιθ. προς το σίκυον (απλώς) το αγγούρι, ο τρώγεται μόνον άωρον." (εξ ου και αγγούρι εκ του αγγούριον= υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχ. άωρος < α+ώρα, δηλ. προ της ώρας του... βλ. και: Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...)
Η ελληνική γλώσσα έχει τη σοφία της. Δεν ξέρω σήμερα, που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τη φύση και με την ανάπτυξη των φυτών, αν συνειδητοποιούν οτι όντως το αγγούρι και το κολοκύθι είναι καρποί που τους καταναλώνουμε εν όσω είναι άγουροι (όπως και τη μελιτζάνα ή την πιπεριά και τόσα άλλα) εν αντιθέσει με το πεπόνι (αλλά και το υδροπέπονο!) που τα καταναλώνουμε στη φάση της απόλυτης ωριμότητάς τους, όπως καταγράφει και η ετυμολογία του! Τούτο είναι περισσότερο εμφανές από τους σπόρους τους... ένα αγγούρι καλά σποριασμένο δεν τρώγεται (εδώ, το δίνουμε στις κότες, αν μας ξεφύγει και δεν το κόψουμε νωρίς -καθώς, κατά Τζιροπούλου, "σικυός"=αγγούρι, εκ τουσεύω και κίω, "ορμητικό γαρ υπάρχει", αυξάνεται ταχέως), ενώ το πεπόνι περιμένουμε να ωριμάσει και να σποριάσει για τα καλά μέχρι να το γευτούμε. Έτσι, αν θέλουμε να κρατήσουμε σπόρους (μη υβριδίων φυσικά) για να φυτέψουμε την επόμενη χρονιά, απ'το πεπόνι ή το καρπούζι (υδροπέπονο γαρ) μπορούμε να μαζεψουμε όταν το κόψουμε για να το φάμε, ενώ το αγγούρι πρέπει να το αφήσουμε να ωριμάσει πάνω στο φυτό αρκετά μετά τη φάση συγκομιδής του.

Ο Κώστας Μπαζαίος κατατάσσει το καρπούζι στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" με επικεφαλίδα "Για ψαμμίαση, αρθριτικά και ρευματισμούς". Αναφέρει πως ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως διουρητικό και για τη δυσκοιλιότητα και προτείνει όταν αγοράζουμε ένα καρπούζι να προτιμούμε "τα στρογγυλά, γιατί τα μακρουλά γίνονται με διασταύρωση σε ρίζες κολοκυθιάς γι'αυτό είναι πιο άνοστα". Έτσι μου λύθηκε κι η απορία γιατί το δικό μου καρπούζι μου φάνηκε σχεδόν σφαιρικό σε σχέση με τα περισσότερα του εμπορίου!
Το καρπούζι, παρ'όλο που το μεγαλύτερο ποσοστό του αποτελείται από νερό (μας ενυδατώνει) περιέχει αντιοξειδωτικά καθώς είναι πλούσιο σε βιταμίνη C (ο αρχηγός!) και βιταμίνη Α (β-καροτίνη, βασική για την υγεία των ματιών και όχι μόνο...), αλλά και λυκοπένιο (εξουδετέρωση καταστρεπτικών ελεύθερων ριζών, αντικαρκινική δράση). Αποτελεί καλή πηγή βιταμίνης Β1 (βασική για το μεταβολισμό των υδατανθράκων, απαραίτητη για το κεντρικό νευρικό σύστημα) και Β6 (σημαντική για μεταβολισμό πρωτεϊνών και λιπών και για ορμονική ισορροπία). Επίσης, περιέχει σημαντική ποσότητα Καλίου αλλά (λιγότερο) και Φωσφόρου, Ασβεστίου και Μαγνησίου καθώς και το αμινοξύ Αργινίνη (καρδιοπροστατευτική δράση). Και φυσικά είναι μια αρκετά καλή πηγή φυτικών ινών και βοηθά στην καλή λειτουργία του εντέρου.
Σύμφωνα με το Μπαζαίο, το καρπούζι, όπως και το πεπόνι, ως διουρητικό, "είναι πολύ ωφέλιμο για αυτούς που υποφέρουν από ψαμμίαση, πέτρες στα νεφρά, αρθριτικά, ρευματισμούς και προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος", ενώ "στην Αίγυπτο πίνουν για τον πυρετό χυμό καρπουζιού με λίγο ροδόνερο". Όσο για τους σπόρους του, "είναι χρήσιμοι σε προστατίτιδα και στραγγουρία (δύσκολη ούρηση) ή άλλες φλεγμονές του ουροποιητικού" και "στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης"τους χρησιμοποιούν "στην υδρωπικία και στην ηπατική συμφόρηση". Επιπλέον είναι και ελμινθοκτόνοι (δηλαδή καταπολεμούν τα σκουλήκια του εντέρου) και, πάνω σ'αυτό, ο Μπαζαίος προσθέτει και μια προσωπική του εμπειρία: "Θυμάμαι, όταν ήμαστε μικροί, μας έδιναν καρπουζόσπορους και κολοκυθόσπορους με μέλι, για να φύγουν τα σκουλήκια και τα παράσιτα του εντέρου, που είχαν όλα τα παιδιά".
Για τη σωστή χρήση σημειώνει πως "για να είναι πιο αποτελεσματικοί οι σπόροι πρέπει να είναι ώριμοι και καλύτερα όχι πιο παλιοί από ενός μήνα". Επίσης, "ένα έγχυμα με 30 γρ. καρπουζόσπορους σε ένα ποτήρι βραστό νερό είναι δραστικό σε ουρικές ενοχλήσεις", ενώ "η Λαϊκή Κρητική Θεραπευτική χρησιμοποιεί τη φλούδα των καρπουζιών σε σκόνη (την ξεραίνουν στο φούρνο) σαν διουρητικό και ειδικότερα για την καλοήθη υπερτροφία του προστάτη". Τέλος, "Φέτες καρπουζιού παίρνουν τη φλόγωση από τα ερεθισμένα και κόκκινα μάτια."
Όσο για παροιμίες κι εκφράσεις... :
Γυναίκα και χειμωνικό η τύχη τα διαλέγει!
Το καρπούζι κι ο άνθρωπος δε φαίνονται απ'έξω (τί λογής είναι από μέσα)!
Δυο καρπούζια δε χωράνε σε μια μασχάλη!
Στο καρπούζι χερούλι δεν μπαίνει!
Όποιος έχει το μαχαίρι, έχει και το καρπούζι! 
Μάπα το καρπούζι!
Καρπούζι με τη βούλα!
Έσκασε σαν καρπούζι!

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης!

Όπως είχαν ξεμείνει δυο τζούρες καφέ στην κούπα μου, είπα ν'ανοίξω τον υπολογιστή και -τί μ'έπιασε;- να ψάχνω για αγριολούλουδα! Και τσουπ! πέφτω πάνω στο γνωστό μου βάσανο που συνήθως το ξετρυπώνω ανάμεσα στις φτέρες όταν μαζεύω τις πρώτες κορφάδες τους για μεζέ και ποτέ δε μου κάνει τη χάρη να ποζάρει στο φακό σενιαρισμένο! Χρόνια τό'βρισκα γερασμένο και κατσούφικο με τα πέταλά του ζαρωμένα -μες στην στραπάτσα ένα πράγμα- κι εκνευριζόμουν τόσο με τις κακομοιριασμένες πόζες του που μια χρονιά σκάλισα με μια πέτρα το χώμα, να κλέψω το βολβό του να τον μεταφυτέψω στον κήπο μου μπας και το πετύχω κάποτε φρεσκοανθισμένο! Τέλος πάντων, κάποτε τα κατάφερα -το πρόλαβα και στο βουνό ψάχνοντας για γαϊδαροουρές- αλλά, όπως και νά'χει, είναι τόση η χλωμάδα του και το πείσμα του να φυτρώνει κάτω από σκιές και άλλη τόση η τύχη μου να το συναντώ με τον ουρανό συννεφιασμένο και μουντό, που ακόμη δεν έχω πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα! Δε μ'έχει βασανίσει άλλο αγριολούλουδο τόσο, λέμε! Δεν έχει φωτογένεια!


Πρωί-πρωί, λοιπόν, πέφτω πάνω του! Και διαβάζω: "Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης"! Σώπα ρε! Κύττα να δεις και δεν του φαινότανε, έτσι ταπεινό κι αχρωμάτιστο νά'χει όνομα σκέτο μεγαλείο! Ερμοδάκτυλος! Εμ, το ίδιο είναι να σε λένε παπαρούνα, το ίδιο Ερμοδάκτυλο; Αφού δε μου βγαίνει να μην το γράψω με κεφαλαίο μπροστά! Και, φυσικά, αμέσως μ'έπιασε η περιέργεια! Και γιατί Ερμοδάκτυλος, λοιπόν; Κι έφαγα τον κόσμο να βρω μιαν εξήγηση! Αλλά δε βρήκα ικανοποιητική! Όλο προβλήματα μου προκαλεί τούτο το λέλουδο... άκρη δε βγάζω μαζί του. Έψαξα στο διαδίκτυο, άνοιξα μια στοίβα λεξικά και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι "το όνομα του γένους τούτου οφείλεται εις το ριγωμα αυτού που έχει δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου") και τίποτα παραπάνω! Απογοητεύτηκα... Περίμενα μύθους τρανούς να σχετίζουν το λουλούδι μου με το θεό Ερμή, κι αντ'αυτού ένα ξερό "έχει δήθεν το σχήμα" που επιβεβαιώνει κι ο Γεννάδιος ("Λεξικόν Φυτολογικόν") με το εξίσου λακωνικό κι αόριστο"βολβός ή ρίζα έχουσα δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού".


Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι και σίγουροι αν πρόκειται για το λουλούδι μου! Εγώ, πάλι είμαι, γιατί μου το φανερώνουν τα σημεία: πάντα σε μπελάδες με βάζει, αυτό θά'ναι. Για το μόνο που είναι σίγουροι είναι πως "εφημίζετο άλλοτε δια τας καθαρκτικάς της ιδιότητας"! Χαίρω πολύ! Αναφέρεται, λένε, το όνομα από τους αρχαίους και πιθανώς αντιστοιχεί στην Ίριδα την κονδυλόριζο ή στο Κολχικό το ποικιλόγραμμο (Γεννάδιος). Εμείς ψηφίζουμε, φυσικά, Ίριδα που είναι το δικό μου βάσανο! Και τώρα που το σκέφτομαι έτσι θά'ναι! Τί δουλειά έχει το Κολχικό, ανάμεσα στους δύο επίσημους αγγελιαφόρους των θεών, την Ίριδα και τον Ερμή; Αυτό ψηφίζει, εξάλλου, και το "ψαχτήρι".

Οπότε δε μου βγαίνει απ'το μυαλό, ότι το λέλουδό μου αυτό για κάποιον σημαντικό λόγο βαφτίστηκε έτσι και, δε μπορεί, κάποιες σημαντικές ιδιότητες ή μηνύματα κρύβει! Και ως είδος της Ίριδος και ως δάκτυλος του Ερμού, αφού ("Ομηρικό Λεξικό" Πανταζίδη), ο Ερμής "είναι μεν ο άγγελος των θεών, ως και η Ίρις, αλλ' αυτός αναφαίνεται μάλλον ως επιτετραμμένος, ως μεσολαβούν πρόσωπο, επομένως και ως προστάτης (Ω347).":

(Ομήρου Ιλιάς, απόδοση: Ι.Πολυλά)

Αγγελιαφόρος των θεών και προστάτης των ανθρώπων ο Ερμής οποίος και στη ραψωδία κ της "Οδύσσειας" δίνει "φάρμακον εσθλόν" στον Οδυσσέα για να τον προστατεύσει από τα "μάγια" της Κίρκης:

"μα ως το λαγκάδι το άγιο εδιάβηκα και κόντευα να φτάσω
στης Κίρκης πια το αρχοντοπάλατο της πολυφαρμακούσας,
εκεί μου απάντηξε ο χρυσόραβδος Ερμής [...]
Για πού τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ΄ ακρόβουνα μονάχος [...]
Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακηώρα να μη σέ ΄βρει."
(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ε, δε μπορεί ο Ερμοδάκτυλός μου (< Ερμής+δάκτυλος, όπου δάκτυλος "εκ της ρίζης "δικ-" ή "δεκ-", του δείκνυμι και δέχομαι" [Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος"]), να μην έχει καμία, μα καμία σχέση με όλα αυτά! Σίγουρα κρύβει έναν καλό μύθο... έστω κι αφανέρωτο, έστω κι αν μοναχά με τη φαντασία μας μπορέσουμε να υποθέσουμε....

Σημείωσις 1η:
Αναφέρει το "Μεγάλο Ετυμολογικό":



Σημείωσις 2α:
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα και το εξής σχετικό ενδιαφέρον κείμενο της Καλής Δοξιάδη (πηγή: http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=779) :
"Στην Κέρκυρα τη λένε "κουκούγερο", που θα πει "μασκαράς" γιατί ανθίζει τιςαπόκριες. Όπως και σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας - τα νησιά του Αιγαίου, την Δυτική Κρήτη, και τόπους της Μεσσηνίας - κουκούγεροι λέγονται οι "κακοί" μασκαράδες, οι άσκημοι, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα, τα κέρατα και τις προβιές ... εκείνοι που διώχνονται για κάθαρση πριν τη Σαρακοστή.
Έτσι δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο όταν εδώ στο χωριό μου εξήγησαν ότι λέγεται έτσι η καημένη γιατί «είναι τόσο άσκημη». Όλοι συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος της ασκήμιας της είναι το μουντό, ουδέτερο της χρώμα που «δεν ταιριάζει σε λουλούδι». Τα λουλούδια, μου είπαν, πρέπει να έχουν γλυκά ή ζωηρά χρώματα. Οπότε δε θεώρησα απαραίτητο να παρατηρήσω ότι βρίσκω το διακριτικό βελούδινο καφετί του χρώμα πολύ chic και όχι μόνον ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, αλλά όμορφο.
Μια άλλη εξήγηση για την τοπική ονομασία σίγουρα είναι το "μουτζουρωμένο" του πρόσωπο.
Η βοτανολογική ονομασία της ίριδας αυτής είναι Hermodactylus tuberosus. Έχει ύψος περίπου 20-25 εκατοστά και πολύ ελαφρύ γλυκό άρωμα. Είναι η δεύτερη άγρια ίρις που κάνει την εμφάνιση της στο τέλος του χειμώνα, δυο-τρεις εβδομάδες μετά την Iris unguicularis. Φυτρώνει σε σκιερές και υγρές γωνιές και λόγω του χρωματισμού της δύσκολα διακρίνεται... τόσο που όταν ξαφνικά την βλέπεις αισθάνεσαι ένα σκίρτημα ανακάλυψης.
Οι αρνητικοί συνειρμοί δεν περιορίζονται στη χώρα μας. Αγγλικά λέγεται "Widow Iris" ή 'Snake's Head Iris" [χήρα ή φιδοκέφαλη ίρις]. "


Δε μέλει να "ξεμπερδέψω", τελικά έτσι εύκολα με τούτο τον Ερμοδάκτυλο! Και, γιατί, παρακαλώ το λένε φιδοκέφαλη Ίριδα; "Τα λουλούδια του μοιάζουν ελαφρώς με ανοιχτά στόματα φιδιών", βρήκα σε μια αγγλική ιστοσελίδα. χμ... θα μπορούσε... Αν και πάλι η ονομασία τούτη θα μπορούσε να μας παραπέμψει στον Ερμή που κρατάει το γνωστό κηρύκειον, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο γύρω από την οποία ελίσσονται προς τα πάνω δύο φίδια με τα κεφάλια αντικρυστά! Όσο για το"Χήρα Ίριδα" αναφέρεται ότι ονομάζεται έτσι για τις μαύρες πινελιές του, καθώς λέγεται και "Μαύρη Ίριδα". Ε, ρε μπελά που βρήκα πάλι μ'αυτό το λέλουδο! Ψάχνω, ψάχνω και δεν λέω να σταματήσω...............

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τριγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!

σπαράγγι 

Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!

βεργί

Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."

βεργιά

Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."

σπαράγγια 

Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή...

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ο Κυπάρισσος και το κυπαρίσσι...

Παρ'όλο που ο χειμώνας δε φάνηκε ακόμα στο βουνό των Κενταύρων (όλες κι όλες κανα-δυό απόπειρες μονάχα έκανε να προβάλει κι αμέσως οπισθοχώρησε), τα ξυλαράκια μας μια χαρά λαμπαδιάζουν στη φωτιά και φυσικά χρειάστηκε να κουβαλήσουμε κι άλλα στην αποθηκούλα. Καθώς έφτιαχνα την τρακάδα, λοιπόν, με τα φρεκοκομμένα, κάθε τόσο σταματούσα ν'ανασάνω μιαν ευωδιά. Ήταν όταν τ'αλυσοπρίονο διάλεγε κανέναν κορμό κυπαρισσιού, ανάμεσα στα τόσα αράδια και τις οξιές, και μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα καθώς σκόρπιζαν τα ροκανίδια! Κύττα μοσχοβολιά, το άτιμο! Τόσα, χρόνια, λοιπόν, δεν είχα να πω και κάτι το ιδιαίτερο για το ψιλόλιγνο κυπαρίσσι, μέχρι που γνώρισα το άρωμά του, και το αγάπησα... Τόσο, που με πιάνει και μια μικρή στεναχώρια, όποτε πετυχαίνω κομμάτι του κι ύστερα το βλέπω να καίγεται στην ξυλόσομπα.


"Ευώδης κυπάρισσος" ... μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ο Όμηρος (ε 64);

Που στόλισε με την ευωδιά του το νησί της Καλυψούς....

"Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες, 
που μοσκοβόλαε το νησί παντού απ΄ τη μυρουδιά τους. 
Στον αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη, 
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα, 
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες, 
και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. 
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα, 
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες 
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της. 
και γύρω στις βαθιές σπηλιές της νύφης απλωνόταν

ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο‡ 
αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν, 
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε. 
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες, 
που αθάνατος κι αν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες, 
με θαμασμό θα κοίταζε και θ΄ άνοιγε η καρδιά του."

(απόδοση: Α.Εφταλιώτη)

Αλλά κι ο παραστάτης που στήριζε την οροφή των ανακτόρων του Οδυσσέως ήταν κυπαρισσένιος (ρ 340)




Το ευωδιαστό κυπαρίσσι, όμως, εκτός απ'τη μοσχοβολιά του κρύβει και μια λυπητερή ιστορία....

Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένα νέο παλικαράκι που το λέγαν Κυπάρισσο κι είχε αγαπημένο του σύντροφο ένα πανέμορφο ιερό ελάφι. Κάποια μέρα, όμως, μαύρη μέρα, ο Κυπάρισσος κάρφωσε κατά λάθος με το δόρυ του τον αγαπημένο του αυτό σύντροφο και τον σκότωσε. Η οδύνη του νέου για το χαμό του ελαφιού ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε κι ο ίδιος να πεθάνει και παρακάλεσε τους θεούς να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια, μέχρι που το κορμάκι του μεταμορφώθηκε σε δέντρο, στο δέντρο τούτο που κυττάζει τους ουρανούς και σιωπηλά πια θρηνεί....




("Οβιδίου Μεταμορφώσεις", απόδοση στη νεοελληνική: Θεοδώρου Τσοχαλή, εκδόσεις του ιδίου, από όπου και οι εικόνες)


Αναφέρει μάλιστα, ο Π.Γ.Γεννάδιος ("Λεξικόν φυτολογικόν") ότι έκτοτε (δηλ. μετά τη μεταμόρφωση του νέου) "το αειθαλές τούτον δένδρον, αφιερωθέν εις τον Πλούτωνα, κατέστη έμβλημα πένθους", για αυτό και αναρτούσαν κλάδο του από τις θύρες "της οικίας εις ην έκειτο νεκρός". "Κυπάρισσοι δ' εφυτεύοντο παρά τους τάφους και τους ναούς και εις τα ιερά άλση (βλ.Παυσανίας)", συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Προσθέτει ότι το ξύλο του είναι "ευωδέστατον και ευέργαστον, ασαπές δε..." και εις τη "βαλσαμώδη οσμήν, τη μεγάλην διάρκειαν" και την αντοχή του ξύλου αυτού στις προσβολές των εντόμων πρέπει να αποδοθεί η "κατά προτίμησιν χρήσις αυτού παρ'αρχαίοις (Θουκυδίδης Β34) και ιδίως παρ' Αιγυπτίοις προς κατασκευή φερέτρων." Επιπλέον, οι αρχαίοι "την ρητίνην της κυπαρίσσου μετεχειρίζοντο εις την ταρίχευσιν των νεκρών, ως φάρμακα δε εχρησιμοποίουν τα φύλλα, τον φλοιόν και τους καρπούς". Κάποτε, αναφέρει, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση του ξύλου αυτού για την κατασκευή φερέτρων στην Αίγυπτο, που το κυπαρίσσι καλλιεργούνταν συστηματικά στην Κρήτη και η παραγωγή του ξύλου ήταν τόσο επικερδής, ώστε τα κυπαρίσσια δίνονταν ως προίκα στις θυγατέρες, για αυτό και ονομαζόταν "το δένδρον τούτον υπό των Ρωμαίων  "Προίξ θυγατρός""!


Μα, φυσικά, το κυπαρίσσι δε θα μπορούσε να μην τραγουδιέται μέχρι και σήμερα απ'τον λαό μας καθώς, οι θεοί άκουσαν την ευχή του και διατήρησαν αθάνατη την ανάμνηση της λύπης του...

"...Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι 
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα, 
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι 
κι ένα πουλί κελαήδησε και σ' άλλο το ξηγιόταν: 
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα 
σα δε φιλήθ'καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα."

"Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάν άλλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι......"

"...Το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι..."

"... Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξεριζώθη 
κι η τέντα η κατακόκκινη και κείνη μαύρη εγίνη, 
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κι ετσακίστη, 
το ασημοκάντηλο έσβησε το σπίτι δε φωτάει."

αλλά και λόγω του επιβλητικού παρουσιαστικού του που σαν να θέλει να φτάσει στα ουράνια...
"...Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου, 
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου...".

"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο, 
μικρό μικρό σου το'δωκα, μεγάλο φέρε μου το. 
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι 
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται, σ' ανατολή και δύση."

Όσο για την ετυμολογία του, η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας δίνει δύο πιθανές εκδοχές: Μία του Ευστάθιου: "κύει παρίσους η κυπάρισσος κλάδους" ("παρίσους κλάδους", παρίσος εκ του παρά + ίσος) Και μία δεύτερη: "Είναι μέγα και υψηλόν δένδρον, εξ ου η κατάληξις -ιττος, -ισσος. Η ρίζα κυπ-, κυβ- (πρβλ. κύβη, κύπελλον), επειδή τα άρρενα άνθη αποτελούν ωοειδείς κεφαλίδας, και το σπέρμα καλύπτεται από καρπικά λέπια."



Υ.Γ.1 Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, Κυπάρισσος ήταν κι ο "υιός του Μινύαντος και αδελφός του Ορχομενού από του οποίου λέγεται ότι ωνομάσθη η εν Φωκίδι πόλις Κυπάρισσος, (Ευστάθιος)" (Λεξικό Νικολάου Λωρέντη)

Υ.Γ. 2 Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του για τα βοτάνια ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") συγκαταλέγει και το κυπαρίσσι! Μας πληροφορεί ότι το αφέψημα από τα πράσινα κυπαρισσόμηλα, χρησιμοποιούμενο με ξύδι, σταματάει την τριχόπτωση και σκουραίνει τα μαλλιά, το βάμμα κυπαρισσιού (30-60 σταγόνες) πριν τα γεύματα είναι πολύτιμο για τις αιμορροϊδες και τους κιρσούς, αλλά και κατά τη δυσμηνόρροια, τη μητροραγία, την εμμηνόπαυση. Το αιθέριο λάδι του πάνω στις μαξιλαροθήκες είναι αντισπασμωδικό σε κοκίτη και βήχα, τα καβουρντιμένα σαν καφές κυπαρισσόμηλα είναι αντιδιαρροϊκά και το ξύλο του κυπαρισσιού αν το βράσουμε και πιούμε το ζουμί του όταν έχουμε γρίπη είναι εφιδρωτικό.

Αλλά, ως ευώδες, είναι κι αποσμητικό, όταν πλένουμε με έκχυμα κυπαρισσόμηλων δύσοσμα πόδια. Επιπλέον αν βράσουμε μια χούφτα ροκανίδια σ'ένα λίτρο νερό και πλύνουμε το πρόσωπό μας, θα καθαρίσει βαθιά και θα λάμψει, ενώ αν ρίξουμε στη μπανιέρα νερό όπου βράσαμε κυπαρισσόμηλα θα νιώσουμε ευεξία. Τέλος, τα κλωνάρια των κυπαρισσιών διώχνουν τις μύγες και τα κουνούπια, έτσι σε κάποια σπίτια τα κρεμούν από τις στέγες. Το αιθέριο λάδι, αν και βγαίνει με απόσταξη, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να το φτιάξουμε και ως εξής: "Σ'ένα μπουκάλι με φαρδύ στόμιο βάζουμε ελαιόλαδο, τεμαχισμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με φύλλα και τρυφερά βλαστάρια και το αφήνουμε 20 μέρες στον ήλιο. Ύστερα μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε επαλείψεις για αντινευραλγικό και αντιρρευματικό." 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Καλορίζικος!!!

Δεν τον πρόλαβα τη στιγμή που γεννήθηκε, αλλά τρεις-τέσσερις μέρες μετά. Πότε είναι τ'ακριβή του γενέθλια δεν ξέρουμε, αλλά θά'θελα να υποθέσω ότι είναι σημαδιακά, στις 28 του Οκτώβρη, μιας κι η ημερομηνία κάπου εκεί παίζει με καμιά μέρα απόκλιση! Βρέθηκε δίπλα σε μια εκκλησιά του Αη Γιώργη, πεσμένος σ'ένα φρεάτιο. Η μάνα του στεκόταν από πάνω μ'αγωνία, χωρίς να ξέρει πως να τον απεγκλωβίσει. Ο Βαγγέλης, πραγματικός παραστάτης, δεν απομακρυνόταν στιγμή από κοντά της κι όταν πήρε πρέφα τ'αφεντικό του άρχισε να χλιμιντρίζει για βοήθεια! Κι έτσι ο μικρός τη γλίτωσε και μόλις πάτησε στη γη άρχισε να καλπάζει πίσω απ'τη μάνα του, απτόητος από την τόση ταλαιπωρία του! Τότε με πήρε τηλέφωνο: "Ανεβαίνω με τις φοράδες κι έναν βαρβάτο!" ... "Γέννησε;!" πέταξα απ'τη χαρά μου κι άρχισα να ετοιμάζομαι γρήγορα να πάω να τον δω!


Ε... φυσικά τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά! Τόσο μικρούλης, με εκφραστικά μεγάλα μάτια, μια φουντωτή ουρά ("καλέ σαν σκίουρου είναι!") κι ένα χρωματάκι... αν μη τί άλλο, πρωτότυπο! Γκριζομπεζάκι που σκουραίνει σε σημεία και κάνει υπέροχη αντίθεση με τη μαύρη του χαίτη. Και να, έχει κι αστέρι στο μέτωπο, αστέρι τυχερό! Τυχερός νά'ναι και γερός! Φτού του κι όλο τον θαυμάζω! Σκαρφάλωσα για να πηδήξω μέσα στο περιφραγμένο και να τον πλησιάσω. Χάιδευα και τη μάνα του να μην ανησυχεί, αλλά αυτή μάνα καλή ανησυχούσε.. Μ'άφησε, όμως, να τον χαϊδέψω κι ας τον έπαιρνε παραδίπλα της να τον κρύψει. "Βρε, τί κούκλο μας γέννησες! Μπράβο κοπέλα μου, μπράβο!" Κι άρχισα να πλάθω σενάρια για την "εκπαίδευσή" του και για τις βόλτες μας παρέα μόλις μεγαλώσει αρκετά... Φτού του, φτού του και πάλι, γιατί πολλά στραβά μας κυνηγάνε... κι εμάς και τ'άλογα... μη μείνουμε αμανάτι με τα όνειρα...


Ένα μικρό αλογάκι, λοιπόν, στην παρέα μας... Και γιατί ά-λογον; "Η σημερινή ονομασία "άλογον" προέρχεται εκ της συνεκδοχής -κατά τη μέτρησιν στρατιωτικών δυνάμεων- :άνδρες...τόσοι, άλογα ζώα...τόσα", μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") και συνεχίζει "Το δε θεωρούμενον ως "αραβικόν" "άτι", είναι αντιδάνειον εκ της συνεκφοράς "ο ίππος άττει"=ορμά". Όσο για το μικρό αλογάκι, το πουλάρι, που προέρχεται από το αρχαίο πωλάριον, υποκοριστικό του πώλος: "Το νεογνόν του ίππου ονομάζεται πώλος (πουλάρι) επειδή πωλέει= τριγυρίζει γύρω από την μητέρα του και επί την πόαν= χλόην. Γενικώς, παν μικρόν ζώον λέγεται πώλος, εξ ου και "πουλί"."

Κι όντως ο μικρός μας στιγμή δεν αφήνει τη μάνα του κι όλο γυροφέρνει τριγύρω της με τα αδύνατα ποδαράκια του. Άσε που την παρακολουθεί και προσπαθεί κι αυτός, ενώ ακόμη δεν έβγαλε δοντάκια, να μασουλήσει το χορτάρι όπως κι αυτή!


Ας δούμε, όμως, και για την ονομασία "ίππος" και την ετυμολογία της (και πάλι από την Άννα Τζιροπούλου):




[*κέλης: (εκ του κέλλω= κατευθύνω το πλοίον προς την ακτήν) = ίππος ιππασίας, δρομικός, ο μη ζευγνύμενος μετ'άλλου // 2)ταχύπλουν πλοιάριον με μίαν μόνο σειρά κωπών. Ετυμολογία: κέλης, λακωνικά κέληξ' κατά τινάς συγγενής του κέλλω, κέλομαι, κελεύω' πρβλ. "ίπποισι κελητίζειν"= πηδάν εκ του ενός ίππου εις τον άλλον..., "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου]


Ενώ, κατά την ίδια: φοράς (φοράδα), η (θηλυκή) ίππος, "ως φέρουσα καρπόν, ως γεννώσα".

ή φορβάς= [εκ του φέρβω (=τρέφω, βόσκω)] =ο παρέχων φορβήν [=βοσκήν, νομήν, τροφήν], ο τρέφων // ο εν αγέλη βόσκων, ο εν λειμώνι βόσκων // (απόλ.) φορβάς, κοινώς φοράδα. ("Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου)

Αλλά, μιας και άρχισα να μιλάω περί ίππων, περί τούτων των υπέροχων συντρόφων του ανθρώπου, δε μπορώ, κλείνοντας, να μην αναφερθώ και τους αθάνατους ίππους του Αχιλλέα,


τους πιστούς συντρόφους του στη μάχη, που θρήνησαν με δάκρυα, σαν άνθρωποι, το χαμό του Πατρόκλου...


που αποκτούσαν ως κι ανθρώπινη λαλιά για να προειδοποιήσουν τον Αχιλλέα για την αλγεινή του μοίρα...


που ενέπνευσαν, αιώνες μετά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, να τους αφιερώσει τους στίχους του:


αλλά και γνωστούς ζωγράφους να τους απαθανατίσουν με το πινέλο τους, όπως τον Anthony van Dyck στον παρακάτω πίνακά του:


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Σύκα λιαστά και λοιπές συκο-φαντίες...


"Σύκα ο Αύγουστος, σταφύλια, τρώει γλείφοντας τα χείλια!",
λέει μια παροιμία, και, μπορεί, τα τσαμπιά της κληματαριάς μου τώρα μόλις να πήραν να ροδίσουν -"αρχίσανε να ντρέπονται", που λέει κι ένας φίλος- αλλά τα σύκα, δόξα τω Θεώ, έχουν ωριμάσει για τα καλά! Κι έτσι αποφάσισα για πρώτη φορά να κάνω σύκα λιαστά! Θες δεν το πολυσυνηθίζουμε εδώ, θες τα σύκα τά'χα συνδυάσει με άμεση κατανάλωση απ'το δέντρο από τότε που πιτσιρικαρία αναζητούσαμε συκιές στο χωριό, να σκαρφαλώσουμε στα κλεφτά να γευτούμε τον καρπό τους -αλήθεια, τώρα υπάρχει κανένα παιδί να μπαίνει σ'αυτή τη διαδικασία;-τόσα χρόνια δεν τό'χα σκεφτεί να τα λιάσω για το χειμώνα...


Ρώτησα, λοιπόν, κι έμαθα. Κι έτσι τ'άπλωσα σε μια σχαρίτσα στον ήλιο -με τούλι για τις μύγες σκεπασμένα, βεβαίως-βεβαίως- δυο-τρεις μέρες απ'τη μια μεριά κι άλλες τόσες απ'την άλλη, άντε και ξανά μια απ'την πρώτη, μέχρι να πάρουν ένα λιοκαμένο κιτρινοχρυσαφί χρωματάκι και να στεγνώσουν καλά.


Σήμερα τα ζεμάτισα σε καυτό νερό -φαντάζομαι για λόγους εξόντωσης τυχόν ενοχλητικών επισκεπτών στο εσωτερικό τους- τα στράγγισα αμέσως στο σουρωτήρι και τα ξανάβγαλα στον ήλιο να στεγνώσουν.Από κει και πέρα, αποθήκευση. Πολλοί μάλιστα εδώ τα πασπαλίζουν λίγη ριγανίτσα -αυτό, ομολογώ δεν περίμενα να το ακούσω!- ή τα ανακατεύουν με φύλλα δάφνης για το άρωμα, αλλά πιθανότατα και για προστασία από μικροσκοπικούς εισβολείς!

Καθώς μόλις έλεγξα, τούτο το επιβεβαιώνει και ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Προς προφύλαξη των ξηρών σύκων από της υπό εντόμων ή άλλων ζωυφίων προσβολής ενιαχού μεν ραντίζονται ελαφρώς με θαλάσσιον ή αλμυρόν ύδωρ, αλλαχού δε συσκευάζονται μετά φύλλων δάφνης ων το άρωμα προσλαμβάνουσι." Ο Γεννάδιος μας πληροφορεί ακόμη ότι "τα προς αποξήρανσιν σύκα δέον να συλλέγονται πλήρως ώριμα, ότε ονομάζονται κν.ασκάδες (αι ισχάδες των αρχαίων) ή κουρέλες (εν Ευβοία). Εν τοιαύτη καταστάσει εκτιθέμενα εις τον ήλιον επί 4-5 ημέρας αποξηραίνονται διατηρούντα, το δέρμα των μαλακόν, ενώ όταν συλλέγονται ενωρίτερον, κατά την αποξήρασιν το δέρμα των σκληρύνεται. Ξηραίνονται δε τα σύκα πανταχού απλωμένα εις τον ήλιον επί ψαθών, σανιδών ή ξηρού χόρτου."


Και μιας κι ασχολήθηκα με σύκα, αφορμή βρήκα να μελετήσω και τα περί σύκων!

Και καταρχάς, η λέξη: Πανάρχαιη, ελληνικότατη κι ομηρική:


συναντούμε στην Οδύσσεια (η121) του Ομήρου.

Αλλά και στην τελευταία ραψωδία της Οδυσσείας (ω341), όταν ο γερο-Λαέρτης ζητά από τον Οδυσσέα να τον πείσει ότι πράγματι είναι ο γιος του, εκείνος του θυμίζει τα δέντρα που κάποτε εκείνος του είχε δωρίσει:

"Κι ακόμα να σου πω τα δέντρα μου στο πάγκαλο μας χτήμα΄
ήμουν παιδί και μου τα χάρισες' μια μέρα σε ακλουθούσα
μέσα στον κήπο και σου γύρευα δικό μου κάθε δέντρο.
Και συ ένα ένα τα λογάριαζες ποια θα γενούν δικά μου΄
απ΄ τις μηλιές σου δέκα, δεκατρείς απ΄ τις αχλαδιές σου 
κι απ΄ τις συκιές σαράντα μου ΄δωκες, και μου ΄ταζες κι αμπέλι 
πενήντα αράδες' κι ούτε που ΄πεφτε μαζί της κάθε αράδας 
ο τρύγος, τι είχες μες στο αμπέλι σου λογής λογής σταφύλι, 
κάθε χρονιά που ο Δίας θα χάριζε καλή σοδιά ψηλάθε."

(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

γεγονός που, φυσικά, αποδεικνύει, την παμπάλαια καλλιέργεια της συκιάς στον τόπο μας.

Όσο για την ετυμολογία της λέξεως, μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"):


και το μόνο που σίγουρα δε μπορεί να αρνηθεί κανείς είναι ότι η συκιά αναμφίβολα χαρακτηρίζεται από μια τουλάχιστον "ορμητική" ανάπτυξη!

Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 78) καταγράφει αρκετές ενδιαφέρουσες εκδοχές περί της ονομασίας: "Ο Τρύφων πραγματευόμενος περί της ονομασίας του δέντρου συκή [...] αναφέρει το ακόλουθον γεγονός κατά τα Γεωργικά του Ανδροτίωνος: ένας εκ των Τιτάνων, ο Συκεύς, καταδιωκόμενος υπό του Διόςεγένετο δεκτός υπό της μητρός του Γης, ήτις παρήγαγε προς διατροφήν του υιού τηςδέντρον με το όνομα τούτο, και εξ αυτού ωνομάσθη Συκέα και μία πόλις εν Κιλικία.
Ο Φερένικος εξ άλλου, ο εξ Ηρακλείας επικός ποιητής, λέγει ότι η συκή ωνομάσθη ούτω από το όνομα της θυγατρός του Οξύλου, που ελέγετο Συκή. Διότι, λέγει, οΌξυλος, ο υιός του Ορείου συνευρεθείς μετά της αδερφής του Αμαδρυάδοςαπέκτησεν εξ αυτής μεταξύ άλλων την Καρύαν (καρυδιά), την Βάλανον (βαλανιδιά), την Κράνειαν (ακρανειά), την Μορέαν (μουριά), την Αίγειρον (λεύκην), τηνΠτελέαν (φτελιά), την Άμπελον και τέλος την Συκήν. Και αυταί είναι αι λεγόμεναιΑμαδρυάδες νύμφαι και από το όνομά τους πολλά από τα δένδρα ωνομάσθησαν. Όθεν και ο ποιητής Ιππώναξ λέγει: "τη μαύρη τη συκιά, την αδελφή του κλήματος".
Ο δε Σωσίβιος ο Λάκων αποδεικνύων ότι η συκή είναι εύρημα του Διονύσου προσθέτει ότι δια τούτο οι Λακεδαιμόνιοι τιμούν Συκίτην Διόνυσον. Οι Νάξιοι πάλιν, καθώς εξιστορούν ο Ανδρίσκος και ο Αγλαοσθένης προσέτι, ονομάζουν τον Διόνυσον Μειλίχιον (γλυκύν, ευχάριστον), διότι τους εδώρισε τον καρπόν του σύκου. Δια τούτο και το πρόσωπο του θεού παρά τοις Ναξίοις του μεν ονομαζομένου Βάκχεως Διονύσου είναι κλημάτινον, του δε Μειλίχιου σύκινον."



Τη συκιά, μάλιστα, τη διεκδικούσαν οι Αθηναίοι ως πρώτα ευρεθείσα και καλλιεργηθείσα στην Αττική. Ο Αιλιανός ("Ποικίλη Ιστορία" 3,38) αναφέρει ότι "εν Αθήναις ευρεθήναι λέγουσι πρώτον την ελαίαν και την συκήν α και πρώτα η γη ανέδωκε". Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 74d), μάλιστα, μας πληροφορεί επιπλέον ότι η συκή "εισήγαγε τον πολιτισμένον βίον εις τους ανθρώπους, φαίνεατι δε τούτο από το ότι ονομάζουν οι Αθηναίοι ιεράν συκήν τον τόπον, όπου κατά πρώτον ευρέθη το δένδρον τούτο, τον δε καρπόν της ηγητηρίαν [σημ.:"Σημαίνει ζύμη ή πάστα εκ ξηρών σύκων, την οποίαν έφερον εις την πομπήν των Αττικών Πλυντηρίων. Το σύκον ωνομάσθη ούτως ως η πρώτη τροφή ημέρου και καθαρείου βίου, αντικατέστησε δε τας βαλάνους, τας οποίας έτρωγον προτού γνωσθή η συκή."], διότι είναι η πρώτη εκ των τροφών, τας οποίας κατόπιν δια καλλιέργειας επρομηθεύθησαν οι άνθρωποι. [...] ο Αντιφάνης εν τοις Ομωνύμοις του επαινών δε την Αττικήν γην λέγει τα εξής:
"Ιππόνικε, τί δεν παράγει η χώρα αυτή
ανώτερο από κάθε άλλην γην της οικουμένης,
το μέλι δηλαδή, τους άρτους και τα σύκα;""

Ο Παυσανίας, επίσης, στα "Αττικά" (37,2), μας ενημερώνει πως "Υπάρχει και βωμός του Ζεφύρου και ιερόν της Δήμητρος και της Κόρης' μετ' αυτήν δε η Αθηνά και ο Ποσειδών τιμώνται. Εις τον τόπον τούτον λέγουν, ότι ο Φύταλος εδέχθη εις τον οίκον του την Δήμητρα και ότι η θεά αντί τούτων (της φιλοξενίας) έδωσεν εις αυτόν το φυτόν της συκής' προς επιβεβαίωσιν δε του λόγου μου είναι το επί του τάφου του Φυτάλου επίγραμμα: "Εδώ ο ήρως βασιλεύς Φύταλος εδέχθη κάποτε την σεμνήν Δήμητρα, οπότε εφανέρωσε δια πρώτην φοράν καρπόν οπώρας, την οποίαν το γένος των θνητών ονομάζει συκήν' ένεκα τούτου λοιπόν το γένος του Φυτάλου απέκτησεν αιωνίαν δόξαν." (απόδοση: Α.Αρβανιτόπουλος)

Και συνεχίζει ο Αθήναιος: "Ο Ίστρος εις τα Αττικά του λέγει ότι δεν επετρέπετο να εξάγωνται εκ της Αττικής τα ξερά σύκα, δια να έχουτν την απόλαυση αυτών μόνο οι κάτοικοί της. Κι επειδή πολλοί ενεφανίζοντο διενεργούντες μυστικά την εξαγωγή των, οι καταγγέλοντες τούτους εις την δικαιοσύνην ωνομάσθησαν τότε πρώτον συκοφάνται." (απόδοση: Σ.Αλεξιάδης)

Επομένως, συκοφάντες, αρχικά ήταν εκείνοι που κατήγγειλαν, φανέρωναν (φάντης, εκ του φαίνω= φανερώνω), όσους εξήγαγαν παρανόμως σύκα από την Αττική. Και μετέπειτα πήρε την αρνητική σημασία καθώς σχετίστηκε με όσους κατηγορούσαν ασύστολα και διαβάλλαν τους συμπολίτες τους.

Βέβαια υπάρχει και μιαν άλλη εκδοχή, που δεν την παραλείπει ο Αθήναιος: "Ο δε Φιλόμνηστος [...] λέγει: "Η λέξις συκοφάντης προήλθε εκ των προστίμων και εισφορών, που επλήρωναν άλλοτε εις σύκα, οίνον και έλαιον οι προμηθευταί δια τας δαπάνας του κράτους, και τους ταύτα διενεργούντας και εκθέτοντας εις τους οφθαλμούς του δημοσίου ωνόμαζον, ως φαίνεται, συκοφάντας."
Βέβαια, το δημοφιλές σύκο υπήρξε και δημοφιλές συνθετικό πολλών ακόμη λέξεων (ενδεικτικά:"συκομάμμας= ο εσθίων ευήθως σύκα, ευήθης, βλαξ και άνανδρος","σικοπρίστης= ο πριονίζων, διχοτομών τα σύκα και ούτω παρατιθέμενος τω συνδείπνω εις τεμάχια, όθεν λίαν φιλάργυρος, πάρα πολύ τσιγκούνης" [Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Δημητράκου], κ.α.), αλλά πρωταγωνιστικό μέλος πολλών παροιμιών, όπως:

"Καλόμαθε η γριά στα σύκα!"
Αγαπημένη μου! Και σε έτερες "βερσιόν":
"Έμαθε η γριά στα σύκα κι εμπαινόβγαινε κι εζήτα!" ή
"Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα!"
Αλλά και:
"Το καλό το σύκο το τρων οι καρακάξες!" (ή "Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα!" και "Το καλό το σύκο ο χοίρος το τρώει!")
"Άλλοι τά'φαγαν τα σύκα, κι άλλοι τα πληρώνουνε!" 
"Πέσε σύκο να σε φάμε!"
"Τα σύκα θέλουνε δροσιά και τα κεράσια κάψα!"
και: 
"Τα δ'κά σ' είν' σύκα και λιγών'ν, τα δ'κά μ' καρύδια και βροντούν!" 

καθώς και η κλασική ψιλοανεξήγητη "Λέγω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη!", που ίσως με στη λέξη "σκάφη" να κρύβεται και οποιαδήποτε άλλη πιθανή δεύτερη "συνθηματική" έννοια ("αργκώ;") της λέξεως ή και να πρόκειται, όπως αναφέρουν κάποιοι, περί παραφθοράς της λέξεως "ισχάδι" (ισχάς= το αποξηραμένο σύκο) ή ό,τι άλλο.......

Αλλά, φυσικά, για τα δημοφιλέστατα σύκα, δε θα μπορούσε να μη γίνεται μνεία και στις κωμωδίες τους Αριστοφάνους, και με την καθιερωμένη τους σημασία, "και να ευχηθούμε στους θεούς πλούτο να δίδουν στους Έλληνες, κριθάρια μπόλικα κι όλοι όμοια να θερίζουμε, οίνον πολύ και σύκα για φάγωμα κι οι γυναίκες να μας γεννοβολούν!" ("Ειρήνη" 1324), αλλά με μια έτερη σημασία, εκείνη του γυναικείου αιδοίου, "του τον μέγα και παχύ, της δ' ηδύ το σύκον"! ("Ειρήνη"1350). [χμμ... μ'αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να δώσουμε και άλλη εξήγηση στην προηγούμενη παροιμία..]

Οι πληροφορίες, απ'την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, που αφορούν τα σύκα είναι τουλάχιστον ατελείωτες. Ο Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του συγκεντρώνει πάρα πολλές γνώσεις σχετικές με την καλλιέργεια και την χρήση του σύκου, όπως και την παρακάτω που παντελώς αγνοούσα και αναφέρεται στα άγουρα σύκα, το δέρμα των οποίων "ενέχει μεγάλην ποσότητα γαλακτώδους οπού, όστις είνε δριμύς και χρησιμοποιείται ενιαχού προς πήξιν του γάλακτος". Συμπληρώνει, μάλιστα, ότι την ιδιότητα του γαλακτώδους οπού του άγουρου σύκου, αλλά και των άλλων μερών της συκιάς, να πήζει το γάλα, είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι και μας παραπέμπει στο Διοσκουρίδη ο οποίος αποφαίνεται πως "ο δε οπός της αγρίας και της ημέρου συκής πηκτικός εστί γάλακτος, ώσπερ η πιτύα."

Ο Αθήναιος, πάλι, αφιερώνει αρκετές σελίδες απ'τους "Δειπνοσοφιστές" του στον πολύτιμο τούτο καρπό, αναφερόμενος στην ιστορία του, στις ποικιλίες του, στις ιδιότητές του, κλπ.. Μερικές, πάντως, από τις σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητές του, συγκεντρώνει και ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 Βότανα, 2000 Θεραπείες". Παραθέτω κάποια αποσπάσματα, αλλά και κάποια στοιχεία εν περιλήψει:

Καταρχάς: "Δραστικές ουσίες: Βιταμίνες Α, C, Κάλιο, Ασβέστιο, Φώσφορος, Μαγνήσιο, Φρουκτοζάχαρο, αζωτούχες ενώσεις, χλώριο."
"Τα φρεσκοκομμένα φύλλα και κλωνάρια της συκιάς, καθώς και τα σύκα βγάζουν μόλις κοπούν ένα γαλακτώδες υγρό, που μαραίνει τις μυρμηγκιές και τιςκρεατοελιές και τους κάλους, όταν τα αλείψουμε μερικές μέρες. Το ίδιο υγρό εξουδετερώνει το δηλητήριο του σκορπιού και μια σταγόνα του λέγεται ότι σταματάει τον πονόδοντο."
Τα σύκα είναι ωφέλιμα στην έκκριση χολής, στις ασθένεις του ήπατος και συνιστώνται για τις νεφρικές διαταραχές και τις αιμορροϊδες. Τα φρέσκα κομμένα και ψημένα γίνται κατάπλασμα για καλογήρους, αποστήματα καιοιδήματα, ενώ το αφέψημα των σύκων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σεφαρυγγίτιδα, βήχα και ουλίτιδα.
Όσο για τα φύλλα της συκιάς, "έχουν δοκιμαστεί και για το άσθμα με άριστα αποτελέσματα. (Βράζουμε ένα μεγάλο φύλλο σε δυο φλιτζάνια νερό ώσπου να μείνει το μισό και το πίνουμε το βράδυ πριν τον ύπνο ή το πρωί νηστικοί). Επίσης, βρασμέναμε δυόσμο σταματούν τη διάρροια."

"Βάλ' ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου!"

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Αρμονία vs Χάος....

Στο Μαράκι που μού'δωσε την αφορμή να τα ψάξω περισσότερο και να τα συγκεντρώσω (τί τά'θελες,ε;;κουδούνι έγινα!!)..

Κι επειδή διάβασα και μια ειδησούλα (βλέπε την εδώ: http://www.paron.gr/v3/new.php?id=69146&colid=37&catid=33&dt=2011-07-31&search=%EC%F5%E8%EF%EB%EF%E3%DF%E1) ότι, σύν τοις άλλοις, καταργούν τη διδασκαλία της μυθολογίας στο δημοτικό... και όχι μόνο, φυσικά- βάλλουν για ακόμη μια φορά και την πολύπαθη ιστορία μας.. (Ισοπεδώστε τα όλα πουλημένα τομάρια, τίποτα μην αφήσετε όρθιο... να μη θυμίζει τίποτα Ελλάδα... ν'απομείνει μόνο Χάος..)
Λίγα απ'την υπέροχη μυθολογία μας (κι όχι μόνο), λοιπόν, την παλαιότατη τούτη ιστορία μας με τους άπειρους συμβολισμούς και τους ανεξίτηλους χρωματισμούς της...

"Έπειτα με τον Άρη τον ασπιδοκόφτη η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβοκαι τον Δείμο, τα φοβερά παιδιά, που κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες μέσα στον πόλεμο τον ριγηλό μαζί με τον Άρη, που κυριεύει τις πολιτείες, και την Αρμονία, που πήρε ο μεγαλόκαρδος ο Κάδμος για γυναίκα του..."  (Ησιόδου Θεογονία, 933, απόδοση: Π.Λεκατσά)


 

(Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη)



 

 

Δηλαδή, ο Κάδμος για κείνους που σκότωσε (Ο Κάδμος είχε σκοτώσει τον Δράκο που φρουρούσε την κρήνη κι αφάνιζε όσους πήγαιναν για νερό. Κατόπιν, με συμβουλή της Αθηνάς έσπειρε τα δόντια του στη γη κι αμέσως φύτρωσαν ένοπλοι άντρες, οι λεγόμενοι Σπαρτοί, που, σύμφωνα με το Φερεκύδη, ο Κάδμος άρχισε να τους πετροβολεί κι εκείνοι, νομίζοντας ότι λιθοβολούνται μεταξύ τους άρχισαν τη μάχη με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι εκτός από πέντε, τον Εχίονα, τον Ουδαίο, τον Χθόνιο, τον Υπερήνορα και τον Πέλωρο.) εθήτευσε μία περίοδο οκτώ ετών στον Άρη και στη συνέχεια η Αθηνά του εξασφάλισε τη βασιλεία και ο Ζεύς του έδωσε ως σύζυγο τηνΑρμονία, θυγατέρα του Άρη και της Αφροδίτης. Και τότε όλοι οι θεοί εγκατέλειψαν τουν ουρανό για να παρευρεθούν στο γάμο, να συμμετάσχουν στο συμπόσιο και να τον υμνήσουν! Ο Κάδμος χάρισε στη νύφη ένα πέπλο και το περιδέραιο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ήφαιστος και το οποίο, όπως λένε κάποιοι, το είχε λάβει από τον ίδιο, ενώ σύμφωνα με το Φερεκύδη, το είχε λάβει από την αδερφή του, την Ευρώπη. Κι απέκτησαν θυγατέρες την Αυτονόη, την Ινώ, τη Σεμέλη και την Αγαυή κι έναν γιο, τον Πολύδωρο. Την Ινώ παντρεύτηκε ο Αθάμας (πατέρας του Φρίξου και της Έλλης), την Αυτονόη ο Αρισταίος και την Αγαυή ο Εχίων. Όσο για τη Σεμέλη, έσμιξε μαζί της ο Δίας και γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος...
 

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ε48-49, απόδοση Βασιλείου Μόσκοβη) μας δίνει μιαν άλλη εκδοχή για την καταγωγή της Αρμονίας, ενώ περιγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα καθέκαστα του γάμου!
"Κι όπως οι κάτοικοι της Σαμοθράκης ζούσαν μ'αυτόν τον τρόπο, λένε, ότι γεννήθηκαν στο νησί απ'το Δία και την Ηλέκτρα -μία από τις θυγατέρες του Άτλαντα- ο Δάρδανος, ο Ιασίων και η Αρμονία. [...] Κι ύστερα απ'αυτά ο Κάδμος, ο γυιός του Αγήνορα, αναζητώντας την Ευρώπη έφτασε και σ'αυτούς, κι αφού μυήθηκε στα μυστήρια, παντρεύτηκε την Αρμονία, αδερφή του Ιασίωνα κι όχι θυγατέρα του Άρη, όπως αναφέρουν οι Έλληνες μυθογράφοι.
Ο γάμος αυτός του Κάδμου και της Αρμονίας ήταν ο πρώτος, που παρακάθησαν κι οι θεοί στο γαμήλιο δείπνο, κι η Δήμητρα που αγάπησε τον Ιασίωνα του δώρισε τον καρπό του σταριού, ο Ερμής τη λύρα, η Αθηνά το περιβόητο περιδέραιο και τον πέπλο και τους αυλούς, κι η Ηλέκτρα τα μυστήρια της λεγομένης Μεγάλης Μητέρας των θεών με τα κύμβαλα και τα τύμπανα και τα άλλα σύνεργα των οργιαστικών τελετών. Κι ο Απόλλων έπαιξε την κιθάρα, οι Μούσες έπαιξαν τους αυλούς κι οι υπόλοιποι θεοί με τους ωραίους λόγους τους ελάμπρυναν τη δόξα του γάμου αυτού. Ύστερα απ'αυτά ο Κάδμος, σύμφωνα με το χρησμό που είχε λάβει, έκτισε, λένε τη Θήβα της Βοιωτίας, κι ο Ιασίων παντρεύτηκε την Κυβέλη και γέννησε τον Κορύβαντα.[...]"

(*Τούτο το περιβόητο περιδέραιο, μάλιστα, κατέληξε καταστροφικό για κάποιους από τους απογόνους των βασιλιάδων καθώς και για την ίδια τη Θήβα. Γιατί όταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδα, μάζευε στρατό για να πάρει τη βασιλεία από τον αδερφό του Ετεοκλή που δεν του την παραχωρούσε καθώς είχαν συμφωνήσει, ο μάντης Αμφιάραος που είχε "προδεί" πως θα χαθούν όλοι όσοι εκστρατεύσουν (εκτός από τον Άδραστο) δίσταζε να συμμετάσχει και απάτρεπε και τους υπολοίπους. Ο Πολυνείκης, λοιπόν, ρωτάει τον Ίφι, τον γιο του Αλέκτορος, πως θα αναγκαστεί ο Αμφιάραος να μετάσχει στην εκστρατεία κι εκείνος του απαντάει πως αυτό θα γίνει αν λάβει η Εριφύλη το περίφημο περιδέραιο..... Κι έτσι κι έγινε... Για να καταλήξουμε στην τραγωδία των "Επτά επί Θήβας" (βλέπε και Αισχύλο)... )


Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης (Ωγυγία Δ') θα παραδώσει και μια τρίτη εκδοχή για την καταγωγή της Αρμονίας "Κατ'άλλους δε, ήτον θυγάτηρ του Δράκοντος, του βασιλέως τότε του μέρους εκείνου της Βοιωτίας, ον εφόνευσεν ο Κάδμος"...
 

Ο Απολλόδωρος (Γ5) μας διασώζει πως ύστερα από χρησμό, ο Κάδμος κι η Αρμονία εγκατέλειψαν τη Θήβα και πήγαν στους Εγχελέας να αναλάβουν την αρχηγία τους καθώς δέχονταν επιθέσεις από τους Ιλλυρίους. Κι έτσι κατέληξε ο Κάδμος βασιλεύς των Ιλλυρίων, αποκτώντας μάλιστα έναν γιο, τον Ιλλύριο. Κι αργότερα μεταμορφώθηκε μετά της Αρμονίας σε δράκοντα και οδηγήθηκε από το Δία στο Ηλύσιον πεδίο. Λένε ότι τη μεταμόρφωση αυτή σε δράκοντα, την επέβαλε ο Άρης στον Κάδμο, διότι σκότωσε τον ιερό του δράκοντα που φύλαγε την κρήνη στη Θήβα. 

Πάντως ο Αθανάσιος Σταγειρίτης (Ωγυγία Α'), δίνει μια εντελώς διάφορη ερμηνεία: "Ενόμιζον οι παλαιοί ότι οι Ιλλυριοί είχον δύω κόρας εις τους οφθαλμούς και έβλεπον τόσο οξέως, ώστε φόνευον δια της οράσεως, όσους έβλεπον ασκαρδαμυκτί ώραν ικανήν...όθεν παρομοίαζον τους Ιλλυρίους με τους δράκοντας εκείνους." Και συνεχίζει εξηγώντας πως αλληγορικά οι ποιητές είπαν πως η Αρμονία κι ο Κάδμος μεταμορφώθηκαν σε δράκους καθώς κατά το γήρας τους έφυγαν από τη Θήβα και συγκατοίκησαν με του Ιλλυρίους...


Ας επιστρέψουμε, όμως, στην ΑΡΜΟΝΙΑ... Αρμονία, εκ του αρμόττω, αρμόζω.
Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης"του Δημητράκου:
"αρμονία: συναφή πράγματος προς έτερον, σύνδεσις, άρθρον, αρμός' και το προς τοιαύτην συναφήν, σύνδεσιν, μέσον: Οδ.Ε248 "γόμφοισιν και αρμονίησιν άρασσεν" (σχεδίαν), Οδ.Ε361 "όφρ'αν κεν δούρατ' εν αρμονίησιν αρήρη".[...] 7)εις πληθ. αρμονίαι: αι μεταξύ ανθρώπων συμφωνίαι, οθ. η σύμβασις, η συνθήκη: Ιλ.Χ255 μάρτυροι... και επίσκοποι αρμονιάων [...]"
Ξεκινάμε απ'τον Όμηρο, λοιπόν...
 

και στην Οδύσσεια:



(σε απόδοση Κώστα Δούκα:

"Ωχού εγώ, ποιός πάλι μου υφαίνει δόλον
από τους αθανάτους, όταν από τη σχεδία να βγω με προτρέπη.
Αλλά δεν θα πεισθώ, γιατί μακριά με τους οφθαλμούς
την γαίαν εγώ είδα, όπου μου είπε πως μπορώ να καταφύγω.
Αλλά μάλλον τούτο θα πράξω, που μου φαίνεται άριστον'
όσο τα ξύλα στους αρμούς συναρμόζουν
τόσον αυτού θα μένω και θα υπομένω άλγη πάσχων'
κι όταν τη σχεδία μου το κύμα τινάξη, θα κολυμπήσω, μια και δεν μπορώ να προνοήσω κάτι καλύτερο."
)
 

και στην Ιλιάδα..



(σε απόδοση Κώστα Δούκα:
"Άλλ' έλα 'δω τους θεούς να επικαλεσθούμε' γιατί άριστοι
μάρτυρες θα είναι και επιτηρητές των συνθηκών (αρμονιάων)'
γιατί εγώ δε θα σε κακομεταχειρισθώ, αν σε με ο Ζεύς
δώση την νίκη, και την ψυχή σου πάρω'
αλλ'αφού συλήσω από σε τα περίκλυτα όπλα, Αχιλλέα,
τον νεκρό στους Αχαιούς θα δώσω πάλιν' έτσι κι εσύ να πράξης.")


Η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας μιλάει για την αρμονία, για τη σχέση της με την ελληνική γλώσσα και τη μουσική:

" "Ήπερ μόνη ελληνική εστίν αρμονία" (Πλατ.Λάχης14).... Όμως ο Έλλην λόγος"πάσι πάντα μουσικώς συνήρμοσε και συνέδεσε.." (Ποσειδώνιος φιλόσοφος Frg309)..."Φθόγγος εστί φωνής εναρμονίου τάσις.."(Θέων Σμυρναίος, Περί Συμφων.6)
Φθόγγος δια την ελληνικήν γλώσσαν σημαίνει δύο: α) ανθρώπινη φωνή και β)μουσικός ήχος. Όπως δε επεξηγεί ο Πλούταρχος (Ηθικά 1025F) "Αρμονία -εστί- το εκ φθόγγων και διαστημάτων. Φθόγγος μεν, εν και ταυτόν. Διάστημα δε, φθόγγων ετερότης και διαφορά. Μιχθέντων δε τούτων ωδή γίνεται." Απαραίτητο όρος της ανα-μίξεως είναι η αρμονία: "...εστί μεν ουν αρμονία πολυμιγέων ένωσις... και δίχα φρονεόντων συμφρόνησις.."(Φιλόλαος Πυθαγόρειος), δηλαδή: "Αρμονία εστί ένωσις πολυμιγέων και συμφρόνησις (ομοφρονία, συμφωνία) των δίχα (=κεχωρισμένως) φρονούντων."

Η "Μουσική" με τη σημερινή έννοια απεκαλείτο Αρμονία, δηλαδή συμ-φωνία ήχων. Και σήμερα στα Ωδεία, το Μάθημα της Συνθέσεως ονομάζεται "Αρμονία". Είναι ο κλάδος της μουσικής επιστήμης "ο πραγματευόμενος περί των συγχορδιών", δηλ. της συνηχήσεως τριών ή περισσοτέρων μουσικών φθόγγων.
Ο Ηράκλειτος υπεστήριζε ότι "αρμονίη αφανής, φανερής κρέσσων".
"Η μεν αρμονία αόρατον τι και ασώματον και πάγκαλον τι θείον εστί." (Πλάτων, Φαίδων 36)
"Σεμνή η αρμονία και θείον τι και μέγα." (Πλουτάρχου, Περί μουσικής 1139)
Γι'αυτό και ο λατίνος Vitruvius παρατηρεί: "Η αρμονία (harmonia) είναι κλάδος της Μουσικής δύσκολος και σκοτεινός, ιδίως για όσους αγνοούν την ελληνική. Για να την ερμηνεύσουμε είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε λέξεις ελληνικές που δεν έχουν αντίστοιχες στην λατινική.""





Σημειώνει ο Αριστοτέλης ("Μετά τα Φυσικά" 985-6) σχετικά με τους Πυθαγορείους: "Επειδή επί πλέον έβλεπαν ότι τα πάθη και οι αναλογίες των [μουσικών] αρμονιών, βρίσκονται σε αριθμητικές σχέσεις- μια λοιπόν και τους εφαίνοντο ότι εξ ολοκλήρου η φυσική κατασκευή όλων των άλλων πραγμάτων είναι καθ'ομοίωσιν με τους αριθμούς, και μια και, από το άλλο μέρος, εφαίνοντο οι αριθμοί πρώτοι από όλη τη φύση, ότι δηλαδή είναι οι πρωταρχικές πραγματικότητες του Σύμπαντος- έφτασαν στην αντίληψη ότι οι αρχές των αριθμών είναι τα στοιχεία όλων των όντων, και ολόκληρος ο ουρανός είναι αρμονία κι αριθμός. Και όσες αντιστοιχίες είχαν βρη μέσα στους αριθμούς και στις αρμονίες της μουσικής που ταίριαζαν με τα φαινόμενα και τα μέρη του ουρανού και με όλη την κοσμική τάξη τις συνένωναν και τις έμπαζαν στο σύστημά τους...." (απόδοση: Ν.Κυργιόπουλος)

 
Ενώ ο Πλάτων (Τίμαιος 47C , απόδοση: Θ.Βλυζιώτης, Χ.Παπαναστασίου), διευκρινίζει:
"Και πάλιν, ό,τι εις την μουσικήν είναι χρήσιμον δια την φωνήν και μας την κάμνειν ακουστήν, μας εδόθη χάριν της αρμονίας. Διότι η αρμονία, επειδή έχει κινήσεις ομοίας με τα μέσα μας περιφοράς της ψυχής, έχει δοθεί από τας Μούσας εις όποιον με φρόνησιν συναναστρέφεται αυτάς, όχι χάριν τέρψεως αλόγου, καθώς τώρα νομίζεται ότι χρησιμεύει, αλλά ως σύμμαχος της ψυχής μας, όταν αυτή αναλαμβάνη να φέρη εις τάξιν και συμφωνίαν προς εαυτήν την περιφοράν της ψυχής, εάν αυτή περιήλθε μέσα μας εις αταξίαν και δυσαρμονίαν...."

 

Και, κλείνουμε....

"Οι Μούσες με εναλλαγή, με καλή φωνή όλες
υμνούν τ'αθάνατα δώρα των θεών, των ανθρώπων
τα βάσανα που έχοντας με θεών εξουσία
ζουνάσκεφτοι κι ανήμποροι και μπορετό δεν είναι
να γιατρέψουν το θάνατο, τα γερατιά να διώξουν.
Ωριοπλέξουδες χάριτες, καλοστόχαστες Ώρες,
Αρμονία, Ήβη, κόρη του Δία κι Αφροδίτη
κει αρχίζουν να χορεύουν πιασμένες χέρι-χέρι'
ουτ' άσχημη ούτε μικρή μαζί τους τραγουδάει,
αλλά και μεγαλόσωμη και θαυμαστή στην όψη,
του Απόλλωνα ομότροφη, η Άρτεμη τοξεύτρα." 

(Ομηρικοί Ύμνοι, Εις Απόλλωνα, απόδοση:Θ.Μαυρόπουλου)



Υ.Γ. Μου το απέστειλαν σε μέιλ για να το δημοσιεύσω και το συμπεριλαμβάνω εδώ μιας κι είναι σχετικό:



Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..



Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο "Καλομηνάς", ο "Λούλουδος" ("Ο Απρίλης έχεις τ'όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια!", "Άλλοι πουλούν τα λάχανα κι ο Μάης τα λουλούδια!"), ο "Πράσινος", ο "Τριανταφυλλάς"("Ο Απρίλης με τα λέλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα!"), ο "Φουσκοδέντρης", ο "Κερασάρης", ο "Ανοιξιάτης", αλλά κι ο Μάης με τα μάγια του ("Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι!", "Όποιος γεννηθεί το Μάη δεν τον πιάνουνε τα μάγια!") και τις δεισιδαιμονίες ("Το Μάη δε συγκόβγεις φουστάνια, δεν ξεκινάς προύκα, δε βάνεις σπίτι σου παρασύρα, κολοκύθια και κάτη!", "Σα μπει ο Μάης Σάββατο, όφου καημός και θάνατος!"), ο Μάης ο μήνας των νεκρών..
Τ'όνομα Μάιος (Maius στα λατινικά) του δόθηκε "προς τιμήν της Μαίας, της μητρός του θεού Ερμού (μαία=σεβαστή γυνή). [...] Για αυτό ακριβώς και σήμερα η "εορτή της μητέρας" εορτάζεται αυτόν τον μήνα", μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Έλλην Λόγος").
"Κατά τον μήνα αυτόν οι Ρωμαίοι εώρταζον (από 28 Απρ.-2 Μαίου) και την Floram (Φλώραν), την θεάν της βλαστήσεως, των άνθεων και των φυτών. " αναφέρει οΦίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των") και παρακάτω συμπληρώνει "Οι Ρωμαίου ετέλουν τα Lemuria, εορτήν προς τιμήν των Λεμούρων, οι οποίοι ήσαν πνεύματα των αποθαμένων, που είχον την ιδιότητα να επανέρχονται καθ' ωρισμένας ημέρας του έτους επί της γης και να τρομοκρατούν τους ζώντας. Τα Lemuria δεν είχον δημόσιον χαρακτήρα, αλλά οικογενειακόν προς τιμήν των συγγενών νεκρών, η δε εορτή ετελείτο την 9ην, 11ην και 13ην του μηνός Μαϊου και αφιέρωνον κατ'αυτάς άφθονα άνθη εις τους νεκρούς των, εχαρακτηρίζοντο δε και ως "αποφράδες", και οι ναοί έμενον κλειστοί, απηγορεύετο δε και η τέλεσις γάμων κατ'αυτάς (διότι ήσαν καταδικασμένοι εις αποτυχίαν) κατ'επέκταση δε και καθ'όλον τον μήναν."
Τούτη η πρόληψη, να μην τελούνται γάμοι, παρέμεινε για το Μάη. "Και εις το Βυζάντιον, κατά το θεολόγον Μιχαήλ Βρυέννιον, επειδή εθεωρείτο ο Μάιος δυσοίωνος, "δεν εστεφανούντο"". Αλλά κι αργότερα.. και μέχρι σήμερα ("Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά 'ποδίδει!" , "Όποιος παντρευτεί το Μάη, κακαποδομένος πάει!" και "Απού'ναι κακορίζικο το Μάη αποσπερίζει, το Μάη και τον Αύγουστο να κάμει τα προυκιά ντου!"), ο λαός μας αποφεύγει τους γαμούς το μήνα αυτό, το μήνα που, παρετυμολογικά ίσως έχει συνδέσει με τα μάγια ("Μάη μου μάγεψέ με"), το μήνα αυτόν που θεωρείται "αποφράς" γιατί έπεσε η Κωνσταντινούπολη, το μήνα αυτό που ζευγαρώνουν τα γομάρια κατά κόρον ("Νά'μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκκορας και γάτος το Γενάρη!") και δεν κάνει να ζευγαρώσουν επίσημα οι άνθρωποι...
Αναφέρει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος ("Οι 12 μήνες, τα λαογραφικά"): ""Το Μάη δε φυτεύουμε, ούτε στεφανωνόμαστε" λένε στην Κέρκυρα, "τό'χουμε για κακό!". Το λέει και το τραγούδι:
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, κι ο μικροπαντρεμένος,
το Μάη φυτείαν εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε....
και το τί τράβηξε παρακάτω!.."
Για αυτό και "Το Μάη μη φυτεύγεις πούλουδα στην κάσα μη στα βάλου!"..
Πλήθος οι προλήψεις για τον μήνα αυτόν σε κάθε τόπο, πολλές βρίσκαμε και στο Πήλιο, όπως τις καταγράφει ο λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Πήλιο: αναδρομές-καημοί-εξομολογήσεις):










Υπέροχο, με ρίζες παμπάλαιες, το έθιμο των Μάηδων όπως επιβίωνε παλιά στο Πήλιο, και το περιγράφει γλαφυρότατα ο Κώστα Λιάπης εδώ: Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
Έθιμο της Πρωτομαγιάς (βλέπε εδώ:Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..και εδώ:Πρωτομαγιάτικα...) με τα υπέροχα στεφάνια της (παλιότερα κυρίως φτιαγμένα από καρποφόρα κλωνάρια, το απαραίτητο σκόρδο, καρπούς και λουλούδια των αγρών... μ'όλη τη συμβολική τους αξία), της Πρωτομαγιάς της ανοιξιάτικης, της γονιμοποιού που συνδέεται άρρηκτα με την καρποφορία της γης κι ο εορτασμός της χάνεται βαθιά πίσω στην αρχαιότητα... Πλήθος τα έθιμα που συνδέονται με όλα αυτά... Πολλά από αυτά καταγράφει ο Γεώργιος Μέγας("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"). Όπως:











Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο ανοιξιάτικος και κοντά είναι πια το καλοκαίρι ("Απ'τον Αύγουστο χειμώνα κι απ'το Μάη Καλοκαίρι", "Τώρα είν' ο Μάης κι Άνοιξη, τωρά είναι Καλοκαίρι", "Απρίλης, Μάης, κοντά είν' το θέρος", "Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα")...
ο Μάης με τη μεγάλη μέρα και τις πολλές αγροτικές εργασίες ("Απού δε χορτάσει το Μάη τη δουλειά, έει κατάρα στην κοιλιά!","Μάης πενταδείλινος και πάντα δείλι θέλει") που δεν προλαβαίνονται ("Το Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε")....
ο Μάης ο τόσο σημαντικός για την αγροτιά που από κείνον εξαρτώνται οι μετέπειτα συγκομιδές ("Μάης άβρεχος, τρυγητής χαρούμενος", Μάης άβροχος, μούστος άμετρος", "Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει", "Μάης χαλαζάς, αλιά στην καλλιέργεια", "Στον καταραμένο τόπο, το Μάη μήνα βρέχει", Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Μάη μήνα βρέχει", "Όντας έπρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει", "Μάης άβροχος, χρονιά ευτυχισμένη", "Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ'Αυγούστου το φεγγάρι")..
ο Μάης με τις πρασινάδες του και τα τριφύλλια ("Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι", "Κάθου γέρο λίμενε να φας το Μάη χορτάρι", "Ζήσε, μαύρε μου, να φας το Μάη χλόη")..
ο Μάης με τα μάγια και τις δεισιδαιμονίες ("Του Μάη η γιώρα να σ'εύρει", "Να μη σ'εύρει η κακιά η ώρα του Μάη"), ο καταραμένος για γάμους και φυτέματα, ο Μάης με τα φίδια ("Το Μάη δεν κάνει να τρώμε μάραθα, γιατί πηγαίνουν οι όφηδες και ποσύρουν τα μάθια ντους απάνω στις αμαραθιές", "Το Μάη μάραθο μην τρως, αν είσαι και γιατρός")...
ο Μάης με την Πρωτομαγιά του... την καρποφορία, τα λουλούδια του και τα τραγούδια του, τα όμορφα έθιμά του...΄



(το απόσπασμα του Γεωργίου Μέγα..)
..που μας θυμίζουν ακόμη και την αρχαία ειρεσιώνη και χάνονται στην ιστορία του λαού μας χιλιάδες χρόνια πίσω...
Καλό μήνα, καλή Πρωτομαγιά!
(Υ.Γ. Οι παροιμίες προέρχονται και από τα βιβλία "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες" του Μιχάλη Γρηγοράκη και "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" του Βασίλη Λαμνάτου.)