Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Ροδιές της Περσεφόνης και του φθινοπωριού...


"Απόξω απ΄ την αυλή του βρίσκεται χτήμα τρανό, εκεί δίπλα,
τέσσερα στρέμματα, που ζώνεται με φράχτη γύρω γύρω·
και μέσα εκεί ψηλά κι ολόχλωρα φυτρώνουν δέντρα πλήθος:
εκεί αχλαδιές, μηλιές χρυσόκαρπες, ρογδιές φυλλομανούνε,
εκεί συκιές γλυκές κι ολόχλωρες ελιές θωρείς ολούθε."
(Ομήρου Οδύσσεια η112-6, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)


Κι είναι κοντά δυο μήνες τώρα που 'θελα να γράψω για τούτες τις ροδιές του φθινοπώρου κι ίσα που προλαβαίνω να τις εντάξω στην εποχή τους, τώρα που τα φορέματα της φύσης είναι ακόμη ταιριαστά με τη μορφή του χρυσορόδινου καρπού τους. Κρίμα θά'τανε να φανούν παράταιρες, σε λάθος ώρα, τούτες οι ροδιές, οι θλιμμένες αρχόντισσες, που τόσα κρυμμένα μυστικά και λόγια φυλάσσουν στο μικρό τους σπέρμα. "Αυτός της έδωσε όμως κρυφά να φάει από ροδιά γλυκό σα μέλι σπόρο, για να μη μείνει πάντοτε κοντά εκεί και δίπλα στη σεβαστή τη Δήμητρα τη μαυροφορεμένη..." (Ομηρικός Ύμνος είς Δημήτραν, 371-4, απόδοση: Θ.Μαυρόπουλος).

"ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ"
(Ομηρικός Ύμνος εις Δημήτραν, 373)

Διηγείται ο Ι.Θ.Κακριδής ("Ελληνική Μυθολογία"-Τόμος Α'): Δήμητρα είχε γεννήσει στο Δίαν μια μοναχοκόρη, την Περσεφόνη... Κάποια μέρα, ο Πλούτωνας, ο θεός του Κάτω Κόσμου, έτυχε να ρίξει τα μάτια πάνω της και την αγάπησε. Επειδή καταλάβαινε πως η μητέρα της δεν θα την χωριζόταν εύκολα ούτε θα την άφηνε να περάσει τη ζωή της στα αραχνιασμένα σκοτάδια του Άδη, αποφάσισε να την κλέψει. [...] Η Δήμητρα, κλεισμένη τώρα στο ναό της, εξακολουθεί να αρνιέται να γυρίσει στους άλλους θεούς, γιατί δε μπορεί να τους συγχωρέσει που της στέρησαν την κόρη. Άλλη χρονιά τόσο δίσεχτη σαν αυτή δεν εγνώρισε ποτέ ο κόσμος' άδικα οι ξωμάχοι οργώνουν και σπέρνουν' η θεά δεν αφήνει να φυτώσει τίποτε. Οι άνθρωποι πάνε να αφανιστούνε όλοι από την πείνα....Μπροστά στην επιμονή της ο Δίας καταλαβαίνει πως η μόνη λύση που απομένει είναι να δεχτεί ο Πλούτωνας ν'αφήσει τη γυναίκα του ν'ανέβει στο φως κοντά στη μητέρα της. Στέλνει λοιπόν τον Ερμή στον Άδη.... Ο Πλούτωνας αποκρίνεται πως δε θα παρακούσει.....πριν όμως την αποχαιρετήσει, της δίνει με τη βία, και κρυφά από τον Ερμή, να φάει ένα σπυρί ρόδι... η Δήμητρα υποψιάζεται κάποιο δόλο... -Μήπως πριν ξεκινήσεις ο Πλούτωνας σου έδωκε να φας κάτι;....αν ναι, τότε είσαι καταδικασμένη το ένα τρίτο του χρόνου να το περνάς στον Κάτω Κόσμο... Η κόρη αποκρίνεται... ένα σπυρί ρόδι...."



Τέλος Σεπτέμβρη μάζεψα τα ρόδια της ροδιάς, Οκτώβρης ήταν ο μήνας για να τους συνομιλήσω. Μα όλα τούτη τη χρονιά, με σέρναν παραπίσω. Σαν ο Σεπτέμβρης να στάθηκε εκεί δα, άλλες 30 μέρες, σαν να μετάθεσε τον διπλανό του στο έμπα του Νοέμβρη. Τόσο πολύ, που όσο κι αν κρυάδιασε στο βουνό, παλτό δεν έχω θυμηθεί να βγάλω απ'το ντουλάπι! Έτσι και το αντάμωμα με την πρωτεύουσα πήρε παράταση ένα μήνα. Κοίτα να δεις, που τώρα το παρατηρώ, χρόνια τώρα η συνάντηση αυτή λάμβανε χώρα μες στον Πυανεψιώνα των προγόνων, την εποχή των καρπών της ροδιάς και της βίαιης αρπαγής, την εποχή των αρχαίων Θεσμοφοριών... Κι εγώ πάντοτε εκεί ν'αφήσω ένα λουλούδι σε κείνους που μου άρπαξε ο Πλούτωνας...

Διαβάζουμε στον Αθανάσιο Σταγειρίτη ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία"-Γ΄τόμος): "Θεσμοφορία. Ήτον της Δήμητρος εορτή πανταχού εορταζομένη... και μάλιστα εις τας Αθήνας...


Ρόδι, λοιπόν, από το μσν. ροϊδιν, από το αρχ. ροϊδιον, υποκοριστικό του ροιά, ροδιά.  Το ομηρικό "ροιά":  "ὄγχναι καὶ ῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι" (η115)

"Αναφέρεται έκπαλαι ως αυτοφυούμενος και καλλιεργούμενος πολλαχού της Ελλάδος υπό τα ονόματα Ρόα, Ροιά, Σίδη ή Σίδα. [...]το Σίδη ή Σίδα φαίνεται να ήνε ιθαγενές και αρχαιότερον, πελασγικόν ίσως....Υπό το όνομα τούτο ήτο γνωστή η Ροιά παρά τοις Βοιωτοίς (και τοις Κρήταις), εις το τμήμα της χώρας των οποίων αυτεφύετο ο θάμνος ούτος ως μαρτυρεί και το χωρίον του Αθηναίου ("Δειπνοσοφισταί" ΙΔ 650-1)..." μας πληροφορεί ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του.



Ανήμερα των Αρχαγγέλων, των Ταξιαρχών. Πρόλαβα το πρωί ν'ανάψω ένα κερί στην εκκλησιά που βαφτίστηκα -σαν νά'τανε σε μιαν άλλη ζωή τότε που ζούσα σ'αυτή την πόλη, σ'αυτή τη γειτονιά... Μπήκα την ώρα της Μεγάλης Εισόδου. Κοντοστάθηκα με συγκίνηση... Κι ύστερα "....και υπέρ του άδικα δολοφονηθέντος αδελφού ημών Κωνσταντίνου..."... Άναψα ένα κερί ακόμη...

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Βγήκα στη λεωφόρο να πάρω ένα ταξί για το Νεκροταφείο... να προλάβω και το επόμενο ραντεβού... Πουθενά ταξί! Απεργία. Κι άρχισα να βαδίζω τρέχοντας κι υπολογίζοντας με αγωνία: "Αν φτάσω σε μισή ώρα, θα προλάβω... Μετά θα τρέξω ως μια στάση του μετρό...μάλλον θα προλάβω... πρέπει να προλάβω!"

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Φουριόζα με δυο μάτσα φρεσκότατα χρυσάνθεμα και δυο τριαντάφυλλα βρέθηκα στο οστεοφυλάκειο. "Πού είναι τα κεριά;" απόρησα. Πλησίασα το μεταλλικό κουτί, να βγάλω την περσινή ενθύμιση, ν'αποθέσω τα φετινά τριαντάφυλλα, να πω δυο λόγια... Δίπλα μου μια γυναίκα. Πήγα στα καντηλάκια που σιγοκαίγαν δίπλα στην είσοδο κι έψαχνα για θυμιατό. Η γυναίκα, βγαίνοντας, κοντοστάθηκε εκεί. Τη χαιρέτησα. Είδα πως κρατούσε στα χέρια ένα κουτί από ζαχαροπλαστείο. "Να σας προσφέρω ένα γλυκό;" Πριν καν απορήσω, κατάλαβα... "Να μου προσφέρετε...καλή ανάπαυση νά'χει..." 

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γκρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Μες στη βιασύνη μου -που δε θά'θελα νά'ναι βιασύνη ώρες σαν και τούτες- μέ'πιασε και το άγχος "Ν'άνάψω τούτο το κερί με τη θήκη την πλαστική ή μήπως πάρουμε καμιά φωτιά;". Το άναψα. Το "καπελάκι" του πύρωσε μεμιάς. Δίστασα. Κοίταξα προς τα έξω. Η γυναίκα είχε καθήσει στο παγκάκι απέναντι. "Συγγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;" της μίλησα... Κι ύστερα ρώτησε εκείνη "Ποιόν έχεις εδώ;", "Τον πατέρα μου...", "Εγώ το γιο μου, παλληκάρι 26 ετών..."... Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. "Αν θες πήγαινε να τον δεις...να εκεί δεξιά πάνω... " είχε τη φωτογραφία... "Τί να σας πω....δε χωρούν λόγια σ'αυτό..." ψέλλισα... "Γιόρταζε σαν σήμερα... για αυτό και τα γλυκά..."... Όλα τ'άλλα ξαφνικά σβήσανε... αν θα προλάβω, πώς θα προλάβω, τί θα προλαβω.. τα ραντεβού, οι υποχρεώσεις... η επιστροφή στο χωριό... Τούτη η εικόνα, της μάνας με τα γλυκίσματα στο χέρι έξω από ένα οστεοφυλάκειο, για το παιδί που χάθηκε και γιόρταζε σαν σήμερα, μέρα των Αρχαγγέλων, τα κάλυψε όλα μεμιάς... κι ακόμη και σήμερα, τώρα, τούτη ακριβώς τη στιγμή, με ακολουθεί....

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγενη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Η Δήμητρα, η Γη-μητέρα, αναζητούσε απεγνωσμένα την Κόρη της που βίαια άρπαξε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου. Ποιός να γιατρέψει τη θλίψη της; Μαράζωσε η πλάση κι ο πατέρας θεών κι ανθρώπων έδωσε εντολή στον αρχάγγελό του Ερμή να τη ζητήσει πίσω. Ο Πλούτωνας, όμως, της έδωσε ένα σπόρο ροδιάς, καταδικάζοντάς την να ξαναγυρίσει κοντά του. Κι έτσι η Περσεφόνη ξαναγυρνά κάθε φορά στο βασίλειό του αφού χαρεί το φως και τις αγκάλες της μάνας της. Γράφει ο Α.Σταγειρίτης ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία") πως κάποιοι την αλληγορούν "εις την Σελήνην", κάποιοι στο "κάτωθεν αφώτιστο ημισφαίριο", ή "εις τον σπόρον". Ο Ορφέας, όμως, αλληγορεί αυτήν "και εις την γην, ή εις την υπόγειον καρποφόρον δύναμιν, λέγων "Φερσεφόνεια' φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις".".
Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός Πρόκλος ("Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος", 173): "Η Περσεφόνη πήρε το όνομά της ή επειδή διακρίνει τις μορφές και χωρίζει τη μια από την άλλη, καθώς ο φόνος δηλώνει υπαινικτικά την αναίρεση, ή επειδή χωρίζει εντελώς τις ψυχές από τα σώματα με την επιστοφή προς την άνω περιοχή, πράγμα που για όσους το αξιώνονται είναι ο κατεξοχήν ευτυχής φόνος και θάνατος." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Ρόδι, λοιπόν, σύμβολο ζωής και θανάτου, σύμβολο γένεσης και φθοράς... Κι ακόμη σήμερα την Πρωτοχρονιά, με την αλλαγή του χρόνου, σπάμε ένα ρόιδο στο κατώφλι του σπιτιού, να μας φέρει καρπό πλούσιο σαν τα πολλά του σπέρματα, ν'αυγατίσει τον οίκο με γεννήματα καλά. Κάποτε κι οι νύφες, μπαίνοντας στολισμένες στο καινούριο τους σπιτικό πετούσαν στη θύρα ένα ρόδι, σύμβολο γονιμότητας και καρποφορίας, κι οι γεωργοί ανακατεύαν τα σπυριά του με το σπόρο του χωραφιού (βλ.: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη.. ) Κι από την άλλη, για τις αγαπημένες ψυχές που φύγαν από κοντά μας, με σπόρι ροδιού στολίζουμε το στάρι που προσφέρεται για την ανάπαυσή τους (κόλλυβα)

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

"Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας είναι η τρελή ροδιά;"  Σήμερα ήθελα να πάρω μιαν ανάσα. Τόσους μήνες αγκομαχώ. Σήμερα αποφάσισα να πάρω μιαν ανάσα, λοιπόν. Να κουβεντιάσω με τα σπόρια της ροδιάς, να προσπαθήσω να φανταστώ τα κρυμμένα μυστικά τους... Σήμερα αποφάσισα να μην τρέχω να προλάβω, να μην πάρω αποφάσεις, να μη σηκώσω τηλέφωνα επίμονα κι ενοχλητικά... απλά να ταξιδέψω, ν'αφουγκραστώ τις ιστορίες τους. Δυό μήνες τώρα προσμένουν να μου πουν... Όχι πως θα καταλάβω, μα αρκεί που θα νιώσω τα κρυφά παθήματά τους, αρκεί που θα πορευτώ λιγουλάκι μαζί τους... Λένε πως τούτη η ροδιά βλάστησε από το αίμα του Διονύσου, που τον διαμέλισαν οι Τιτάνες κατ'εντολήν της Ήρας, κείνο τον Διόνυσο που μετέπειτα αναστήθηκε. Γέννημα του Διός και της Περσεφόνης κατά τα Ορφικά: "Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς" (Ορφικός Ύμνος είς Διόνυσον). Κι άλλοι λένε πως η Αφροδίτη ήταν εκείνη που την πρωτοφύτεψε... Με γονιμότητα, αίμα, θάνατο συνδέουν τον καρπό της, με καρποφορία και πλούτο, αλλά και με τον Πλούτωνα... Σύμβολο ευγονίας, αλλά και νέκρωσης ο ερυθρός του σπόρος...σύμβολο, ίσως, και κάποιας υπόσχεσης, κάποιας δέσμευσης, κάποιας κάπου κάποτε επιστροφής... 



Σημειώνει ο Παυσανίας στα "Κορινθιακά" (17,4) για το άγαλμα της Ήρας, προστάτιδας του γάμου: "Το δε άγαλμα είναι της Ήρας καθημένης εις τον θρόνον. Είναι μεγάλου μεγέθους, κατασκευασμένον από χρυσόν και ελεφαντοστούν, και είναι έργο του Πολυκλείτου. Εις την κεφαλήν δε φέρει στέφανον, επί του οποίου υπάρχουν γλυπτικαί παραστάσεις εικονίζουσαι τας Χάριτας και τας Ώρας. Εις το ένα χέρι κρατεί ρόδι και εις το άλλο σκήπτρον." Κι ύστερα προσθέτει και μυστικά σιωπά: "Εκείνο το οποίο λέγουν δια την σημασίαν του ροδιού είναι μυστήριον και ας μου επιτραπή να μην ομιλήσω σχετικώς"... (απόδοση: Δ.Λαμπίκη). Στα "Ες τον Τυανέα Απολλώνιον" (Δ, XXVIII) του Φιλοστράτου αναφέρεται: "Έδωσε επίσης εξήγηση και για το χάλκινο άγαλμα του Μίλωνα και τη μορφή του.....Με το αριστερό του χέρι κρατάει ρόδι... [...] Ο Απολλώνιος είπε...."Για να γνωρίσετε το νόημα του αγάλματος , μάθετε ότι κάποτε αυτό τον αθλητή οι Κροτωνιάτες τον όρισαν ιερέα της Ήρας. Δε χρειάζεται να εξηγήσω το νόημα του διαδήματος, αφού ήταν ιερέας. Όσο για τη ροδιά, είναι το μόνο από τα φυτά που φυτρώνουν για χάρη της Ήρας...."."(απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)
Ενώ στους "Δειπνοσοφιστές" (Γ' 27) του Αθηναίου, η Αφροδίτη - θεά του έρωτα, της αναπαραγωγής, της γονιμότητας τούτη- είναι εκείνη που φύτεψε τούτο το δένδρο, τη ροδιά, σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Ερίφου από τη "Μελιβοία":
"-Αλλά ιδού ωραία ρόδια.
-Πόσο είν' ευγενικά.
-Γιατί λένε πως στην Κύπρο
αυτή η ίδια η Αφροδίτη
φύτεψε αυτό το δέντρο,
που πολύ το αγαπά."
(απόδοση: Σ.Αλεξιάδου)
Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος ("Εις Πλάτωνος Πολιτεία"): "Η φθινοπωρινή εποχή είναι της Αφροδίτης' γιατί κατ'αυτήν γίνεται η καταβύθιση των σπόρων στη γη και αυτό το έργο είναι της Αφροδίτης, να σμίγει δηλαδή τα γόνιμα και να οδηγεί σε επαφή την αιτία της γέννησης (γι' αυτό λοιπόν και ο μύθος λέει ότι την Κόρη την άρπαξαν αυτή την εποχή, επειδή η Κόρη είναι επικεφαλής της ζωογονίας όλων των επιμέρους, προσθέτοντας ότι επειδή έβαλε τον Σκορπιό στο ύφασμα, ο οποίος έχει λάβει το ενδιάμεσο αυτής της εποχής, υπέστη την αρπαγή)." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Κι ύστερα πάλι, φύτρα θανάτου, στου Παυσανία τα "Βοιωτικά" (25,1): "Πλησίον εις τας Νηίστας πύλας των Θηβών είναι μνήμα του Μενοικέως, του υιού του Κρέοντος' ούτος ηυτοκτόνησε με την θέλησίν του εξ αιτίας του χρησμού των Δελφών, όταν ήλθον από το Άργος ο Πολυνείκης με τον στρατόν του. Επάνω εις το μνήμα του Μενοικέως είναι φυτρωμένη μια ροδιά' όταν δε ωριμάσει ο καρπός της, εάν τον σχίσης, ευρίσκεις το εσωτερικόν όμοιον με αίμα...." (απόδοση: Ν.Μπαξεβανάκης). Αντίστοιχα και κατά τον Φιλόστρατο ("Εικόνες" 2, 29) και στον τάφο του Πολυνείκη, γιου του Οιδίποδα, οι Ερινύες είχαν αφήσει να φυτρώσει μια ροδιά που, επίσης, όταν άνοιγες τους καρπούς της, έσταζαν αίμα... 
Αλλά ο Κλήμης Αλεξανδρεύς ("Προτρεπτικός" 2,19, 1.3.4.) μας αναφέρει ξεκάθαρα πως πίστευαν ότι η ροδιά βλάστησε από τις σταγόνες του αίματος του Διονύσου: " αἱ θεσμοφοριάζουσαι τῆς ῥοιᾶς τοὺς κόκκους παραφυλάττουσιν ἐσθίειν· τοὺς γὰρ ἀποπεπτωκότας χαμαὶ ἐκ τῶν τοῦ Διο νύσου αἵματος σταγόνων βεβλαστηκέναι νομίζουσι τὰς ῥοιάς". 
Καρποί που στάλαζαν αίμα, αίμα που γένναγε καρπούς...
Καρποί με μυστικά κρυμμένα, στολισμένοι με μύθους μακρινούς κι απόκρυφους...

"Κι ήταν και δέντρα αψηλοφούντωτα, που έγερναν τον καρπό τους
απάνω του· αχλαδιές, χρυσόκαρπες μηλιές, ρογδιές θωρούσες,
θωρούσες και συκιές μελόγλυκες κι ελιές δροσιά γεμάτες.
Μα κάθε που άπλωνεν ο γέροντας τα χέρια να τα πιάσει,
ξεσήκωνε τους κλώνους ο άνεμος ως τα ισκιωμένα νέφη."
(Ομήρου Οδύσσεια η115, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)

ΣΗΜ.: Και μην ξεχνάμε: Καρποί με θεραπευτικές ιδιότητες, όπως πλείστα γεννήματα της πλάσης. Ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής" Ε' 26) αναφέρει τον "ροϊτη οίνον" που παρασκευάζεται ως εξής: "Αφού πάρεις ώριμα ρόδι χωρίς κουκούτσια και στύψεις τον χυμό των σπυριών τους, φύλαξέ τον, ή, αφού τον βράσεις έως ότου να μείνει το ένα τρίτο, έτσι φύλαξέ τον. Κάνει καλό στις εσωτερικές καταρροές και στους πυρετούς με διάρροια. Κάνει καλό στο στομάχι, σφίγγει την κοιλιά και είναι διουρητικό." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου). Αλλά και γενικότερα, αναφερόμενος στη ροδιά καταγράφει διάφορες ιδιότητες του φυτού (Α' 110), όπως ότι "κάθε ρόδι είναι ζουμερό και ευστόμαχο....το ξινό βοηθά τις καούρες κι είναι διουρητικό..." κι άλλα πολλά, όπως και για τα άνθη του φυτού που "είναι στυπτικά και ξηραντικά και συσταλτικά και συγκολλητικά των αιμορραγούντων ελκών....Το αφέψημά τους είναι καλό για πλύσεις των ούλων με φλεγμονή.... και ως επουλωτικό μέσα σε κατάπλασμα". Όσο για το αφέψημα των ριζών θεωρείται ως ταινιοκτόνο και παρασιτοκτόνο. Αλλά, φυσικά, ο καρπός του ροδιού δε θα μπορούσε να μην είναι και αφροδισιακός και, καθώς δείχνουν οι νεότερες έρευνες, είναι και αντικαρκινικός, προστατευτικός του καρδιαγγειακού συστήματος, και, γενικότερα, λίαν ωφέλιμος για την υγεία μας! 
ΣΗΜ.2η: Πέρα από την γνωστή "γρεναδίνη" ο χυμός ροδιού συμπυκνώνεται με βρασμό και μετατρέπεται σε υπέροχο κι υγιεινό πετιμέζι ή μπορεί να προστεθεί σε ξύδι κρασιού μαζί με μέλι, ιδανικό για σαλάτες ή άλλα μαγειρέματα. 

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Αποχαιρετώντας τον Οκτώβρη...



Να ζεις στο βουνό, ν'αποζητάς να ρουφήξεις τις ανασαιμιές του κι η ανάσα να κόβεται...ξανά και ξανά... να γίνεται ρόγχος... Τούτο το κίτρινο του Οκτώβρη μπορείς να το βαφτίσεις χρυσάφι, μπορείς κι αρρώστια. Δε μ'αρέσει να ζωγραφίζω με λέξεις εικόνες που θυμίζουν αρρώστια, προτιμώ να θυμίζουν το χρυσό του ήλιου. Όπως δε συμπάθησα ποτέ κάτι σύγχρονους ζωγράφους που με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία αποτυπώνουν στον καμβά τα μαύρα κοράκια της ψυχής τους. Γιατί ν'αναπαράγεις μια μαύρη ψυχή; Γιατί να την προβάλεις σ'έναν κόσμο που'χουν, έτσι κι αλλιώς, βαλθεί να του στερήσουν την ομορφιά των χρωμάτων και των αποχρώσεων, που τον βομβαρδίζουν διαρκώς με μαύρα στοιχειά κι αρρωστημένους δαίμονες; Τί νόημα έχει; Σε ποιά ομορφιά, σε ποιά αρμονία οδηγεί; Τί το καλύτερο μπορεί να μας φέρει;
Αναζητώντας του ήλιου τη χρυσή ανταύγεια σ'ένα κιτρινισμένο βουνό, αναζητώντας την ανάσα μου στις πνιγερές αναθυμιάσεις του τελευταίου εννιάμηνου... Δε λέει να κοπάσει, δε λέει ν'αλλάξει ρότα, να μ'αφήσει να νιώσω τ'αρώματα γύρω μου, να πετάξω για λίγο στο γαλάζιο τ' ουρανού, να περπατήσω τα μονοπάτια μου. Βαράει αλύπητα και συνεχόμενα από όλες τις κατευθύνσεις -να μην ξέρεις κατά που να κάνεις, ένα πράγμα- κι ύστερα καραδοκεί με το μαχαίρι ακονισμένο να χαϊδεύει χαιρέκακα το λαιμό με το που ξεγλυστράς να πάρεις μιαν ανάσα... Και γκαστρωμένη νά'μουνα θά'χα γεννήσει! Εννιά μήνες τώρα... Οι μυρωδιές του μούστου ανακατώθηκαν με του νοσοκομείου, η αλμύρα της θάλασσας με τα φαρμάκια, τα κελαρίσματα των αηδονιών με το βουητό των τομογράφων... Κι όλη τούτη η αγωνία, η ατέρμονη μοναχική αγωνία για αποφάσεις αδιέξοδες με αποχρώσεις δυσδιάκριτες κι ανακατωμένες, κι ο φόβος, ο διάφανος τούτος φόβος που χωράει σ'όλα τα χρώματα κι απ'ανάμεσα κι ο θυμός με τ'άδικο, μ'όλη τούτη τη μαυρίλα, τούτους τους διαόλους- φορείς που κυβερνούνε τη ζωή μας και τους χρυσοπληρώνουμε για να μπλέκουμε στα δίχτυα τους, είτε ονοματίζονται δημόσιοι, είτε καμαρώνουν ως ιδιωτικοί.... Τί κρασί να περιμένω καθώς θ'ανοίξω την κάνουλα του βαρελιού; Από σταφύλια φέτος τόσο ταλαιπωρημένα όσο και τα χέρια που τα φρόντισαν και τα τρύγησαν, όσο κι η ψυχή που τα νοιάστηκε; Τί αρώματα, τί γεύση; Μοναχά μην χάσει την δύναμή του και ξυδιάσει, μην ηττηθεί...
Ότι ένας βλαμμένος νταλικιέρης που πριν εννιά μήνες έπεσε καταπάνω μου θα μού'φερνε ένα τέτοιο σερί αγωνίας και γκαντεμιάς -για να μην το ονοματίσω καθώς θά'πρεπε και ξεκάθαρα και σκοτεινιάσω κι άλλο το τοπίο- δε θα το πίστευα ποτέ! Πότε γεννήθηκες ρε "φίλε", πού είχες τ'άστρα σου; Τί σ'έπρωξε κατά πάνω μου κι είχες κι από πάνω την ανυπέρβλητη δύναμη της αναισθησίας σου να χαζογελάς καθώς κόντεψες να μας ξεκάνεις; Απορώ... Όλα τ'άλλα δοκιμασίες της ζωής είναι, αλλά με την αναισθησία πάντοτε θ' απορώ...
Απεγνωσμένα ψάχνω πινελιές από την πλάση γύρω μου να ξορκίσω το πνιγηρό αδιέξοδο, να φωτίσω τούτο τον ίσκιο που βάρυνε τόσο τη μορφή μου, να σταλάξω έστω δυο-τρεις σταγόνες γελαστές σ'ένα κείμενο του φθινοπώρου να μη φαντάζει θλιβερό. Τουλάχιστον, τούτες τις τελευταίες μέρες, έχω τον ήλιο σύμμαχό μου να χαρίζει απλόχερα τη χρυσοκίτρινη λάμψη του στο καφεδί φύλλωμα της αποσύνθεσης του φθινοπωριού... Να με βοηθά ν'ανατρέχω ασθμαίνοντας στα λόγια του Σωκράτη....

"[Η ψυχή]... γαληνεύουσα τα πάθη της, ακολουθούσα τον στοχασμόν και πάντοτε συγκεντρωμένη εις αυτόν, προσηλωμένη εις την θέαν του αληθούς και του θείου και του υπερβαίνοντος την συνήθη αντίληψιν και τρεφόμενη απ' εκείνο, πιστεύει και ότι έτσι πρέπει να ζη έως ότου αν ζη και ότι αν αποθάνη, έρχεται εις ό,τι είναι συγγενές προς αυτήν και όμοιόν της, απηλλαγμένη πλέον από τα ανθρώπινα κακά." 
(Πλάτωνος, "Φαίδων" -απόδοση από το αρχαίο κείμενο: Ε.Παπανούτσος)

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρη συνέχεια...



Άρωμα μούστου και σταφυλιών... η αυλή ζαχαρωμένη... τα χέρια μελωμένα... λεκάνες, κλούβες, σακούλες, σύνεργα παλιακά... κούραση ολημερίς... και κει που σουρούπωνε για τα καλά, εσύ να ρωτάς ξαφνικά "πού τα πας όλα τούτα;"
Τά'λεγα; Δεν τά'λεγα; Δύσκολος μήνας ο Σεπτέμβρης και μήνας συγκομιδής... Και τί καρπούς θα συλλέξεις όταν τόσους μήνες φυτρώνουν πίκρες κι αγωνίες και ταραχές; Δεν τά'λεγα; Να περάσει κι αυτός ο μήνας! Έλα, όμως, που δεν πρόλαβε να περάσει, δεν πρόλαβα καν ν'ανοίξω το ρημαδόστομά μου...
Τέλος πάντων, όπως και νά'χει, τα σταφύλια μπήκαν στο βαρέλι. Σταφύλια πίστεψα και βρήκα. Όχι πολλά. Τόσα όσα να τα καταφέρουμε, απλά να τα καταφέρουμε! Τις μισές ρώγες τις πέταξα, τις μισές τις ξεδιάλεξα για πάτημα. Κι εκεί που κοντεύαμε, μείνανε όλα καραμελωμένα και τρέχαμε στα επείγοντα! Τρεις τα χαράματα ήμουν πίσω να ξεπλύνω, να πλύνω -αμαρτίες και ζάχαρες- ν'αναπιάσω κείνο το προζυμι του Σταυρού, να κοπανήσω ένα τσίπουρο, να λουστώ, μια τσάντα με τα χρειαζούμενα για να φύγω ξανά... Και πάλι καλά...
Είναι παράξενο τί σκέφτεται κανείς τέτοιες στιγμές, όταν μονάχος οδηγεί, πάει-έρχεται, μαύρα μεσάνυχτα, αχάραγα χαράματα, άυπνος, φορτισμένος, σαστισμένος... Και μέσα σ'όλα τούτα να ξεφυτρώνουν τα σταφύλια, τα σταφύλια που δεν πρόλαβαν να πατηθούν! Ανοίγουνε κουτάκια αναμνήσεων, ξεχύνονται έξω επαναλήψεις ξεχασμένες, εικόνες παλιοκαιρισμένες που, όμως, αντανακλούν το ίδιο τούτο συναίσθημα. Τόσα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει: εγώ κι εσύ, οι δυο μας... ο εαυτός μου κι εγώ...τριγύρω κανείς... εκεί, κόλλησα ξαφνικά εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω! Τί φουρτούνα να κρύβει τόση ψυχραιμία και πόσες άραγε αθόρυβες κραυγές τόση μοναξιά; Τότε ήμουν παιδί, τώρα όμως;
Να περάσει τούτος ο μήνας, να περάσει κι ο επόμενος... Ο μούστος βράζει, σαν τη δική μου ψυχή. Βράζει και μεταμορφώνεται. Ας βγει γλυκόπιοτο το κρασί, γιατί έτσι και ξυδιάσει, δε γιατρεύεται. Πόσο θα κρατήσει ακόμη; Δυο βδομάδες; Μετά θα σφραγιστεί... άλλη πάλη και τούτη... απόκρυφη, ήσυχη, σκοτεινή... μέχρι να καθαρίσει, διάφανο σαν το γυαλί... κι ύστερα πάλι το νου σου να το μεταγγίσεις, στο πρώτο κατακάθι που φανεί...
Πόσο κουρασμένη νιώθω αυτή τη στιγμή... πόσο πολύ...
Σεπτέμβρης... άστατος, απρόβλεπτος, διπολικός! Κρυάδιασε απότομα στο βουνό των Κενταύρων, κείνων των μέθυσων κι άγριων πλασμάτων, κείνων των γεννημάτων της νεφέλης... μα και βουνό του Χείρωνα, εκείνου του σοφού δασκάλου και θεραπευτή... Σκορπισμένη στ' άκρα, ψάχνω τα μονοπάτια του...

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Μετακομίσαμε....



Μια τελευταία εγγραφή στην εδώ γειτονιά, για να ειδοποιήσω τους φίλους του διαδικτυακού μου "σπιτικού", ότι, μετά την "έξωση" που μας κοινοποιήθηκε λόγω διακοπής της συγκεκριμένης υπηρεσίας των ιστολογίων από το pathfinder, μετακομίζω (πολύ μου κακοφαίνεται ακόμη, το ομολογώ...) σε νέα διεύθυνση. Για όποιον ενδιαφέρεται, το νέο "Φιρίκι" θα στεγάζεται εδώ: https://firikia.blogspot.gr/. (Δεν ήταν διαθέσιμη η διεύθυνση "-firiki-" στο blogspot, οπότε αναγκαστικά καταλήξαμε σε firikia - φιρίκια ή φιρικιά, όπως προτιμάτε!)


Ένα ευχαριστώ στο pathfinder για την πολύχρονη φιλοξενία εδώ, ένα ευχαριστώ στη γειτονιά και σ'όποιον με τίμησε με το πέρασμά του... Δεν έχω ακόμη κατορθώσει να οργανώσω το νέο μου "σπιτικό" όπως θά'θελα -δεν ήταν κι εύκολο να μεταφερθεί τόσο υλικό κι ειδικά σε μια περίοδο ιδιαιτέρως δύσκολη για μένα- αλλά, ευελπιστώ πως σύντομα θα πάρει την οριστική του μορφή. Ένα "αντίο", λοιπόν, από εδώ, και καλή αντάμωση στην καινούρια μας γειτονιά (άντε, να την πω έτσι, αν και πολύ αχανής μου φαίνεται... και πάλι μου κακοφαίνεται...).

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Λίγο πριν πέσει η αυλαία....

Και να που ήρθε η ώρα, μετά από μια γεμάτη δεκαετία, να πέσουν οι τίτλοι τέλους για το "φιρίκι" μου και να ξεκληριστεί η εδώ γειτονιά, με όσους λιγοστούς εναπομείναντες είχαν παραμείνει έως τώρα να την κρατούν ζωντανή... Ξεσπιτώνομαι, λοιπόν, διαδικτυακά, καθώς το pathfinder μας ειδοποίησε πως σε λίγες μέρες καταργεί κι εξαφανίζει ιστολόγια... Να πω την αλήθεια, τό'χα σκεφτεί ότι ίσως, κάποια στιγμή, σταματούσαν οι παροχές του, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως θα εξαφανιστούμε κι απ'το χάρτη! Παρ'όλο το βίαιο της υποθέσεως -εδώ, θα μου πεις, άλλοι χάνουν τα αληθινά σπιτικά τους- δε μπορώ να μην ευχαριστήσω το pathfinder για την πολύχρονη φιλοξενία και τα γειτονάκια μου για τις στιγμές και τις λέξεις που μοιραστήκαμε! Είναι όντως εντυπωσιακό το πώς αυτή η πλατφόρμα μπόρεσε να δημιουργήσει μια γειτονιά -με τα καλά και τα στραβά της, την αλληλεγγύη αλλά και το ξεκατίνιασμα- ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, μέσα στο αχανές και απρόσωπο τοπίο του διαδικτύου... Για αυτό, και δε μπορώ να πω πως δε στεναχωριέμαι που μαζεύω τα μπογαλάκια μου και φεύγω από δω! Και μιας και αναφέρθηκα σε μπογαλάκια... είναι πραγματικά μαρτυρική η προσπάθεια να σώσω "οτιδήποτε κι αν σώζεται" από αναρτήσεις άνω των δέκα ετών, οι περισσότερες εκ των οποίων (βλέπε, π.χ. λαογραφικές) είχαν απαιτήσει ώρες μελέτης και προσπάθειας ώστε να πάρουν την εδώ μορφή τους.

Τέλος πάντων... θα μου λείψει η γειτονιά μας, ακόμη κι αν τελευταίως ψυχορραγούσε, θα μου λείψει κι αυτή η περίεργη αίσθηση ελευθερίας να μπορώ να εκφράσω άφοβα εδώ, κάποιες στιγμές, τα μύχια της ψυχής μου. Ούτε δυο μήνες δεν πάνε που "κύλισα" κι εγώ κι άνοιξα ένα λογαριασμό στο φατσοβιβλίο. Δεν ξέρω τί φταίει, αλλά ούτε δυο λόγια δικά μου δε μου κάνει αίσθηση να γράψω εκεί... όπως κάποτε έγραφα εδώ, για πράγματα που με αφορούσαν. Είναι ένας μήνας, που είδα το Χάρο με τα μάτια μου -για μια ακόμη φορά- όταν μια νταλίκα βγήκε από το ρεύμα κυκλοφορίας της κι έπεσε καταπάνω μου. Είναι ένας μήνας που τρέχω σα μαλάκας να βρω το δίκιο μου σ'ένα απόλυτα διεφθαρμένο κι ανήμπορο σύστημα... μ'έναν νταλικιέρη να χαζογελάει που μας έκανε πίτα και κανείς να μην του κάνει αλκοτεστ, μια αστυνομία αδιάφορη, μια ασφαλιστική σχεδόν ανύπαρκτη και μιαν άλλη παντελώς αφερέγγυα -παρ'όλο το όνομά της- έναν πραγματογνώμωνα λαμόγιο κι έναν δικηγόρο θεότρελο...κλπ...κλπ... Σε άλλες εποχές θα τά'χα καταγράψει εδώ και, πολύ πιθανόν, αρκετά χιουμοριστικά ώστε να ξορκίσω το άγχος και το θυμό που με έπνιξαν. Τώρα, πριν προλάβω λίγο να ηρεμήσω και να σκεφτώ, πριν "κρατήσω το μολύβι στο χέρι", προτού ακόμη πάρω επισκευασμένο (και χρεωμένο φυσικά!) τον Πορφύρη μου (ναι, τού'χα κάνει κάποτε και ειδική εγγραφή, εδώ: Ο θείος κι ο Πορφύρης! ), το "κινούμενο σπιτικό μου" - άκρως απαραίτητο αν ζεις στο χωριό, όπως εγώ, και όταν στην οικογένεια δεν υπάρχει δεύτερο- ειδοποιήθηκα πως χάνω το "διαδικτυακό σπιτικό" μου. Ενημερώνω, λοιπόν, και τους φίλους εκτός pathfinder, ότι "τελούμε υπό μετακόμιση"!


Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

-Είναι για τον Άγι' Αντώνη!

Μες στην καρδιά του χειμώνα, 17 του Γενάρη, γιορτάζει ο Άγιος Αντώνιος. Κι όπως ήταν φυσικό, στο νου του λαού μας, οι μεγάλες παγωνιές της εποχής τούτης συνδυάστηκαν με το όνομά του. 

"Προσοχή στο χειμώνα!

Σ'τσι δεκαφτά του Γεναριού

είναι, κυρά μ', τ'Αγι-Αντωνιού.

Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,

είν' η φούρια του χειμώνα!"

έτσι ξεκινάει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") την αναφορά του στον Άγιο Αντώνιο... Και συνεχίζει:

"Το ανώτατο όμως αυτό κρύο σημαίνει και κάποιο ξεθύμασμα. Γι'αυτό και κάποτε παρηγορούν:

Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα

δώσ' του φουστανιού σ'αέρα!

όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε και το αρχόμενο Καρναβάλι."

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδ. Καρμάνωρ): "Δύσκολοι καιροί για τους βοσκούς. Ωστόσω, δεν πρέπει να χιονιστούν τα κοπάδια τους: "ήταν μεγάλη ντροπή να χιονιστούν τα πρόβατα, ήταν σαν ξεγιβέντισμα. Ο βοσκός έπρεπε να το ξέρει και να το είχε προβλέψει. Γι' αυτό και λέγανε:

Ε, Αντώνη Μπαρμπαντώνη

που τα ψάρυνες τα όρη

τσι κορφές και τσι Μαδάρες

τσι βοσκούς τσι κερατάδες.""

Σε πολλές περιοχές του τόπου μας αποτελούσε σημαντική αργία ή μέρα τούτη. Σημειώνει ο Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας", τεύχος 3ο: "Τιμωρία των μη τηρούντων την αργίαν. Πρβλ. την κατάραν: "που να σε κάψει τ'Αγιαντωνιού το χαλάζι" και την παροιμίαν: "Κάλλια τ'Αγιαντωνιού φωτιά, παρά τ'ς αγάπης κρίση". "

Ακόμη και στην παλιά Αθήνα τηρούσαν με ευλάβεια την αργία του, καθώς:

"Του Αγίου Αντωνίου εγύριζαν τα μεντέρια (στρώματα του καναπέ) και εσάρωναν όλον το σπίτι' άλλην εργασίαν δεν έκαμνον", καθώς:

Κόρη 'ζύμωσε, ξαγκωνιάστηκε'

κόρη έπλινε, ξεχεριάστηκε'

κόρη λούστηκε, 'κάη η κορφή της'

κόρη ξήλωσε, σπυριά φύτρωσε'

κόρη σάρωσε, λογάρι ευρήκε"

(Δ.Γρ.Καμπούρογλου, "Ιστορία των Αθηνών", Τόμος Γ)

Είναι όμως και δαιμονοδιώκτης ο άγιος, γι' αυτό λέγανε για τους τρελούς ή ιδιότροπους, πως "είναι για τον Άγι-Αντώνη" (Πολίτης, Παροιμ.Α 227)."

Δεν ξέρω κατά πόσον τούτες οι δυσχερείς συνθήκες του χειμώνα που σημαδεύαν τη μέρα του εορτασμού του και που, συνήθως, ταλαιπωρούν λιγουλάκι το νευρικό μας σύστημα και σκοτεινιάζουν τη διάθεσή μας ή η θρησκευτική παράδοση που αναφέρει πως σε κανέναν άλλον άγιο δεν έκανε τόσες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, συνέβαλαν στο να θεωρηθεί προστάτης κάθε είδους νευρασθένιας!  

Ο Γεώργιος Μέγας στην προαναφερθείσα μελέτη του, αναφέρει: "Θεραπεία των δαιμονιώντων δι' αυστηράς 40ημέρου νηστείας και δια προσδέσεως αυτών δια των ιερών αλύσεων εν τω ναώ του Αγίου (Βέροια)". Ενώ ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη") παρατηρεί: "Στην Κρήτη, όπως και σε άλλες ελληνικές περιοχές, ο Άγιος Αντώνιος θεωρείται πολέμιος των πειρασμών, άρα και εκείνος που μπορεί να απαλλάξει τους δαιμονισμένους από την αρρώστιά τους. Οι εξορκισμοί στους ναούς και στα μοναστήρια με επίθεση της εικόνς του πάνω στα κεφάλια των ασθενών αποτελούσαν συνηθισμένη πρακτική σε παλαιότερες εποχές. [...] Ωστόσω στην Κρήτη είναι ο προστάτης από τα συνηθισμένα νοσήματα του χειμώνα, κρυολογήματα, συνάχι, γρίπη. Και, σε πολλές περιοχές θεωρήθηκε ιατρός των πασχόντων από νοσήματα των αρθρώσεων. Φημισμένος ήταν ο σπηλαιώδης ναός-καθολικό του παλιού μοναστηριού στο Βένι Ρεθύμνου [...] πολλοί ασθενείς ανέβαιναν παλαιότερα στο βουνό του Αγίου Αντωνίου στο Βένι ξυπόλυτοι. Ακόμα και παράλυτοι σέρνονταν στη γη ή τους σήκωναν πεζοί και τους μετέφεραν στο σπήλαιο. Κι ας πέφτει η γιορτή του στο καταχείμωνο. [...] Στο χωριό Άι Γιάννης Καμένος ο ασθενής παίρνει χώμα από το σπήλαιο του αγίου αντωνίου, το βάζει στο μέλος που πάσχει και απαλλάσσεται από τους πόνους. Στα χωριά Γερακάρι και Πατσός Ρεθύμνου, ο Άγιος Αντώνιος πιστεύεται ότι θεραπεύει τις αναπηρίες. [...]"

Ο Άγιος Αντώνιος, όμως, συνδέεται και με τις φωτιές, τις φωτιές που ζεσταίνουν τα παγωμένα κορμιά μες στο καταχείμωνο, τις φωτιές που από αρχαιότάτων χρόνων αποτελούσαν ένα είδος καθαρμού από αρρώστιες και δαιμόνια: 

"Η φωτιά του Αγίου Αντώνη να σε κάψει" και "Φωτιά του Αγίου Αντώνη είναι" , παραθέτει ο Νικόλαος Πολίτης στις "Παροιμίες" του. (τόμος Β). 

Μας πληροφορεί κι ο Νίκος Ψιλάκης στο περίφημο προαναφερθέν βιβλίο του: "...ο Άγιος Αντώνιος εορτάζεται στην Κρήτη με μεγάλες φωτιές που ανάβουν οι πιστοί έξω από τους σπηλαιώδεις ναούς του. Οι παλιοί ασκητές και μοναχοί των Αστερουσίων πίστευαν ότι "με τη φωτιά πολεμούσαν το χειμώνα, πιθανότατα προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις καιρικές συνθήκες με τα ίχνη μιας τελετουργίας που κινείται στις παρυφές της θρησκείας, ξεχασμένης πια. [...] " 

Είναι εντυπωσιακό, μάλιστα, ένα ανάλογο έθιμο στο San Bartolome de Pinares της Ισπανίας, όπου την παραμονή της γιορτής του Αγίου, καβαλάρηδες περνούν μέσα από τη φωτιά, με σκοπό τον καθαρμό και τη διασφάλιση της υγείας τους! 


"Κόψε ξύλο, κάμε Αντώνη" καταγράφει, ακόμη, ο Πολίτης, ενώ ο δικός μας πηλιορείτης λαογράφος Κώστας Λιάπης, στο νέο του βιβλίο "Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", μας παραδίδει την παροιμία παραλλαγμένη, αλλά και εμπλουτισμένη:

"Κόψι κλήμα φκιάσι (φτιάσε) Αdών'

κι απού πλάτανου Μανώλ'

κι αν ρουτάς κι για του Γιάνν'

όποιου ξύλου κόψεις κάν'.", 

επεξηγώντας μας: "Χιουμοριστικό παροιμιακό τετράστιχο που λέγεται με δόση ειρωνίας για τους Αντώνηδες και Μανώληδες και σαρκασμού για τους Γιάννηδες."


Τέλος, ένα πανέμορφο έθιμο ανθρωπομορφικών άρτων, μας περιγράφει και πάλι ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"). Ιδού κάποια αποσπάσματα:  "Στα δυτικά Σφακιά ο Άγιος Αντώνιος γιορτάζεται με ένα εντυπωσιακό, όσο και μοναδικό έθιμο: με τους ανθρωπομορφικούς άρτους που ζυμώνουν οι γυναίκες και τους πηγαίνουν στην εκκλησία. [...] Σύμφωνα με ην τοπική παράδοση, ο Άγιος ήταν ασκητής, αλλά και γιατρός. Κι επειδή εκεί που ασκήτευε δεν είχε τίποτα να φάει, του πήγαιναν ψωμί και το άφηναν εκεί για να το βρει. Όποιος είχε πρόβλημα υγείας έφτιαχνε ένα ψωμί στο σχήμα του μέλους που πονούσε. Πίστευαν, δηλαδή, ότι οι άρτοι αποτελούσαν μέσον μυστικής επικοινωνίας των πιστών με τον Άγιος Αντώνιο. Κι εκείνος έβλεπε το αφιέρωμα και καταλάβαινε. Αν ο άρτος είχε σχήμα ποδιού, γιατρευε με τη δύναμη της πίστης το πόδι του δωρητή.[...] Το ζύμωμα ανθρωπομορφικών άρτων αποτελεί γνωστή λατρευτική πρακτική από την αρχαιότητα, όπως συνηθισμένη ήταν και η προσφορά σε ιερά μεταλλικών ή πήλινων μελών. [...] Σ'αυτόν τον Άγιο που γιορτάζει μέσα στο καταχείμωνο οι Σφακιανοί συνήθιζαν να κουβαλούν τα μοναδικά τάματά τους: ψωμιά σε σχήματα ανθρώπων και ανθρωπίνων μελών. Πάνε δεκαετίες από τότε που έφερναν και άρτους ζωόσχημους. Έτσι γιατί σ'αυτές τις κοινωνίες η οικολογία δεν είναι μόδα, αλλά ανάγκη. Κι ο σεβασμός στο ζωντανό είναι σεβασμός στη ζωή."



Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες!

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Πηλιορείτικα καλησπερίσματα!

"Βρισκόμαστε στις Μηλιές του Πηλίου. Μια συντροφιά από εφήβους ή κι άντρες, με τα ραβδιά στο χέρι για τα σκυλιά, σπρώχνει την αυλόθυρα κι αρχίζει το τραγούδι της, βαδίζοντας προς την είσοδο του σπιτιού. Ήδη ο νοικοκύρης βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τους υποδέχεται γελαστός. Γελαστός, γιατί θ'ακούσει ευχές και παινέδια' τις ευχές, που θα του σταθούν παρηγορητικό αντιστύλι μέσα στη σκλαβιά και στην καταπίεση που ζει, τα παινέδια, γιατί του δημιουργούν την ψευδαίστηση μιας αρχοντιάς κι ενός μεγαλείου, που μόνο στα χιμαιρικά, νεανικά του όνειρα τα είχε φανταστεί:
Ας τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη.
Καλησπερίς, αφέντη μου, καλησπερίς, αφέντη μ'.
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου'
να μη σου βαροφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος.
Στο Ανήλιο, η ασματική αυτή εισαγωγή, λεγόταν έτσι:
Καλές ώρες, καλές αυγές, καλές ώρες αφέντη.
Απόψε ήρθα στην πόρτα σου με το δικό σου θάρρος,
να μη σου κακοφανιστεί, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι τα φέρνει ο καιρός κι ο γυρισμένος χρόνος."
Κάπως έτσι ξεκινά να μας ταξιδεύει στα πηλιορείτικα ευχετήρια τραγούδια του προπερασμένου αιώνα ο Βαγγέλης Σκουβαράς, στο περίφημο δίτομο πόνημά του"Από το λειμώνα της παράδοσης" με πηγές δύο ανέκδοτα χειρόγραφα των αρχών του 1900 που, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει "Οι συλλογείς τους ήσαν ήδη στα 1910 προχωρημένοι στην ηλικία και φυσικά, καταγράφουν τα κάλαντα της νεότητάς τους.". Κι όμως, απαράλλαχτοι τούτοι οι στίχοι θα αντιχήσουν κι απόψε, παραμονή των Θεοφανείων, από ομάδες αντρών, στις πλαγιές του Πηλίου. Ακόμη και σήμερα, που τόσα έθιμα αιώνων πρόλαβαν και χάθηκαν στη λήθη μέσα σε μια γενιά, τα καλησπερίσματα θα αντιλαλήσουν και πάλι στο βουνό μας, μόλις ο ήλιος κρυφτεί, λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα του Αγιασμού των Υδάτων.

Τα δημοτικά μας τραγούδια, η ποίηση του λαού μας που έχει καταγεγραμμένες τις ρίζες της από την εποχή του Ομήρου (ακόμη και το "έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος" δε μπορεί να μη μου θυμίσει το ομηρικό "περιπλομένων ενιαυτών"), ενός λαού που, πάντοτε και σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε το συναίσθημα μελωδικά, που τερπόταν με το στίχο και το τραγούδι -άλλο αν σήμερα κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον καταντήσουν καταθλιπτικό.  Τα τραγούδια, λοιπόν, αυτά, όσο και αν τά'χουμε παραγκωνίσει, εκείνα κάποια στιγμή θα ξεπροβάλουν δυναμικά και θα μας παρασύρουν με το σθένος της αυθεντικότητάς τους.
Γράφει ο Σκουβαράς"Και συνεχίζουμε με το μηλιώτικο τραγούδι, που τοποθετεί το νοικοκύρη μέσα σ'ένα μυθικό, ρομαντικό κι ακριτικό ακόμα πλαίσιο, γεμάτο λεβεντιά κι αρχοντιά. [...]:
Αφέντη, αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη'
πέντε κρατούν το μαύρο σου, πέντε τον καλλιγώνουν,
και άλλοι πέντε τον κρατούν, να καβαλλ'κέψει ο αφέντης.
Κι ο αφέντης καβαλλίκεψε στ'αστέρι το μουλάρι'
αστέρ' είχε στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του,
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν.
Η μια παίζει τον ταμπουρά, κι η άλλη το λαγούτο.
Η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη.
Παίζοντας, χορατεύοντας, αποκοιμήθ'κε ο αφέντης.
Φέρτε νταούλια να βροντάν, ζουρνάδες να φωνάζουν,
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι.
Λύσε το, αφέντη, λύσε το τ'αργυρομάντηλό σου.
Αν έχεις άσπρα δος μας τα, φλωριά μην τα λυπάσαι'
αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ', αφέντη, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν.
Να ζήσεις χρόνους εκατό κι πάν'από διακόσιους,
κι απ'τους διακόσιους κι ύστερα ν'ασπρίσεις να γεράσεις
ν'άσπρίσεις σαν τον Ελυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι.
Στο μεταξύ η νοικοκυρά ετοιμάζει τα κεράσματα. Καράφες με κρασί και τσίπουρο πάνε κι έρχονται' τα πιατικά κροτούνε. Ώρα είναι να εγκωμιάσουν και την κυρά' απ'τα χέρια της άλλωστε, κρέμεται και των λαρυγγιών η τέρψη. Συνεχίζουμε μηλιώτικα:
Πολλά είπαμε για τον αφέντ', ας πουμ' και την κυρά μας.
Κυρά μ', όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου,
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλε καγκελοφρύδι.
Όταν κινήσεις για να πας-'στακός αρματωμένος-
παραμεράτ', αρχόντισσες και σεις αρχοντοπούλες.
Εγώ είμαι μια κυρά καλή και πάω στον αγιασμό μου.
[...]
Αν υπάρχει κόρη στο σπίτι, οι τραγουδιστές δεν παραλείπουν να στιχοπλέξουν και σ'αυτήν τα παινέδια τους[...]:
Πολλά είπαμε για την κυρά, ας πούμ' και για την κόρη.
Έχεις μια κόρη όμορφη ωσάν την περιστέρα,
προξενητάδες έρχονται από την Ιγγλιτέρα,
ρωτάνε και ξαναρωτάν για νάβρουν τέτοια κόρη,
στο δαχτυλίδι να διαβεί στη βέργα να περάσει
απάν' σε δίκοπο σπαθί να διπλωθεί να κάτσει.
Γύρευ'ν' αμπέλια ατρύγητα μ'όλους τους τρυγητάδες,
γυρεύ'ν' χωράφια αθέριστα μ'όλους τους θεριστάδες,
γυρεύουν και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύον και τον κυρ-Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Στην περίπτωση της νιας και όμορφης, τα κάλαντα της Αγιάς, μαρτυρούν κάτι οδυνηρότερο κι άγνωστο για τα πηλιορείτικα χωριά, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όντας κατοχυρωμένα με προνόμια, σπάνια έβλεπαν να τα επισκέπτονται Τούρκοι. Τ'αντίθετο γινόταν στην περιφέρεια της Αγιάς και στον κάμπο της Λάρισας, όπου η όμορφη και νέα κόρη κιντύνευε από την οθωμανική ασυδοσία, τις βιαιοπραγίες και την "γιανιτσαρικήν ωμότητα", όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Κόυμας. Να κι οι στίχοι που αφορούν "εις κορίτσι 18 ετών"  -κατά την τιτ΄λοφόρηση του Αγιώτη ανθολόγου:
Φραγκίτσα εδώ, φραγκίτσα εκεί, Φραγκίτσα πάει στη βρύση.
Γιανίτσαρος τη σταύρωσε, με τ'άσπρο το σαρίκι.
- Φραγκίτσα, δις μας φίλημα, Φραγκίτσα δις μας μάτι!
-Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω μάτι;
Εσύ είσαι ένας γιανίτσαρος κι εγώ μια ρουμιοπούλα'
εσύ προσκ'νας εις το τζαμί κι εγώ στην εκκλησία."
(Βαγγέλη Σκουβαρά, "Από το λειμώνα της παράδοσης") 
Τούτα τα ευχετήρια κάλαντα τελειωμό δεν έχουν! Άλλα για την κόρη, άλλα για το γιο, άλλα για τον γραμματιζούμενο, άλλα για το μωρό, άλλα για τον παππού και τη γιαγιά κι ύστερα λογιω-λογιώ αυτοσχεδιασμοί -πετυχημένοι που αναπαράγονταν- για τους νιόπαντρους, τους αρραβωνιασμένους, τον παπά και την παπαδιά, τον επίτροπο, τον πρόεδρο, το γιατρό, τον τσέλιγκα και τον ναυτικό, τον ταβερνιάρη και τον πρωτομάστορα.... Πολλά από τούτα τα καταγράφει ο Κώστας Λιάπης στο δίτομο έργο του "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία", όπως τούτο προς το"γεμιτζή" (ναυτικό)  από το Κεραμίδι Πηλίου (με μικρές παραλλαγές καταγεγραμμένο και σε άλλα χωριά):
"Σένα σι πρέπει, αφέντη μου, καράβι ν'αρματώσεις,
στην πλώρη να βάλης μάλαμα, στην πρύμνη το ασήμι,
και μεσ'στη μέση του καραβιού καρέκλα καρυδένια,
για ν'ακουμπάη η μέση σου η μαργαριταρένια,
ή τούτο για το βοσκό (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου):
"Εδώ σε τούτες τις αυλές, τες μαρμαροστρωμένς,
εδώ'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος'
σαν πιάνουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τάπαμε κι ο Θεός να τ'αβγαταίνει."
και αυτό για τον παπά του χωριού (Κερασιά Πηλίου)
"Εδώ κοιμάται ένας παπάς, με τα χαρτιά στην τσέπη.
-Σήκω σαπάνω, Δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι,
όλα τα κ΄στρα σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν
και η δική σου εκκλησιά στέκεται μαραμένη."
Αυτά και άλλα πολλά με έμπνευση και κέφι τραγουδούσανε οι τραγουδιστάδες του Πηλίου. Σαφώς λιγότερα και πιο περιορισμένα τραγουδούν σήμερα. Τούτο όμως δεν αναιρεί τη μοναδικότητα της αποψινής βραδιάς, τη μοναδικότητα που χάριζαν κάποτε σχεδόν σε κάθε μέρα του Θεού τα τόσα έθιμα κι οι παραδόσεις μας. Τα σύγχρονα μηλιώτικα κράτησαν αυτούσιους τους πρώτους στίχους, στις Πινακάτες είναι συνδυαστικά, παραμένει η ευχετήρια αρχή και συνεχίζουν: "Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός, έρχεται στον κόσμο ο στολισμός. Ο Χριστός μας έρχεται με σκοπό, εις τον Ιορδάνη τον ποταμό....", ενώ στον Αη Γιώργη ξεκινούν αλλιώτικα: "Άσματα χαρμόσυνα ήρθαμε να σας πούμε, πως είν' τα Θεοφάνεια και πρέπει να χαρούμε",  και πάει λέγοντας...
Χρόνια πολλά!
Καλή Φώτιση σε όλους μας!
Και:
"Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε πέτρα να μη ραϊσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!"
Και του χρόνου, νά'μαστε καλά!

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

-Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Κοντοζυγώνανε τα Χριστούγεννα κι εγώ πυρετωδώς πάσχιζα να στριμώξω στις ώρες πού'μουν ξυπνητή τα τόσα πού'χα να κάνω, να ξεμπερδεύω, βρε αδερφέ, με όλα τούτα που μαζεύτηκαν και μαζεμό δεν είχαν, να τα συμμαζέψω επιτέλους, να τα δω όμορφα και ταχτικά, να προφτάσω να πάρω μιαν ανάσα για να στολίζω τη Φάτνη με χαμόγελο κι όχι με όψη ασφυξίας! Κι όλο κάτι έβγαινε στη μέση κι εκεί που καθάριζα έπρεπε ξανά-μανά να στοκάρω και να περιμένω και να στεγνώσει το άτιμο για να περάσω ένα χέρι μπογιά και - ούπς!- να  ξαναθέλει τώρα καθάρισμα μετά από όλα τούτα! Ήτανε κι οι ελιές που τελειωμό δεν είχανε ( Τ΄ακούς φιλενάδα; Εσύ να τ'ακούς! Πού σε ρώτησα αν έχει μαξούλι φέτος κι αν θα με χρειαστείτε για δουλειά και μου τσαμπούνισες ένα "Εεε...κάτι έχει..θα το πάρουμε και το λαδάκι μας και φέτος..." και, δε λέω, Δόξα να έχει ο Ύψιστος, αλλά "Ποιό "λαδάκι" μας μωρέ τρελή που θα φτάσει Πάσχα κι εμείς ακόμη θα μαζώνουμε;;!) και μου "τρώγανε" όλες τις φωτεινές ώρες της μέρας, κι ήταν και τα μαστόρια που, επιτέλους, θυμήθηκαν να καταφθάσουν λίγο καιρό πριν αποχαιρετήσουμε τη χρονιά και βρέθηκα παραμονές Χριστουγέννων κατάκοπη να σπάω με το τσεκούρι τα παλιοσάνιδα της στέγης του μπάνιου για προσανάμματα, να μπογιατίζω τοίχους και να καρφώνω καλώδια μες στη μαύρη νύχτα με το φακό! Τέλος πάντων, παραμονές τα κατάφερα και ξεμπέρδεψα με μια σπονδυλική στήλη να διαμαρτύρεται για τα πάντα και τους πάντες - κι αυτό το έρ'μο το στρώμα που βούλιαζε κι είπα να το αλλάξω για να σωθώ και κατέφθασε το καινούριο ,μα τόσο εντυπωσιακά ακλόνητο, σαν να ξαπλώνεις στο μπετό, μα τόσο πολύ που, στοίχημα πάω, και μενίρ να πέσει πάνω του, ανέπαφο θα τ'αφήσει, δε θα το καταφέρει να γουβιάσει ούτε τόσο δα... ε κι αυτό το στρώμα, λοιπόν, εναντίον της, να μη μπορεί να ξαποστάσει πουθενά..- κι εδέησα κι εγώ να στολίσω! Όχι πολλά πράγματα... λίγο λιόπουρνο στις πόρτες για το καλό, λιγοστά φωτάκια, ένα μικρό ξύλινο δεντράκι μα, πάνω από όλα, τη λιλιπούτεια Φάτνη μας...

Ήτανε χρόνια πριν που η μάνα μου, με τα χέρια της τα θαυματουργά, έπλασε από πηλό μια μικρή Παναγιά να κρατά αγκαλιά το Θείο Βρέφος, δίπλα της τον Ιωσήφ, έναν φοίνικα και τρία αρνάκια. Λιτή κι απέριττη την τοποθετούσαμε κάθε Χριστούγεννα στο σχιστόλιθο πάνω στο τζάκι. "Δε φτιάχνεις και τους Μάγους;" την ξεσήκωσα κάποτε. Κι ύστερα την άλλη χρονιά "Κι ένα γαϊδουράκι μήπως; Και το μοσχάρι να ζεσταίνει με την ανάσα του το μωρό;" Κι έτσι κάθε χρονιά η εικόνα μεγάλωνε. Νά'σου κι οι βοσκοί, νά'σου κι άλλα αρνάκια, κι ένα τσοπανόσκυλο να τα φυλάει, κι οι καμήλες των μάγων κι οι άγγελοι... Τί θα φτιάξουμε φέτος; Τί λείπει ακόμη; "Μιαν ελιά!", "Πώς θα την φτιάξω την ελιά, είναι δύσκολη;" ,"Ε, εσύ θα τα καταφέρεις..Κι είναι κι ένα βοσκόπουλο στην εικόνα που καθιστό παίζει τον αυλό."...Κι έτσι η μικρή μας φάτνη έγινε μικρή υπερπαραγωγή! Κι είναι το κύριο μέλημά μου κι η χαρά να τη στολίζω κάθε χρόνο, ακόμη κι όταν δεν έχω διάθεση για στολίδια και γιορτές. Μόλις, λοιπόν, τοποθετώ και το τελευταίο μικροσκοπικό αρνάκι, ναι, είμαι έτοιμη πια να καλωσορίσω τα Χριστούγεννα...

"Σπάνια βλέπεις φάτνη πια... Εσύ, που καταγράφεις τα λαογραφικά, θα πρέπει να αρχίσεις να τις φωτογραφίζεις... θα τις καταργήσουνε κι αυτές." μού'πε η μάνα μου. Δεν έχει κι άδικο. Παραμορφωμένοι αγιοβασίληδες, ξωτικά, πολύχρωμα λαμπάκια και κάθε λογής δέντρα πολυφορτωμένα δεσπόζουν παντού, αλλά σχεδόν τίποτα δε θυμίζει πια την ουσιαστική έννοια των Χριστουγέννων, τη γέννηση του Χριστού. Κι άντε να δεχτώ πως για την Πρωτοχρονιά υιοθετήσαμε τον Σάντα-Κλάους της κόκα-κόλας και της αμερικανιάς και τον ταυτίσαμε με τον δικό μας Άη Βασίλη, αλλά μου κακοφαίνεται πάρα πολύ που τα τελευταία χρόνια, κατά τα χολλυγουντιανά πρότυπα, του αλλάξαμε και ημερομηνία και τον καλωσορίζουμε την νύχτα της Γεννήσεως. Και να ακούω κάτι μικρά να με ρωτάνε Χριστουγεννιάτικα "Ξέρεις τί μου έφερε ο Άη Βασίλης;" . "Πότε, καλέ, ήρθε και σού'φερε δώρο ο Αη Βασίλης;""Μα χθες...αφού ήταν Χριστούγεννα." Βέβαια, ίσως δε θά'πρεπε να απορώ, μιας κι αν καλούμουν να χαρακτηρίσω μ'ένα όνομα την εποχή μας πολύ πιθανόν να την ονομάτιζα "η εποχή της σύγχυσης", σύγχυσης κάθε λογής εννοιών και αξιών, λέξεων και θέσεων, λογικής και συναισθημάτων, με όλες τις σημασίες που αποδίδει το λήμμα της σ'ένα κοινό λεξικό (π.χ. βλ. Μείζον Ελληνικό Λεξικό: σύγχυση= ανακάτωμα, μπέρδεμα/ έλλειψη σαφήνειας/ ψυχική ταραχή/ (νομ.) συσκοτισμός της διάνοιας που ελαφρύνει ή αίρει τον καταλογισμό) και τα μικρά παιδιά, φυσικά, είναι τα πρώτα που βάλλονται από όλο τούτο το σκηνικό. Να κρατηθώ, λοιπόν, και να μην προχωρήσω στην επόμενη ερώτηση: "Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;"

Καλή Χρονιά σε όλους!!!