Σε πήρα στο κατόπι... Απ'το πρωί πάλευα να σε συναντήσω, ν'ανταλλάξουμε έναν χαιρετισμό, να σου προσφέρω δυο ψίχουλα καθώς θα χρωματίζεις το λευκό μου τοπίο. Μα φοβήθηκες τον άνθρωπο! Σάμπως εγώ νομίζεις, δεν τον σκιάζομαι; Δεν είναι μοναχά οι τουφεκιές, είναι τόσα πιο τρομακτικά που κατορθώνει και χωρίς το τουφέκι παραμάσχαλα. Μα, τί σου λέω τώρα; Πού να ξέρεις εσύ; Τί να καταλάβεις; Για σένα είναι τόσο πιο απλά... Τούτες οι λεξεις δεν έχουν νόημα. Εσύ γνωρίζεις μοναχά να τραγουδάς κι ίσως ν'απορείς με τις άχαρες κραυγές μας. Τόσες λέξεις, τόσα γράμματα, τόσες κουβέντες και ξεχάσαμε να τραγουδάμε...
Είσαι όμορφος! Τόσο όμορφος που δε μπορώ να σου περιγράψω το πόσο! Πώς άραγε σκέφτηκε ο Θεός να κρύψει έναν ήλιο πορτοκαλί στις ριζιμιές απ'τις φτερούγες σου;
Κάρφωσα το ζυμωτό ψωμί σ'ένα κλαράκι της κληματαριάς, για να σε προφυλάξω από το γάτο. Κι εσύ το αγνόησες. Προτιμούσες κείνο το πεσμένο στο κάτασπρο χιόνι, αλλά και πάλι φοβήθηκες να το πλησιάσεις. Σου'βαλα λιναρόσπορο και σουσάμι στο κιουπάκι, μα δε θέλησες να το καταδεχτείς. Βλέπεις, ακόμη τα δέντρα της ρεματιάς είναι με λιγοστούς καρπούς φορτωμένα. Σ'το λέω στα ίσα: Μού'βγαλες την ψυχή τούτη τη φορά! Πολύ παγωνιά για να στέκομαι χωρίς αναπνοή με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κι εσύ πετούσες μακριά, προτού προλάβω να σε καμαρώσω.
Κι ύστερα σ'άφησα... Κι άρχισα να περπατώ προς τα υψώματα...
Και, ξαφνικά, σε μια στροφή σε ξανασυναντώ! Κρυμμένο σε κάτι αγκυλωτά βάτια.. Είπα θα σε χάσω πάλι, μα εσύ πετάριζες πιο θαρρετός στο διάβα μου! Με ξεγελούσες και φαινόσουνα ξανά δυο δρασκελιές παραπάνω.
Κι εγώ, να μην τολμώ να σε πλησιάσω, να τρέχω να σε φτάσω παράλληλα, με το φακό στο χέρι, στη μέση του δρόμου. Με πήρες χαμπάρι πως είμαι ακίνδυνη και με περιγελούσες! Κι όμως καμάρωνες, τούρλωνες την κοιλίτσα σου, στεκόσουν προκλητικά και μόλις σ'έφτανα, τσούπ! ξαναβρισκόσουνα δυο μέτρα πιο μπροστά μου!
Πορεία παράλληλη, οι δυο μας, στο παγωμένο βουνό... Πήραμε τον ανήφορο και κοιταζόμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πώς να μη σου χαμογελάσω;
Μέχρι που φάνηκε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο δρόμο μας και μας έκοψε την πορεία για να ξεφορτώσει κείνους τους φασαριόζους. Τότε χάθηκες ξανά... Πώς να μη χαθείς; Εσύ είσαι μια ζωγραφιά του Θεού. Με τί μάτια να σε κοιτάξουνε; Ακούγανε μονάχα τις δικές τους φωνές. Κρατούσαν τον καθρέφτη παραμάσχαλα. Δε χωρούσαν στη ζωγραφιά μας...
Μάταια σ'αναζήτησα στην επιστροφή. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα και δεν ένιωθα πια τις άκρες των δαχτύλων μου. Σε ποιά φυλλωσιά να κούρνιασες προσμένοντας το ξημέρωμα; Πότε θα ξαναφανείς να χρωματίσεις τη μέρα μου;
Νά'σαι πάλι, πετάρισες στην οθόνη μου! Τί συλλογιέσαι, φίλε μου, πάνω στο πεταμένο κεραμικό; Πού αγναντεύει η ματιά σου; Πού φτάνει ο δικός σου ορίζοντας; Πότε θα σε ξαναδώ; Πότε, άραγε, θα ξανακουβεντιάσουμε;...












