Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Του Άη Γιαννιού η κουκόφαβα (2)


Του Άη Γιαννιού του Προδρόμου σήμερα, και χθες τον τιμήσαμε μ'εσπερινό και αρτοκλασία στο μικρό πανέμορφο ξωκλήσι του. Φυσικά, "διαβάστηκε" κι η παραδοσιακή κουκόφαβα που είχαν ετοιμάσει οληνυχτίς οι γυναίκες του χωριού για να μοιραστεί στον κόσμο. Θυμήθηκα τότε στο pathfinder μια από τις πρώτες εγγραφές που είχα κάνει για τα έθιμα του Άη Γιαννιού, για την παρασκευή της φάβας, αλλά και για την ιδιαίτερη ιδιότητα που του προσέδιδε ο λαός, εκείνη του θεραπευτή για όσους πάσχουν από θέρμη και πυρετό! Και τις "λυπήθηκα" όλες τούτες τις αναρτήσεις πού'χα κάνει χρόνια πριν στο παθ κι όταν έκλεισε και τις μετέφερα εδώ ψιλοχάθηκαν στη λήθη. (Αν και, μεταξύ μας, τις βλέπω συχνά αντεγραμμένες κάτα γράμμα σε άλλες ιστοσελίδες, χωρίς καμιά αναφορά πηγής...) Και μιας και την νοστάλγησα, για όποιον ενδιαφέρεται για του Άη Γιαννιού τις παραδόσεις, ο σύνδεσμος εκείνης της ανάρτησης του 2008 (την οποία, μάλιστα, την είχα μεταφέρει από τότε, κάνοντας κάποιες δοκιμές σε τούτη την πλατφόρμα), εδώ:


Χρόνια πολλά!

Υ.Γ. Εντελώς άσχετο: Να δω εγώ πως με το νέο blogger θα κάνω αναρτήσεις που ο υπολογιστής είναι "αρχαίος" και τα windows xp (οπότε και πάσχει στο θέμα ενημερώσεων) και δε μου εμφανίζει τίποτα στη σύνθεση κειμένου, ένα κενό ταμπλώ που όσο και να πληκτρολογείς παραμένει κενό... Έχει κανείς καμιά φαεινή ιδέα;

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Λαογραφικά του Δεκαπενταύγουστου και έθιμα της Παναγιάς

Λαογραφικά της Γιορτής της Παναγιάς αλλά και του πρώτου Δεκαπενθημέρου του Αυγούστου που είναι αφιερωμένο σε Εκείνην, παραδόσεις αλλοτινών εποχών αλλά και του σήμερα, έθιμα του λαού μας και σημεία της διαχρονικής πίστης και λατρείας προς το πρόσωπό Της, μέσα από την όμορφη γραφή σπουδαίων λαογράφων μας: 

- Από τον Νίκο Ψιλάκη:
"Οι σύγχρονοι Αποστόλοι εκ περάτων: 
Δεκαπεντιστές, δεκαπενταριστές ή δεκαπεντάρηδες... Είναι οι προσκυνητές εκείνοι που από την τελευταία μέρα του Ιουλίου εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, άλλοτε οικογενειακώς, άλλοτε μεμονωμένα, για να εγκατασταθούν σε κάποιο μοναστήρι της Παναγιάς ή σε κάποιο ιερό προσκύνημα, όπου διαμένουν μέχρι το απόγευμα της 15ης Αυγούστου. Παλιότερα το έθιμο των δεκαπεντάρηδων ήταν το πιο χαρακτηριστικό του Δεκαπενταύγουστου και μπορούσε να συναντήσει κανείς ιδιαιτέρως στην Κρήτη και στα νησιά, πιθανώς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στις μέρες μας [...] ελάχιστα πλέον είναι τα μοναστήρια και τα ξωκλήσια της Κρήτης που κατακλύζονται από τους ιδιότυπους προσκυνητές [...]
Ξυπνούσαν πολύ πρωί, σε μερικά προσκυνήματα ακόμη και στις 3 τα ξημερώματα, και πήγαιναν στην εκκλησία για τον Όρθρο. Το πρωί άρχιζε η προετοιμασία του μεσημεριανού φαγητού, ύστερα από την κοινή προσφορά καφέ ή ροφήματος στην τράπεζα της μονής ή από καζάνι στον περίβολο του προσκυνήματος. Το ρόφημα αυτό παρασκευαζόταν συνήθως από αρωματικά βότανα της κάθε περιοχής... Το ίδιο καζάνι με τα "βραστάρια" στηνόταν και το βράδυ, μετά την παράκληση. Το φαγητό των δεκαπεντιστών ήταν λιτό. Ψωμί κι ελιές, άφθονα φρούτα, αλλά και λαχανικά. ... Το γεύμα και το δείπνο μπορούσαν να είναι κοινά είτε για μερικές οικογένειες, είτε για ολόκληρο τον όμιλο... οι απογευματινές ή βραδινές συναθροίσεις περιείχαν και πάλι το στοιχείο της κοινής συμμετοχής, καθώς όλοι σχεδόν ψέλλιζαν τις παρακλήσεις προς τη θεοτόκο "διάσωσον από κινδύνων..." Κανείς από τον λατρευτικό όμιλο δεν τολμούσε να απουσιάσει. [...]
Η αγροτική οικογένεια της Κρήτης έπαιρνε μαζί της για το δεκαπέντισμα τα χρειώδη: τσικάλια, πιάτα, όσπρια, βότανα ή καφέ, κρασί, τσικουδιά, παξιμαδιασμένο ψωμί, σιτάρι, αλεύρι, μερικές φορές κεφαλές σιταριού ακαθάριστες για το πρώτο ψωμί ("αυγουστόψωμο"), μέλι και αμύγδαλα της καινούριας σοδειάς για την αμυγδαλόπιτα ή τη μελόπιτα της Παναγιάς. Συνήθως έφτιαχναν μια πίτα με πετιμέζι απ'τα καινούρια σταφύλια.. [...] Οι δεκαπεντιστές έπαιρναν συνήθως μαζί τους (όταν υπήρχε χώρος για βοσκή) τα γαλακτοφόρα οικόσιτα ζώα τους, αγελάδες, πρόβατα και αίγες. Καθώς... ήταν εποχή νηστείας... το γάλα χρησίμευε για την παρασκευή του ξινόχοντρου [...]
Η αφήγηση μιας προσκυνήτριας μπορεί να μας δώσει μια καθαρή εικόνα της λειτουργίας του ιερού λίγο πριν και λίγο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο:
"Μια μέρα πριν ξεκινήσουμε έπρεπε να ζυμώσουμε φτάζυμα που αντέχουν πολύ καιρό και να τα πάρουμε μαζί μας, ολόκληρα σακιά για να φτάξουν για όλες τσι μέρες. Αυτή ήταν η πιο μεγάλη ετοιμασία μας. Εξεκινούσαμε την παραμονή το απόγευμα πριν από το Δεκαπενταύγουστο για να είμαστε εκεί πριν νυχτώσει. Άλλες φορές εφεύγαμε και το πρωί της 1ης Αυγούστου. Εφορτώναμε στο γάιδαρο τα πράματά μας, το τσουβάλι με τα ψωμιά, όσπρια, κηπικά, πατάτες, λάδι, ό,τι 'θέλα χρειαστούμε και τσι στρωματσάδες μας. Είχαμε συνεννοηθεί με συγγενείς, φίλους και γειτόνους και φεύγαμε όλοι μαζί, μπορεί και δέκα και δεκαπέντε οικογένειες μαζί. Μας εθωρούσανε οι άλλοι, μια πατούλια ανθρώπους με τα κτήματα, και ξέρανε πως επηγαίναμε για δεκαπεντάρισμα. Συναντούσαμε κι άλλες πατούλιες, άλλοι καβαλάρηδες, άλλοι πεζοί, μερικοί επηγαίνανε και ξυπόλητοι. Εκατέχαμε πως αυτοί οι ξυπόλητοι είχαν τάξιμο. Αν αρρωστούσε κανείς δικός μας ελέγαμε, "κάμε τόνε καλά, Παναγιά μου, κι εγώ θα'ρθώ να δεκαπενταρίσω στη χάρη σου." Ή "κάμε τόνε καλά κι εγώ θα νά'ρθω αξυπόλητη να δεκαπενταρίσω." Άμα έταζες πράμα, έπρεπε να το κάμεις κιόλας. 
Εθέλαμε πάνω από τρεις-τέσσερις ώρες απ'το χωριό μέχρι το Μάρτσαλο. Φτάναμε κει, ξεφορτώναμε τσι γαϊδάρους και πιάναμε ένα τόπο όλοι μαζί. Άμα είχε ελεύθερη σπηλιά επηγαίναμε εκεί, άλλοι μέσα κι άλλοι απ' όξω. Άμα δεν είχε ή έπρεπε να κάμαμε καλύβα ή να κάτσομε κάτω απ'τα δέντρα. Όποιος προλάβαινε πήγαινε στον τόπο που ήθελε, αλλά κανείς δεν τό'χε έγνοια. Στη χάρη τση Παναγιάς επηγαίναμε, όχι για να τσακωνόμαστε για τσι τόπους. Είχε κάτω-κάτω μερικούς μεγάλους φοίνικες που κάνανε σα σπιτάκι με τσι κορμούς. Άμα πηγαίναμε εκεί δεν χρειαζόταν ούτε καλύβα ούτε τίποτσ' άλλο. Αν έβαζες και μερικά κλαδιά ήταν σα μεγάλο δωμάτιο. Από την ώρα εκείνη ήμαστε στην υπηρεσία τση Παναγιάς. Μερικές φορές όμως επηγαίναμε στη θάλασσα, λίγο πιο κάτω απ'το Μάρτσαλο. Ωραία αμμουδιά, με σπηλιαράκια γύρω γύρω και κάναμε και κανένα μπάνιο. Το βράδυ έπρεπε να είμαστε στην εκκλησία απαραιτήτως. Κι όταν ετελείωνε η παράκληση εκαθόμαστε απ'όξω, έχει ένα πλατεάκι και πεζούλια, κι αποσπερίζαμε όλοι μαζί. Δεν εκάναμε μεγάλο κέφι γιατί υπήρχε σεβασμός στην εκκλησία.
Κάθε μέρα εμαγερεύαμε. Δίπλα στη στρωματσάδα μας σκάβαμε ένα λακουβάκι και κάναμε παραστιά. Οι συγγενείς εστέναμε μαζί τσικάλι. Πολλές φορές εκαθόμαστε τριάντα και σαράντα άνθρωποι μαζί χάμαι, είχαμε στρωμένο ένα ρούχο όπως βάνουν το τραπεζομάντηλο κι ετρώγαμε. Αν είχε μεγαλύτερους χώρους θα τρώγαμε όλοι μαζί. Εκεί δεν είχε διαφορές, ήμασταν όλοι για τον ίδιο σκοπό, δικοί και ξένοι. Νερό επίναμε από ένα καβούσι που είχε εκεί. Έτρεχε λίγο μα έφτανε.
Την τελευταία βραδιά επηγαίναμε στην εκκλησία και δεν εβγαίναμε καθόλου από μέσα μέχρι το πρωί της Παναγίας. Όταν τελείωνε η παράκληση καθόμασταν και δε μιλούσαμε πολύ για δυο-τρεις ώρες. Στις τρεις ή τέσσερις το πρωί άρχιζε πάλι η εκκλησία.
Αξέχαστη θα μου μείνει η τελευταία μέρα. Ήταν όλοι πιο εύθυμοι και κατεβαίναμε ομαδικά στην παραλία. Κάναμε το μπάνιο μας, ετρώγαμε και γυρίζαμε πίσω." (πληροφορίες: Ελένη Μπιτσακάκη, Πετροκεφάλι)"
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις: Καρμάνωρ)



- Από τον Δημήτριο Λουκάτο:
" "Της Παναγιάς η Κοίμηση", λένε... [...] Μέσα στον παραγωγικό και καρποφόρο Αύγουστο, η γιορτή της Παναγίας μοιάζει με Πάσχα, ύστερα από τη δεκαπενθήμερη νηστεία της, αλλά και σαν κορωνίδα των γιορτών του καλοκαιριού, αφού έπειτα μπαίνουμε στο φθινόπωρο... Το γεγονός του θανάτου της Παναγίας δε δημιουργεί πένθιμη ατμόσφαιρα (όπως ο θάνατος του Χριστού), γιατί, εκτός από τις ήρεμες και γερασμένες συνθήκες της, η Μητέρα του Θεού, σύμφωνα με τη διδασκαλία της εκκλησίας, "μετέστη προς την ζωήν". Οι καθολικοί, που τη γιορτάζουν την ίδια μέρα, δέχονται ότι η Παναγίας ανελήφθη ολόσωμη στον ουρανό κι έτσι την παριστάνουν στις αγιογραφίες τους. Για τους Ορθοδόξους όμως η Παναγία πέρασε από θνητό θάνατο και ταφή, και παρέδωσε την ψυχή της στο Χριστό. Χαρακτηριστική είναι στην εικονογραφία μας η φασκιωμένη βρεφική ψυχή της Παναγίας.
"Όταν, λέει το συναξάρι της, ο Χριστός αποφάσισε να πάρει μαζί του τη Μητέρα του, της έστειλε τρεις φορές νωρίτερα τον άγγελό του, να της το πει. Εκείνη χαρούμενη πως θα συναντούσε το παιδί της, πήγε πρώτα στο Όρος των Ελαιών να προσευχηθεί, όπου τα δέντρα έγειραν και τη χαιρέτησαν. Γύρισε στο σπίτι, σκούπισε, ετοίμασε το κρεβάτι της και όσα νεκρικά θα της χρειάζονταν, άναψε κεριά και κάλεσε γείτονες και συγγενείς να παρευρίσκονται στο θάνατό της. Τους έκαμε γνωστό το μήνυμα του αγγέλου, και τους έδειξε κι ένα κλαδί φοινικιάς, που εκείνος της άφησε. Άρχισαν τα κλάματα οι γυναίκες, αλλά η Παναγιά τις παρηγορούσε, ότι καθόλου δε θα ξεχάσει τον κόσμο. Μοίρασε και τα λιγοστά της φορέματα στις φτωχές. Ακούστηκε έπειτα μια βροντή, σύννεφα σκέπασαν το σπίτι, και να οι Μαθητές του Χριστού συνάχτηκαν, από τα πέρατα της Οικουμένης, για τη θανή της. [...] Η Παναγιά έτοιμη, έπεσε στην κλίνη της, "σχηματίστηκε" και παρέδωσε το πνεύμα. [...]"
... ο ελληνικός λαός λατρεύει την Παναγία σαν θνητή μητέρα του Χριστού και σκέφτεται το θάνατό της ανθρώπινα. Σήμερα μάλιστα στα μεγάλα πανηγύρια της, τα χαρούμενα και καλοκαιρινά, με τα ελεύθερα φαγοπότια, ούτε αυτόν το θάνατο συλλογίζεται. Η Παναγία ζει πάντα, αιώνια μητρική θεότητα στη σκέψη του, με θαυματουργικές παρεμβάσεις στη ζωή... Τα μεσάνυχτα και τα μεσημέρια της Γιορτής της (με τις ολονυχτίες και τους συμποσιακούς πανηγυρισμούς), σ'όλοκληρο το ελληνικό ύπαιθρο, κυριαρχεί η δυναμική παρουσία της, γι'αυτό και μέσα στα εικοσιτετράωρα των πανηγυρισμών της αποκλείεται κάθε παρουσία δαίμονα και ξωτικού στους κάμπους και στα βουνά, ή στα ποτάμια και στις θάλασσες με τα ξωκλήσια. Μεγάλο προσκύνημα στην Αιγαιακή Ελλάδα η Τήνος..."
(Δημητρίου Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά", εκδόσεις: Φιλιππότη)

Παναγία της Τήνου
- Από τον Αλέκο Φλωράκη:
""Στ'ς Πόλες, στου χουράφ' τ'Δοξαρά, ήταν κάποτ' ένα τρανό Πριγκιπάτο και τούχεν, λέγαν οι παλιοί, μια πανώρια βασίλισσα. Δε θα πιράσ' πολύς καιρός κι θα ξεναγενεί όπως κι πρώτα κι θά'ρκονται από τα πέρατα τ'σης γης να το δουν." Κάπως έτσι θα τά'λεγε ο μπαρμπα-Γιάννης ο Γκιουζές κάπου στα χίλια οχτακόσια τόσο, στον καφενέ της Χώρας του Αγίου Νικολάου, όπως λεγόταν τότε η πόλη της Τήνου. Όταν μερικά χρόνια αργότερα, μεσημέρι της 30ης Ιανουαρίου του 1823, "ευρέθη η προ πολλών χρόνων εγκεκρυμμένη τη γη εικών αύτη της υπεραγίας Θεοτόκου", το παλιό Πριγκιπάτο ξαναχτίστηκε σε μορφή αιγαιοπελαγίτικης βασιλικής και η Βασίλισσα "ώφθη φωτισμός και βεβαίωσις", "στύλος πύρινος οδηγών τους εν σκότει". Ήταν ο Μανόλης Μάτσας ή Σπανός που χτύπησε με την αξίνη το ξύλο της άγιας εικόνας, το μεσημέρι εκείνο. Κι ευθύς, η αγωνία έξι ολόκληρων μηνών έρευνας έγινε κύμα ενθουσιασμού που συνεπήρε όλο το νησί. Ποτάμια φώτα που κατέβαιναν τις βουνοπλαγιές και κυλούσαν προς το χωράφι του Δοξαρά. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και οι χωρικοί έφταναν από τα Μέσα και από τα Έξω Μέρη, σειρές σειρές κρατώντας τ'αναμμένα φαναράκια τους. Αυτό το γεγονός ζητούν να ζωντανέψουν σήμερα τα φαναράκια των παιδιών, που, κάθε 30 του Γενάρη βράδυ, γυρίζουν ανάμεσα στις στολισμένες με ροδοδάφνες και μυρτιές πλατείες της Χώρας με τα φαναράκια στα χέρια και τραγουδούν:
"Δεύτε Τήνιοι πολίται να πανηγυρίσωμεν,
εύρεσιν της Παναγιάς μας όλοι να υμνήσωμεν".
Η εύρεση της εικόνας της Μεγαλόχαρης υπήρξε σταθμός για το νησί. [...]
Όχι μόνο οι ενοριακές εκκλησίες, αλλά και τα ξωκλήσια πανηγυρίζουν τη μέρα της θεομητορικής γιορτής στην οποία είναι αφιερωμένα. Είναι ιερή υποχρέωση του ιδιοκτήτη να φροντίζει το εκκλησάκι του, να το "ανάβει" κάθε σχολόβραδο και Σαββατόβραδο, να το λειτουργεί τη μέρα της γιορτής του, να το ανασταίνει, τελώντας μια δεύτερη λειτουργία μετά το Πάσχα. Όλες αυτές οι Παναγίες ασβεστωμένες και γιορτινές, στολισμένες με λουλούδια, μυρτιές και σπάρτα, με λεμονόφυλλα σκορπισμένα στο πάτωμα, θα πλημμυρίσουν αποβραδίς χαρούμενα πρόσωπα στο Μεγάλο Εσπερινό, θα σημάνουν θριαμβικά στην ορθρινή λειτουργία, θα καλωσορίσουν τους χωριανούς με γάλα, καφέ, ψωμοτύρι, στροφλιά, ξεροτήγανα και μεζέδες, το γνωστό "πανέρι". Στα πανηγύρια των χωριών θα ακολουθήσουν τραπέζια σ'όλα τα σπίτια για ξένους και δικούς, συχνά με παραδοσιακά καθορισμένο φαγητό, με βιολιά και χορούς στην πλατεία, με κοινά τραπέζια όμοια με "αγάπες" πρωτοχριστιανικές. Κάποτε και με ιδιαίτερα έθιμα, όπως οι "ροδαριές" στην Παναγία τη Λακκωτιανή, λουλούδια δηλαδή καρφωμένα στο πιρούνι, που αλλάζουν μεταξύ τους οι πανηγυριστές, ένδειξη ξεχωριστής αγάπης. Έτσι συνταιριάζονται οι μεταφυσική δίψα της ψυχής και η κοινωνική ανάγκη, ανάπαυλα απ'το μόχθο και πλησίασμα της καρδιάς, ψαλμός και τραγούδι. Ο θρύλος χάνεται σε χρόνια παλιά. Ένα όνειρο, ένα άκτιστο φως, ένα τάμα, η θάλασσα να ταξιδεύει τις Παναγιές και μετά το θαύμα. Μήπως το θαύμα δεν είναι η έννοια της ζωής;..."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο", εκδόσεις: Φιλιππότη)

Κοίμηση της Θεοτόκου
- Από τον Βασίλη Λαμνάτο:
"...έρχεται στις 15 Αυγούστου η Κοίμηση της Θεοτόκου... η γιορτή της Παναγιάς... Με το όνομά Της ο λαός μας έπλασε ένα σωρό ιστορίες και είδε αμέριστη και ζωντανή τη βοήθειά Της στις πιο δύσκολες μέρες της ζωής του. Έτσι, δέθηκε πιότερο με την ύπαρξή Της και σεβάστηκε απόλυτα την παρουσία Της. Μπροστά δε στη θεία και πάναγνη μορφή Της, με το θλιμμένο χαμόγελο, γονάτισε πολλές φορές και γέμισε την ψυχή του με δύναμη κι ελπίδες, με κουράγιο και καρτερικότητα. 
Γι'αυτό, ανήμερα της Παναγιάς όλα σχεδόν τα ξωκλήσια και μοναστήρια γεμίζουν από κόσμο. Κι ακόμα φέρνουν εδώ τραβώντας πολλά ζωντανά για τάματα, βόδια, άλογα, αρνοκάτσικα, προβατίνες, κριάρια, γίδες, τραγιά, ένα σωρό ζωντανά. Ένα σωρό τάματα για τα κακά πού'διωξε η Μεγαλόχαρη.
Τον Δεκαπενταύγουστο ο τσοπάνης δεν αρταίνεται ποτέ του. Δεν βάζει γάλα στο στόμα του, που να τον σκοτώσεις. Πιστεύει πολύ σ'αυτή τη μικροσαρακοστή της Παναγιάς και τη σέβεται απόλυτα. Ανήμερα στις 15 θα πάει να κοινωνήσει κιόλας. Κι ύστερα, με το σχόλασμα της εκκλησιάς, θα φάει, θα πιει και θα χορέψει μαζί μ'άλλους, ώσπου νά'ρθει το βραδάκι που θα νοιαστεί για τα ζωντανά του που τά'χει σκόρπια στις αγκαλιές των βουνών. Μερικοί μάλιστα τσελιγκάδες την ημέρα αυτή κάνουν και τα συμβόλαια με τους μπιστικούς. Όπου νά'ναι έρχεται Χειμώνας και τί θα κάνουν χωρίς αυτούς τους φυλαχτάρηδες. Όσο μεγάλο κι αν είναι το βλαχοσόι δε φτάνει ποτέ για ένα τρανό τσελιγκάτο.
Αυτόν τον καιρό επίσης, της αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους. ... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον Χειμώνα βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες τ'ασπρομάλλη γέροντα."
(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις: Δωδώνη)


- Από τον Νίκο Ψιλάκη:
"Η 15η Αυγούστου λέγεται Λαμπρή του καλοκαιριού. Η φόρτιση απ'τη θανή της Θεοτόκου κορυφώνεται το βράδυ της παραμονής ή την νύχτα σε περιπτώσεις επιταφίων και νυκτερινών παρακλήσεων, χωρίς όμως να προσεγγίζει το κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας*. Περιγράφοντας την εικόνα της Παναγίας σε φέρετρο ο Νίκος Καζαντζάκης θυμάται τους παιδικούς συνειρμούς του. Η Παναγία ήταν απλώς ξαπλωμένη και θα μπορούσε να είναι η αγωνιζομένη Κρήτη του καιρού του: "Ένα καλοκαίρι, τη μέρα της 15ης Αυγούστου, είχαν βγάλει στην εκκλησιά, επάνω στο προσκυνητάρι το κόνισμα της Παναγιάς: Η μάνα του Χριστού ξαπλωμένη με σταυρό τα χέρια' δεξά της ένας άγγελος, ζερβά ο διάβολος είχαν χιμήξει να πάρουν την ψυχή της' ο άγγελος είχε τραβήξει το σπαθί του, είχε κόψει από τους αρμούς τα δυο χέρια του διαβόλου και κρέμουνταν αναέρια κι έσταζαν αίματα. Κοίταξα το κόνισμα κι η καρδιά μου φούσκωσε χαρούμενη- ετούτη είναι η Κρήτη, έλεγα...". Πίσω από την ωραία περιγραφή ανιχνεύεται εύκολα η ψυχολογική ένταση που οδηγεί στην ταύτιση του πιστού με το πάσχον άγιο πρόσωπο. Στην περίπτωση της Παναγίας, όμως, γιορτάζει όχι τόσον η Κοίμηση, ... αλλά η Μάνα. 
Μια μέρα πριν στολίζουν σε πολλές περιοχές τον επιτάφιο της Παναγίας* και γίνεται η περιφορά στα όρια της Κοινότητας όπως συμβαίνει και με τον επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής. Τώρα, όμως, δεν ακούγεται μοιρολόι, το κλίμα είναι πιο ανάλαφρο, δε θυμίζει τη θλίψη της Μεγάλης Παρασκευής*. [...]  Παλιότερα δεν στόλιζαν επιτάφιο σε όλες τις περιοχές του νησιού. Φαίνεται, όμως, ότι υπάρχουν περιοχές στις οποίες ο στολισμός του αυγουστιάτικου επιταφίου έχει βαθιές ρίζες στο χρόνο. [...]"
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις: Καρμάνωρ)

* Σημ.: Προφανώς και δεν το προσεγγίζει το κλίμα της Μεγάλης Βδομάδας, ούτε και θα έπρεπε. Εξάλλου όταν αναφερόμαστε στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ουσιαστικά αναφερόμαστε στη Μετάστασή Της στον Ουρανό (Την παρέλαβε ο Χριστός κοντά Του) κι όχι στην ταφή της στη γη. Για αυτό και δεν πρόκειται για πένθιμη μέρα νηστείας, αλλά γιορτινή μέρα χαράς. Πιθανότατα ο στολισμός επιταφίου σε πολλές περιοχές να ξεκίνησε τοπικά ως μια πιο επίσημη τοποθέτηση της εικόνας της Παναγίας σε ανθοστολισμένο κουβούκλιο και σε τιμητική περιφορά αυτού και καταλήξαμε, στις μέρες μας, σε μια εξαπλούμενη δημοφιλή "μόδα" περιφοράς επιταφίου, συχνά με εγκώμια και θρήνους, κάτι που δε συνάδει, όμως, με την Ορθόδοξη παράδοσή μας.

Επιτάφιος της Παναγίας, Άγιος Γεώργιος Νηλείας

Χρόνια πολλά !!!

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Καλή Παναγιά!

"...Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή..."
(Τάσος Λειβαδίτης, "Ο αδελφός Ιησούς")


"Καταμπροστά στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί "της Παναγιάς τα Ράχτα". Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει τη χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγριοκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκιοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε τον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. [...] Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν κι ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούφες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκιοι τους κουνιούνται με την αναλαμπή στ'ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται...."

"Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!..."
(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Θεόφιλος)

"Το ξωκλήσι δεν είναι να πες τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ' αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεκτονική σ'όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. Περνπούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο-Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγιάς τα ράχτα. Γλίτωσέ μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πριμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι'αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τ'όσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο. Έχει  ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. έχει ακόμα κι ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας...."

"...Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")



"...Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πολέμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν'αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στροαγγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησιάς. Κοίταζε με έγνοια μέσα απ'το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελεαιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ'αμέτρητα άστρα. Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα-Λιάς..."

"... Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε.
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν.
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά.
Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας..." 
(Γιάννης Ρίτσος, "Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού")

(Παναγιά Γοργόνα- Σκάλα Συκαμινιάς Λέσβου)

"... Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο.[...] Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί με΄σα είχε τα σύνεργά του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα.... Ήταν την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τού'διναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. [...] Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντσας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργά του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ'όνομά του, απόμεινε ακόμα ακόμα αυτή πάνω απ'όλα, μια παράξενη ζωγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον οίχο της μικρής εκκλησιάς. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη απ'τον αγέρα και τ'αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ'όλο τον κόσμο της Χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε απ'τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχροινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνιο, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ'αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. ¨ομως απ'τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια κι απ'την άλλη ένα τρικράνι σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, έτσι όπως τον ζουγραφίζουν στα κάδρα και στα βιβλία του σκολειού. Σαν πρωτόδαν τούτη τη ζουγραφιά οι ψαράδες κι οι χωριανοί στάθηκαν και τη θαμαζαν, ωστόσω καθόλου δεν τους παραξενοφάνηκε. Οι γυναίκες που ανέβηκαν να προσκυνήσουν, της έκαμαν τις μετάνοιες τους, τη θέμιασαν σαν όλα τα κονίσματα. Τό'πανε "η Παναγιά η Γοργόνα", και σήμερα έτσι το λένε, κι από τότες πήρε τ'όνομα κι η εκκλησιά και το πόρτο...."

"... Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της."
(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο»)

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Αγιά Σοφιά)

"... Της Παναγιάς τα ράχτα βαστούν τη μάχη αφόντας στάθηκε ο κόσμος. Είναι γεμάτα από τις παλιές λαβωματιές, είναι σημαδεμένα από τις χτυπιές. Η πέτρα σφουγγάριασε από την άρμη, ο παραδαρμός του νερού γούφιασε τα βασανισμένα στερνά της. Τα κύματα βγαίνουν από τη θολούρα της καταχνιάς μουλωχτά, πυργώνουν ψηλά σα δράκοι, κατεβαίνουν με φοβερή τάξη τα πολεμικά τους φουσάτα. Όσο σιμώνουν τεντώνουν μπροστά φουσκωμένα στέρνα, παρδαλά σαν τις τίγρεσσας. Πίσω ανεμίζουν στον αγέρα αφρισμένη χήτη. Φρουμάζουν κι έρχονται ψυχωμένα από τιτανικήν οργή. Στο τέλος παίρνουν φόρα, αναπηδούν χουγιάζοντας, πέφτουν κατάστηθα πάνω στο βράχο της Παναγιάς. [...] Όλη την ώρα που βαστά η μπαλαισιά, της Παναγιάς τα ράχτα τρέμουν συθέμελα, ως τις σκοτεινές ρίζες τους. Μυστικές χορδές από σκληρό μέταλλο δονιούνται και ηχούν μέσα τους. Όμως δεν πισωπλατίζουν πατημασιά. Ο βράχος στηλώνει μέσα στα μαύρα βάθη τα πετρένια πόδια του, καπνίζει σύγκορμος από θυμό. [...] Όσο πιο βαριά τον δέρνει η ανεμική, τόσο πιο θεριακομένα πυργώνει τα στέρνα του κατά πάνω της. Ξέρει πως πίσω απ'τις φαρδιές πλάτες του διαφεντεύει του κόσμου τα ψαροκάικα, τις τράτες και τα λαφριά τρεχαντήρια. [...] Το δαιμόνιο της φουρτούνας ξαπολιέται ξεχαλίνωτο μέσα στην νύχτα, σφυρίζει με τα δάχτυλα από κάθε μεριά, πάνω στα άλμπουρα, μέσα στις καμινάδες. Καβαλικεύει και τη σιδερένια καμάρα που κρατά το καμπανάκι της Παναγιάς, κρεμιέται απ'το σιδερένιο γλωσσίδι κι αρχίζει να χτυπά άταχτα, να χτυπά ξεφρενιασμένα. Ακούν οι ψαράδες τ'άγριο καμπάνισμα μέσα στον ύπνο τους, τ'ακούν ως εκεί πάνω στο βουνό κι οι Μουριανοί. Ανοίγουν οι ναυτικοί κάτ'από το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούν. Οι γυναίκες αφουγκράζουνται, σηκώνουνται χωρίς θόρυβο απ'το στρώμα. Τυλίγουνται, θεμιάζουν τα κονίσματα και σταυροκοπιούνται: "Η Παναγιά η Γοργόνα ν'αποσκεπάζει τον κόσμο."..."
(Στρατή Μυριβήλη, "Η Παναγιά η Γοργόνα")

(Φώτη Κόντογλου- Έκφρασις, τ.Β')


Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Κυριακή της Γονυκλισιάς και Ψυχοσάββατο (έθιμα της Πεντηκοστής)

"Το αρχαίο σκηνικό που θέλει τους κόσμους να επικοινωνούν επανέρχεται με τρόπο καταλυτικό κατά την Κυριακή της Γονοκλισάς. Οι ψυχές που βρίσκονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον Απάνω Κόσμο, ξεκινούν για τη μεγάλη κατάβαση, την επιστροφή. Την νύχτα του Σαββάτου όλα τα καντήλια ανάβουν στους τάφους. Κι επειδή το φως του καντηλιού μπορεί να μη φτάνει, φροντίζουν να καρφώνουν στην ταφόπλακα ένα μεγάλο κερί που το ανάβουν για να φωτίζει τον τάφο όλη την νύχτα. Το έθιμο μας είναι γνωστό από μερικά κισαμίτικα χωριά όπου επιβίωσε μέχρι και τις προηγούμενες δεκαετίες. Στα ίδια χωριά το θέαμα των ναών το πρωί της Κυριακής ήταν εντυπωσιακό. Στο πάτωμα, ανάμεσα στις πλάκες, κάρφωναν πολλά κεράκια, όσα και οι νεκροί της οικογένειας. Τα άναβαν και τα άφηναν εκεί μέχρι να καούν εντελώς και να σβήσουν. Έτσι "για νά'χει φως η ψυχή και να γυρίσει στον τόπο τζης". Η δοξασία που θέλει τις ψυχές να περνούν από στενά περάσματα κι από επικίνδυνες γέφυρες, όπως είναι "τση τρίχας το γιοφύρι", ωθεί τους ζωντανούς σε προσπάθειες υποβοήθησης των τεθνεώτων. Αν σκοντάψουν οι ψυχές, αν πέσουν από το γεφύρι, θα παραπονεθούν, όπως πιστεύεται στην Κρήτη. Χαρακτήρα μνημοσύνου έχουν τα κεράσματα που γίνονται στους ναούς εκείνη τη μέρα. Στις Καμάρες οι γυναίκες ζυμώνουν σταφιδόπιτες και τις προσφέρουν και στα Ανώγεια παλιότερα ζύμωναν τρία κουλούρια και τα πήγαιναν στην εκκλησιά μαζί μ'έναν ανθότυρο." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Κυριακή της Πεντηκοστής - Ένα μοναδικό έθιμο των Ανωγείων: Οι γυναίκες τιμούν τους νεκρούς στολίζοντας ένα πανέρι με τρία γλυκά κουλούρια κι ένα ανθότυρο η τυρί στη μέση, με καρυδόφυλλα… και τριαντάφυλλα και τα πηγαίνουν στην εκκλησία προσφορά για αυτούς που έχουν φύγει. Το τυρί βρίσκεται εκεί καθώς τα Ανώγεια είναι Κτηνοτροφικό χωριό ενώ τα φύλλα της καρυδιάς συμβολίζουν την πικρή και στυφή γεύση που έχουν την ημέρα αυτή οι Ψυχές, τη μέρα που οι νεκροί επιστρέφουν στον Άδη. Τα τρία κουλούρια συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Μάλιστα στη συνέχεια επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο στολίζουν με φύλλα καρυδιάς τους τάφους και τους πλύνουν με αυτά. Μετά την λειτουργία οι προσφορές κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην μνήμη των νεκρών. Σύμφωνα με τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση, οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Πεντηκοστή δηλαδή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Την ώρα του γονατίσματος στην λειτουργία της εκκλησίας οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο, οι ζωντανοί κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη δουν τις ψυχές που λυπημένες γυρνούν στον Άδη. Εδώ στ’ Ανώγεια οι γυναίκες γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς γιατί συμβολίζουν την πικρία που κατέχει τις ψυχές των νεκρών την ημέρα αυτή, μιας και τα φύλλα είναι πικρά. Στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν, ότι η καρυδιά με το βαθύ πράσινο (μαυροπράσινο) χρώμα ήταν το δέντρο του θεού Πλούτωνα, και ότι μόνο αυτό υπήρχε στον Άδη, και πως στη σκιά του ξάπλωναν και αναπαύονταν οι ψυχές τους.Άρα είναι απόλυτα συναφές με τα έθιμα για τις ψυχές των νεκρών." (πατρός Ανδρέα Κεφαλογιάννη, μέσω ιστοσελίδας: creteplus.gr . Από την ίδια πηγή και οι δύο σχετικές φωτογραφίες)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Προχωρημένα ανοιξιάτικο, το Ψυχοσάββατο αυτό (σημ. της παραμονής της Πεντηκοστής), σχεδόν καλοκαιρινό, και με τη μεταφυσική ψυχολογία των ημερών της Ανάστασης, που μόλις έληξαν με την Ανάληψη [...]. Από την Παρασκευή τ'απόγευμα, με την κοινή έξοδο στους τάφους, η Εκκλησία δέεται παντού για τις ψυχές "των απ' αιώνος κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών". [...] Φεύγουν οι ψυχές των νεκρών (σύμφωνα με τις νεοελληνικές- ευθυγραμισμένες με τη φύση, αλλά και με την Αναστάσιμη διδασκαλία- δοξασίες). Είχαν αρχίσει να ξυπνούν και να νοσταλγούν τον απάνω κόσμο, από τις μέρες του Τριωδίου, βγήκαν στην επιφάνεια, μαζί με το Χριστό, τη Λαμπρή, χάρηκαν τις πενήντα μέρες ως σήμερα, αλλά καιρός και η μοίρα τους να ξαναγυρίσουν στον κάτω κόσμο. [...] Αυτό το χρονικό ορόσημο του Ρουσαλιού (Σάββατο της Πεντηκοστής), της Πεντηκοστής, θλίβει τις ψυχές (όπως και τους ανθρώπους των) κατάβαθα:
"Όλα τα Σάββατα νά'ρθουν, να παν και να γυρίσουν, 
του Ρουσαλιού το Σάββατο, ποτές να μη γυρίσει!"
Η εκκλησία εξοικειώθηκε με τις δοξασίες αυτές (ελληνικές συνέχειες του μύθου της Περσεφόνης) και ευλογεί την "αποχώρηση" των νεκρών, παρηγορώντας έτσι τους ζωντανούς. [...]" (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Κόλλυβα ή τεμάχια ψωμιού, τυριού και φαγητά στέλνονται στην εκκλησία και στα μνήματα και μοιράζονται στους φτωχούς. Η ιδέα, ότι την επομένη οι ψυχές κλείνονται πάλι στον Άδη, συγκινεί βαθιά τη λαϊκή ψυχή και τη συγκίνησή της εκφράζουν οι φράσεις:
"Όλα τα Σάββατα να'ρθούν, να'ρθούν και να περάσουν
του Μάη το Ψυχοσάββατο μην έρτει, μην περάσει!"
Και τη λαϊκή πίστη για τις τύχες των ψυχών μας δίνουν οι εξής λόγοι χωρικής της Θράκης: "Οι ψυχές αυτό το Ψυχοσάββατο δεν το θέλουν, γιατί την αυριανή τη μέρα θα πάνε πίσω στον τόπο τους και θα κλεισθούν μέσα και θα κλαίνε. Από το Πάσχα ως της Γονατιστής, είναι έξω, κάθουνται επάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού' γι'αυτό δεν κόφτουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές, που είναι καθισμένες επάνω σ'αυτά και κλάψουν. Δεν ξεραχνίζουν, γιατί κι εκεί κάθονται οι ψυχές, και τα απλωμένα ρούχα της πλύσης, ιδίως τα άσπρα, τα μαζεύνε, πριν βασιλέψει ο ήλιος, μην καθήσνε την νύχτα οι ψυχές. Αν τα ξεχάσουν μετά το ηλιοβασίλεμα, δεν τα μαζεύουνε, παρά την άλλη μέρα το πρωί τα νεροπερνάνε."[...]" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Λέγανε παλιότερα και κάλαντα, για τους νεκρούς, την ημέρα αυτή, γυρίζοντας στα σπίτια τα παιδιά (που ήξεραν να κεντούν την ευαισθησία των μεγάλων) κι έψαλλαν ρυθμικά στίχους πένθιμους [...]:
-Είδαμε, δεν είδαμε, Θεός σχωρέσ'τους'
ξέρουμε, δεν ξέρουμε, Θεός σχωρέσ'τους,
τους φετινούς, τους περσινούς, τους αλησμονημένους.
Συνήθιζαν επίσης παλιότερα να μαζεύονται οι νοικοκυρές σ'ένα σπίτι, για την κοινή ετοιμασία των κολλύβων και των πρόσφορων για τους νεκρούς. Το πρωί της Παρασκευής μαζεύονταν οι πιο ηλικιωμένες στο σπίτι μιας νεότερης, όπου έφερναν αλεύρι, σιτάρι, κρασί, αλάτι... κι επίσης λιβάνι και κερί. Μοιράζονταν τις δουλειές: άλλη ζύμωνε, άλλη έβραζε το στάρι, άλλη έψηνε τα πρόσφορα. Τα κόλλυβα τα ετοίμαζαν με τέχνη. Δεν τους έβαζαν ζάχαρη, αλλά μαύρες σταφίδες. Η πιο γραμματισμένη θα γράψει σε χαρτιά, τα ονόματα που θέλουν όλες να δώσουν στον παπά, τα "ψυχοχάρτια", να τα διαβάσει. (Παλιά Θρακή, Σταμούλη). Από το μεσημέρι κι έπειτα δεν δουλεύουν την Παρασκευή αυτή, ούτε αύριο των Ψυχών. "Ο αέρας είναι πια γεμάτος ψυχές, που θα φύγουν, κι όποια εργασία κι αν κάμεις, μπορεί να τις χτυπήσεις, ή να τις ταράξεις. Δεν ξέρεις που κάθονται. Είναι τόσο ανάλαφρες, που μπορεί να βρίσκονται πάνω σε βλαστούς, πάνω σε απλωμένα ρούχα, ακόμα και πάνω σε αράχνες." [...]
Η λειτουργία της Πεντηκοστής είναι από τις πνευματικότερες της Εκκλησίας μας κι από τις πιο κατανυκτικές για τον ελληνικό λαό, που, όταν γονατίζει ομαδικά, σκέφτεται τους νεκρούς του. 
"Της Γονατιστής, γονάτιζαν πάνω σε καρυδόφυλλα (τρυφερά κλαδιά της εποχής)... Όποιος μποδίζονταν να πάει στην εκκλησιά, την ώρα που χτυπούσε η καμπάνα για το γονάτισμα, γονάτιζε στο κατώφλι της ξώπορτας του σπιτιού του ανάβοντας τρία κεράκια, για τις ψυχές (που θα περνούσαν)..." (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης) 

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ
"Η Κυριακή της Πεντηκοστής λέγεται κοινώς Γονατιστή ή Γονοκλισιά, επειδή το ιδιαίτερο έθιμο της ημέρας, είναι η γονυκλισιά στην εκκλησία. Λέγεται και "τ'Αρσαλιού" ή "τ'Αϊκρουσαλιού" και ορισμένες από τις συνήθειες των πιστών κατά τα "γονατίσματα" αποτελούν πατροπαράδοτα έθιμα της αρχαίας λατρείας των νεκρών. [...] Στην Καστοριά "της Πεντηκοστής φέρνουν λουλούδια απ'το σπίτι τους και κρατούν κερί. Πέφτουν στα γόνατα, αφήνοντας τα λουλούδια μπροστά τους. Ανάβουν το κερί, για να φωτίζουν τους νεκρούς που περνάνε". Στο Ορεστικό Άργος "την ώρα που σκύβουν βάζουν στο στόμα πικρό λουλούδι, πέλινο (αρμπαρόριζα). Έτσι βρέθηκε. Αραδιάζουν τέτοιο και στο κόλλυβο." Στο Κωσταράζι "πρέπει να σκύψουν με κλεισμένα μάτια, στα οποία βάζουν φύλλα ή τριαντάφυλλα, για να μη βλέπουν καθόλου, επειδή αν την ώρα που περνούν οι πεθαμένοι έχουν ανοιχτά τα μάτια τους, γνωρίζουν, κλαίνε και λυπούνται και δε θέλουν να πάνε με τους άλλους στη σειρά." Στην Κορυτσά κλείνουν τα μάτια τους με φύλλα καρυδιάς, στις Μέτρες (Θράκης) "καθανίνας παγαίν' στν εκκλησιά μ'΄νεα κλωνί καρυδιά στο χέρ', για να το βάν' να γονατίσ' απάν. Είναι η μέρα που περνάνε οι ψυχές τση Τρίχας το Γιοφύρ' κι όσες είναι καθαρές μπαίν'νε στο μπαράδεισο, ειδεμή, πέφτνε μέσ' στ γκόλασ'."  Δεν λείπουν και οι προσφορές κολλύβων και άλλων τροφών, που μοιράζονται στους εκκλησιαζόμενους υπέρ των νεκρών. Π.χ. στην Αίνο "φέρουν εντός πινακίων διαφόρους πίτας και γαλατόπιτας, μετά δε την απόλυσιν της λειτουργίας παρακάθονται όλοι εις τον νάρθηκα, διανεμόμενοι τας πίτας προς συγχώρησιν των κεκοιμημένων". Στη Μάνη "την παραμονή του Ψυχοσαββάτου χύνουν έξω από το σπίτι κρασί και νερό ή θέτουν ψωμί, κερί, σπερνά και συγχρόνως χύνουν κρασί και νερό." 
Η ιερότητα της τελετής υποβάλλει και ενέργειες που δεν έχουν σχέση με τους νεκρούς, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη υγείας, καρποφορίας, κλπ. Νά μερικές από αυτές τις συνήθειες. Στην Κάρπαθο "παίρνουν το κλειδί του σπιτιού στην εκκλησία και την ώρα που διαβάζει ο παπάς τις ευ΄χες, το βάζουν στο κεφάλι των, για να μην πονεί, ή δαγκάνουν το κλειδί με τα δόντια των, να μην πονούν και να σιδερώσουν. Επίσης, πηγαίνοντας στην εκκλησία παίρνουν μια χούφτα χώμα, το δένουν στο μαντηλάκι τους και το βάζουν μπροστά στις εικόνες να 'φχολογηθεί. Κατόπιν το ρίχνουν στη ρίζα των δένδρων που δεν καρποφορούν, και διορθώνονται."" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ

"Το γονάτισμα πάνω σε φύλλα καρυδιάς (πβ.: Η καρυδιά!) δεν είναι άγνωστο στην Κρήτη. Υποθέτω ότι επιλέγονται φύλλα καρυδιάς λόγω του χρωματικού συμβολισμού τους. Αν τρίψει κανείς το πράσινο φύλλο ή το φλοιό του φρέσκου καρυδιού, τα χέρια του μαυρίζουν. Ο μαύρος κόσμος του Άδη υπάρχει στο υπόστρωμα των εθίμων αυτών και των χρωματικών συμβολισμών τους, αλλά το πράσινο φύλλο του φυλλοβόλου δέντρου φανερώνει την πίστη στην αναγέννηση και την ανάσταση. Τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται να κρατούν λευκά μαντήλια στους ναούς και γονατίζουν πάνω σε αυτά. 
"Στη Σητεία πολλές γυναίκες βάζουν σε ένα μαντηλάκι χώμα και το αφήνουν κοντά στον παπά, εκεί που γονατίζει. Με αυτό το χώμα ραντίζουν το σπίτι για να φύγουν τα κακά. Επίσης, πηγαίνουν και ραντίζουν τα αμπέλια και τα δέντρα για να δώσουν πολλούς καρπούς."" (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
"Κατά την εορτήν της Πεντηκοστής τύπτουσι τα νώτα αλλήλων δια κλάδων καρύας ίνα εξέλθει εκ τους σώματος ο κακός δαίμων. Κατά την ώραν της γονυκλισίας εν τη εκκλησία θέτουσι λίθον επί της ράχεως, ίνα συμβολικώς δηλώσωσιν ότι θα αντέχωσιν εις τους κόπους του θέρους." (Αθανάσιου Μπούτουρα, "Προλήψεις του ελληνικού λαού", εκδόσεις Ελευθερουδάκης)
"Όπως σε όλες τις ανοιξιάτικες γιορτές, έτσι και στην Πεντηκοστή συνηθίζεται η έξοδος στην εξοχή, τα φαγοπότια, τα χτυπήματα με θαλερά κλαδιά, τα τραγούδια, οι χοροί. Αξιομνημόνευτο είναι ιδιαίτερα το έθιμο των βλαχοφώνων Ελλήνων της Γουδοβάσδας της Πίνδου: "Όλαι αι νεάνιδες, πλείσται γυναίκες και όχι ολίγοι νεανίαι" το απόγευμα της Πεντηκοστής ξεκινούν με τα φαγητά τους για το βουνό "για να μάσουν λάχανα". Το βράδυ το περνούν στην παλιά Γουδοβάσδα, όπου δειπνούν όλοι στο ίδιο σπίτι. Μετά το δείπνο "αλλάζουν τον παππού". Μια ηλικιωμένη γυναίκα μεταμφιέζεται σκεπάζοντας όλο της το σώμα με φύλλα, κλαδιά και λουλούδια' το πρόσωπό της το καλύπτει με λεπτοϋφαντη γάζα. Κρεμά στο λαιμό της μίαν άδεια νεροκολοκύθα, παίρνει στα χέρια της ένα ξύλο και χορεύει διαδοχικά με όλους τους άρρενες, σέρνοντας πάντοτε αυτή τον χορό, ενώ οι άλλες τραγουδούν. Η διασκέδαση συνεχίζεται όλη την νύχτα κάτω από το φως των δαδιών κι ελευθεροστομία δεν έχει όρια." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Α', εκδόσεις Αστήρ
"Υπερώον. Και μέσα εις αυτό οι δώδεκα Απόστολοι κάθονται εις ημικύκλιον κατά την τάξιν αυτών, ήγουν' πρώτοι ο Πέτρος και Παύλος εις το μέσον, κατόπιν ο Ανδρέας κι ο Σίμων, και καθεξής οι νεότεροι. Και άνωθεν αυτών φαίνεται ο ουρανός εις σχήμα τοξοειδές και δώδεκα ακτίνες εκπορευόμεναι προς αυτούς, και επάνω από την κεφαλήν του καθενός εξ αυτών γλώσσαι ωσεί πυρός καθεζόμεναι. Φαίνονται δε οι Απόστολοι ως συζητούντες μεταξύ των. Κάτωθεν του καθίσματος, επάνω εις το οποίον είναι καθισμένοι, εικονίζεται μορφή γέροντος με στέμμα εις στην κεφαλήν του και με οξύ ή στρογγύλον γένιον, κρατών με τας δύο χείρας του σινδόνη, μέσα εις το οποίον φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, ήγουν χαρτιά τυλιγμένα. Ο γέρων αυτός παριστά τον Κόσμον, τα δε χαρτιά τους δώδεκα κλήρους οπού εκληρώθη η οικουμένη να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού από τους Αποστόλους. [...]" (Φώτη Κόντογλου, "Έκφρασις, τ.Α'"", εκδόσεις Αστήρ)

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Αμαρυλλίς!



"Γω τραγουδώ τον έρωτα για την Αμαρυλλίδα*
[...]
Χαριτωμένη αγάπη μου, γλυκιά μου Αμαρυλλίδα,
γιατί στο φέγγος της σπηλιάς δεν φάνηκες, δεν ήρθες
και μένανε το φίλο σου, αυτόν που σ'αγαπάει, 
δεν με καλείς σαν πρότερα για νά'ρθω στη σπηλιά σου;
Θαρρώ πως με οχτρεύεσαι, τώρα θαρρώ πως κρίνεις
που έχω μύτη κυρτωτή και γένι σαν του τράγου'
αν έτσι με θωρείς εσύ θα κρεμαστώ στον πεύκο.
Έλα, καλή, και σού'φερα τα δέκα πρώτα μήλα,
θα ξαναπάω αύριο για να σου φέρω κι άλλα, 
βγες ρίξε μόνο μια ματιά να δεις πως υποφέρω.
Ω, να γινόμουν μέλισσα, το βουητό της νά'χα
και νά'μπαινα απ'τον κισσό και την πυκνή τη φτέρη
μες στη σπηλιά που κρύφτηκες και δεν σε είδα μέρες.


Τώρα γνώρισα τον Έρωτα, θεός σκληρός που είναι'
εβύζαξε απ'τους μαστούς της λιονταρίνας γάλα
μες στους δρυμούς που η μάνα του τον έθρεψε για χρόνια,
αυτός με καίει, με πονεί, τα κόκκαλα σουβλίζει.
Τον πόθο μέσα μου έσπειρες και δεν λυπάσαι τώρα,
ω μαυροφρύδα κοπελιά, αγκάλιασέ με λίγο,
έλα κοντά σε μένανε, γλυκά να σε φιλήσω. [...]


[...] Πονώ πολύ στην κεφαλή μα σένα δε σε μέλει.
Θα πάψω πια να τραγουδώ και χάμω θα ξαπλώσω, 
κι ας έρθουν λύκοι άγριοι να με κατασπαράξουν.
Ο θάνατός μου να γενεί, μέλι να σε γλυκάνει."
(Θεοκρίτου Ειδύλλια, "Κώμος", απόδοση: Ν. Νικολάου, εκδόσεις: Κάκτου)

[* Υπόθεση: Ένας γιδοβοσκός άφησε το κοπάδι του στην επίβλεψη του Τίτυρου, ενός βοσκόπουλου, και εκείνος παίζει τη φλογέρα του και τραγουδάει τον έρωτά του για τη βοσκοπούλα Αμαρυλλίδα, προσπαθώντας να τη συγκινήσει και να την πείσει να δεχτεί την αγάπη του. Η Αμαρυλλίς όμως δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του....]


Αμαρυλλίς, εκ του "αμαρύσσω"= λάμπω, στίλβω, αστράπτω, πβ. Ησιόδου (Θεογονία 287): "πῦρ ἀμαρύσσει ἐξ ὄσσων" ... ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ. Δημητράκου)

Ο Π.Γ. Γεννάδιος σημειώνει στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του:
"Αμαρυλλίς (Amaryllis, τάξις Αμαρυλλιδωδών): περιλαμβάνει φυτά βολβόριζα, κοσμητικά' οι βολβοί των τοξικοί. Με τον οπόν του βολβού της Αμαρυλλίδος, της Διστίχου (A. Disticha) οι ιθαγενείς της Ν. Αφρικής δηλητηριάζουσι τα αγχέμαχα όπλα των. Λίαν κοσμητικόν είδος είναι η Αμαρυλλίς η Ευθάλεια (A. Beladona) ιθαγενές των Αντιλλών απαντών θεραπευόμενον υπό πολλάς διαφοράς, ως και Αμαρυλλίς η Καλλίστη (A. Sprekelia Formosissima), ιθαγενές του Μεξικού. / Αμαρυλλίς είναι το όνομα ποιμενίδος παρά Θεοκρίτω." 
Στην τάξη των Αμαρυλλιδωδών κατατάσσει και το Ιππέαστρον (Ippeastrum, τάξις Αμαρυλλιδωδών): Περιλαμβάνει υπέρ τα 50 είδη' φυτά βολβόριζα, λίαν κοσμητικά. [...] Μεταξύ των οποίων και το Ιππέαστρον το της Βασιλίσσης (Amaryllis Reginae)...

Σύμφωνα, πάλι, με το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" (που περιλαμβάνει αναφορά και στο νεότερο ομώνυμο διήγημα του Δροσίνη) :


Όπως και νά'χει, πρόκειται για ένα πανέμορφο λουλούδι που φιλοξενώ και στη δική μου αυλή, εδώ και μερικά χρόνια, δωρεά ενός γείτονα που αραίωνε τις ασφυκτικά γεμάτες από βολβούς γλάστρες του. Από την πρώτη στιγμή που άνθισε και μου χαμογέλασε το ερωτεύτηκα! Πόσο μάλιστα εκείνον τον περισσευάμενο βολβό, τον στριμωγμένο μέσα σ'ένα μικρό μπογιατισμένο κονσερβοκούτι που δε δίστασε να μου χαρίσει τόσα άνθη στο παραθύρι μου:


Πάντα μ'εντυπωσιάζει με πόση λαχτάρα πολλαπλασιάζονται οι βολβοί τούτων μα κι άλλων πανέμορφων λουλουδιών, κάτω απ'το χώμα... πως γεννοβολούν "στα κρυφά" ολάκερη οικογένεια αγκαλιασμένη σφιχτά μέσα στη γη για να προβάλουν την επόμενη χρονιά ακόμη περισσότερα άνθη κάτω απ' την ανοιξιάτικη ματιά του ηλίου...


Πόση ομορφιά γεννιέται σαν ανταμώσει το βλέμμα του ήλιου με το δάκρυ τ'ουρανού... Πόση ομορφιά γεννάει τούτο το χάδι του Θεού... 

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης (2)...

[συνέχεια του: Χρώματα φόβου κι αγάπης... ]

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
(Ανδρέας Κάλβος- Εις Σάμον)



"Αν ξαναζούσα, θά'θελα νά'μουν πουλί..." μού'πε η ξαδέρφη μου σε μια κουβέντα για τα χάλια τούτου του κόσμου. Εγώ, πάλι, δε βρήκα ούτε σ'αυτό παρηγοριά κι είπα πως δε θά'θελα μήτε να ξαναζήσω... Κι όσο το ξανασκέφτομαι, να βρω τί θά'θελα, θά'θελα μοναχά νά'μαι ελεύθερη από όλα τούτα που μας χάρισαν απλόχερα και μεις τα κάναμε κτήμα μας και ζωή μας για να ζούμε με φόβο μήπως τα χάσουμε, θά'θελα νά'μαι ελεύθερη από τούτο το ψέμα που μ'εγκλώβισε σε μια ζωγραφιά με χιλιάδες χρώματα, ελεύθερη να πετώ στο λευκό κι αχρωμάτιστο φως του Θεού.... Ίσως, μάλιστα, κάτι τέτοιο νά'θελε να πει κι εκείνη.

Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·

 Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
(Ανδρέας Κάλβος- [συνέχεια] Εις Σάμον)



Βρέχει ασταμάτητα μέρες τώρα στο βουνό των Κενταύρων. Θαρρείς κι οι λυγμοί μαζευτήκαν όλοι στα σύγνεφα τ'ουρανού. Τα σύννεφα που πάσχιζε να ξεπεράσει ένας Ίκαρος για να φτάσει ψηλά στον Ήλιο- μόνο που τα φτερά του ήταν φτιαγμένα από κερί...

"- Τα μάτια, δεν ξέρεις πως όταν τα στρέφει κανείς σε αντικείμενα που στην επιφάνειά τους δεν απλώνεται πια το φως της ημέρας, αλλά η νυχτερινή αντιφεγγιά, δεν καλοβλέπουν και μοιάζουν επάνω κάτω τυφλά, σαν να μην υπάρχει μέσα τους καθαρή όψη;
 - Μάλιστα, το ξέρω.
 - Όταν όμως θαρρώ, πέφτει επάνω των κατάλαμπρος ο ήλιος, τα βλέπουν ολοκάθαρα, και φαίνονται πως κι αυτά τα μάτια έχουν μέσα τους την όραση.
 - Πραγματικώς.
 - Το ίδιο λοιπόν να φανταστείς πως γίνεται και με την ψυχή' όταν στηρίζει το βλέμμα της επάνω σε κάτι που ολόλαμπρη πέφτει επάνω του η αλήθεια και το ον, τότε ολοκάθαρα το αντιλήφθηκε και το γνώρισε και φαίνεται πως έχει νου' όταν όμως το στρέφει σε πράγματα που είναι ανακατωμένα με το σκοτάδι, που γίνονται και χάνονται, τότε πια δε βλέπει καθαρά, σχηματίζει δοξασίες που αλλάζουν και πάνε άνω κάτω και μοιάζει τότε μ'έναν που δεν έχει νου.
 - Πραγματικώς μοιάζει.
 - Αυτό λοιπόν που χορηγεί στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στην ψυχή τη δύναμη να τα γνωρίζει, αυτό να λες πως είναι η ιδέα του αγαθού, κι αυτό έχε στον νου σου πως είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, όταν γίνεται αντικείμενο της γνώσης [...]
 [...]
 - Φαντάσου λοιπόν πως το αγαθό και ο ήλιος είνιαι, καθώς λέμε, δυο βασιλιάδες, ο ένας του νοητού κόσμου, κι ο άλλος τους ορατού [...]"

(Πλάτων- "Πολιτεία" 508c κ.ε., απόδοση: Ι.Γρυπάρη)

Πνίγομαι... Θέλω να μεταλάβω αγάπη και φως. Απ'το ίδιο κουτάλι μ'όσους πίστεψαν εκεί ψηλά, εκεί που δεν υπάρχουν πια χρώματα, εκεί που ο νους υπερβαίνει τον νου, εκεί που κατοικούν μοναχά ταπεινοί, μάρτυρες κι ήρωες... Ποιός άραγε κλείδωσε την ψυχή μου σε τούτα τα δεσμά; Πιο χαμηλά κι απ'το χαμηλό χορτάρι; Βλέπω το κλειδί μπροστά μου, κι αυτό το "μπροστά" φαντάζει τόσο μακρινό που δεν τολμούν τα δάχτυλα να το αγγίξουν. Κάτω απ'τους λυγμούς της βροχής τα βλαστάρια της πλάσης ξεπροβάλλουν. Η τροφή της γης μοναχά με τα δάκρυα τ'ουρανού σαν σμίξει τους δίνει ανάστημα. Τα κοιτώ κι αρχίζω ν'ανασαίνω...

"Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα,
Ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο,
το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι,
η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια.
Και τούτους ο κακός πόλεμος και η φοβερή μάχη
άλλους κάτω απ'τα τείχη της Θήβας της εφτάπυλης, στη γη του Κάδμου,
τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποιμνία
(μήλα) πολεμούσαν,
κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα
οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου
κι άλλους ξέχωρα απ'τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τους έδωσε,
ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τους έβαλε να μένουν.
Και κατοικούν ξέγνοιαστη έχοντας καρδιά
στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη,
μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τους δίνει
γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο
[...]
Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τους ανθρώπους
να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν.
Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ
τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται την νύχτα
μα μέριμνες σκληρές σ'αυτούς οι θεοί θα δίνουν.
Όμως και σ'αυτούς ανάμικτα θα υπάρξουνε καλά με τα κακά.
Κι ο Δίας θ'αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος,
την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες.
Με τα παιδιά του όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά,
κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ'αυτόν που τον φιλοξενεί,
στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός σαν πρώτα.
Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν,
θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά,
οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε
στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ'ανταποδίδουν.
Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ένας την πόλη του άλλου θ'αφανίσει.
Διόλου δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο τους, ο αγαθός,
ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο.
Στη βία των χεριών το δίκαιο και η ντροπή θα είναι,
ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο,
θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο.
Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος, στην όψη μισητός,
θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους.
Και τότε προς τον Όλυμπο απ'τη γη με τους πλατιούς τους δρόμους,
αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουν,
θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας,
η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν
στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ'το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει."

(Ησίοδος- "Εργα και Ημέραι" 256κ.ε., απόδοση: Σ.Γκιργκένη)


Το χρώμα του φόβου λένε πως είναι το κίτρινο -κάτι σαν το "χλωρόν δέος" του Ομήρου- κι εκείνο της αγάπης και του έρωτα το πορφυρό - σαν το αίμα, τη ζωή, σαν το φονικό, τη βαθιά πληγή και το θάνατο, σαν τη θυσία. Σαν την Ανάσταση. Το μενεξεδί βαφτίστηκε πένθιμο, ανταύγεια χρωματιστή του άχρωμου μαύρου. 
Το πράσινο τό'κλεψε η φρεσκάδα των βλαστών, ενώ το καφεδί έντυσε των δέντρων τους αιωνόβιους κορμούς και τη γη των σπόρων κι όπου αλλού απλώνονται οι ρίζες μας να τις προφυλάξει. Λένε πως το ένα γαληνεύει και ζωογονεί, ενώ τ'άλλο δίδει σιγουριά και σταθερότητα.
Όσο για το αγνό λευκό της καθαρότητας, αντάμα με το γαλάζιο του ουρανού και της αδάμαστης θάλασσας, σμίγουν στ'ασβεστωμένα ξωκλήσια στα νησιά, στην ψυχή και στη σημαία μας....
Κείνο της πίστης ακόμα αναζητώ... Μα, ξέχασα, τούτη δεν έχει χρώματα, φτάνει στο φως και τα υπερβαίνει... 

 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.(Ιωάννου 3,19)


Θ'ανηφορίσω προς την πλατεία, αφού υπογράψω άδεια ειδική στον εαυτό μου μονάχη μου. Με λένε τάδε, μένω εδώ και τούτη την ώρα, ξεκινώ από το σπίτι για να πάω στο φαρμακείο. Α, ρε τρελογιατρέ, αν σου τό'λεγα τούτο μέρες πριν με πόσα χάπια θα με χαπάκωνες; Γελώ με τη σκέψη! Να μην ξεχάσω και την ταυτότητα! Χάσαμε που χάσαμε την ταυτότητά μας, ας κουβάλαμε μαζί και τούτο το δελτίο που είναι ό,τι μας απέμεινε για να μας προσδιορίζει... Μην και ξεχάσουμε ολωσδιόλου το ποιοί είμαστε -τουλάχιστον να απομείνει τ'όνομα και κάποιοι σκόρπιοι, αδιάφοροι για την πλάση αριθμοί... 

"ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας."(Παύλου- Προς Εβραίους 2,14)


Περπάτησα μες στη βροχή. Πήρα ακόμη μιαν ανάσα. Αντάλλαξα δυο λόγια, κι άλλα δυο. Έρημο το τοπίο. Μοναχά από κανένα αυτοκίνητο για προμήθεια "αγαθών πρώτης ανάγκης". Υπάρχει άραγε αγαθό υπέρτερο της ελευθερίας; ... Και δε μιλώ για το χαζόχαρτο που υπέγραψα, ούτε για τον κάθε νόμο που στο χέρι μας είναι ν'αλλάξει. Μιλώ για το φόβο, μοναχά για αυτόν.... Για αυτόν τον φόβο, που ανεξέλεγκτος, ορίζει όλα τα δεσμά. Για αυτό το φόβο που βγάζει στο φως τα πιο θηριώδη ένστικτα του ανθρώπου, τα πιο δειλά, τα πιο τιποτένια, ακόμη και τα πιο ανόητα. Που γίνεται σύμμαχος στα σκήπτρα κάθε λογής χθόνιων κι υποχθόνιων βασιλιάδων.
"Όλα τα δεινά έχουν γίνει μάλλον για να τρομοκρατούν αυτούς που τα περιμένουν, παρά να λυπούν αυτούς που πλήττουν. Ο φόβος είναι τόσο βλαβερός, ώστε πολλοί ήδη υφίστανται το κακό, προτού νά'ρθει, όπως λόγου χάριν αυτοί που ταλαιπωρούνται από την τρικυμία σε καράβι και δεν περίμεναν να βουλιάξει το πλοίο, αλλά αυτοκτόνησαν πριν..." 
(Διογένης- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Βαρέθηκα τόσο τούτη τη μουντάδα, μπούχισα από το τόσο γκρι. Φέρτε μου χρώματα να βάλω τον ήλιο ξανά στον ουρανό, σαν παιδική ζωγραφιά! Μ'ακτίνες μακριές, παράταιρες, ν'αγγίζουν κάθε πλάσμα πονεμένο! Και να του φτιάξω στο πρόσωπο ένα χαμόγελο τρανταχτό, να στέλνει την αγάπη του σ'όλη την πλάση. Μια θάλασσα και γλάρους να πετούν, κι ένα γλαράκι μικρό -τάχα το λένε Ιωνάθαν;- να παλεύει να φτάσει ψηλά, εκεί που μονάχα οι αετοί πλησιάζουν. Θα ζωγραφίσω κι ένα καράβι.
Θά'ναι εκείνο το καράβι της ζωής, το καράβι του Οδυσσέα που βολοδέρνει στα πέλαγα ποθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα. Δε δοκίμασε το λωτό, δεν ξεγελάστηκε από της λησμονιάς την πλάνη. Μα τύφλωσε τον Κύκλωπα, κι αν σώθηκε (κρυμμένος κάτω απ'το πυκνόμαλλο αρνί), νέες δοκιμασίες τον καταδιώκουν. Πόσα μπορώ να στριμώξω, λοιπόν, σε μια ζωγραφιά; Νήπιοι εταίροι, ανοίγουν τον ασκό και σβήνει απ'τον ορίζοντα η Ιθάκη. Ανθρωποβόροι γίγαντες ξεπροβάλλουν κι η μάγισσα Κίρκη με το ραβδί που της ψυχής τα πάθη φανερώνει. Ο Κάτω Κόσμος, όπου αναγκάζεται να κατεβεί, να λάβει γνώση. Σειρήνες στα βράχια πλάνα του τραγουδούν, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη του φράζουν το δρόμο- πρέπει, κάποια στιγμή, να διαλέξει τί θα θυσιάσει. Του Ήλιου το νησί από όπου ξεβράζεται πια μοναχός- αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο... Της Καλυψώς τα δεσμά κι επιτέλους τ'απόμακρο μυστηριώδες νησί (του βασιλιά με το άλκιμο νου), απ'όπου στον τόπο της ψυχής του θα μπορέσει να επιστρέψει... Ούτε, όμως, εκεί θα βρει αναπαμό...
Και το καράβι συνεχίζει να ταλαντεύεται στον φουρτουνιασμένο της γένεσης κόσμο... Και το μικρό γλαράκι πασχίζει να πετάξει ακόμη πιο ψηλά....
"Ας δούμε συνεπώς αν οι δειλοί είναι δυνατόν να είναι δίκαιοι. Τους αντιθέτους των, δηλαδή τους θρασείς, τους βρήκαμε πως είναι άδικοι, γιατί κάνουν πολλά δια της βίας. Λοιπόν η δειλία είναι διαφθορά έννομης αντιλήψεως περί του τί είναι δεινό και τί όχι, ή άγνοια των δεινών και των μη δεινών ή και εκείνων που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν αυτοί που έχουν ενστερνισθεί αντιλήψεις εσφαλμένες και παράνομες να είναι δίκαιοι; Διότι προφανώς δεν είναι δυνατόν να βγάλουν για οτιδήποτε ορθά συμπεράσματα , αφού δεν επιτρέπει σ'αυτούς ο φόβος για τη ζωή τους να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα."(Ιεροκλής "Περί δικαιοσύνης"- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Κι όπως πάσχιζε το μικρό γλαράκι να φτάσει πιο μακριά, αντίκρυσε το μικρό ξωκλήσι στον ψηλό βράχο της ακροθαλασσιάς. Στάθηκε πάνω στον ξύλινο σταυρό κι αφουγκράστηκε. Άλλη ψυχή ζωντανή δεν υπήρχε εκειδά. Μα πόσες ανασαιμιές, προσευχές, δάκρυα κι ελπίδες σφράγιζε μέσα του τούτος ο πετρόχτιστος ναός! Έρημος πια, θαρρείς πως έλειψε το γένος των ανθρώπων...Το γλαράκι δεν ήξερε να ψάλλει, ούτε να τραγουδά. Κι έτσι φτερούγιζε μονάχα, κάνοντας κύκλους, να χαιρετίσει την Παναγιά που απόψε μονάχη γιόρταζε... Και μη με ρωτήσει κανείς, πώς ένα μικρό γλαράκι την είδε και την γνώρισε! Μη με ρωτήσει κανείς πως ένα γλαράκι θα μπορούσε να έχει πίστη! Με κούρασαν όλα αυτά... Μη με ρωτήσει κανείς πως βλέπουμε πέρα απ'τα χρώματα, ούτε να με ρωτήσει κανείς την ανάσα μου ποιός θέλω να ορίζει... Μη με ρωτήσει καν τί τούτα τα λόγια μπορεί να σημαίνουν...
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος..."


Υ.Γ. "Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά." - Ρήγας Φεραίος