Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

για μια Καλή Χρονιά

Και τί να γράψω μια μέρα σαν κι αυτήν; Η τελευταία μέρα του 2007 λοιπόν... Πάει κι αυτή χρονιά... Καταρχήν να ευχηθώ να πάρει μαζί τις όλα τα στραβά και τα άσκημα, όλο τον πόνο και τη δυστυχία - κι ας μη με ακούει κανείς, εγώ το εύχομαι, με όλη μου την ψυχή πραγματικά- και ο επόμενος χρόνος να κυλήσει πιο ομαλά, πιο ελπιδοφόρα, πιο χαμογελαστά για όλον τον κόσμο...
Μ'όση ενέργεια λοιπόν μπορεί να διαθέτω στην ψυχή μου, εγώ, ένα μικροσκοπικό ίχνος του σύμπαντος τούτου θέλω να ξορκίσω καθετί κακό... να καλέσω τον Ήλιο να φωτίσει στις καρδιές όλων μας, να καλέσω την Πλάση να συνωμοτήσει για την `Ανοιξη της αγάπης, να καλέσω το Θεό να προστατεύσει τα ταλαιπωρημένα τέκνα του, να καλέσω το Δία να ρήξει κεραυνούς σε κάθε σπόρο δυστυχίας, να καλέσω τη Γη να συγχωρέσει τους άμυαλους ανθρώπους που φιλοξενεί, να καλέσω τα πουλιά να τραγουδήσουν τους πιο όμορφους σκοπούς μπας και ξυπνήσουν συνειδήσεις, να καλέσω τα ρόδα να σκορπίσουν το πιο ευωδιαστό τους άρωμα να γαληνέψουν οι ψυχές, να καλέσω τη Ζωή να μας χαρίζει υγεία, να καλέσω την Αθηνά να μας χαρίσει σταλαγματιές Σοφίας, να καλέσω τα λιόδεντρα να θεριέψουν και να απλώσουν το πέπλο της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης στον κόσμο τούτο, να καλέσω όλα τα πλάσματα να συνεργαστούν για το Καλό... Να ξορκίσουμε δαιμόνια και χάροντες, να ξορκίσουμε αρρώστιες και πόνους, να ξορκίσουμε την πείνα, το κρύο, την ανελέητη μοναξιά, να ξορκίσουμε τον πόλεμο, τη βία, τη διαστροφή, την πίκρα, την απονιά... Να πλημμυρίσει η πλάση αγάπη και χαμόγελα...

Εύχομαι σε όλους μια πραγματικά Καλή Χρονιά!

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2007

Τα πεινασμένα τσακάλια


Ένα απόσπασμα από την "Αιολική Γη" του Ηλία Βενέζη...

... Έρχονταν άλλες νύχτες, κι αυτές ήταν οι πιο πολλές, που ο Μεγάλος Δράκος, αποκάνοντας να φιλεύει και να κοιμίζει τα τσακάλια, τ'άφηνε να ξεχυθούν στον κάμπο, στην οργωμένη γη, να φάνε και να χορτάσουν. Την άνοιξη, όταν οι καρποί ακόμα δεν είχαν γϊνει, η επιδρομή τους ήτο ακίνδυνη, και κανένας στο κτήμα δε νοιαζόταν για αυτήν. Ακούγαμε τ'άγρια ουρλιαχτά τουτς μακριά στο βάθος, αδύνατα στην αρχή, και τα περιμένανμε με αγωνία και φόβο.

-Θά'ρθουν άραγες ίσαμε δω;...

[...]

Ερχόταν σπαραχτική και ιερή, μες στην ησυχία της γης, η φωνή της πείνας. Ποτέ σπαραγμός ανθρώπου, ποτές οδύνη θανάτου δεν αντήχησε έτσι άγρια. Τίποτα απ'όσα ξέραμε δε μπορούσε να είναι όμοιο μ'αυτό. Τα φύλλα ριγούσαν και σώπαιναν απάνω στα δέντρα, οι στάλες της δροσιάς, χτυπημένες απότομα στον αγέρα σταματούσαν να πέφτουν στη γη, οι ρίζες δε σάλευαν στα έγκατα, τα άστρα πια δεν πορεύονταν, οι υπόγειες φλέβες των νερών πάγωσαν- επειδή στα Κιμιντένια, θεότητα σκληρή κι αλύπητη ήρθε η πείνα. Ήμαστε τότε μικρά παιδιά, η καλή γη μας έδινε σπόρους και τα δέντρα καρπούς, δεν ξέραμε ακόμα τι ήταν η πείνα. Όμως είχαμε την καθαρή καρδιά μας οδηγό καλό, γι'αυτό όλα τα μυστικά του κόσμου μπορούσαν να βρουν μέσα μας χώρο φιλικό, μπορούσαμε να αιστανθούμε και να εννοήσουμε. Μες στην ασφάλεια των ψηλών τοίχων που μας προφυλάγανε, κάτω από τη σκιά του μεγάλου δέντρου -του παππού μας- που μας έσκεπε, δε γινόμαστε σαν τους μεγάλους ανθρώπους, που όταν εκείνοι δεν υποφέρνουνε είναι ανελέητοι και αδιάφοροι. Ζούσαμε όσο γίνεται δυνατά το δράμα της νύχτας.

- Αχ πια! πρώτη πάντα ξεσπούσε η Αγάπη, επειδή ήταν πιο αδύνατη και πιο ευαίσθητη απ'όλους.
Άρχιζε να κλαίει σπαραχτικά, με λυγμούς. Βλέποντάς την παίρναμε κι εμείς θάρρος, η `Αρτεμη, η Λένα κι εγώ, αρχίζαμε να κλαίμε όλοι μαζί και να ξεφωνίζουμε.

- Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια; Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια;

Γινόταν τότε πανδαιμόνιο μέγα: απέξω να ουρλιάζουν τ'αγρίμια και μέσα εμείς να οδυρόμαστε. Ο παππούς στην αρχή γελούσε με αυτά τα ξεσπάσματα της παιδικής καρδιάς, ενώ η μητέρα μας κι η γιαγιά τρέχαν να μας χαϊδέψουν και να μας μερώσουν.

- Γιαννακό! έλεγε σοβαρή η γιαγιά. Μην το κάνεις αυτό! Δεν τα βλέπεις; έλεγε κι έδειχνε το σπαραγμό μας.

Πολύ σπάνια του μιλούσε σ'αυτόν τον τόνο, σα να τον μάλωνε. Κι εκείνος τότε γινόταν απότομα σοβαρός, σαν άνθρωπος που έσφαλε, και σταματούσε να γελά.

- Ελάτε! Ελάτε τώρα! Ησυχάστε! μας καταπράυνε η γιαγιά. Θα βρει τροφή και για τα τσακάλια ο Θεός. Είναι καλός και θά 'βρει. Πηγαίνετε να κοιμηθείτε.

Πολύ αργά οι φωνές των τσακαλιών σβήνανε. Πια δεν ακουγόταν τίποτα. Κάναμε την προσευχή μας για να κοιμηθούμε και παρακαλούσαμε, όπως πάντα, το Θεό να φυλάει τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μας , τη μητέρα μας, τα δέντρα κι όλους τους ανθρώπους. Πέφταμε, μα ο ύπνος δε μας έπαιρνε. Ερχόταν και βάραινε απάνω στα ματόκλαδά μας, όμως βάζαμε όλη τη δύναμη να τον διώξουμε ίσαμε να βεβαιωθούμε πως τα τσακάλια πια φύγανε. Και τότες, όταν πια ήμαστε σίγουροι πως φύγανε, ψιθυρίζαμε μέσα μας ξανά την προσευχή μας και, πλάι στους ανθρώπους και στα δέντρα, παρακαλούσαμε και για τα πεινασμένα τσακάλια του κόσμου...


Ηλίας Βενέζης, "Αιολική Γη"

παραμονές Πρωτοχρονιάς... (2007+1)

Παραμονές Πρωτοχρονιάς... Πάει και τούτος ο χρόνος... Σκυφτός, γερασμένος... ετοιμάζεται να την κάνει... και καλά θα κάνει δηλαδή, αρκετά μας ταλαιπώρησε! Πάμε για άλλα καλύτερα, χειρότερα, μια από τα ίδια, ποιος ξέρει;... εγώ θα επιμένω να ελπίζω στα καλύτερα. `Αντε να ρίξουμε πάλι το ρόδι στην εξώπορτα να σκορπίσουν τα ροδοκόκκινα σπόρια τριγύρω για να αυγατέψουν τα αγαθά με το έμπα του νέου χρόνου, όπως λέει ο λαός μας, για να αυγατέψουν κι οι χαρές και τα χαμόγελα, όπως λέω εγώ. Να φροντίσουμε κανένας γουρλής να μας κάνει ποδαρικό φέτος, πάντα με το δεξί, για να πάει καλά η χρονιά κι όλα τα στραβά και τα ανάποδα να τα πάρει μαζί του ο στριμμένος γέροντας του 2007 και να τα θάψει στο χρονοντούλαπό του. Να κόψουμε και τη βασιλόπιτα, να δούμε σε ποιόν θα πέσει φέτος το φλουρί... και καθώς εγώ φλουρί ποτέ δε βλέπω, να παραχώσω και κανένα κλαράκι απ' τ'αμπέλι, όπως κάναν οι παλιοί, μπας και μου λάχει έτσι για τούτη τη χρονιά να μη δω τις λιγοστές κληματαριές μου να τις ρημάζουν οι αρρώστιες! Ν'ακούσουμε και τα κάλαντα την παραμονή, τα περίφημα «σούρβα», τις παιδικές φωνούλες να καλωσορίζουν το νέο έτος και να τραγουδούν για τον αγαπημένο τους `Αι Βασίλη, έστω και χωρίς τις «ματσούκες» που κρατούσαν παλιά, σα λιλιπούτειοι ποιμένες, για να ανακατώσουν τη χόβολη στη φωτιά λέγοντας ευχές που θα έφερναν πλούτη, υγεία και «παράδες μίρμιρο» σαν τη στάχτη της φωτιάς ή τις κλάρες από τις μπουμπουκιασμένες κρανιές που μ'αυτές χτυπούσαν στις πλάτες τους νοικοκυραίους για νά'ναι γεροί και καλόκαρδοι.

Άντε, πριν φύγει τούτη η χρονιά, να κάνω και το χατήρι στο Ειρηνάκι που μου το ζήτησε [ http://ireneko.pblogs.gr/2007/12/anamnhseis-2007-1.html] και δε μπορώ να του το αρνηθώ, να γράψω τις 2007 +1 αναμνήσεις μου...

2007+1 λοιπόν...

Αναμνήσεις...
Κάτι ευτυχισμένες στιγμές καθώς καλωσόριζα το καλοκαίρι... Ο λατρεμένος ήλιος κι η αγαπημένη θάλασσα... σε ένα τόπο μαγικό... κι όλες οι πληγές σαν να άρχιζαν να γιατρεύονται.
Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Αρχές καλοκαιριού κι οι φωτιές κατέκαψαν τον τόπο μου... Κι ύστερα το κακό συνεχίστηκε σε όλη την πατρίδα μου. Πικρό καλοκαίρι...
Ένας πάρα πολύ δύσκολος χωρισμός και μια παντοτινή αγάπη και φιλία...
Έχασα το λατρεμένο μου Ισμηνάκι που μου έκανε συντροφιά για σχεδόν δεκαεπτά χρόνια.
Μια επίσκεψη στους Δελφούς...απλώς μαγεία...
Μια αγαπημένη φίλη που απόχτησα.
Και, φυσικά, που μπήκε στη ζωή μου το "μυριαγαπημένο" μου.

+ 1: Πολύ τσίπουρο, μα μιλάμε για πολύ τσίπουρο φέτος!!!
(καλά, μπορεί νά'ναι κι άλλα... αλλά τ'αφήνουμε κατά μέρος...)

Υ.Γ. Συγχωρέστε με, δε μπορώ να κάνω προσκλήσεις προσωπικά για τη συνέχεια του «μπλογκοπαίχνιδου» (με τα οποία γενικότερα δεν τα πάω πολύ καλά) των αναμνήσεων, θα ένιωθα λιγάκι σαν να «καταναγκάζω» (έχω κι εγώ κάτι λόξες!)... όποιος κάνει κέφι το συνεχίζει στο ιστολόγιό του.
Υ.Γ. 2. Α, και για κάποιο σπαστικό λόγο δε μπορώ να περάσω φωτογραφία στην εγγραφή σήμερα.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Ο ποντικός κι η θυγατέρα του


Μια φορά ήταν ένας ποντικός κι είχε μια θυγατέρα πολύ όμορφη. Ήθελε να την παντρέψει, μα δεν ήθελε να τη δώσει σε ποντικό.
Κει που συλλογιότανε, βλέπει τον ήλιο να λάμπει.
Α! είπε με το νου του, να γαμπρός για το κορίτσι μου, και χωρίς να χάσει καιρό την παίρνει και την πάει στο παλάτι του ήλιου.
-Ήλιε, την παίρνεις τη θυγατέρα μου γυναίκα; Δε θέλω να την δώσω σ'άλλονα τόσο όμορφη, μόνο σε σένα πού'σαι τόσο όμορφος και δυνατός.
-Αχ! του λέει ο ήλιος, για να ξεφορτωθεί, δεν είμαι γω, όπως με θαρρείς, δυνατότερος απ'όλους στον κόσμο. Διε κείνα-να τα σύννεφα, άμα με πλακώσουν, σκοτεινιάζω και τίποτα δε μπορώ να κάμω. Σύρε σ'αυτά και χωρίς άλλο θα πετύχεις.
Ο καημένος ο ποντικός τί να κάμει! σηκώνεται και πάει στα σύννεφα, μα και κει σκούρα τα βρήκε.
-Βλέπεις το βοριά; του είπαν τα σύννεφα, αυτός όταν φυσά εμείς σκορπιζόμαστε και χάνουμε τα κομμάτια μας. Σύρε στο βοριά.
Τότε ο ποντικός παίρνει τη θυγατέρα του και πάει στο βοριά και του λέει με τι σκοπό ήρθε σ'αυτόνα.
-Μετά χαράς καημένε ποντικέ θα την έπαιρνα την όμορφή σου τη θυγατέρα, μα δεν είμαι εγώ όπως με θαρρείς, δυνατός. Σύρε σε κείνο τον πύργο. Τον βλέπεις; Σαράντα χρόνια φυσώντας δε μπόρεσα να τον ρίξω κάτω.
Να μην τα πολυλογούμε, πηγαίνει και στον πύργο και του λέει τα ίδια. Ο πύργος τότε γυρίζει και του λέει:
-Ποντικέ, ποντικέ, ακούς μια βοή μέσα στους τοίχους μου; τί θαρρείς πως είναι; αντρειωμένα θεριά, ποντικοί, που με κατατρώνε και κοντεύουνε να με ρίξουν κάτω. Απ'τους ποντικούς πλειότερο αντρειωμένος και δυνατός κανείς δεν είναι στον κόσμο και καθόλου κανένα να μην ακούς.
Τότε ο ποντικός γίνηκεν η καρδιά του και δίνει την κόρη του σ'έναν αντρειωμένο και όμορφο ποντίκαρο.

πηγή: "Γ.Μέγα: Ελληνικά παραμύθια, εκδ.Εστία"

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007

Δροσοσταλίδα


Οι παρακάτω στίχοι είναι του ποιητή μας Τάκη Τσαντήλα που είχε όλη την καλή διάθεση να μας τους αφιερώσει (στη Φωτεινή, στη Γιώτα και σε μένα) και, πραγματικά, τον ευχαριστούμε θερμά...

Δροσοσταλίδα

"Αύρα στιλπνή
και χάδι ευωδιαστό
η παρουσία σου,
νωχελικά απλώνεται
σε ανθισμένους κήπους
και περίβολους
νοτίζοντας μ' αέναη πηγή
μοναχικά αγριολούλουδα 
Άκαυτη κιβωτός
κι ελπίδα ανάτασης
η ντροπαλή δροσοσταλίδα
που μου χτυπά
μεσάνυχτα την πόρτα
και σιωπηλά
κοιμάται πλάι μου
ως το χάραμα"

- Αφιερωμένο στην Φωτεινή, στην Γιώτα και στην Όλγα -
_ΤάκηςΤσαντήλας_

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2007

Τα κάλαντα

Νικηφόρος Λύτρας - Κάλαντα
Κάλαντα... Τραγούδια ευχετικά...

Αν και στις μέρες μας έχουν καθιερωθεί τα "λόγια" στιχουργήματα, όπως το "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." και το "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά..." και τραγουδιούνται πλέον σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, παλαιότερα τα κάλαντα συμπεριλάμβαναν επαίνους για το νοικοκύρη και την κυρά, καθώς και για τα άλλα μέλη της οικογένειας, τραγούδια πλασμένα από τον ίδιο το λαό που τα ταιριάζαν ανάλογα με τα γνωρίσματα κάθε σπιτικού που επισκέπτονταν.
Τα παιδιά, αφού διαλαλούσαν τραγουδώντας, το χαρμόσυνο μήνυμα της ημέρας είτε με το γνωστό πλέον "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." , είτε ακόμη με τα καθαρά λαϊκά και τοπικά τραγούδια, όπως, για παράδειγμα:
"Χριστός γεννιέται, σα γήλιος φέγγει, σα νιο φεγγάρι, σαν παλικάρι" 
και
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται
γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς πηγαίνει
Όλα τ'αγγέλια χαίρονται και τα δαιμόνια σκάζουν
σκάζουνε και πλαντάζουνε τα σίδερα ταράζουν"

συνέχιζαν με ευχές για την οικογένεια του σπιτιού. Η αστείρευτη λαϊκή φαντασία έπλαθε ολόκληρα στιχουργήματα για να παινέψει τα κάλλη της ανύπαντρης κόρης, να εγκωμιάσει τα πλούτη και το κύρος του εύπορου κύρη, να ευχηθεί μια καλή σοδειά στο γεωργό και πάει λέγοντας:

"Στο σπίτι ετούτο πού' ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη
ν' ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη .."
και
"Κι εμείς να τραγουδήσουμε για το αφεντικό μας
πού'ναι καλό κι ευγενικό στον κόσμο ξακουσμένο
πό'χει χιλιάδες πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια"
ή
"Πόλλα'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας
Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή, κυρά καμαροφρύδα,
όταν λουστείς και λυγιστείς και πας στην εκκλησιά σου
τα καρδερίνια τρέμουνε από την ομορφιά σου"

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο- Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα":
"Κόλιαντα μπάμπω μ' κόλιαντα κι εμένα μπάμπω κλούρα
κι εμένα την τρανύτερη και τώρα και του χρόνου.
Κι αν δεν μας δώσεις κόλιαντα, δώσ' μας ένα σιτζιούκι.
Νάναι τρανό, νάναι χοντρό, νάναι ζαχαρωμένο.
Έτσι τραγουδούσαν τα παιδιά στα χωριά των Γρεβενών και της Σιάτιστας, σαν ξεκινούσαν τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων να πάνε από σπίτι σε σπίτι κι από μαχαλά σε μαχαλά, φέρνοντας την καλή είδηση της γέννησης του Χριστού με το τραγούδι:
Χριστούγεννα, πρωτούγενννα, πρώτη γιορτή του χρόνου!
Για βγάτε, δέτε μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται!
Γεννιέται και βαφτίζεται στο μέλι και στο γάλα.
Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το κηρί της μέλισσας το τρώει η Παναγίτσα.
Τί κι αν φώναζαν οι Πατέρες της εκκλησίας, στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο, καταδικάζοντας όλες τούτες τις εκδηλώσεις και τα έθιμα του λαού, σαν έθιμα ειδωλολατρικά, που δεν ταιριάζουν στη νέα θρησκεία, στη θρησκεία του Χριστού!
...
Η ζωή προχωρούσε. Και μαζί της και ο λαός, που αν και ευλαβής και με καθαρή χριστιανική συνείδηση, υπακούοντας πάντα στη φωνή των Πατέρων, αντιστάθηκε επίμονα στο γκρέμισμα και στην εξαφάνιση των εθίμων του, μη δίνοντας προσοχή στις απειλές και στις κατάρες τους.
Οι παλιές συνήθειες του λαού, που ήταν βιώματα τόσων αιώνων και μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν η ζωή του, το οξυγόνο του, που δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, γιατί ήταν ζυμωμένες με το αίμα του και βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του.
...Μία από τις συνήθειες αυτές, που κατόρθωσαν να αντισταθούν στους διωγμούς, μαζί με τόσες άλλες, και να επιζήσουν, ήταν και τα κάλαντα.
Με τα κάλαντα, δεν αναγγέλουν μόνο τον ερχομό και τη σημασία της μεγάλης γιορτής τα παιδιά, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, μα και εγκωμιάζουν τα πλούτη, την αρχοντιά και τη λεβεντιά του νοικοκύρη, την ομορφιά και το λυγερό παράστημα της κυράς, τους πόθους και τις λαχτάρες των κοριτσιών και των αγοριών, που είναι για αρραβώνα, καθώς και των μικρών παιδιών, που είναι ακόμα στην κούνια ή πηγαίνουν στο σχολείο. Κι αυτό, για να μπορέσουν κάτι να πάρουν, κάτι να κερδίσουν για τον κόπο τους.

"Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει" ...
Μα αν και η ονομασία των καλάντων είναι Ρωμαϊκή (από τις "Ρωμαϊκές καλένδες"), φερμένη και μεταφυτεμένη στο Βυζάντιο, το έθιμο που κρύβεται πίσω της δεν είναι ρωμαϊκό, μα γνήσιο ελληνικό που ξεκινάει από την αρχαιότητα με το όνομα Ειρεσιώνη.
Η Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα ήταν ένα σύμβολο κι ένα έθιμο μαζί. Σύμβολο της ευφορίας και της γονιμότητας της γης, που γιορτάζονταν δυο φορές το χρόνο. Μια την άνοιξη που παρακαλούσαν τους θεούς να τους προστατεύσουν τα σπαρτά από τις καταστροφές και μια το φθινόπωρο, για να τους ευχαριστήσουν για τη συγκομιδή των καρπών.
Μαζί όμως με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τις ευχαριστίες τους στους θεούς, έδιναν ευχές και στους ανθρώπους, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας:

"Στο σπίτι τούτο πούρθανε, του πλουσιονοικοκύρη
να ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη,
για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.
Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία
κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία"
Τί λιγότερο και τί περισσότερο λένε τα δικά μας τραγούδια απ'αυτό;
Το παραπάνω τραγούδι, που μεταφράστηκε σε ελεύθερους στίχους, λένε πως το έγραψε ο ίδιος ο Όμηρος όταν βρισκόταν στη Σάμο.(...) Εκεί, όπως αναφέρει στο βιβλίο του 'Όμηρος" ο λογοτέχνης και πρώην καθηγητής του Βαρβακείου Γιάννης Οικονομίδης, ο Όμηρος σκάρωσε διάφορα τραγούδια κι όταν ήρθε η άνοιξη, πήγε μαζί με μια ομάδα παιδιών και το τραγούδησαν στα σπίτια των πλουσίων.
Ο Πλούταρχος μας δίνει ένα άλλο τραγούδι της Ειρεσιώνης, που κι αυτό είναι γεμάτο ευχές για την υγεία και την ευτυχία των ανθρώπων, καθώς και την καρποφορία της γης.

"Η Ειρεσιώνη σύκα φέρει
και φουσκωτά ψωμιά
και μέλι στο κύπελλο
και λάδι για το φως
και κούπα μ'αγνό κρασί,
για να μεθύσει
και να κοιμηθεί."
Όπως τώρα, έτσι και τότε τα παιδιά, συγκεντρωμένα σε ομάδες, με μια κλάρα δάφνης ή ελιάς, στολισμένη με γιρλάντες από άσπρο και κόκκινο βαμμένο μαλλί -σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς- αφού τη στόλιζαν καλά και κρεμούσαν στα κλωνιά της σύκα, φρούτα και ψωμί και μαζί μ' αυτά και τρία δοχεία με λάδι, μέλι και κρασί, ξεκινούσαν για τα σπίτια τραγουδώντας.
Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι, με μάνα και πατέρα στη ζωή, κρατώντας ψηλά την ειρεσιώνη και πίσω του όλα τ' άλλα τα παιδιά.
...Όπως τώρα, έτσι και τότε, σ' όσα σπίτια τραγουδούσαν τα παιδιά, οι νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα φιλοδωρήματα.
...Τα κάλαντα τα λαϊκά, με τις υπέροχες εικόνες και τη γνήσια γλώσσα του λαού, που έθρεψαν και γιγάντωσαν τη λαϊκή ψυχή και τη λαϊκή φαντασία, μέσα στους αιώνες της τουρκικής σκλαβιάς, φύτρωσαν και άνθισαν την ίδια εποχή, που άρχισε να ανθίζει και το δημοτικό τραγούδι στην πατρίδα μας." (
Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο- Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα")

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

ένα λαϊκό παραμύθι...


Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι του λαού μας για απόψε...

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι ορφανό από μάνα που ζούσε με τον πατέρα του και τη μητριά του. Ο πατέρας του κοριτσιού ταξίδευε συχνά κι έτσι η μικρή τον περισσότερο καιρό έμενε με τη μητριά του, που ήταν κακιά και το βασάνιζε και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί.
Καθώς ήρθαν τα Χριστούγεννα, το δαιμόνιο μυαλό της μητριάς σκαρφίστηκε τρόπο για να βγάλει από τη μέση το κοριτσάκι μας. Σκέφτηκε πως, μιας και τις νύχτες τούτες κυκλοφορούσαν τα καλλικαντζάρια, ήταν ευκαιρία να βρει αφορμή να το στείλει για κάποιο θέλημα ένα βράδυ, ώστε να την αρπάξουν και να γλιτώσει από αυτό. Κι έτσι, αφού σκοτείνιασε το έστειλε στο μύλο να πάει να αλέσει στάρι, τάχα γιατί είχε σωθεί το αλεύρι και δεν είχανε να φτιάξουνε ψωμί. Το κοριτσάκι, που γνώριζε για τους καλλικαντζάρους, δεν ήθελε να βγει μες στη νύχτα καθώς φοβόταν πως θα το έπαιρναν μαζί τους, αλλά δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς κι αναγκάστηκε να πάει.
Φόρτωσε λοιπόν τα σακιά με το στάρι στο γαϊδουράκι και ξεκίνησε. Φτάνοντας στο μύλο, βρήκε το μυλωνά να σφαλίζει την πόρτα. Μόλις το είδε ο μυλωνάς, απόρησε:
-Γιατί κοριτσάκι γυρνάς τέτοια ώρα έξω; Δεν ξέρεις πως τέτοια ώρα βγαίνουν τα καλλικαντζάρια;
-Το ξέρω, μα και τι να κάνω; Με έστειλε η μητριά μου για αλεύρι.
αποκρίθηκε εκείνο.
-Καλά, έμπα μέσα και άλεσε. Μα σαν τελειώσεις, φεύγοντας, κλείσε την πόρτα.
τού'πε ο μυλωνάς κι έφυγε.
`Αρχισε να αλέθει το κοριτσάκι και νά'σου φανερώνονται τα καλλικαντζάρια κι αρχίσαν να του λένε πως θα το πάρουνε μαζί του. Τί να κάνει το κοριτσάκι, προσπάθησε να τα καθυστερήσει, μπας και γλιτώσει. Κι έτσι, κάθε φορά που το ρωτούσαν αν θά'ρθει μαζί τους, εκείνο τους ζητούσε κι από ένα πράγμα για ανταλλάγμα. Μ'αυτό τον έξυπνο τρόπο, προσπαθούσε να τα καθυστερήσει μέχρι να λαλήσει ο πετεινός τρεις φορές κι εκείνα να εξαφανιστούν! Κι έτσι κι έγινε. Κι όταν τελικά λάλησε ο κόκκορας τρίτη φορά, όχι μόνο τα καλλικαντζάρια ξεκουμπίστηκαν, αλλά το κοριτσάκι είχε κερδίσει κι ένα σωρό καλούδια από κείνα που τους ζητούσε κάθε φορά που τη ρωτούσαν αν θα πήγαινε μαζί τους.
Έτσι, όταν έφτασε στο σπίτι της, η κακιά μητριά, που την είδε να γυρίζει πίσω σώα και μάλιστα φορτωμένη με ένα σωρό δώρα, σάστισε κι άρχισα να ζητάει να μάθει πως έγινε τούτο και πως βρέθηκαν τόσα πράγματα. Το κοριτσάκι της εξήγησε πως της τα δώσαν τα καλλικαντζάρια καθώς τους τα ζήταγε για αντάλλαγμα για να τα ακολουθήσει. Μόλις τ'άκουσε αυτό η άπληστη μητριά αποφάσισε να πάει κι εκείνη στο μύλο το επόμενο βράδυ.
Όταν, λοιπόν, πήγε η μητριά και φανερώθηκαν τα καλλικαντζάρια για να την πάρουνε μαζί τους, εκείνη ανυπόμονη και αχόρταγη τους ζήτησε μονομιάς όλα εκείνα που ήθελε μαζεμένα. Οπότε οι καλλικάντζαροι της τά'φεραν στη στιγμή, δεν είχε απομείνει πια τίποτε να ζητήσει, οπότε την άρπαξαν και την κατέβασαν μαζί τους στα άδυτα της γης. Κι έτσι, το κοριτσάκι μας γλίτωσε από την κακιά μητριά κι έζησε ευτυχισμένο με τον πατέρα του που γύρισε απ'τα ταξίδια.

Χριστουγεννιάτικες ώρες... (Ώρες του Πηλίου...)


του Κώστα Λιάπη...

"Χριστούγεννα, πρωτούγεννα
πρώτη γιορτή του χρόνου"

Μέσα στο αυγινό σύθαμπο της παραμονής της μεγάλης για τη Χριστιανοσύνη μέρας, οι αδέξιες, αλλά ζωηρές φωνούλες των μικρών καλαντιστών τσακίζουν τα κρύσταλλα του Δεκεμβριάτικου πρωινού. Τα στενά καλντερίμια κι οι γραμμένες πηλιορείτικες ρούγες παίρνουν άλλη όψη ζωής καθώς το χαρούμενο λεφούσι των μικρών τροβαδούρων γυροφέρνει την ευφρόσυνη ανεμελιά του και σκορπάει σε πασίχαρους τόνους το μέγα χαροποιό άγγελμα:


"Για βγέτε, δέστε, μάθετε
όπου Χριστός γεννιέται..."

Το πηλιορείτικο χωριό ξυπνάει απ'το βαθύ χειμωνιάτικο λήθαργο, τεντώνει γραφική τη γυμνή και γκρίζα παρουσία του κι αφουγκράζεται το μεγάλο μήνυμα.
Η μονοτονία της άχαρης εποχής σπάζει, η πλήξη που γέννησε η χειμωνιάτικη απραξία διαλύεται. Ένας αλλιώτικος μυστηριακός και ιλαρός τόνος διαχύνεται και σκορπίζει την αχλύ και ξαστερώνει τις σφιγμένες πηλιορείτικες καρδιές.
Η προαιώνια μυστικόπαθη γοητεία που παίρνει ανανεωτική και θερμουργό πνοή απ'το μεγάλο Γεγονός του ερχομού του θείου βρέφους, μπολιάζει και τον κόσμο του βουνού μας με μια απροσδόκιτη μακαριότητα, τον νανουρίζει με τους γλυκούς τόνους μιας υπερκόσμιας μελωδίας πού'ρχεται απ'τα βάθη των αιώνων κι όμως είναι πάντα τόσο νέα ακόμα, τόσο ευφρόσυνη στις ακοές των κουρασμένων ανθρώπων της γης μας...
Χριστούγεννα... Ένας καινούριος φωτεινός ορίζοντας, μια όαση χαράς κι ευδαιμονίας, μια ιλαρή και ζεστή πινελιά στο μουντό πίνακα του πηλιορείτικου καταχείμωνου.
[...]
Η μανιά παίρνει απ'τη στίβα και βάζει στο τζάκι το μεγαλύτερο "κουτσιμπάνι" που τα υπολείμματά του πρέπει να τα βρει ο καινούριος χρόνος. Το κούτσουρο τούτο θ'αποδιώχνει τις κρύες νύχτες τους μαγαρισμένους καλικάντζαρους, θα συμβολίζει και το μελλούμενο γαμπρό σ'όσα σπίτια στεγάζουν ανύπαντρα κορίτσια.
Εκεί στο ίδιο τζάκι θα τσιτσιρίζουν τούτες τις άγιες μέρες οι λουκουμάδες και οι λαλαγκίτες, εκεί θα καψαλίζεται το σπιτίσιο ψωμί, εκεί θα ετοιμαστούν τα πατροπαράδοτα "σιδεράκια" για το κέρασμα των ξένων, εκεί τέλος θα ψηθεί και το καθιερωμένο "γ'ρουνίσιου", πού'ναι απαραίτητο συμπλήρωμα του πηλιορείτικου χριστογεννιάτικου τραπεζιού.
Σαν η φαμίλια, απολείτουργα της μεγάλης μέρας, γυρίσει νυχτίσα ακόμα στο ζεστό σπιτικό της, σ'ένα καινούριο τότε ναό μεταβάλλεται η ταπεινή τούτη κάμαρη.

Πλημμυρισμένη από ψυχική ευωδία, μπολιασμένη απ'τη χάρη της θείας Φάτνης και την ευφροσύνη του χαροποιού μηνύματος πού'ρχεται γλυκό απ'τη μακρινή Βηθλεέμ και μεταγγίζει αγάπη στις καρδιές και διαλύει τα πούσια που φέρνουν στα σκοτεισμένα φρένα οι βασανιστικές βιοτικές μέριμνες, κουκουβίζει πασίχαρη η φαμίλια γύρω στο ολόφλογο τζάκι και γεύεται ευδαιμονικά τη γλύκα του ζεστού κονακιού, τη χαρά της οικογενειακής λατρευτικής σύναξης.
[...]
Ο Χριστός για μια ακόμα χρονιά δε γεννήθηκε μόνο μέσα στην κρύα φάτνη της Βηθλεέμ. Γεννήθηκε και μέσα στο ζεστό κονάκι του πηλιορείτη ξωμάχου, γεννήθηκε και μέσα στη διψασμένη γι'αγάπη και καλοσύνη καρδιά του.


Κώστας Λιάπης, "Ώρες του Πηλίου"


Χρόνια πολλά και καλά για όλο τον κόσμο!

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2007

Τα Παγανά


απόσπασμα από "τα Παγανά" του Στρατή Μυριβήλη...

..."Από τα Γέννα ως τα Φώτα αυτή 'ταν η μυστική λαχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους. Θα τα δούνε φέτος τα Παγανά; Κάθε βράδι γι' αυτά μιλούσαν. Για τα συνήθια και για τα καμώματά τους.

Η μάνα, σαν έγερναν να κοιμηθούν, έριχνε μια φούχτα αλάτι στη σκεπασμένη χόβολη. Τσατ, πατ, έσκαγε κάθε λίγο και λιγάκι τ'αλάτι, να τρομάζουν οι καλλικαντζάροι, να μη σβήνουν τη φωτιά με τον τρόπο πούξεραν. Τρόμαζαν τα Παγανά, τρόμαζαν και τα παιδιά πάνω στον ύπνο τους και ξεπετιόνταν. Πριν πέσει να κοιμηθεί στρίμωχνε και μια ρίζα αφάνες μπροστά στη σταχτοθυρίδα, μην κατεβούν και κατουρήσουν τη στάχτη κ' ύστερα λιώνουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπουγάδα.

Κρέμαζαν οι γυναίκες μάτσα τρικοκκιές και γύρω στο ψωμοσάνιδο, να μη μπορούν να μαγαρίσουν τη ζυμωσιά.

Όμως κάποιο βράδυ έρχονται πλια οι Καλλικαντζάροι, και μάλιστα με τον πιο πίσημον τρόπο.

Κει που καθόντανε κουλουριασμένα τα παιδιά μέσα στο παραγώνι κι άκουγαν νυσταγμένα τα παραμύθια της γριάς, πατημασιές έτριζαν πάνω στο χιονισμένο δώμα, γέλια πνιγμένα και μικρά ουρλιαχτά.

Κόβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές χτυπούσαν με λαχτάρα, τα μάτια καρφώνονταν στο ταβάνι.

-Αυτοί είναι, μάνα!

Τα παιδιά πετάγονταν έξω από το παραγώνο, χλωμά-θειαφοκέρι.

-Εμ, Αυτοί θάναι, έλεγαν οι μεγάλοι, και κοιτάζονταν με νόημα. Ποιός άλλος, μέρες πούναι!

Είτανε αλήθεια οι Καλλικαντζάροι.

Σε λίγο γινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά εκεί ψηλά, μέσα στα μαύρα βάθια της καμινάδας. Τσάγκα, τσούγκα! Οι καπνιές πλια μαδούσαν και πέφτανε πάνω στα κούτσουρα, και σε λίγο να και κατέβαινε σιγά-σιγά ένα λανάρι κρεμασμένο από ψιλό σκοινί. Το λανάρι κουνιότανε πέρα-δώθε πάνω από τη φωτιά, και μεσ' από την καμινάδα ακούγονταν οι Καλλικαντζάροι που τραγουδούσαν το τραγούδι τους:

Λαγκούρ, λουγκούρ τα λανάρια

του παπά τα καλεντάρια!

Για μια πίτα με τυρί

για σαράντα σαραϊλί!

Είτανε κάτι που δε λέγεται το τί νιώθαν οι μικροί. Μια γλυκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυλλοκάρδια, στύλωναν τα μάτια, κ' η καρδιά χτυπούσε να σπάσει.

Η μάνα πήγαινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφωνε στα καρφιά του λαναριού. Που να βρεθούν "σαράντα σαραϊλί" στο φτωχικό τους.

Οι Καλλικάντζαροι ανασέρνανε πάλι το λανάρι, και πριν να φύγουν κατέβαινε ακόμη μια φορά η φωνή τους μέσ' από τον μπουχαρή.

-Και του χρόνου Χριστιανοί!

-Αμήν! έλεγαν σοβαρά, σιγανά όλοι οι μεγάλοι. Και του χρόνου νάμαστε γεροί."....

Στρατής Μυριβήλης, "τα Παγανά", εκδ.Εστία