Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοκκινολαίμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοκκινολαίμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Κουβεντιάζοντας μ'έναν κομπογιάννο..


Σε πήρα στο κατόπι... Απ'το πρωί πάλευα να σε συναντήσω, ν'ανταλλάξουμε έναν χαιρετισμό, να σου προσφέρω δυο ψίχουλα καθώς θα χρωματίζεις το λευκό μου τοπίο. Μα φοβήθηκες τον άνθρωπο! Σάμπως εγώ νομίζεις, δεν τον σκιάζομαι; Δεν είναι μοναχά οι τουφεκιές, είναι τόσα πιο τρομακτικά που κατορθώνει και χωρίς το τουφέκι παραμάσχαλα. Μα, τί σου λέω τώρα; Πού να ξέρεις εσύ; Τί να καταλάβεις; Για σένα είναι τόσο πιο απλά... Τούτες οι λεξεις δεν έχουν νόημα. Εσύ γνωρίζεις μοναχά να τραγουδάς κι ίσως ν'απορείς με τις άχαρες κραυγές μας. Τόσες λέξεις, τόσα γράμματα, τόσες κουβέντες και ξεχάσαμε να τραγουδάμε...


Είσαι όμορφος! Τόσο όμορφος που δε μπορώ να σου περιγράψω το πόσο! Πώς άραγε σκέφτηκε ο Θεός να κρύψει έναν ήλιο πορτοκαλί στις ριζιμιές απ'τις φτερούγες σου;
Κάρφωσα το ζυμωτό ψωμί σ'ένα κλαράκι της κληματαριάς, για να σε προφυλάξω από το γάτο. Κι εσύ το αγνόησες. Προτιμούσες κείνο το πεσμένο στο κάτασπρο χιόνι, αλλά και πάλι φοβήθηκες να το πλησιάσεις. Σου'βαλα λιναρόσπορο και σουσάμι στο κιουπάκι, μα δε θέλησες να το καταδεχτείς. Βλέπεις, ακόμη τα δέντρα της ρεματιάς είναι με λιγοστούς καρπούς φορτωμένα. Σ'το λέω στα ίσα: Μού'βγαλες την ψυχή τούτη τη φορά! Πολύ παγωνιά για να στέκομαι χωρίς αναπνοή με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κι εσύ πετούσες μακριά, προτού προλάβω να σε καμαρώσω.
Κι ύστερα σ'άφησα... Κι άρχισα να περπατώ προς τα υψώματα...


Και, ξαφνικά, σε μια στροφή σε ξανασυναντώ! Κρυμμένο σε κάτι αγκυλωτά βάτια.. Είπα θα σε χάσω πάλι, μα εσύ πετάριζες πιο θαρρετός στο διάβα μου! Με ξεγελούσες και φαινόσουνα ξανά δυο δρασκελιές παραπάνω.


Κι εγώ, να μην τολμώ να σε πλησιάσω, να τρέχω να σε φτάσω παράλληλα, με το φακό στο χέρι, στη μέση του δρόμου. Με πήρες χαμπάρι πως είμαι ακίνδυνη και με περιγελούσες! Κι όμως καμάρωνες, τούρλωνες την κοιλίτσα σου, στεκόσουν προκλητικά και μόλις σ'έφτανα, τσούπ! ξαναβρισκόσουνα δυο μέτρα πιο μπροστά μου!


Πορεία παράλληλη, οι δυο μας, στο παγωμένο βουνό... Πήραμε τον ανήφορο και κοιταζόμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πώς να μη σου χαμογελάσω;


Μέχρι που φάνηκε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο δρόμο μας και μας έκοψε την πορεία για να ξεφορτώσει κείνους τους φασαριόζους. Τότε χάθηκες ξανά... Πώς να μη χαθείς; Εσύ είσαι μια ζωγραφιά του Θεού. Με τί μάτια να σε κοιτάξουνε; Ακούγανε μονάχα τις δικές τους φωνές. Κρατούσαν τον καθρέφτη παραμάσχαλα. Δε χωρούσαν στη ζωγραφιά μας...



Μάταια σ'αναζήτησα στην επιστροφή. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα και δεν ένιωθα πια τις άκρες των δαχτύλων μου. Σε ποιά φυλλωσιά να κούρνιασες προσμένοντας το ξημέρωμα; Πότε θα ξαναφανείς να χρωματίσεις τη μέρα μου;


Σήμερα σε ξανακοιτώ... Χαζεύω την ομορφιά σου σε μια πλαστή εικόνα. Ναι, είσαι τόσο όμορφος που μπορείς και ζωντανεύεις την άψυχη οθόνη μου! Που μπορείς ακόμη και να μου μιλάς μέσα από αυτήν. Ποιός είπε πως η ομορφιά κρύβεται σε περιττά στολίδια; Πασχίζουν οι άνθρωποι, λέει, να γίνουν πιο όμορφοι. Θα σκεφτόσουν ποτέ εσύ να μπογιατίσεις κόκκινο το ράμφος σου; Γελάς; Το ξέρω πως γελάς, κάθε φορά γελάς κι ας μη σου χάρισε ο Θεός χαμόγελο. Αρκείσαι σ'αυτά που σου 'δωσε, κι ίσως τούτη η πορτοκαλί λαιμουδιά να καθρεφτίζει το γέλιο της ψυχής σου. Μοναχά που εμείς δε βλέπουμε... συνηθίσαμε ν'αναγνωρίζουμε μόνο τα δικά μας σημάδια καθώς χανόμαστε στη βαβούρα της δικής μας ύπαρξης... είναι, βλέπεις, τόσο εκκωφαντική!


Νά'σαι πάλι, πετάρισες στην οθόνη μου! Τί συλλογιέσαι, φίλε μου, πάνω στο πεταμένο κεραμικό; Πού αγναντεύει η ματιά σου; Πού φτάνει ο δικός σου ορίζοντας; Πότε θα σε ξαναδώ; Πότε, άραγε, θα ξανακουβεντιάσουμε;...

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...



"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά. 
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) 


Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".


Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...


Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα.