Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Άρωμα Ιθάκης....




Σαν πρόβαλε το φωτερό τ΄ αστέρι που στα ουράνια 
της νυχτογέννητης αυγής πρωτομηνάει τη φέξει, 
το πλοίο το πελαγόδρομο ζύγωνε πια στο Θιάκι. 
Βρίσκετ΄ εκεί του Φόρκυνα, του πελαγήσου γέρου, 
κάποιο λιμάνι, και σ΄ αυτό δυο κάβοι που προβάλλουν, 
βραχόσπαρτοι, προς την μπασιά του λιμανιού συγκλίνουν, 
κι όξω κρατούν τα κύματα που οι τρικυμιές σηκώνουν‡ 
μα μέσα τα καλόφτιαστα συχάζουνε καράβια, 
δίχως δεσίματα, άμα μπουν και βρούνε αραξοβόλι. 
Είναι κι ελιά μακρόφυλλη βαθιά μες στο λιμάνι‡ 
και δίπλα της αχνόθαμπη σπηλιά χαριτωμένη, 
ιερό λημέρι των Νυφών που λέγουνται Ναϊάδες. 
Κροντήρια και διπλόχερες λαγήνες εκεί βρίσκεις, 
που τα μελίσσια μέσα τους πηγαίνουν και φωλιάζουν. 
Είναι και πέτρινοι αργαλειοί περίτρανοι, που οι Νύφες 
φαίνουν σκουτιά πορφυρωτά που βλέπεις και θαμάζεις. 
Έχει κι αστείρευτα νερά, και θύρες δυο‡ μια θύρα 
προς το Βοριά που δύνουνται ν΄ αυλίζουνται και ανθρώποι, 
κι η άλλη, θεϊκιά, προς το Νοτιά, που ανθρώποι δεν περνάνε, 
μόνε είναι των αθάνατων η θύρα εκείνη δρόμος. 
Αυτά από πριν γνωρίζοντας μπήκαν εκεί ν΄ αράξουν, 
και το καράβι στη στεριά έξω έπεσε ως τη μέση‡ 
με τέτοια ορμή το σπρώχνανε στα ομπρός οι λαμνοκόποι. 
και στη στεριά σα βγήκανε απ΄ το γερό καράβι, 
πρώτ΄ απ΄ το πλοίο το κουφωτό τον Οδυσσέα σηκώσαν‡ 
με το σεντόνι το λινό και το λαμπρό στρωσίδι 
στην αμμουδιά τον έθεσαν καθώς βαριοκοιμόταν, 
κι ύστερα βγάλαν τα καλά που οι Φαίακες του δώκαν 
που ερχόταν με της Αθηνάς τη χάρη στη πατρίδα.

(Ομήρου "Οδύσσεια" ν93-121, απόδοση Α.Εφταλιώτη)



Είμ΄ ο Δυσσέας, του Λαέρτη ο γιος, που ξέρουν όλοι οι ανθρώποι 
τους δόλους μου, κι η δόξα μου στον ουρανό ανεβαίνει. 
και κατοικώ στο λιόλουστο το Θιάκι, που έχει απάνω 
το Νήριτο, τρανό βουνό που σειεί αψηλά τα φύλλα, 
κι ολόγυρα πολλά νησιά το ΄να κοντά ΄ναι στ΄ άλλο, 
η Σάμη και το Δουλιχιό, κι η Ζάκυνθο η δεντράτη. 
Ετούτη χάμου απλώνεται στα πέλαγα της Δύσης, 
τ΄ άλλα νησιά ΄ναι ξέχωρα, στ΄ ανάβλεμμα του ήλιου. 
Πέτρες γεμάτο, μα καλό λεβέντες για να βγάζει. 
Άλλο απ΄ τη γης μου πιο γλυκό δεν ξέρω εγώ στον κόσμο.

(Ομήρου "Οδύσσεια" ι19-28, απόδοση Α.Εφταλιώτη)







Δεν υπάρχουν σχόλια: