Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Κούρος και κορόιδα!



[Αλλιώς σχεδίαζα να την κάνω αυτή την εγγραφή, που αφορά ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου θέμα, κι αλλιώς μου προέκυψε. Με άλλο φωτογραφικό υλικό και, προπαντώς, με άλλη διάθεση - η εκλειπούσα ήταν αρκετά χιουμοριστική, θα έλεγα. Αλλά υπολόγιζα, χωρίς τον ξενοδόχο! Λάθος, μέγα λάθος... Αλλά, βλέπεις, όταν γύρω σου συμβαίνουν χίλια μύρια τραγικά -πρώτον και κύριον ο τόπος σου κι ο λαός σου να βιάζεται ασύστολα- κι όταν και σε ατομικό επίπεδο έχουν πέσει φάσκελα απανωτά (κάποιος με καταριέται... τον ξέρω... -όχι, όχι δεν τού'χω κάνει κάποιο κακό... απλά προσπάθησα ματαιοπονώντας να σώσω όσα δε σώζονται, γιατί όταν κανείς δεν έχει ιερό ούτε όσιο και κυττάει μοναχά το τομάρι του καταστρέφοντας γύρω του ζωές και πας να τον σταματήσεις... όσο νά'ναι, θα βγάλει το άχτι του πάνω σου-.. αλλά δεν είμαι ποτισμένη με το ίδιο δηλητήριο για να πάρω δείγμα και να βρω το αντίδοτο)... όταν λοιπόν γύρω σου συμβαίνουν όλα τούτα και δε θες να το βάλεις κάτω και γουστάρεις να χαμογελάς κόντρα στον άνεμο, πιάνεσαι ακόμη και από δυο κορδελάκια για να τα καταφέρεις! Κι ίσως γίνεσαι κομματάκι ονειροπαρμένη... ή μάλλον καλύτερα να το πω, μικρό παιδί που θα χαρείς μ'αυτά τα απλά κορδελάκια σου! Κι έτσι ξεχνάς τον ξενοδόχο που καραδοκεί στη γωνία να στη χαλάσει! Γιατί είναι εκεί και περιμένει να μη χάσει την ευκαιρία, να σου δείξει με κάθε τρόπο πως εκείνος κρατάει τα κλειδιά στα χέρια... και πως όσο κι αν πασχίζεις να μπεις απ'το παράθυρο, εκείνος χωρίς να γίνει αντιληπτός, ύπουλα και μουλωχτά, θα δώσει μια κλωτσιά στη σκάλα να σε γκρεμίσει! Και θα σε βγάλει και τρελή αν τον ενοχοποιήσεις! Πώς συμβαίνει μόνο εσύ να τσάκωσες το χαιρέκακο βλέμμα του την ώρα που, "κατά λάθος", σκουντούφλησε κι έριξε την κλωτσιά; Για "κουρόγιδα" (βλέπε σημείωση στο τέλος) μας περνάς ξενοδόχε; Ή νομίζεις ότι θ'αποκάμουμε επειδή μας στέλνεις μονίμως "να κουρευτούμε", κατά Πανταζίδη (βλέπε πάλι σημείωση).... Η παρένθεση κλείνει, και, συγχωρέστε με, αλλά η κατάσταση είναι "πάρ' το αυγό και κούρευτο" καθώς μονίμως "πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένη" κι έπρεπε κι εγώ κάπου κομματάκι να εκτονωθώ για να μην πάρω τα βουνά, που λέει ο λόγος δηλαδή... γιατί τα βουνά τα πήρα χρόνια πριν... αλλά, φαίνεται, πως όπως λέει ο σοφός λαός "η τρέλα πάει στα βουνά"... κι είναι ωραία η τρέλα η καλή, αλλά κάπου-κάπου ξεφυτρώνει και μια άλλη, φαρμακερή κι άρρωστη, που δεν παλεύεται με τίποτα!]



Επανέρχομαι στον κούρο, λοιπόν, κι επειδή, όπως έγινε, δεν έχω διάθεση να περιγράψω τη δική μου μικρή εμπειρία, θα περάσω κατευθείαν στην πένα μιας πηλιορείτισσας γιαγιάς που είχε το μεράκι στα τελευταία χρόνια της ζωής της να καταγράψει γλαφυρά κάποιες από τις αναμνήσεις της. Από τις "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" της Μαρίας Γιαννιού, λοιπόν:
"Θα περιγράψω με λίγα λόγια πως κουρεύανε τα κοπάδια, τα παλιά χρόνια. Αυτή τη μέρα την έζησα κι εγώ και θέλω να τη διηγηθώ. Την άνοιξη, όταν ζέσταινε καλά ο καιρός, τα κοπάδια τα κουρεύανε για να μη ζεσταίνονται και για το μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για πολλά πράγματα: κάναν κάπες, γιατί η τρίχα είναι σκληρή και η βροχή δε στέκεται πάνω, γλιστράει και μένουν στεγνές, κάναν τρουβάδες, δισάκια, κιλίμια, κλπ.
Όταν γίνονταν κούρος, καλούσαν όποιους ήθελαν. Σε κάποιο κούρο κάλεσαν κάποιον από τη γειτονιά μας. Ήμουνα φίλη με την κόρη τους και πήραν κι εμένα. Θα πηγαίναμε πολύ ψηλά, "στου Αντωνάκη το ίσιωμα", με τα πόδια. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί, πριν να βγει ο ήλιος, και πήραμε το δρόμο για το βουνό. Τα σπάρτα ανθισμένα, η αγράμπελη ανθισμένη, οι δρόμοι γεμάτοι αγριολούλουδα. Το πρωινό αεράκι που φυσούσε, σκόρπιζε τα αρώματα και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Τα αηδονάκια κελαηδούσαν και διάφορα πουλάκια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Πιο πέρα βλέπω μια αλεπού που έτρεχε. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό, μου φαίνονταν μαγεμένα. Στο δρόμο βρήκαμε και τους άλλους. Φορτωμένα τα ζώα με φαγητά, μπουκάλια με κρασιά και τσίπουτρα. Είχαν ένα γραμμόφωνο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ράδια.
Κάποια στιγμή φτάσαμε. Ήταν ένα μεγάλο ίσιωμα. Σε μια άκρη ήταν τα μανδριά με τα γίδια. Γύρω-γύρω ήταν γεμάτο οξιές και μεγάλα πλατάνια. Κάτω από τα πλατάνια περνούθσε ένα πολύ μεγάλο αυλάκι με νερό ολοκάθαρο και παγωμένο, έβαζες τα χέρια και πάγωναν. Εκεί βάλαν τα κρασιά και τα τσίπουρα να κρυώσουν.
Έξω από το μανδρί ήταν οι άνδρες που κουρεύανε τα ζώα. Τα καλύτερα τραγιά τα κουρεύανε με σχέδιο, τα κάνανε διάφορες ψαλιδιές και ήταν πολύ όμορφα. Πιο πέρα άλλοι ψήναν στις σούβλες τα κατσίκια και μοσχοβολούσε το βουνό από ψητό. Πιο πέρα άλλος χτυπούσε βούτυρο' αφού αρμέξανε τα γίδια το πρωί, το γάλα το κάνανε βούτυρο. Είχαν ένα κάδο, ένα βαρελάκι ξύλινο, στενόμακρο, κάτω στενό και πάνω πιο φαρδύ. Βάζανε το γάλα, είχαν ένα κοντάρι, τον τάλαρο, έτσι το λέγανε' το κοντάρι ξύτλινο και κάτω στο κοντάρι ήταν καρφωμένος ένας στρογγυλός ξύλινος δίσκος κι αυτός είχε διάφορες τρύπες. Έπαιρναν το κοντάρι και χτυπούσαν με το δίσκο το γάλα. Αυτός ο δίσκος τα έκανε όλα. Το χτυπούσαν πολύ ώρα και μαζευόταν στην κορυφή το βούτυρο. Το ραντίζανε με κρύο νερό και το μαζεύανε, το κάνανε μπάλες και το βάζανε σε μια κατσαρόλα.
Κάτω απ'τα πλατάνια κόβανε κλωνάρια, τα στρώνανε κάτων και επάνω φτέρες και βάζανε κουβέρτες να καθίσουμε. Το γραμμόφωνο έπαιζε, άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν.
Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Βλέπω τον ευαυτό μου με ένα θαλασσί φουστανάκι, να τρέχω να μαζεύω αγριολούλουδα. Την όμορφη αυτή μέρα δε θα την ξεχάσω. Ό,τι έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια δεν τα ξεχνώ.
Αφού ψηθήκανε τα κρέατα, στρώσανε τραπέζια. Όλοι ήρθαν στο κέφι από το κρασί, ύψωναν τα ποτήρια κι εύχονταν στο νοικοκύρη "να ζήσεις, να χιλιάσεις τα γίδια, πάντα άξιος" και το γλέντι συνεχιζόταν. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές από φωνές και τραγούδια μέσα στο βουνίσιο αυτόν παράδεισο. Τέτοιο βούτυρο δεν είχα φάει και ούτε ξανάφαγα. Τέτοια γεύση και άρωμα δεν την ξαναδοκίμασα.
Αφού πέρασε η ώρα τα μαζεύτανε και αρχίσαμε να φεύγουμε. Πήραμε το δρόμο για το χωριό. Τα κουδούνια χτυπούσαν τόσο όμορφα, μια παράξενη υπαίθρια μουσική ακουγόταν. Στάθηκα και τα κοίταζα όλα γύρω, δεν χόρταινα να τα βλέπω και έλεγα "θα ξανάρθω άλλη φορά". Κι όμως δεν ξαναπήγα. Αλλά η εικόνα του έμεινε ζωντανή στο μυαλό μου.
Όλη η παρέα με τραγούδια φτάσαμε στο χωριό.
"Βουνό, δεν σε ξαναείδα
και όμως σαν ηλιαχτίδα
μες στην ψυχή μου ζεις.""


Αλλά, ας δούμε και την όμορφη περιγραφή του Βασίλη Λαμνάτου ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):















Σημείωσις:
Εκ του αρχαιοτάτου (αρχ.ρήμα κείρω) όσο και σύγχρονου "κούρος" ή "κουρά", το κουρείο, ο κουρέας και τα συναφή, αλλά και το κορόιδο ή κουρόγιδο! Είσαι σαν κουρεμένο γίδι, ένα πράγμα!
Καταγράφει ο Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του στο λήμμα "κείρω"Α), 1)κείρω, αποκείρω, κουρεύω..., 2) κατατρώγω, καταβιβρώσκω, επί ζώων, 3)μεταφορικά: τρώγω, φθείρω, κατασοαταλώ... Και Β) κουρεύομαι, κόπτω την κόμην μου, ίνα προσφέρω αυτήν θύμα εις τον νεκρόν. (Εντευθεν ίσως έλαβε την αρχήν η της καθομιλουμένης κατάρα "να κουρεύεσαι! να κουρεύεται!", ισοδύναμος προς την άλλην "να χαθής, να χαθή, ή να πάη στ'ανάθεμα", όχι διότι πάσα κουρά φέρει ελάττωσιν και ζημίαν, κατά τον Κοραήν, αλλά μάλλον διότι σημαίνει: να πενθήση, να χάση τινά φίλτατον, ώστε να αναγκασθή να κόψη την κόμην του, εν γένει να δυστυχήση.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: