Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Η αγια-Μαρίνα, τ'αλώνι του παπά κι ο βράχος των Νυμφών...

"Εκεί κοντά που μπαίνουνε στην Ταβιά, στο δημόσιο δρόμο χάμου, είναι νια τρούπα βαθιά, που πρώτα ήταν αλώνι. Άκου να ιδείς πως έγινε τούτο: Στις δεκαφτά τ'Αλωνάρη είναι η γιορτή της αγιά-Μαρίνας. Ένας παπάς είχε τη θημωνιά του εκεί κοντά στ'αλώνι του, κι έβανε τ'άλογα ανήμερα να πατήσουνε. Λέει, είν' αλαφρή γιορτή, δεν κάνει να καθόμαστ' άνεργοι, ξερά τα χέρια. Το μεσημέρι πλια, που ησύχασ' ο κόσμος, ο τραγόπαπας ακόμα αλώνιζε, και δώσ' του με τις φωνές εξεκούφαινε τον κόσμο. Μα σαν ήρθε ντάλα μεσημέρι, που δεν ακούς άλλη μιλιά εξόν από τουν τσιντσίρωνε, ο διαβολόπαπας- τα ίδια της συχωρεμένης και χειρότερα. Τότενες έβανε και την ντουάνα κι εστάθηκε απάνου όλορθος, και δώσ'του εψόφησε τ'άλογα. Εκείν' την ώρα, νά σου, μάτια μου, κι έρχεται νια όμορφη γυναίκα με χρυσά μαλλιά, ασπροφόρα, και χαιρετάει τον παπά. Εκείνος, τη δουλειά του: αλώνιζε και δεν της είπε μάιδ' ένα καλωσόρισες. Του λέει η γυναίκα: "Γιατί αλωνίζεις σήμερα, που είναι της αγιά-Μαρίνας;" "Μπα" λέει, "και τί; Θα σε βάνω γω ξεταστή τί κάνω; Έτσι θέλω κι αλωνίζω!" Δεν επρόφτασε να τελειώσει το λόγο, κι ακούγεται νια βουή, Παναϊά μου! Ελέγαμε πως έγινε σειγμός κι επεταχτήκαμε ούλοι στο πόδι. Πηγαίνουμε κατά τη μεριά π'ακούστηκε ο βρόντος, και τί γλέπουμε; Μια καταβόθρα, ε, άκωλη τον κατήφορο! Η γυναίκα εκείνη ήτανε η αγια-Μαρίνα, και είπε κι εσκίστηκε η γης, κι εκατάπιε και παπά κι άλογο κι αλώνι.
Άλλοι πάλι έχουν να πούνε πως δεν ήτανε η αγια-Μαρίνα, και πως ήτανε νια νεράιδα, που την έστειλε η Κυρά να χαντακώσει τον παπά, γιατ' εχούγιαζε ντάλα μεσημέρι και εχάλαγε την ησυχία τουν νεράιδωνε, που είχαν τότες τραπέζι." (Νικολάου Πολίτη,"Παραδόσεις Α', 61.Στου παπά τ'αλώνι", Δαβιά Μαντινείας)

Ο Νικόλαος Πολίτης αναφέρει ακόμη και μια "όμοια παράδοση που κυκλοφορούσε και για ένα τέλμα στο Αίγιο, γνωστό με το όνομα "Του παπά η λούτσα"", αλλά και κάνει λόγο και για μια παραλλαγή από την περιοχή του Άργους και καταλήγει πως "η αγία Μαρίνα αντικατέστησε στις ευσεβείς διηγήσεις άλλα πλάσματα της φαντασίας". ("Παραδόσεις Β'")

Αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), αφού τονίζει το φόβο των ξωμάχων να δουλέψουν τέτοια μέρα, καταγράφει μια παρόμοια ιστορία από την Αλωνίσταινα της Αρκαδίας: "Κάποτε την ημέρα της Αγίας Μαρίνας, αλώνιζε ένας παπάς με τ'άλογά του. Δεν πρόφτασαν νά'ρθουν τρεις γύρες αυτός και τ'άλογά του και τ'αλώνι άνοιξε και τον κατάπιε αυτόν και τα ζωντανά του. Κι από τότε, κάθε φορά της Αη-Μαρίνας ακούγεται το καταμεσήμερο ο παπάς να κλαίει και να λέει: "Α Μαρίνα, α!"."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") σημειώνει: "Όπως φαίνεται , η παρετυμολογία του ονόματός της (Μαρίνα-μαραίνω) συντέλεσε, ώστε ο λαός να τρέφει προς την αγία, που μαρτύρησε το 262 στην Αντιόχεια, μεγάλο σεβασμό, αλλά και δεισιδαιμονικό φόβο (πρβλ την παροιμία:"Άγια Μαρίνα μάρανε, μάνα και θυγατέρα"). Κι επειδή η γιορτή της συμπίπτει με την εποχή της ωρίμανσης των σταφυλιών, η μνήμη της γιορτάζεται με εξόδους στ'αμπέλια και τους λαχανόκηπους και με προσφορές των πρώτων καρπών (σύκων, σταφυλιών, κλπ) στην εκκλησία. Γεμάτα λαό είναι τα πανηγύρια την ημέρα της γιορτής της και μεγάλα πλήθη συρρέουν στους ναούς της. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Δεμάτι της Ηπείρου:
μετά τη λειτουργίαν θυσιάζεται βους και τέμνεται εις 30-32 τεμάχια, τα οποία διανέμονται εις τους απογόνους ισάριθμων οικογενειών, όσαι ήσαν προφανώς αι αρχικαί οικογένειαι του χωρίου. Μετά ταύτα παρατίθεται τράπεζα υπό παλαιάν δρυν, ένθα οι κάτοικοι ευωχούνται άδοντες και χορεύοντες.
Η αγία Μαρίνα προστατεύει και από τα βλαπτικά ζωύφια και στη γιορτή της γίνεται αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών για τα σκαθάρια και άλλα "ζούμπερα"."

Ας περάσουμε και στην Κρήτη, όπου ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδ. Καρμανωρ) μας πληροφορεί: "Οι 16 τοιχογραφημένοι ναοί της που βρίσκονται διάσπαρτοι σε όλη την Κρήτη, πριν από το 16ο αιώνα, τα μικρά και τα μεγάλα προσκυνήματα, τα αγιάσματα και τα μεγάλα πανηγύρια αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της λατρείας της. [...] Το πιο σημαντικό στοιχείο για τη λαϊκή λατρεία προέρχεται πάλι από τις συναξαρικές πηγές και αναφέρει ότι η μικρή Μαρίνα κατάφερε να κατανικήσει τον διάβολο, που την είχε επισκεφτεί στη φυλακή, λίγο πριν τον αποκεφαλισμό της, χτυπώντας τον με σφυρί στο κεφάλι.
Για να κατανοήσουμε, όμως, το λατρευτικό πλαίσιο της μεγάλης αυτής εορτής ας επιστρέψομε στη Βόνη, στο πιο σημαντικό ίσως ιερό της Αγίας Μαρίνας στον ελληνικό χώρο. Οι παλαιότερες εικόνες λαϊκής τέχνης που υπάρχουν σήμερα στο μοναστήρι εικονίζουν τη Μαρίνα σε κίνηση. Με το ένα χέρι κρατά από τα μαλλιά τον διάβολο, που εικονίζεται ως δυσείδης ανδρική μορφή μαύρου χρώματος, και με το άλλο κρατά ένα σφυρί με το οποίο τον χτυπά. Στον παλιό ναό υπάρχει μια εικόνα αυτού του εικονογραφικού τύπου, κατάφορτη με χρυσά αφιερώματα, κοσμήματα και ρολόγια. Την ώρα που βρισκόμασταν δίπλα στην εικόνα αυτή στις 16 Ιουλίου 2004 ένας προσκυνητής είχε ήδη προσκυνήσει και ήταν έτοιμος να φύγει. Ξαφνικά τον είδαμε να επιστρέφει, να αγνοεί την πίεση των ανθρώπων που σχημάτιζαν τεράστια ουρά πίσω του, να βγάζει το ρολόι από το χέρι του και να το αποθέτει στην εικόνα. Δίπλα ήταν κι άλλα, όχι καινούρια, και έδιναν την εικόνα μιας αυθόρμητης προσφοράς που αποφασίζεται την τελευταία στιγμή χωρίς να έχει προηγηθεί σχετικό τάξιμο.



Στην κάτω δεξιά γωνία του εικονοστασίου οι καλόγριες έχουν τοποθετήσει ένα γυάλινο βάζο, μέσα στο οποίο διατηρείται εμβαπτισμένο σε συντηρητικό υγρό ένα μικρό φίδι. Ο επισκέπτης καταλαβαίνει αμέσως ότι δεν έχει τοποθετηθεί για προσκύνημα αλλά ως έκθεμα και ως τεκμήριο κάποιας λατρευτικής ή άλλης πράξης. Οι καλόγριες είναι πρόθυμες να διηγηθούν μιαν ευσεβή ιστορία που αναφέρει ότι μια γυναίκα τσιγγάνικης καταγωγής που διέμενε κοντά στη Θεσσαλονίκη ήρθε άρρωστη και με φουσκωμένη κοιλιά στο μοναστήρι όπου, μόλις σταυρώθηκε με λάδι από την καντήλα της Αγίας, γέννησε ("έπεσε από μέσα της") αυτό το φίδι. Η χριστιανική συμβολική έχει υιοθετήσει την ιουδαϊκή αντίληψη για το φίδι το οποίο θεωρεί έκφραση του διαβόλου. Η αντίληψη αυτή έχει περάσει στη λαϊκή θρησκεία, που αγνοεί τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του όφεως, ως έκφραση των χθονίων θεοτήτων και των δυνάμεων που σχετίζονται με τη βλάστηση. Στην περίπτωση της Βόνης το φίδι λειτουργεί ως έξεθεμα που παραπέμπει στο κατά παράδοση θαύμα. [...] Η Αγία εξακολουθεί να μάχεται και να κατανικά το διάβολο.[...]"

Η Αγία Μαρίνα, λοιπόν, από τη μια θεωρείται ότι προστατεύει τα χωράφια από όλα τα ζούμπερα και τα διαόλια που καταστρέφουν τους καρπούς των σπαρτών, κι από την άλλη θεωρείται ότι προστατεύει τον άνθρωπο από τα δαιμόνια που "τρώνε" την ψυχή του. Καθώς η ίδια κατανίκησε το διάβολο, έγινε μεμιάς προστάτης του ανθρώπου από το κακό, το κακό που μπορεί να του στείλουν οι άλλοι ("Η Μαρίνα μαραίνει το κακό το μάτι"), αλλά και τον κακό δαίμονα που μπορεί να στοιχειώσει στην ψυχή του κι έτσι αναφέρεται ως θεραπεύτρια κάθε ψυχικής νόσου και διαταραχής. Ακόμη καταγράφεται ως προστάτιδα των παιδιών (πρβλ προστάτιδα των καρπών) και δη των καχεκτικών και άρρωστων, ιδιαίτερα τις εποχές που θανατηφόρες επιδημίες θέριζαν τα νεογνά και βρέφη ως πιο ευάλωτα, ίσως διότι με παρετυμολογία του ονόματός της βεβαίωνε πως μπορεί να "μαράνει" τα κακά σπυριά και την ασθένεια. 
Γράφει σχετικά ο Δημήτρης Λουκάτος ("Τα καλοκαιρινά") διηγούμενος "το μεγάλο πανηγύρι που γίνεται στο χώρο του Θησείου, κάθε καλοκαίρι, την παραμονή κι ανήμερα της Αγιά-Μαρίνας".:
"Είναι γνωστή η μεγάλη τώρα ενοριακή εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας, που από μικρό παλιό εκκλησάκι, πάνω στο βράχο των Νυμφών (σημ.: πάλι οι νεράιδες μπροστά μας!), έγινε μεγαλόπρεπη κι ανταγωνιστική, με τους πολλούς τρούλους της, πιο κάτω από τους θόλους του νεοκλασσικού Αστεροσκοπείου.
Ο βράχος και το εκκλησάκι μένουν ακόμη πυρήνες αναλλοίωτοι της παλιάς λατρείας, όταν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έρχονταν εδώ προσκυνητές μητέρες έγκυες, μητέρες με παιδιά, περνούσαν τη νύχτα τους στον χώρο της εκκλησιάς και παρακαλούσαν την Αγιά-Μαρίνα να τους χαρίσει τον καλό τοκετό, ή να δώσει γεροσύνη στα "μαραμένα" άρρωστα παιδιά τους.
Είναι γνωστό, πως από το ίδιο της το όνομα η Αγία Μαρίνα καλείται να γιατρεύει κάθε "μαραμένο" και καχεκτικό κορμί, ή να "μαραίνει" την αρρώστια τους και να "μαρανίσκει" τα παιδιά, δηλ. να τα ησυχάζει και να τους δίνει ύπνο, όταν βασανίζονται από κάποια αρρώστια. Έχουμε μαρτυρίες, πως έρχονταν πάντα προσκυνητές, απ' όλη την Αττική, εδώ στην Αγία-Μαρίνα του Θησείου, και περνούσαν τη νύχτα τους στον γραφικό τούτο βράχο, που είναι γεωλογικά όμοιος με το βράχο της Ακρόπολης και της Πνύκας, ζεστός από τον ήλιο του καλοκαιριού, γεμάτος απαλές κοιλότητες, κατάλληλες για "εγκοιμήσεις" (κάποτε δάπεδα από αρχαίους χώρους λαξευτούς), ή γλιστερές επιφάνειες για μαγικές "κατολισθήσεις"(*). Έφερναν τα παιδιά τους και τους άλλαζαν τα ρούχα μπροστά στην εικόνα της Αγίας (διώχνοντας έτσι την αρρώστια από πάνω τους), ή τα αφιέρωναν για ένα χρόνο στην εκκλησιά και τα ρασοφορούσαν. Ύστερα ξάπλωναν όλοι, με τα ρούχα και τις κουβέρτες τους, πάνω στο βράχο και περνούσαν τη νύχτα ακούοντας την ολονύχτια ψαλτική, ή ζητώντας με τη νέα αυτή "εγκοίμηση" τον ύπνο της θεραπείας...[...]
....κοιτάζοντας πάνω σ'όλη την έκταση του λευκού απλωτού βράχου, που κατηφορίζει ως τον μεγάλο δρόμο του Θησείου, θα δούμε παντού πλήθος προσκυνητές, που έχουν ξαπλώσει κατά γης, πάνω σε κουβέρτες και σε προσκέφαλα, έχουν πιάσει το χώρο με μια "εγκατάσταση" οικογενειακή, και περιμένουν τη νύχτα για να "τελέσουν" την ιερή τους "εγκοίμηση", αυτοί και τα παιδιά τους. Έχουν πάρει μαζί τους ελάχιστα φαγώσιμα και νερό, που με πραγματική νηστευτική εγκράτεια -σαν τους αρχαίους στα μεγάλα Ιερά- θα τα χρησιμοποιήσουν, για να περάσουν τη νύχτα τους, ενώ πολλοί θα μεταλάβουν ίσως το πρωί....
Στο διάστημα της ολονυχτίας, καθώς θ'ακούνε την ψαλτική, κάτω από τα άστρα του δικού τους ουρανού, ή και μέσα στο θρησκευτικό ύπνο τους, κάποια φωνή από την εκκλησία θα τους φέρει το συγκινητικό μήνυμα, πως ένας παράλυτος, ένα παιδάκι, μία άρρωστη... δέχτηκαν τη θαυματουργή επίσκεψη της αγίας...
Τούτην τη νύχτα στέκεται ξάγρυπνη από αντίκρυ κι η Ακρόπολη. Βιάζεται να ξοφλήσει αποβραδίς με τον ζαλιστικό για τα μνημεία της "Ήχο και φως", και όταν ξαναβρίσκει την ησυχία του τοπίου της πλησιάζει λες και ψιθυρίζει στους πανηγυριστές του λόφου των Νυμφών (σε "ήχο", που δε μπορεί να τον συλλάβει εύκολα ο Τουρισμός):
"Σας ευχαριστώ που συνεχίζετε κάτι δικό μου! Έχω χαρεί τόσες παρόμοιες γιορτές εδώ πάνω στο χώρο μου! Αλήθεια, πόσο μου ζωντανεύετε την ελληνική θύμιση!" "
(*) "Εις το ΒΑ πέρας του λεγομένου λόφου των Νυμφών εν Αθήναις, εν τω οποίω υπάρχουσι πολλά ίχνη παλαιοτάτων οικήσεων λελαξευμένων εν τω βράχω [...]Το μέρος τούτο λέγεται "Κυλίστρα", από της συνηθείας των Αθηναίων γυναικών καθήμεναι επί της κορυφής να κατολισθαίνωσι μέχρι της βάσεως' εκ της συνηθείας δε ταύτης δια της συνεχούς επί μακρούς χρόνους προστριβής προήλθε και η λείανσις της πέτρας. Κατά τους νεωτάτους χρόνους κατολισθαίνουν αι επίτοκοι γυναίκες, νομίζουσαι ότι ούτως ευκολύνουσι τον τοκετό, παλαιότερον δ'όμως η συνήθεια είχεν άλλον, συγγενή πάντως, σκοπόν. [...]



[...] Οι μύθοι ούτοι φέρονται ως τροποποίησις αρχικού απλουστέρου μύθου περί γεννήσεως ανθρώπων εκ λίθων, προσάγοντες αιτιολογίαν και εξήγησιν αυτού, ήτοι αποδίδοντες κυρίως την γέννησιν εις την επενέργειαν σπέρματος πεσόντος επί του λίθου. Ο απλούς δ'όμως και πρωτογενής τύπος του μύθου ανευρίσκεται όχι μόνο εις τους ελληνικούς περί της δημιουργίας ανθρώπων μετά τον επί Δευκαλίωνος κατακλυσμόν, αλλά και παρ' άλλοις λαοίς [...]" (Νικολάου Πολίτου, Λαογραφικά Σύμμεικτα Β', "ΩΚΥΤΟΚΙΑ")

Το αγίασμα και το λάδι από το καντήλι της αγια-Μαρίνας θεωρούνται θεραπευτικά. Όπως μας πληροφορεί ο Νίκος Ψιλάκης, στη Βόνη, με το αγίασμα από την πηγή που υπάρχει στο ιερό, συνήθιζαν να ζυμώνουν ψωμί χωρίς τη χρήση προζυμιού, δηλαδή το νερό αυτό είχε την ιδιότητα να προκαλεί από μόνο του ζύμωση.

Τέλος, ας αναφέρω και μια ακόμη ιστοριούλα σχετική με την αγία Μαρίνα που αφηγείται ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας": "Η Αγία Μαρίνα είναι ακόμα και "νεροφανερούσα" μού'πε ένας λεβεντόγερος στο Κεφαλοχώρι Πλάτανο Ναυπακτίας, πριν δεκα πέντε περίπου χρόνια από τη στιγμή που γράφω τούτο μου το γραφτό. Να, τι μου διηγήθηκε τότες:
 "Κοιμόμουνα μεσημέρι στο χωράφι μου Φτελιά κι είδα στον ύπνο μου μια όμορφη κοπέλα να μου δείχνει, σαν τώρα δα με το χέρι της το μέρος που θά'σκαβα και θά'βρισκα νερό. Σάλεψε ο νους μου στ'όνειρο, πετάχτηκα και νόμιζα πως το ζάω. Την άλλη μέρα πήρα τον κασμά μου κι άρχισα να σκάβω. Έσκαψα θυμάμαι δυο μέρες και την τρίτη, χτυπώντας μια πέτρα που βρήκα σφηνωμένη βαθιά, τί να ιδώ, δάκρυσε ο τόπος όλος. Το νεράκι της Αγίας Μαρίνας είπα, έκανα το σταυρό μου και φίλησα τρεις φορές το χώμα. Από τότε στη γιορτή της δεν έλειψα ούτε μια φορά από την εκκλησιά". 
Δοξασμένο νά'ναι τ'όνομά της, είπε το γεροντάκι και σώπασε μ'ένα χαμόγελο πού'σβηνε αχνά στο στόμα του, αχνά και θεϊκά."


Παραμονή της αγίας Μαρίνας απόψε... Καθώς σουρούπωνε σιγά-σιγά έλαβε χώρα η αρτοκλασία στα ξωκλήσια της, εδώ στο Πήλιο. Ήταν λίγα χρόνια πριν, όταν, ακολουθώντας μια διαδρομή γεμάτη παράξενους κι έντονους συμβολισμούς, κατέληξα, επιστρέφοντας, στη θύρα της. Τότε ίσως πρώτη φορά παρατήρησα την εικόνα: "Η αγία Μαρίνα υποτάσσει το δαίμονα"... και μού'κανε εντύπωση. Δε γνώριζα την ιστορία της. Δεν την είδα και καθαρά, εκεί ψηλά που βρισκόταν. Την παραλλήλισα ξαφνικά με τον Άη Γιώργη και το δράκοντα. Σα μικρό παιδί έψαχνα να βρω το συμβολισμό τούτο λίγο πριν το τέρμα της παράξενης διαδρομής μου. Δεν έχει, ίσως, σημασία πως τον ερμήνευσα τότε, που ξαφνικά ανθίσαν στη ζωή μου πανέμορφα λιβάδια. Ακολούθησε μια έναρξη, τώρα μάλλον σημαίνει η λήξη. Όπως και νά'χει, όλοι μας έχουμε να υποτάξουμε κάποιον δαίμονα στη ζωή μας...

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αλωνάρης... (καθώς διαβαίνουμε τον Ιούλιο)

Πάει και ο Ιούνιος, ο Θεριστής... "Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις!" λέει ο λαός."Σπέρνεις ανέμους, θα θερίσεις θύελλες!" Ενίοτε, βέβαια, μια χαρά σπέρνεις τους σπόρους σου, αλλά το χωράφι είναι γεμάτο κρυμμένα ζιζάνια κι ο αγώνας δρόμου για να τα ξεπατώσεις σε εξαντλεί, οι καιρικές συνθήκες είναι κι αυτές εναντίον σου, ο φθονερός γείτονας σε σαμποτάρει (*) και έτσι βρίσκεσαι με μια συγκομιδή χειρότερη κι από θύελλα! Και μπήκαμε στον Αλωνάρη, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπου το θερμόμετρο ανεβαίνει κι ήρθε η ώρα να διαχωριστούν "δια της τριβής" οι σπόροι των δημητριακών "από του περιβλήματος", κοινώς να κάνεις ένα καλό ξεδιάλεγμα και, με κόπο πάντα φυσικά, να συγκεντρώσεις τον όσο πολύτιμο καρπό και να πετάξεις όλα τ'άχρηστα. Ακόμη κι αν ο καρπός είναι ελάχιστος, καλύτερα να μείνεις νηστικός και να τον φυλάξεις για την επόμενη σπορά, καθώς η Περσεφόνη θα έχει ήδη κατηφορίσει στα παλάτια του Άδη.
Κι αν το γνωμικό "προστάζει":"το Μάη πίνε το νερό, το Θεριστή το ξύδι, τον Αλωνάρη το κρασί να γίνεις παλληκάρι", αφού το μπουγέλωμα το φάγαμε και ξύδι μπόλικο μας τρατάρανε, μένει να δούμε αν θα γίνουμε παλικάρια!


(*) Σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Την πρώτη ημέρα του αλωνισμού συνηθίζετο εις πολλά μέρη της Ελλάδος να αφήνουν οι αγρόται εις την μέσην του αλωνιού όρθιον ένα δεμάτι σίτου, την τελευταίαν δε ημέραν αυτού να σταυρώνουν τον σωρόν του σίτου με το πτύον (φτυάρι) ή τον λιχνιστήρα, πέριξ δε του σταυρού να χαράσσουν ένα κύκλον, επειδή επίστευον ότι έτσι ασφαλίζουν τους καρπούς από την βασκανίαν ή από κάθε άλλην κακήν επήρειαν." Κατόπιν, καρφώναν το φτυάρι ή το λιχνιστήρα στο μέσο του σωρού και τελούσαν "καταχύσματα", δηλαδή λαμβάναν καρπό απ'το σωρό και τον έριχναν στο φτυάρι ή στο λιχνιστήρα κι ευχόντουσαν "και του χρόνου" να μπήξουν το φτυάρι τους στο σωρό του σίτου. Αυτή η διαδικασία, γινόταν από την αρχαιότητα, καθώς, όπως τονίζει κι ο Ν.Γ.Πολίτης ("Λαογραφία", Γ') αναφέρεται ήδη από το Θεόκριτο (για περιοχή της νήσου Κω) στα "Ειδύλλιά" του:
"Άραγε μας κεράσατε τέτοιο ποτό, ω Νύμφες,
στης Αλωίδας Δήμητρας πλάι εις το βωμό της;
Ας μπήξω πάλι στο σωρό ένα μεγάλο φτυάρι
κι αυτή γελώντας να κρατεί στάχυα και ανεμώνες."
("Θαλύσια", στ.154-7, απόδοση Ν.Νικολάου)

Ακόμη, αναφέρει ο Φίλιππος Βρετάκος, πως οι σχολιαστές βεβαιώνουν ότι το έθιμο τούτο ήταν παλαιότατο, ανάγοντες την πρώτη αρχή αυτού εις τον Τριπτόλεμο."Ειώθασι γαρ εκτρίψαντες τους καρπούς και σωρούς ποιήσαντες το πτύον πήσσει" και"Όταν δε λικμώνται και σωρεύωσι τον πυρόν (το σίτο), κατά μέσον πηγνύουσι το πτύον (φτυάρι) και την θρινάκην (το γεωργικό εργαλείο προς λίκνιση του σίτου, το λιχνιστήρα) κατέθεντο. Την δε αιτίαν είχον εκ Τριπτολέμου." (Σχολ.Θεοκρ.Ζ, 155-156). "Εν Κω παρέμεινεν η συνήθεια αύτη μέχρι και σήμερον."
Και προσθέτει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):"Χαρακτηριστικό είναι στην περίπτωση αυτή το προσκύνημα του σιταριού, που βρίσκουμε στ'αλωνιστικά έθιμα των Κρητικών του Λασιθίου. Εκεί:
"άμα 'πολιχνίσουνε τον καρπό, τόνε σταίνουνε σωρό. Του κάνουνε ένα σταυρό στη μέση και κατόπιν ένα στεφάνι [κύκλο] γύρω γύρω. Ύστερα καρφώνουνε την παλάμη στη μέση στο σταυρό με το χέρι της , κι είναι η χούφτα [το πλατύ μέρος] επάνω. Κάνουνε ύστερα τρεις μετάνοιες και πιάνουνε μια χαχαλιά καρπό, τον προσκυνούνε και ύστερα τόνε χύνουνε πάνω από την παλάμη. Ξανακάνουνε τρεις μετάνοιες κι αρχίζουνε να σακιάζουνε τον καρπό."
Η περιγραφή όσων τελούνται στο τέλος του αλωνισμού στα χωριά της Εύβοιας (που μας διέσωσε ο Γ.Δροσίνης (1)) είναι απήχηση των Θαλυσίων (2)της αρχαίας γιορτής για τη συγκομιδή των καρπών. Στις Γούβες της Ευβοίας, λέγει, αφού βάλουν το "λιώμα" σε ένα μακρουλό και ψηλό σωρό, που λέγεται "λαμνί",
η οικοδέσποινα κρατούσα λάγηνον προσφέρει ύδωρ είς ένα έκαστον, ίνα νιφθεί, κι εκείνος νιπτόμενος ραντίζει το γέννημα και το αλώνιον κύκλω, ευχόμενος και του χρόνου! Εν τέλει δ' η οικοδέσποινα πλαγίως κρατούσα την λάγηνον, δρομαίως περιτρέχει τον σωρόν, χωρίς να πέση ουδέ σταγών ύδατος κατά γης, ευχομένη και αυτή να γίνει του χρόνου τόσος ο σωρός, όσος είναι ο κύκλος, τον οποίον έκαμε.
Με το νίψιμο των χεριών όσων περευρίσκονται στον αλωνισμό και με τον ραντισμό της σοδειάς με νερό, καθώς και με την εικονική διαγραφή μεγάλου κύκλου γύρω από τον σωρό, και τη σοδειά ασφαλίζουν από την επίδραση του κακού, αλλά και την καλή χρονιοά για τον ερχόμενο χρόνο προμαντεύουν. Με τις ίδιες προφυλάξεις γίνεται στο τέλος "το μέτρημα και το σήκωμα του σωρού". [...]

Τέλος ως έκφραση ευχαριστιών και θυσία προς το πνεύμα της βλάστησης πρέπει να θεωρηθεί προσφορά του πρώτου ψωμιού της συγκομιδής, προσφορά που απευθύνεται είτε στη νύμφη του νερού είτε στον ξένοιαστο τζίτζικα. Ιδού οι σχετικές ειδήσεις. Στα Τοπόλια της Δυτικής Κρήτης
άμα θερίζουν, από τον πρώτο καρπό που θα ζυμώσουν κάνουν ένα κουλούρι και το πάνε στη βρύση και το κρεμούν στην κουτσουνάρα [κρουνό] της βρύσης, που τρέχει το νερό, για να τρέξουνε ετσά τα καλά και στο σπίτι. Όποιος πάει πρώτος να γεμίσει παίρνει το κουλούρι.
Η ίδια συνήθεια συναντάται και στον Δρυμό της Μακεδονίας. Στο Σαμόκοβο της Ανατ.Θράκης:
την πρώτη πίτα, που ζυμώνουν από το νέο ψωμί, τη λένε τζιτζιροκούλικο, γιατί ανήκει στο τζίτζιρα, που τραγουδεί, κατά την λαϊκήν δοξασίαν:
Θερίσετ' αλωνίσετε,
δεματοκουβανήσετε
κι εγώ το κουλικάκι μου
θέλω να μου το δώσετε.
Στη Λακκοβίκια της Μακεδονίας το:
τζιτζιρόκλικο το φέρουν αι γυναίκες εις την βρύσιν ή εις φρέαρ. Εκεί δε, αφ' ου το βρέξουν με νερόν της βρύσης, το διανέμουν εις τους παρατυχόντας, οι οποίοι εύχονται τα βέλτιστα."


(1):

(2): Θαλύσια:"ιερά, εκ του θάλλω (= βλασταίνω, ανθίζω), θυσία ευχαριστήριος δια το θέρος, προσφορά των απαρχών της γεωργίας, γινομένη κατ'αρχάς εις πάντας τους θεούς (μετέπειτα δε εις μόνην την Δήμητρα, πρβλ Θεοκρ.Ειδ.7,3)" ("Ομηρικό Λεξικό", Πανταζίδη)


ή, σε απόδοση Ι.Πολυλά:
"Ότι η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγή τους είχε στείλει 
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς' κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ'όχι η κόρη του Διός...."

Ενώ, στην πορεία της ιστορίας, οι απαρχές των σιτηρών προσφέρονταν στη θεά Δήμητρα, οπως καταγράφει κι ο Θεόκριτος:
"Γιορτάζαν τα Θαλύσια, τη Δήμητρα τιμώντας..."
"Πάμε για τα Θαλύσια από το δρόμο τούτο'
Εκεί τραπέζι κάνουνε οι δυο μας οι φίλοι,
την ευτυχία αρχίζοντας, για το πολύ το μέτρο,
που η πεπλοφόρα Δήμητρα έδωσε στη σοδειά τους."
(Θεοκρίτου, "Θαλύσια", απόδοση: Ν.Νικολάου)

Επανερχόμαστε στον Ιούλιο, που εκτός από "Αλωνάρης" ή "Αλωνιστής" είναι και"Χορτοθέρης" ή "Χορτοκόπος" αλλά και "Γυαλιστής" ή "Γυαλινός" (με παρετυμολογία του γυαλίζω= ωριμάζω, επειδή κατ' αυτόν αρχίζουν να γυαλίζουν οι ρώγες των σταφυλιών και να ωριμάζουν τα φρούτα), καθώς και "Χασκόμηνας" ή"Φουσκόμηνας", επειδή ωριμάζουν τα σύκα. Ο Ιούλης λέγεται και "Αϊλιάς" λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία, αλλά και "Αϊκήρυκος", "Αγιαμαρίνα" κι "Αη-Μιλιανός" λόγω των εορτών των ομώνυμων αγίων στο διάβα του. Κάποιοι, μάλιστα, στα ορεινά, τον λένε και "Θεριστή" σαν τον Ιούνη, γιατί εκεί συχνά εξακολουθεί ο θερισμός, λόγω των διαφορετικών καιρικών συνθηκών. (Μες στο μήνα τούτο, μεταξύ άλλων, γιορτάζει ο Άη Λιάς, η  Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Παντελεήμονας, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Κυριακή, ο Άη Προκόπης, η Αγία Μαρίνα....)

Οι βροχές τούτο το μήνα είναι σπανιότατες, αλλά αν συμβούν μπορεί να αποβούν και καταστροφικές, γι'αυτό ο λαός λέει:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποντισμένο τόπο"
(σημ. Βρετάκου: ποντισμένος= ο επάρατος, ο δυστυχής)
ή και:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο." 
Ακόμη λέγεται:
"Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμώνα νά'χεις!",
αλλά και
"Χιόνισε μες στο Γενάρη, νά οι χαρές του Αλωνάρη!"
"Που μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη." 
Την επίσημη ονομασία του τη δώσαν προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, ενώ, στο περίπου, αντιστοιχούσε με το μήνα Εκατομβαιώνα των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος ονομαζόταν έτσι διότι κατ'αυτόν τελούνταν τα "Εκατόμβαια", θυσία δηλαδή εκατό βοών, προς τιμήν του "ηλιακού" Απόλλωνα.
Καλό μας μήνα!

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Κούρος και κορόιδα!


[Αλλιώς σχεδίαζα να την κάνω αυτή την εγγραφή, που αφορά ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου θέμα, κι αλλιώς μου προέκυψε. Με άλλο φωτογραφικό υλικό και, προπαντώς, με άλλη διάθεση - η εκλειπούσα ήταν αρκετά χιουμοριστική, θα έλεγα. Αλλά υπολόγιζα, χωρίς τον ξενοδόχο! Λάθος, μέγα λάθος... Αλλά, βλέπεις, όταν γύρω σου συμβαίνουν χίλια μύρια τραγικά -πρώτον και κύριον ο τόπος σου κι ο λαός σου να βιάζεται ασύστολα- κι όταν και σε ατομικό επίπεδο έχουν πέσει φάσκελα απανωτά (κάποιος με καταριέται... τον ξέρω... -όχι, όχι δεν τού'χω κάνει κάποιο κακό... απλά προσπάθησα ματαιοπονώντας να σώσω όσα δε σώζονται, γιατί όταν κανείς δεν έχει ιερό ούτε όσιο και κυττάει μοναχά το τομάρι του καταστρέφοντας γύρω του ζωές και πας να τον σταματήσεις... όσο νά'ναι, θα βγάλει το άχτι του πάνω σου-.. αλλά δεν είμαι ποτισμένη με το ίδιο δηλητήριο για να πάρω δείγμα και να βρω το αντίδοτο)... όταν λοιπόν γύρω σου συμβαίνουν όλα τούτα και δε θες να το βάλεις κάτω και γουστάρεις να χαμογελάς κόντρα στον άνεμο, πιάνεσαι ακόμη και από δυο κορδελάκια για να τα καταφέρεις! Κι ίσως γίνεσαι κομματάκι ονειροπαρμένη... ή μάλλον καλύτερα να το πω, μικρό παιδί που θα χαρείς μ'αυτά τα απλά κορδελάκια σου! Κι έτσι ξεχνάς τον ξενοδόχο που καραδοκεί στη γωνία να στη χαλάσει! Γιατί είναι εκεί και περιμένει να μη χάσει την ευκαιρία, να σου δείξει με κάθε τρόπο πως εκείνος κρατάει τα κλειδιά στα χέρια... και πως όσο κι αν πασχίζεις να μπεις απ'το παράθυρο, εκείνος χωρίς να γίνει αντιληπτός, ύπουλα και μουλωχτά, θα δώσει μια κλωτσιά στη σκάλα να σε γκρεμίσει! Και θα σε βγάλει και τρελή αν τον ενοχοποιήσεις! Πώς συμβαίνει μόνο εσύ να τσάκωσες το χαιρέκακο βλέμμα του την ώρα που, "κατά λάθος", σκουντούφλησε κι έριξε την κλωτσιά; Για "κουρόγιδα" (βλέπε σημείωση στο τέλος) μας περνάς ξενοδόχε; Ή νομίζεις ότι θ'αποκάμουμε επειδή μας στέλνεις μονίμως "να κουρευτούμε", κατά Πανταζίδη (βλέπε πάλι σημείωση).... Η παρένθεση κλείνει, και, συγχωρέστε με, αλλά η κατάσταση είναι "πάρ' το αυγό και κούρευτο" καθώς μονίμως "πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένη" κι έπρεπε κι εγώ κάπου κομματάκι να εκτονωθώ για να μην πάρω τα βουνά, που λέει ο λόγος δηλαδή... γιατί τα βουνά τα πήρα χρόνια πριν... αλλά, φαίνεται, πως όπως λέει ο σοφός λαός "η τρέλα πάει στα βουνά"... κι είναι ωραία η τρέλα η καλή, αλλά κάπου-κάπου ξεφυτρώνει και μια άλλη, φαρμακερή κι άρρωστη, που δεν παλεύεται με τίποτα!]

Επανέρχομαι στον κούρο, λοιπόν, κι επειδή, όπως έγινε, δεν έχω διάθεση να περιγράψω τη δική μου μικρή εμπειρία, θα περάσω κατευθείαν στην πένα μιας πηλιορείτισσας γιαγιάς που είχε το μεράκι στα τελευταία χρόνια της ζωής της να καταγράψει γλαφυρά κάποιες από τις αναμνήσεις της. Από τις "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" της Μαρίας Γιαννιού, λοιπόν:

"Θα περιγράψω με λίγα λόγια πως κουρεύανε τα κοπάδια, τα παλιά χρόνια. Αυτή τη μέρα την έζησα κι εγώ και θέλω να τη διηγηθώ. Την άνοιξη, όταν ζέσταινε καλά ο καιρός, τα κοπάδια τα κουρεύανε για να μη ζεσταίνονται και για το μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για πολλά πράγματα: κάναν κάπες, γιατί η τρίχα είναι σκληρή και η βροχή δε στέκεται πάνω, γλιστράει και μένουν στεγνές, κάναν τρουβάδες, δισάκια, κιλίμια, κλπ.
Όταν γίνονταν κούρος, καλούσαν όποιους ήθελαν. Σε κάποιο κούρο κάλεσαν κάποιον από τη γειτονιά μας. Ήμουνα φίλη με την κόρη τους και πήραν κι εμένα. Θα πηγαίναμε πολύ ψηλά, "στου Αντωνάκη το ίσιωμα", με τα πόδια. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί, πριν να βγει ο ήλιος, και πήραμε το δρόμο για το βουνό. Τα σπάρτα ανθισμένα, η αγράμπελη ανθισμένη, οι δρόμοι γεμάτοι αγριολούλουδα. Το πρωινό αεράκι που φυσούσε, σκόρπιζε τα αρώματα και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Τα αηδονάκια κελαηδούσαν και διάφορα πουλάκια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Πιο πέρα βλέπω μια αλεπού που έτρεχε. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό, μου φαίνονταν μαγεμένα. Στο δρόμο βρήκαμε και τους άλλους. Φορτωμένα τα ζώα με φαγητά, μπουκάλια με κρασιά και τσίπουτρα. Είχαν ένα γραμμόφωνο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ράδια.

Κάποια στιγμή φτάσαμε. Ήταν ένα μεγάλο ίσιωμα. Σε μια άκρη ήταν τα μανδριά με τα γίδια. Γύρω-γύρω ήταν γεμάτο οξιές και μεγάλα πλατάνια. Κάτω από τα πλατάνια περνούθσε ένα πολύ μεγάλο αυλάκι με νερό ολοκάθαρο και παγωμένο, έβαζες τα χέρια και πάγωναν. Εκεί βάλαν τα κρασιά και τα τσίπουρα να κρυώσουν.
Έξω από το μανδρί ήταν οι άνδρες που κουρεύανε τα ζώα. Τα καλύτερα τραγιά τα κουρεύανε με σχέδιο, τα κάνανε διάφορες ψαλιδιές και ήταν πολύ όμορφα. Πιο πέρα άλλοι ψήναν στις σούβλες τα κατσίκια και μοσχοβολούσε το βουνό από ψητό. Πιο πέρα άλλος χτυπούσε βούτυρο' αφού αρμέξανε τα γίδια το πρωί, το γάλα το κάνανε βούτυρο. Είχαν ένα κάδο, ένα βαρελάκι ξύλινο, στενόμακρο, κάτω στενό και πάνω πιο φαρδύ. Βάζανε το γάλα, είχαν ένα κοντάρι, τον τάλαρο, έτσι το λέγανε' το κοντάρι ξύτλινο και κάτω στο κοντάρι ήταν καρφωμένος ένας στρογγυλός ξύλινος δίσκος κι αυτός είχε διάφορες τρύπες. Έπαιρναν το κοντάρι και χτυπούσαν με το δίσκο το γάλα. Αυτός ο δίσκος τα έκανε όλα. Το χτυπούσαν πολύ ώρα και μαζευόταν στην κορυφή το βούτυρο. Το ραντίζανε με κρύο νερό και το μαζεύανε, το κάνανε μπάλες και το βάζανε σε μια κατσαρόλα.
Κάτω απ'τα πλατάνια κόβανε κλωνάρια, τα στρώνανε κάτων και επάνω φτέρες και βάζανε κουβέρτες να καθίσουμε. Το γραμμόφωνο έπαιζε, άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν.
Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Βλέπω τον ευαυτό μου με ένα θαλασσί φουστανάκι, να τρέχω να μαζεύω αγριολούλουδα. Την όμορφη αυτή μέρα δε θα την ξεχάσω. Ό,τι έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια δεν τα ξεχνώ.
Αφού ψηθήκανε τα κρέατα, στρώσανε τραπέζια. Όλοι ήρθαν στο κέφι από το κρασί, ύψωναν τα ποτήρια κι εύχονταν στο νοικοκύρη "να ζήσεις, να χιλιάσεις τα γίδια, πάντα άξιος" και το γλέντι συνεχιζόταν. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές από φωνές και τραγούδια μέσα στο βουνίσιο αυτόν παράδεισο. Τέτοιο βούτυρο δεν είχα φάει και ούτε ξανάφαγα. Τέτοια γεύση και άρωμα δεν την ξαναδοκίμασα.
Αφού πέρασε η ώρα τα μαζεύτανε και αρχίσαμε να φεύγουμε. Πήραμε το δρόμο για το χωριό. Τα κουδούνια χτυπούσαν τόσο όμορφα, μια παράξενη υπαίθρια μουσική ακουγόταν. Στάθηκα και τα κοίταζα όλα γύρω, δεν χόρταινα να τα βλέπω και έλεγα "θα ξανάρθω άλλη φορά". Κι όμως δεν ξαναπήγα. Αλλά η εικόνα του έμεινε ζωντανή στο μυαλό μου.
Όλη η παρέα με τραγούδια φτάσαμε στο χωριό.
"Βουνό, δεν σε ξαναείδα
και όμως σαν ηλιαχτίδα
μες στην ψυχή μου ζεις.""



Αλλά, ας δούμε και την όμορφη περιγραφή του Βασίλη Λαμνάτου ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
















Σημείωσις:

Εκ του αρχαιοτάτου (αρχ.ρήμα κείρω) όσο και σύγχρονου "κούρος" ή "κουρά", το κουρείο, ο κουρέας και τα συναφή, αλλά και το κορόιδο ή κουρόγιδο! Είσαι σαν κουρεμένο γίδι, ένα πράγμα!

Καταγράφει ο Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του στο λήμμα "κείρω": Α), 1) κείρω, αποκείρω, κουρεύω..., 2) κατατρώγω, καταβιβρώσκω, επί ζώων, 3)μεταφορικά: τρώγω, φθείρω, κατασπαταλώ... Και Β) κουρεύομαι, κόπτω την κόμην μου, ίνα προσφέρω αυτήν θύμα εις τον νεκρόν. (Εντευθεν ίσως έλαβε την αρχήν η της καθομιλουμένης κατάρα "να κουρεύεσαι! να κουρεύεται!", ισοδύναμος προς την άλλην "να χαθής, να χαθή, ή να πάη στ'ανάθεμα", όχι διότι πάσα κουρά φέρει ελάττωσιν και ζημίαν, κατά τον Κοραήν, αλλά μάλλον διότι σημαίνει: να πενθήση, να χάση τινά φίλτατον, ώστε να αναγκασθή να κόψη την κόμην του, εν γένει να δυστυχήση.)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

η ζωή που περνάει και χάνεται...

... η στιγμή που ποτέ δεν πιάνεται.. 


σήμερα........






η ζωή μου όλη σήμερα....






χθες αλλιώτικα σκεφτόμουνα...






το αύριο ονειρευόμουνα....



Σήμερα... η ζωή μου όλη σήμερα...
όσα πέρασαν δε μείνανε... κι όσα έρχονται δε γίνανε...

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

"Θεριστής" και "Κερασιάρης"!

"Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές!" 

Από αύριο μπαίνουμε, λοιπόν, στον Ιούνιο, στο λεγόμενο "Θεριστή", επισήμως τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, αν και, όπως σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") "ως προς τον χρόνο της ελεύσεως του θέρους οι κάτοικοι της υπαίθρου είναι δύσπιστοι. Ασφαλή και βεβαιαν θεωρούν την είσοδό του μόνο όταν ακούσουν το τραγούδι των τεττίγων", δηλαδή των τζιτζικιών, "οι οποίοι":


δηλαδή "εις τα δάση καθήμενοι επί δένδρου αφήνουν την απαλήν (λεπτήν) φωνήν των" (Όμήρου Ιλιάς Γ 151). Για αυτό και λένε:
"Μη σε γελάσει ο βάθρακας (μπακακας) ή το χελιδονάκι
αν δε λαλήσει ο τζίτζικας δεν είν' καλοκαιράκι!"
και:
"Τζίτζικας ελάλησε, πάρτε τα δρεπάνια σας!",
καθώς και:
"Τσίντσηρας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε",
αφού το τερέτισμα των τζιτζικιών σημαίνει και την αρχή ωριμάνσεως των σταφυλιών!

Θεόφιλος

"Με τον Ιούνιο μπαίνουμε πια στο ζεστό καλοκαίρι και στην εποχή του θερισμού. Οι κόποι κι ο ιδρώτας των ζευγάδων της περασμένης σποράς, γίνονται τούτο το μήνα χρυσάφι. Χρυσάφι που σκεπάζει τη γη και την κάνει σωστό χρυσοπέλαγο στα μάτια και στις καρδιές των γεωργών μας. Πού και πού διακρίνει κανένα χέρσο κομμάτι ή κάνα πράσινο μπάλωμα μέσα στη χρυσαφιά απεραντοσύνη του κάμπου.
Στις αυλές των σπιτιών τους, κάτω απ'το δροσό και παχύ ίσκιο των μουριών, οι θεριστές γεωργοί τροχούν τα δρεπάνια τους, τα μαχαίρια του θερισμού, που μ'αυτά θα κόψουν σε λίγο τα γινωμένα στάχυα του σιταριού.



Ο Ιούνιος φέρνει την πιο μεγάλη χαρά στους ξωμάχους μας. Το μεγάλο πανηγύρι π'αναστατώνει σβάρνα όλα τα χωριά κι αλλάζει την ψυχολογία των γεωργών μας. Μας κουβαλάει τον θερισμό που δε σηκώνει καμιά αναβολή. Γι'αυτό κι ο λαός μας λέει: "Θέρος, τρύγος, πόλεμος".", περιγράφει γλαφυρά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"). Έτσι, όσο πιο νωρίς το πρωί, για να αποφύγουν τη μεγάλη κάψα ξεκινάει ο θερισμός. Και συνεχίζει:
"Σε λίγες μέρες, αφού καλολιαστεί το κομμένο σιτάρι, φτάνει κι ο δεματάς στα χωράφια με τα σικαλένια δεματικά ή "δεματκά" κατά τον ξωμάχο, για να μαζέψει τις χεριές και να τις κάνει δεμάτια. [...] Τούτα δω τα δεματικά, ο ξωμάχος τα φτιάχνει με ολάκερο τον κορμό της σίκαλης. Ξεριζώνει τη σίκαλη τούτο τον καιρό, τη μαζεύει προσεχτικά, τη δένει και τη βάζει στο νερό κάνα δυο μέρες, για να μουσκέψει. Έπειτα τη βγάζει, πιάνει έναν ίσκιο κι αρχίζει να δουλεύει. Πιάνει μερικά κλωνιά σίκαλη και τα δένει πολύ καλά απ'το πάνω μέρος πού'νια τα στάχυα κι ύστερα τα στρίβει αντίθετα καλά, καλά να καλοστριφτούν, αγκαλιάζοντας τό'να τ'άλλο και πετάει έτοιμο κάτω το δεματικό στριμμένο κι όμορφο σαν πλεξίδα. Φτιάχνει καμιά εκατοστή από δαύτα τα ξαναβουτάει στο νερό και τ'αφήνει εκεί να τα βρει την άλλη μέρα το πρωί, που θ'αρχίσει με το χάραμα το δέσιμο του σιταριού. Και να πως: Ξαπλώνει καταγής ξεστριμμένο το δεματικό και στοιβάζει πάνω σ'αυτό εξήντα χεριές σιταριού όμορφα και συμμετρικά. Ύστερα, πιάνοντας τις άκρες του σικαλένιου δεματικού με τα χέρια του και πιέζοντας με το γόνατό του τις χεριές τις σφίγγει δυνατά, τις δένει και να, έτοιμο το δεμάτι. Το πιάνει τώρα, το στήνει με τα στ΄χυα προς τα πάνω κατά τον ήλιο για να ξεραθεί τελείως και για να μπορεί να το φορτώνει στα ζα του ευκολότερα, όταν θ'αρχίσει, ύστερα από λίγο, να το κουβαλάει στ'αλώνια."




Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), μας περιγράφει κι ένα όμορφο έθιμο του θερισμού:
"Υπάρχει η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μιαν ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι" ή "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως "αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."


Και συνεχίζει:




Αλλά πέρα από το θερισμό, ο Ιούνιος συνδέεται με τον κούρο των αιγοπροβάτων (ευελπιστώ να κάνω ανάρτηση σχετική μέσα στο μήνα), αλλά και με τη συγκομιδή των κερασιών, γι'αυτό και λέγεται και "Κερασιάρης" ή "Κερασιανός". Ακόμη τον ονομάζουν ""(Ε)ρινιαστή" (Πάρος) ή "Ορνιαστή" (Άνδρος) διότι γίνεται οερινεασμός, δηλ. η ανάρτησις ερινεών (αγριοσύκων) από τους κλάδους ήμερων δένδρων συκής δια την γονιμοποίηση των καρπών των (ήτοι των σύκων).", καθώς και "Θερμαστή", αλλά και ""Αϊγιάννη" ή "Αϊγιαννίτη", διότι άγεται κατ'αυτόν η εορτή των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννου". (Φίλιππος Βρετάκος)

Κλείνοντας, να αναφέρω ότι , κατά την επικρατούσα άποψη, ο Ιούνιος ονομάστηκε έτσι από τους Ρωμαίους προς τιμήν της θεάς Juno, που αντιστοιχεί στη δική μας θεά Ήρα κι ήταν προστάτης του συζυγικού βίου και του γάμου.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Αναστενάρια και Αναστενάρηδες!

Μια από τις μεγαλύτερες πανελλήνιες γιορτές σήμερα, Κωνσταντίνου και Ελένης, οι οποίοι σε πολλές περιοχές τιμώνται με μεγάλα πανηγύρια, λιτανείες και χορούς. Σε κάποια από τα πανηγύρια τούτα, μάλιστα, θυσιάζονται -ή, έστω θυσιάζονταν μέχρι πρότινως- "ταύροι ή κριάρια για την υγεία και την ευτυχία της κοινότητας και τα κρέατα μοιράζονται στους πιστούς. Τη γιορτή κλείνουν αγώνες και χοροί." (Γ.Μέγας)

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά έθιμα της μέρας, όμως, αποτελεί η τελετή των Αναστεναρίων που παλαιότερα λάμβανε χώρα σε περιοχή της Ανατολικής Θράκης, αλλά αργότερα, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, άρχισε να συναντάται σε περιοχές της Μακεδονίας όπου μεταφέρθηκαν οι θρακιώτικοι εκείνοι πληθυσμοί. Είναι ένα έθιμο, από τη μία μεν πλέον χριστιανικό καθώς εκφράζει τη βαθιά πίστη των λατρευόντων προς τον άγιο Κωνσταντίνο, αλλά σαφέστατα με πολύ βαθιές κι αρχέγονες ρίζες, κατάλοιπο της αρχαίας θρησκείας. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που το έθιμο τούτο το αντικρίζουμε σε θρακιώτικο έδαφος, το οποίο αποτελούσε και την κοιτίδα της λατρείας του θεού Διονύσου, πάνω από 3000 χρόνια πριν από τις μέρες μας. Αλλά, ας αφήσω το μεγάλο λαογράφο μας Γεώργιο Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") να μας περιγράψει τα του εθίμου τούτου:






















































Και για όποιον ενδιαφέρεται περισσότερο για το έθιμο αυτό, μεταφέρω εδώ και κάποια αποσπάσματα από τη σπουδαία μελέτη του λαογράφου της Θράκης, Πολυδώρου Παπαχριστοδούλου, "Τ' Αναστενάρια, οι Καλόγεροι, Σεϊμένηδες κ' οι Πιτεράδες: Έθιμα πανάρχαια της Ανατολ. Θράκης και συγκαιρινά." , από μια σπάνια ανατύπωση του Αρχείου Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού.: