Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

μοίρα


"Τμήμα του όλου ' το μέρος, εις αντίθεσιν προς το όλον. Το μερίδιο που ανήκει εις κάποιον: "νόμιμος μοίρα", το εκ του νόμου μερίδιον εις την κληρονομίαν. "Μοίρα γης"= μερίδιον γης, κλήρος. Αξία, εκτίμησις, προσήκουσα θέσις: "εν ίση μοίρα"= κατ'ισομοιρίαν, "εις μείζονα μοίραν"= εις μεγαλυτέραν αξίαν, ως και "εις ήσσονα μοίραν". Στρατιωτική, ναυτική ή αεροπορική μονάς: "μοίρα στόλου". Το 1/360 της περιφερείας του κύκλου. Το 1/360 του Ισημερινού, δηλαδή τμήμα αυτού αντιστοιχούν προς 111.111 μέτρα. Μεταφορικώς: το πεπρωμένον εκάστου ανθρώπου ' η τύχη ' το ριζικό, το γραφτό: "τώχει η μοίρα του να την παθαίνει πάντοτε!". Η δια του γάμου αποκατάστασις κόρης: "καλή μοίρα νάχης, κόρη μου!". Παρ'αρχαίοις: η θεότης του πεπρωμένου εκάστου ανθρώπου, συνήθως εις τον πληθυντικόν, αι Μοίραι, δηλαδή η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Ατροπός.


Αρχαίος βίος. Μοίρα συνηθέστερον δε εις τον πληθυντικόν αι Μοίραι, εκαλείτο θεότης διατάσσουσα και αποφασίζουσα τα της τύχης του ανθρώπου από την γέννησίν του μέχρι τον θάνατόν του. Μεταγενεστέρα είναι η προσωποποίησις της θεότητος. Εις τον Όμηρον ευρίσκεται ως Μοίρα η αφηρημένη έννοια του πεπρωμένου και εκδηλούται ως συμβολική έκφρασις είτε υπό τον τύπο Αίσα είτε υπό τον τύπον Κηρ. Η Αίσα είναι η καθαυτό μοιράζουσα την τύχην των ανθρώπων. Η Κηρ είναι προωρισμένη δια τον βίαιον θάνατον ' αυτή διατάσσει και επιφέρει τον βίαιον θάνατον των ανθρώπων, όπως εις τον πόλεμον, εις τη θάλασσαν κλπ. Η Μοίρα, εις τον Όμηρον ευρίσκεται ως συμβολική έκφρασις, όχι ως θεότης: "ου γαρ πω τοι μοίρα θανείν"= δεν είναι ακόμη πεπρωμένον να αποθάνης (Ιλιάδος Η 52). Εις τον Ησίοδον διαμορφούνται αι θεότητες, Μοίραι που ήσαν τρεις: Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος, θυγατέρες του Διός και της Θέμιδος, έφοροι και κυρίαι της ζωής των ανθρώπων. Υπέκειντο αι Μοίραι εις τας αποφάσεις του Διός, απ'όπου εκκλήθη ο Ζευς και Μοιραγέτης. Άλλοι όμως θέτουν αυτάς υπό την εξουσίαν του Πλούτωνος, επειδή διέμενον εις τον Άδην. Εν τούτοις η κοινή παράδοσις τας τοποθετεί εις το Γραμματείον του Διός, φυσικά εις τον Όλυμπον, όπου έγραφον τας αποφάσεις περί της τύχης εκάστου ανθρώπου. Άλλαι παραδόσεις τας φέρουν να κατοικούν εις μία κοιλάδα του Παρνασσού ή εις υψηλόν σπήλαιον απ'όπου έβλεπον όλα τα γινόμενα εις τον κόσμον.
Ανωτέρα των Μοιρών ήτο η Ειμαρμένη, που απεφάσιζε την τύχη και των θεών.
Και η μεν Κλωθώ, η πρεσβυτέρα των Μοιρών, επεσκόπει την γέννησιν των ανθρώπων, κρατούσα ηλακάτην (ρόκα). Όταν δε εγεννάτο άνθρωπος έκλωθε το νήμα της ζωής του. Η Λάχεσις εκράτει άτρακτον (αδράχτι), τυλίσσουσα το νήμα και διατάσσουσα τα μέλλοντα του γεννηθέντος. Η Άτροπος, η νεώτατη των Μοιρών, εκράτει ψαλίδα και έκοπτε το νήμα εις το σημείον εκείνο μέχρι του οποίου ήτο καθωρισμένη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Τα διατασσόμενα από τας Μοίρας δεν επεδέχοντο αλλοίωσιν. Εν τούτοις υπάρχουν μερικαί μετατροπαί αυτών, όπως η επιστροφή ανθρώπων από τον Άδην εις την ζωήν. Αλλά τότε, κατά την γέννησιν συνέβαινε να παρίσταται και η θεά του τοκετού Ειλειθυία και η Ουρανία Αφροδίτη, που εθεωρείτο η πρεσβυτάτη των Μοιρών. Εις τας Μοίρας εξ άλλου ανάγεται η εφεύρεσις των γραμμάτων και η διδασκαλία της μαντικής τέχνης, η οποία ετελείτο πλησίον των υπωρειών του Παρνασσού.
Παρίσταντο δε αι Μοίραι ως γυναίκες γραίαι, με καλυμμένας τας κεφαλάς με λευκά καλύμματα, εφόρουν δε λευκά ενδύματα, με πορφυρά άκρα. Εκάθοντο επί θρόνου και έφερον μεταξύ των γονάτων αδαμαντίνην ηλακάτην (ρόκαν) έκλωθων δε το νήμα ενώ ετραγουδούσαν. Εφέροντο επίσης με διάδημα εις ττην κεφαλήν ή στέφανον από νάρκισσον. Η λατρεία αυτών ήτο εξαιρετικώς διαδεδομένη εις την Ελλάδα ανάγλυφοι δε κυρίως παραστάσεις αυτών εστόλιζον τα αετώματα ναών (όπως του Παρθενώνος). Επίσης αγάλματά των εκόσμουν τους βωμούς.


Λαογραφία. Αι νεοελληνικαί δοξασίαι περί Μοιρών και αι παραδόσεις ελάχιστα διαφέρουν από τους αρχαίους μύθους. Αι τρεις θεότητες, όπως επεκράτησε να εμφανίζεται κατά την αρχαιότητα η ιδέα του πεπρωμένου του ανθρώπου, εξακολουθούν να παραμένουν και εις τον νεώτερον Ελληνισμόν, όχι όμως με την αντιστρατευομένην την χριστιανικήν θρησκείαν αρχαίαν θεϊκήν των διάπλασιν, ως εξουσιαστικαί μορφαί των τυχών των ανθρωπίνων υπάρξεων. Η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος παρεχώρησαν την θέσιν των εις τρεις ανωνύμους γραίας αδελφάς, αι οποίαι είναι αθάνατοι, έχουν μεγάλους οδόντας και είναι φυσικά άσχημοι, κατοικούν δε εις την άκραν του κόσμου εις μεγαλοπρεπές ανάκτορον, περιπάτουν πάντοτε και αι τρεις μαζί ενδεδυμέναι με λευκά ενδύματα. Φέρουν την κοινήν ονομασίαν Μοίρες, εξ αυτών δε η μία εκράτει ψαλίδι, η άλλη αδράχτι και η τρίτην ρόκαν με λινάρι. Μόλις γεννηθεί ο άνθρωπος εισέρχοντο εις το δωμάτιον της λεχούς και αναζητούν το νεογνόν δια να το "μοιράνουν". Κατά το "μοίραμα" η φέρουσα την ρόκαν με το λινάρι γνέθει, η δευτέρα με το αδράχτι τυλίσσει το νήμα, του οποίου "κάθε τυλιξιά είναι κ'ένας χρόνος", η τρίτη δε η φέρουσα την ψαλίδα θα κόψει το νήμα όταν θελήσει και κατ'αυτόν τον τρόπον θα καθορίσει την διάρκειαν της ζωής του ανθρώπου, δια τον οποίον έγινε το μοίραμα. Αλλ' αι Μοίραι είναι άγριαι και οξύθυμοι. Δι'αυτό κατά την τρίτην , την πέμπτην ή την έβδομην ημέραν από την γέννησιν του νεογνού, όταν συνήθως έρχονται αυταί, ετοιμάζεται τράπεζα με τρία καθίσματα, τίθενται δε εις αυτήν "μέλι και τρεις καρδιές από μύγδαλα και τρία κουταλάκια, τρία ποτήρια νερό και τρία βαγιόλια (πετσέτες)", για να καλωσορίσουν τις Μοίρες, και ακόμη "κάνουν ό,τι μπορούν" δια να τας ευχαριστήσουν "και καλομοιράνουν το παιδί".


Η δια περιπλανήσεων και ταξιδίων αναζήτησις της Μοίρας υπό των δυστυχούντων αναφέρεται εις την ατομικήν ιδέαν περί πεπρωμένου, είναι δε άσχετος προς τας εκτεθείσας δοξασίας και παραδόσεις σχετικώς με τας Μοίρας."
("Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ήλίου"", Ιωάννη Πασσά)

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

με νερό θαλασσινό...


" [...] Πού νά'χεις ξεχάσει, πάνω σε ποιό κομοδίνο, το φυλαχτό που σου κάρφωσε η μάνα σου στη φανέλα, κείνο το πρωινό πού'φευγες για πρώτη φορά... Υπάρχουνε δέντρα, κήποι, βουνά. Γλυκά τρεχούμενα νερά, πολυτρίχια, κρεβάτια που δεν κουνιούνται, γυναίκες που δε βάφονται, άντρες που δε βλαστημούνε. Ασπροβαμμένες κάμαρες στην εξοχή, δίχως περτσίνια και σταύρωσες στο ταβάνι. Ν'αλαργέψεις για λίγο από τούτα τα πράματα που συνήθισες να τα ψάχνεις τη νύχτα προτού κοιμηθείς, να τ'αγγίζεις, να τα μυρίζεσαι, να τα βλέπεις που κουνιούνται ώσπου να κλείσεις τα μάτια σου.[...]"
(Ν.Καββαδίας, "Βάρδια")


"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
~
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
[...]"

(Ν.Καββαδίας, "Fata Morgana")

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Έθιμα του Σταυρού

Σήμερα, του Σταυρού (βλ. και: Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός..) ... μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης (σαράντα μέρες μετά τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος), αυστηρή νηστεία και μέρα με ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον...


"... στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού. Τ'αληθινού Σταυρού, όπου πάνω σ'αυτόν μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος και που τον έδειξε στην Αγία Ελένη, όπως λένε, ο συμπαθητικός και μυρωδάτος βασιλικός. Ο λαός μας λέει πως αυτό το μυροφυτό φύτρωσε εκεί ακριβώς που ήταν ο Τίμιος Σταυρός απ'τις σταλαματιές του Άγιου Αίματος του Χριστού. Άλλοι πιστεύουν πως ο βασιλικός φύτρωσε πάνω στον τάφο του Χριστού.
[...].. την ημέρα αυτή στις εκκλησιές μοιράζεται ο αγιασμένος βασιλικός (το σταυρολούλουδο), που ο λαός μας πιστεύει πως έχει αρκετές θεραπευτικές και θαυματουργικές ικανότητες, γι'αυτό και το φυλάει στο εικονοστάσι για σταυρώματα και ξορκίσματα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Με τούτο το βασιλικό, οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φτιάχνουν το προζύμι της χρονιάς. Εδώ, στα μέρη μας (Πήλιο), το βασιλικό για το προζύμι οι γυναίκες των παίρνουν από το στολισμένο Σταυρό. Αυτόν το βασιλικό, μάλιστα, συχνά τον τοποθετούνε σ'ένα βαζάκι με νερό για να βγάλει ρίζες, ώστε να το φυτέψουνε ξανά κι από το ίδιο τούτο το φυτό να πάνε τα κλωναράκια την επόμενη χρονιά, τέτοια μέρα, στην εκκλησιά. Τα ματσάκια βασιλικών που μοιράζονται μετά το τέλος της λειτουργίας, τα κρατούνε φυλαχτό πάνω στο εικόνισμα.

"... Με το βασιλικό της Υψώσεως του Σταυρού (το σταυρολούλουδο) και με τον αγιασμό της μέρας αυτής φτιάχνουν το νέο προζύμι. Οι τρόποι παρασκευής του και η πίστη στη θαυματουργό δύναμη των ιερών αντικειμένων, φαίνονται στις εξής συνήθειες. Στον Κατάλακκο Λήμνου, "κάθε σπίτι, κάθε νοικοκυρά φέρνει ένα κουμάρ' με νερό στην εκκλησιά ' τ'αφήνουν στη μέση της εκκλησιάς, όπου γίνεται ο αγιασμός, και μετά το παίρνουν. Με τον αγιασμό αυτόν κάνουν το προζύμι της χρονιάς' το κάνουν καινούριο. Το παλιό το σβουν ' το ζυμώνουν όλο την τελευταία βδομάδα."
Εις την Κορώνην "κάνουν ζυμάρι και βάνουν απάνω το κλωνί το βασιλικό που παίρνουν του Σταυρού από την εκκλησά ' ως την άλλη μέρα φουσκώνει και γίνεται προζύμι από μόνο του. Το προζύμι αυτό 40 μέρες δεν το δανείζουν, και το πρώτο ψωμί που θα ζυμώσουν μ'αυτό θα το κάνουν λειτουργιά και θα το μοιράσουν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Η μέρα, τούτη, όμως, εκτός από μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αποτελεί και χρονικό σταθμό για τις αγροτικές εργασίες καθώς και κρύβει έθιμα με αρχαίες ρίζες:
"Σε μερικούς μάλιστα τόπους η 14η Σεπτεμβρίου λαμβάνεται ως αρχή και ως τέρμα για τις μισθώσεις των εργατών, των βοσκών κ.τ.λ.. Σταματούν τώρα οι καλοκαιρινές συνήθειες, όπως ο μεσημεριανός ύπνος και το δειλινό γεύμα, που τις έκανε μέχρι τώρα απαραίτητες η μεγάλη καλοκαιρινή μέρα. Κυρίως στην Αίγινα συνηθίζζουν την ημέρα αυτή να κηδεύουν και να θρηνούν τον "Λειδινό" με μιμική παράσταση, που έχει πιθανότατα αρχαία καταγωγή. Άλλοτε ήταν γιορτή γυναικών, αλλά σήμερα προετοιμάζεται από τις γυναίκες και τελείται από τα παιδιά. Με πανιά και άχυρα κατασκευάζουν ανδρική μορφή και την εκθέτουν σαν σε κηδεία ' ανάβουν κεριά και τη μοιρολογούν. Το είδωλο είναι σε φυσικό μέγεθος. Ότι αρχικά η παράσταση δεν αφορούσε το δειλινό, αλλά κάτι πολύ πιο σοβαρό, την εξαφάνιση της βλάστησης και την αναγέννησή της την άνοιξη, όπως και στις ανάλογες εαρινές τελετές, φαίνεται από το ότι το είδωλο έχει ολοφάνερα φαλλική μορφή. Να το μοιρολόγι, που τραγουδούσαν άλλοτε οι γυναίκες κατά τη δημόσια έκθεση του νεκρού:
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου,
τσαι κλησαρωμένε μου.
Όπου σε κλησαρώσανε με την ψιλή κλησάρα
τσαι όπου σε περνούσανε αφ' την Αγιά Βαρβάρα
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Φεύγεις, πάεις Λειδινέ μου, τσ' εμάς αφήνεις κρύους,
πεινασμένους, διψασμένους τσ' όχι λίγο μαραμένους.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Πάλι θα ρθεις Λειδινέ μου, με του Μάρτη τις δροσιές,
Με τ' Απρίλη τα λουλούδια τσαί του Μάη τις δουλειές.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου.
Ήρθ' η ώρα να μας φύγεις, πάαινε εις το καλό,
τσαι με το καλό να έρθεις τσ' όλους να μας βρεις γερούς.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου τσαι κλησαρωμένε μου."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Το έθιμο τούτο, αναβιώνεται σήμερα στην Αίγινα, και όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του νησιού:

«Ο Λειδινός είναι ένα φθινοπωρινό αγροτικό, φαλλικό έθιμο, με συμβολικό χαρακτήρα και διάχυτο το περίφημο σατιρικό πνεύμα του Διονύσου, που από αρχαιοτάτων χρονών μέχρι και σήμερα αναβιώνει στην Κυψέλη της Αίγινας. Ημέρα αναβίωσης του εθίμου ήταν η 14η Σεπτέμβρη, ημέρα της ανύψωσης του τιμίου Σταυρού. Αυτή λοιπόν ήταν σπουδαία ημέρα για του Αιγινήτες, γιατί συμβόλιζε το τέλος των εαρινών και θερινών εργασιών, την αρχή των φθινοπωρινών και χειμερινών καθώς και την παύση διαφόρων συνηθειών τους. Μια από όλες τις συνήθειες ήταν το Λειδινό. Το Λειδινό ή Δειλινό κατά το Αιγινήτικο γλωσσικό ιδίωμα ήταν ένα μικρό γεύμα που έπαιρναν οι Αιγινήτες κατά το δείλι. Ήταν λιτό και περιλάμβανε λίγο τυρί ή ελιές, σκόρδο, κουλούρες κρίθινες και κρασί ρετσίνα. Αυτό το μικρό γεύμα που ήταν απαραίτητο ειδικά για τους εργάτες, άρχιζε από τα μέσα Μαρτίου και έπαυε στις 14 Σεπτεμβρίου. Όταν λοιπόν έπαυε έπρεπε να τελεστή κάτι σαν να επρόκειτο περί θανάτου κάποιου έμψυχου όντος, που να παριστάνει και να εικονίζει τον πραγματικό θάνατο. Έτσι οι γυναίκες του χωριού μαζεύονταν, κατασκεύαζαν ένα ανδρικό ομοίωμα που το παρουσιαστικό του έδειχνε ένα νέο της αγροτιάς με ντρίλινα ρούχα που τα γέμιζαν με άχυρο, το οποίο συμβόλιζε την εποχή της συγκομιδής. Το κεφάλι του το σχημάτιζαν μα Αιγινήτικο κανάτι και το ζωγράφιζαν με κάρβουνο για να παραστήσουν το στόμα, μύτη, μάτια κλπ. Τον στόλιζαν με στάχια, βασιλικούς και άλλα λουλούδια. Του φορούσαν τραγιάσκα. Απαραιτήτως του έβαζαν γεννητικά όργανα (ένα γουδοχέρι με δύο μικρά ρόδια) ως ένδειξη της διαιώνισης και αναπαραγωγής της ζωικής και φυτικής ύπαρξης. Τον ξάπλωναν σε ένα τραπέζι. Γύρω του έβαζαν διάφορα αφιερώματα. Φυτρωμένα αράκια, στάρι και φακές που συμβόλιζαν τους κήπους του Άδωνη. Αγροτικά εργαλεία, δρεπάνια, καλάθια και καλάμια που συμβόλιζαν τις λαμπάδες που άναβαν στους νεκρούς. Γύρω από το τραπέζι και εν χορώ οι γυναίκες, μοιρολογούσαν με το εξής τραγούδι: [βλ.παραπάνω] Μετά το θρήνο έβαζαν τον νεκρό πάνω σε μία πόρτα στολισμένη με λουλούδια, ιδίως δειλινά και πήγαιναν να τον θάψουν. Σχηματίζονταν μια πομπή, ιδίως από παιδιά που κρατούσαν λουλούδια, κλαδιά από φοίνικες και σημαίες πάνω σε κοντάρια, τα μαντήλια των γυναικών και τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι. Στη συνέχεια πήγαιναν τον νεκρό Λειδινό και τον έθαβαν σε ένα λάκκο και έπαιρναν το ομοίωμα του νεκρού. Τότε έτρεχαν και φώναζαν «Αναστήθηκε ο Λειδινός». Το βράδυ μοίραζαν το στάρι, κρίθινες κουλούρες, κρασί, ρετσίνα και πολλούς άλλους μεζέδες και όλο το χωριό άρχιζε τον χορό και το τραγούδι με τα παλιά τραγούδια της Αίγινας. Το έθιμο σταμάτησε στην Κυψέλη όπου γινόταν με τον πόλεμο του 1940. Μεταπολεμικά πρωτεργάτρια της αναπαραστάσεως του εθίμου ήταν η Ασπασία Γκίκα και μάλιστα το ομοίωμα του Λειδινού είχε έντονο φαλλικό χαρακτήρα. Η Κοινοτική αρχή επανέφερε από το 1994 την αναβίωση του εθίμου, σε συνεργασία με τον Μορφωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο Κυψέλης.»
(http://www.aeginaportal.gr/content/view/357/31/lang,el/)


Αλλά έθιμα της μέρας αυτής, που σχετίζονται με τη σπορά και τις αγροτικές εργασίες, συναντάμε σε όλη την Ελλάδα:
"Η ιερότητα της μέρας συντελεί, ώστε να γίνονται τότε οι προετοιμασίες για τη σπορά που πλησιάζει, και κυρίως η ευλόγηση του προορισμένου γι'αυτήν εκλεκτού σπόρου. Για τον σκοπό αυτό στέλνουν στην εκκλησία πολυσπόριο, μείγμα απ'όλα τα είδη των σπόρων, για να λειτουργηθούν και να ευλογηθούν. Αναφέρω μερικά παραδείγματα. Στους Γαλανάδες της Νάξου την ημέρα αυτή "κάθε γεωργός θα βάλει σε μια πετσέτα λίγο κριθάρι, λίγα φασόλια, κουκιά και ό,τι άλλο έχει, για να σπείρει, και τα πάει στην εκκλησιά κι αφήνει την πετσέτα του δεξιά της Αγίας Θύρας ' εκεί σχηματίζεται σωρός ολόκληρος, τον οποίον ο ιερεύς ευλογεί μετά το τέλος της λειτουργίας. Καθένας κατόπιν παίρνει την πετσέτα του με το λειτρουημένο σπόρο. Όταν πρόκειται να σπείρει, ο γεωργός θα βάλει μέσα στο δισάκι του, που περιέχει τον σπόρο, που θα σπείρει, και λίγο λιτρουημένο σπόρο, λέγων: Έλα Χριστέ μου και Παναγιά μου, η ώρα η καλή."
Στα Κλουτσινοχώρια Καλαβρύτων "πάνε πολυσπόρι στην εκκλησιά, δηλαδή ένα σπυρί από όλους τους καρπούς (σιτάρι, κριθάρι, φασόλια κ.λ.π.) μέσα σ'ένα μαντίλι, το οποίο θέτουν κατά την λειτουργίαν υπό υην Αγίαν Τράπεζαν ' επανερχόμενοι ρίπτουν το καθέν εις τον σωρόν του."
Στη Σκύρο "βράζουν κόλλυβα για την υγεία των παιδιών τους. Τα παιδιά, παίρνει καθένα τη χαδούλα του (ταψάκι μπακιρένιο βαθουλό) και την πάει μονάχο του στην εκκλησιά, στον Εσπερινό."
Στην Επίδαυρο "το σιτάρι, που θα ευλογήσει ο παπάς το πρωί του Σταυρού στην Εκκλησία, είναι από το "σταυρό", δηλαδή από την τελευταία χεράδα, που κόψανε το θέρο στο χωράφι."
Η τελευταία αυτή είδηση μας επαναφέρει στα αγροτικά έθιμα του καλοκαιριού. Υπάρχει δηλαδή η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μια ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι", "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως ΄"αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Ένα επιπλέον έθιμο που συναντάμε στα λαογραφικά Παξών, μας πληροφορεί πως:
"Του Σταυρού (14 Σεπτ.) παλαιότερα, εκοπανίζανε ελιές στο γουδί και κάνανε λάδι κι ανάβανε το καντήλι. Αν δεν επέφτανε, εμαδούσανε.
"Όσες ελιές μάσεις, ως τα Χριστούγεννα, είναι ήυρεμα. Καλό κάνουν αυτές που πέφτουν, δυναμώνουν οι άλλες και επίτηδες, για ν'ανάψουνε το καντήλι. Τις βάζουν μέσα στη σκάφη με θερμό, για να μαζέψουν το απάνω λάδι, νά'ναι καθαρό"."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Λαογραφικά σύμμεικτα Παξών")

Τέλος:
"Από τη μέρα αυτή και οι ναυτικοί σταματούν τα μακρινά ταξίδια, όπως συμβουλεύει και η κοινή παροιμία: Του Σταυρού σταύρωνε και δένε ή του Σταυρού κοίτα και τ'άι-Γεωργιού ξεκοίτα. Άλλη παροιμία λέγει: Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
Ήδη από την παραμονή επιτρέπεται η είσοδος των παιδιών στ'αμπέλια και στους κήπους, όπως και των βοσκημάτων στους θερισμένους αγρούς. Και προς το βράδυ ανάβονται φωτιές με τις σησαμιές και άλλα χόρτα (κάψαλοι), τις οποίες πηδούν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

(*ασπρόμαυρες φωτογραφίες από βιβλίο Γ.Α.Μέγα)

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

κουβαδάκια...




Τρεις μέρες μετά από τον κατακλυσμό της Κυριακής, που αποχαιρέτησε τον Αύγουστο (βλ.:"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη), βρέθηκα και πάλι στην αγαπημένη μου θαλασσινή γωνιά. Δεν την είχε αφήσει ανέγγιχτη η μανιασμένη καταιγίδα.. ορμητικός χείμαρρος κουβάλησε στην παραλία πέτρες, βότσαλα, χαλίκια, κλαριά, χώματα, ακόμη και κομμάτια από βράχια σπασμένα..
Και πώς να την αφήσει δηλαδή; Μήπως αφήνουνε και σε μας ανέγγιχτες τις ψυχές μας οι βροντές κι οι κεραυνοί του κόσμου τούτου;

Το καλοκαίρι πέρασε.. αδειάσανε τα μέρη μας από ανθρώπινες φιγούρες.. Μείναν μονάχα λιγοστοί.. Οι ακρογιαλιές αλαφρώσανε απ'τη στριμωξιά και το βάρος των παρατεταγμένων κορμιών, οι φωνές των γελαστών πιτσιρικάδων σβήσανε.. μοναχό το κύμα σιγομουρμουρά, φλερτάροντας τα λιοκαμένα πλατιά βότσαλα.. Τα κουβαδάκια τα μαζέψαμε ' πάει κι αυτό το όνειρο, τα αμμουδένια κάστρα σωριάστηκαν, του χρόνου θα τα ξαναφτιάξουμε πιο τρανά..




.. Κι εγώ είμαι λυπημένη, όχι τόσο που φεύγει ο Αύγουστος - κι ας είμαι τέκνο του καλοκαιριού - αλλά που φεύγουν άλλα και χάνονται, και σωριάζονται σαν τούτους τους πύργους, όσο και να προσπαθώ μέσα στις δυο παλάμες μου να τους συγκρατώ, να τους αγκαλιάζω θαρρείς.. Τί να σου κάνουν δυο παλάμες, πώς να εμποδίσουνε το χείμαρρο τον ορμητικό, τον αδίστακτο, να τους πάρει σβάρνα κατόπι του; Κι όμως επιμένω να τους κρατώ, γιατί, δεν ξέρεις ποτέ, ίσως ένας πεσμένος βράχος να του φράξει το μέτωπο, να του αλλάξει την πορεία στα πλάγια, να τον στρέψει μακριά...

Get this widget Track details eSnips Social DNA


Ίσως πάλι, γιατί τούτα της άμμου τα χρυσαφιά ψίχουλα που μένουνε ν'αστράφτουνε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, καθώς στο πέρασμά του ο Απόλλωνας φεγγοβολά, είναι τόσο, μα τόσο, σημαντικά για μένα...

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Άγιος Μάμας, προστάτης των βοσκών...

Του Αγίου Μάμα, σήμερα, προστάτη των βοσκών... Ενός έφηβου αγίου, που μόλις 15 χρονών, θανατώθηκε βίαια, για την πίστη του...


Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος, στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":
"Στις 2 είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του. "Το τάζω", μού ειπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"."


Αναφέρει κι ο λαογράφος μας Γ.Α.Μέγας, στο "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας":
"Είναι άγιος βοσκός εικονιζόμενος με το στραβοράβδι στο χέρι. Στο πανηγύρι του τιμάται με προσφορές και θυσίες αρνιών ' ακολουθεί κοινό τραπέζι και ευωχία. Έτσι στη Σκύρο "οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά νά'χει και κείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους. Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω απ'την καρυδιά..."


Ακόμη, από το (http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/mamas.htm):
"Στήν Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε." 
 

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη


Αξημέρωτα με ξυπνήσανε οι βροντές και τα μπουμπουνητά! Χαλασμός Κυρίου! Κι ανοίξανε, ξαφνικά, οι ουρανοί κι αρχίσανε να ρίχνουνε τουλούμια!
Με τους πρώτους κεραυνούς, με τα μάτια μισόκλειστα από τον ύπνο, εκσφενδονίστηκα από το κρεβάτι για να προλάβω να μαζέψω το βασιλικό που είχα κρεμασμένο σε ματσάκια έξω να ξεραθεί για το χειμώνα - καθώς ανήκω σε αυτούς τους δυστυχείς που ούτε στον πιο βαθύ τους ύπνο δε λένε να ησυχάσουν, παρά ακόμη και μέσα στις αγκάλες του Μορφέα, συνεχίζουν να σκέφτονται σαν νά'ναι ξυπνητοί.
Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πρόλαβε να ξεκινήσει η μπόρα κι αμέσως κόπηκε το ρεύμα! Γιατί το βουνό μας έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη Δ.Ε.Η., σταθερή και αμετάβλητη! Και οφείλω να ομολογήσω πως δε μου επιτρέπεται να αρθρώσω κανένα παράπονο για αυτήν, καθότι η Δ.Ε.Η. μας, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζεται από το σπουδαιότατο προσόν της συνέπειας, που εκτιμώ αφάνταστα, οπότε με την πρώτη ψιχάλα είναι δεδομένο ότι θα μας κόψει το ρεύμα, πάει και τελείωσε! Το ξέρουμε και το περιμένουμε! Κανόνας ιερός και απαράβατος! Είτε πρόκειται για ψιλόβροχο, είτε για κατακλυσμό. Οπότε, πώς να διαμαρτυρηθώ; "Δεν τά'χουμε συμφωνημένα; Δεν το περιμένατε;" θα μου αποκριθεί η "κυρία". Αφού, να φανταστείτε, στις αρχές του καλοκαιριού, που αποφασίσανε να αντικαταστήσουνε όλα τα καλώδια -υψηλής τάσης - με άλλα ενισχυμένα, ανθεκτικά κι ατρόμητα και ο συμπαθέστατος κασκαντέρ-υπάλληλος (πόση ώρα ήταν σκαρφαλωμένος ο καημένος με τον ήλιο να τον τσουρουφλάει) με ενημέρωσε θριαμβευτικά, καθώς τού'φτιαχνα παγωμένο καφεδάκι για να δροσιστεί, πως "Από δω και στο εξής δεν πρόκειται να έχετε ούτε μία διακοπή!", σκέφτηκα, χωρίς φυσικά να βγάλω μιλιά "Τί μας λες; Εδώ έχουμε απαράβατο συμβόλαιο με την Υπηρεσία σας! Δεν υπάρχει περίπτωση! Όσα καλώδια και να αλλάξετε, εμείς φως δε βλέπουμε όταν ανοίγουν οι ουρανοί!" Παρόλα αυτά, ως άνθρωπος αισιόδοξος, κράτησα μια κρυφή ελπίδα μπας και γίνει κανένα θαύμα, αλλά... δεν πέρασε μια βδομάδα κι επιβεβαιώθηκα πως κάποιες αξίες και σταθερές παραμένουν αμετάβλητες σε τούτη τη ζωή!
Σήμερα, λοιπόν, ο Δίας ξύπνησε με κέφια! Φόρεσε την αδιάβροχη στολή του, ζώστηκε τους κεραυνούς κι άρχισε το πανηγύρι! Τέτοιες βροντές, τέτοια μπουμπουνητά εκκωφαντικά, δε θυμάμαι νά'χω ξανακούσει! Σείστηκε ο τόπος κι άρχισε να αστραποβολά παντού! Θαρρείς κι ο Ωκεανός μετακόμισε στα ουράνια και γεννοβολούσε ποτάμια βροχής για να λούσει το περίφημο βουνό των Κενταύρων! Τέτοια άγρια νεροποντή έχω χρόνια να θυμηθώ..
Ο Ζευς, "βασιλεύς και πατήρ ανδρών τε θεών τε", ο νεφεληγερέτης, ο κελαινεφής (μαυροσύννεφος), ο εριβρεμέτης (βαρύβροντος) κι αγρικέραυνος, πήρε το αστροπελέκι του και σήμανε τη λήξη του καλοκαιριού, καλωσορίζοντας την εποχή των όμβρων και των χρυσοκίτρινων φύλλων, με τον πιο θεαματικό τρόπο! Το μέχρι χθες λουσμένο στο φως Πήλιο, σκοτείνιασε και θόλωσε, τυλίχτηκε στην ομίχλη και στην καταχνιά, βούλιαξε σε μια θάλασσα βροχής κι αποχαιρέτησε την τελευταία του Αυγούστου μέρα, την "κλειδοχρονιά", όπως συνήθιζε να την ονοματίζει ο λαός μας.
Την τελευταία μέρα του καλοκαιριού τη λένε "κλειδοχρονιά", μας πληροφορεί ο Γ.Α.Μέγας, καθώς θεωρούνε πως σήμερα "κλειδώνει ο χρόνος". Ο Δ. Οικονομόπουλος ("Λεριακά ήτοι ιστορία και αρχαιολογία της νήσου Λέρου"), μάλιστα, καταγράφει σχετικά πως στη Λέρο "αι γυναίκες συνηθίζουν την εσπέρα της παραμονής της πρώτης Σεπτεμβρίου (θεωρούμενης ως αρχιχρονιάς), να παραθέτουν τράπεζαν εστρωμένη εις το μέσο της αιθούσης και επ'αυτής πινάκια γλυκισμάτων, δια να φάγει το στοιχειό του σπιτιού, ως λέγουσι." (πληροφ.: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγας). Σύμφωνα και με το Βασίλη Λαμνάτο ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") τη μέρα αυτή "..ακούς: "Κλειδώνει ο χρόνος σήμερα" ή "Κλείνει η πόρτα του χρόνου σήμερα" ή "Αμπαρώνει την πόρτα του ο χρόνος σήμερα" και άλλα πολλά. Πιστεύουν οι ξωμάχοι μας πως την ημέρα αυτή ο χρόνος κλειδώνει την πόρτα του και παίρνει μαζί του όλα τα κακά. Όσο όμως και να το πιστεύουν αυτό, ο χρόνος αφήνει πάντοτε πίσω του τις κακές μέρες."

Και μια που αναφερθήκαμε στον Όμβριο Δία και στην ελληνική μυθολογία μας, και μιας κι οι καιροί που ζούμε είναι χαλεποί αλλά κι ο καιρός σήμερα ανταριασμένος, ας θυμηθούμε και το μύθο του Δευκαλίωνα:

"Κάποτε οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, το Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές ' οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με το Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα ' ύστερα κάθισε στην κορυφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια απ'τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν. Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες ' όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νεός λαός απ'τα λιθάρια της γης.
Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόχτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία."
(Ι.Θ.Κακριδή, "Ελληνική Μυθολογία")

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

του Άι-Γιαννιού η κουκόφαβα

Σήμερα, τρεις μέρες πριν μας εγκαταλείψει ο Αύγουστος, τιμάται η μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μνήμη της μέρας του αποκεφαλισμού του.



Εδώ, στο Πήλιο, από την προπαραμονή ξεκινούν οι ετοιμασίες για την κουκόφαβα που μοιράζεται στην εκκλησία την παραμονή το βράδυ ή και ανήμερα το πρωί στους πιστούς. Την προπαραμονή το απόγευμα, λοιπόν, οι επιτρόπισσες και όσες πρόθυμες γυναίκες του χωριού συγκεντρώνονται για να καθαρίσουν τα φουσκωμένα στο νερό κουκιά. Το βράδυ τα αφήνουν και πάλι στο νερό κι από τα ξημερώματα της επομένης αρχίζει η παρασκευή. Όλο το πρωινό τα κουκιά βράζονται σε κατσαρόλια ή και μεγάλα καζάνια, έπειτα τα περνούνε από το μύλο να τα φτιάξουνε πολτό κι ύστερα ξανά τα βάζουν στη φωτιά με κρεμμυδάκι για να πήξει ο χυλός και, τέλος, τα σερβιριστούνε στα κυπελλάκια που θα δοθούν στον κόσμο.



Στη Βυζίτσα, μάλιστα, την παραμονή το βράδυ, μοιράζουν και μαγειρεμένο κατσίκι με ρύζι (που ψήνουν σε μεγάλα τσουκάλια στο προαύλιο του ναού) στους πιστούς. Ανήμερα όμως το πρωί, μετά τη λειτουργία, μοιράζεται μονάχα η κουκόφαβα και μάλιστα αλάδωτη, καθότι η μέρα τούτη είναι μέρα μεγάλης νηστείας για την Ορθοδοξία.



Ο τοπικός μας λαογράφος-ερευνητής, Κώστας Λιάπης, γράφει για τη μέρα αυτή:

"... Γνωστή, τέλος, λαογραφική γιορτή και μέρα αυστηρής νηστείας, κατά την οποία συνηθίζουν οι πηλιορείτες να τρώνε αλάδωτη φάβα -στη Βυζίτσα τη φτιάχνουν και την προσφέρουν δωρεάν στους πιστούς το βράδυ της παραμονής οι επίτροποι της εκκλησιάς που πανηγυρίζει- θεωρείται και η γιορτή της "αποτομής της κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου", γνωστή κυρίως σα γιορτή "του Άι-Γιαννιού του αποκεφαλιστή" όπως χαρακτηριστικά τη λένε οι πηλιορείτες, μεταβάλλοντας "ελαφρά τη καρδία" τον Άγιο από θύμα σε θύτη. Ο Άγιος αυτός θεωρούνταν παλιότερα στο Πήλιο προστάτης των "θερμασμένων", που δεν ήταν άλλοι από αυτούς που υπόφεραν από την ελονοσία, γνωστή καλύτερα ως "θερμασιά". Τί σχέση βρήκε η αφελής λαϊκή πίστη ανάμεσα στον Άι-Γιάννη τον Πρόδρομο και στους "θερμασμένους", για να κάνει τον πρώτο προστάτη των τελευταίων; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Κοινό σημείο αναφοράς στάθηκε το ρίγος που ένιωθαν οι θερμασμένοι, κυρίως τον Αύγουστο που η ελονοσία βρισκόταν τα παλιά χρόνια σε ιδιαίτερη έξαρση και στο Πήλιο. Το ίδιο ρίγος που πρέπει να ένιωσε κι ο Άγιος όταν του έκοψαν την τίμια κεφαλή, γεγονός που του έδωσε αλλού και την προσωνυμία "ριγολόγος" ή "ριγανάς".
Την ίδια μέρα, κατά την οποία μάλιστα γίνονται στο Πήλιο αρκετά "νηστίσιμα" πανηγύρια, απαγορεύεται και σήμερα η κατάλυση κάθε ποτού και ιδιαίτερα του μαύρου κρασιού, που θυμίζει το αίμα που χύθηκε κατά τον αποκεφαλισμό του Αγίου."

(Κώστας Λιάπης, "Στο Πήλιο της παράδοσης")

Και, φυσικά, δε θα μπορούσε να μην αναφέρει κι ο γνωστός λαογράφος Γ.Α.Μέγας, πολλά και ενδιαφέροντα για τη μέρα του Άι-Γιαννιού:

"Η σχετική με τον αποκεφαλισμό του Προδρόμου διήγηση της Αγίας Γραφής, έτσι όπως αποτυπώθηκε στις εκκλησιαστικές εικόνες, συγκίνησε βαθύτατα την ψυχή του λαού. Κι η λαϊκή φαντασία που δε γνωρίζει όρια, βλέπει το κεφάλι του Προδρόμου να αναπηδά μέσα στο δίσκο του ηλίου, όταν αυτός ανατέλλει στις 29 Αυγούστου. Όσοι το πιστεύουν αυτό στην Κύπρο (ίσως και αλλού), σηκώνονται πολύ πρωί για να δουν το θέαμα. Το ανοσιούργημα όμως της Ηρωδιάδας έγινε κατά τη λαϊκή πίστη αιτία μεγάλου κακού για την ανθρωπότητα. Οι κακοήθεις πυρετοί που μαστίζουν, κυρίως τον Αύγουστο, τον τόπο μας με τα τρομερά τους ρίγη και τους μεγάλους παροξυσμούς, οφείλονται στην ταραχή που αισθάνθηκε το κεφάλι του καρατομημένου Αγίου. Την αντίληψη αυτή εκφράζουν τα λόγια κάποιου λήμνιου χωρικού:
"Από τότε που αποκεφάλισαν τον Αγιογιάνν' , από τότε έπεσεν η θέρμη στον κόσμο' ταραχκίν του κιφάλ' τ' κι έπισι ταραχή, συνερίγ', παραξ'σμός. Γι'αυτό τ'Αγιογιάνν' τ' Παραξ'σμου είναι για τς θέρμες. Κείνος που θερμαίνεται πάει στον Αγιογιάνν' λάδ', κερί, λίβανο και θυμιάζ'. (Σβέρδια)"
Γι'αυτό κι ο Άγιος αποκαλείται Θερολόγος ή Ριγολόγος, Παροξυσμός ή Κρυαδίτης, και η μνήμη του τιμάται με απόλυτη νηστεία' και έτσι λέγεται και νηστευτής (στην Κορώνη) ή νηστικός (στη Λέσβο). Η νηστεία του συνοδεύεται απ'τηνη απαγόρευση όλων όσα μοιάζουν με το αίμα που έτρεξε από το κεφάλι του. Να οι σχετικές δεισιδαιμονίες, διατυπωμένες από τους ίδιους τους χωρικούς.
"Δεν τρώγουμε μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο, ό,τι μαύρο φρούτο είναι, γιατί το αίμα του Αγίου τα έβαψε. Δεν τρώγουμε ούτε καρύδι, γιατί του έκοψαν το καρύδι όταν τον αποκεφάλισαν. Δεν πιάνουμε μαχαίρι κείνη τη μέρα και το ψωμί το κόβουμε με τα χέρια. (Κίος)"
"Δεν κόβουμε καρπούζι με το μαχαίρι στο πάνω μέρος, να μη ξεκεφαλίζουμ' έτσι τον άι-Γιάννη. Κείν' τη μέρα τίποτα δεν τρώνε' είναι νηστησμάρχης άγιος. (Τελώνια Λέσβου)"
Για εξιλασμό, όσοι πάσχουν από πυρετούς, "τάζουν" στον Άγιο λάδι, λιβάνι, κερί ή πετεινό και κατσίκι, που θυσιάζουν στη γιορτή του. Δεν παραλείπουν και πράξεις που εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της ασθένειας σε δέντρα και άλλα αντικείμενα. Π.χ. στο Αδραμύττι:
"Τον Άι-Γιάννη τον αποκεφαλιστή τον έκαναν τάμα, άλλος πετεινάρ', άλλος κατσικάκ' για τον πυρετό. Πήγαινε μια οικογένεια κι έσφαζε' παίρναν το κεφάλι του πετεινού και το κρεμάγανε σε μια συκιά και τ'αφήνανε κει. Ή κόφτανε μια τρίχα πε τα μαλλιά τς, μια λουρίδα πε το φουστάνι τς και τ'αφήνανε πάνω στο δέντρο, ότ' νά 'τανε' καλύτερα νά 'ναι αλυγαριά. Και το τάμα πού'κανεν ο νοικοκύρ'ς στον Άι-Γιάννη (το πετεινάρ' ή το κατσίκ') δεν τό'τρωγεν ο ίδιος. Άλλοι το τρώγαν ' τ'άφηνεν εκεί κι όποιος τό'βρισκε τό'τρωγε. Ψυχικό ήτανε."
Στην Κορώνη, "την ημέρα που γιορτάζει η χάρη του, όποιος θέλει μετράει μια κλωνιά με τον άγιο Γιάννη, όσο δηλαδή είναι το εικόνισμα του τέμπλου, και τη ζώνει στη μέση του. Κοιμάται με δαύτηνε δυο τρεις βραδιές κι ύστερα τήνε χύνει κερί και την ανάβει στη χάρη του και καίγονται ούλες οι αρρώστιες."
Σε πολλές περιοχές έχουν καθιερωθεί για την υγεία του κοινού πανηγύρια, λιτανείες και παρακλήσεις σε ξωκλήσια ή αγιάσματα που αποβλέπουν στη μνήμη του αποκεφαλισμού του Προδρόμου. Και στον ίδιο σκοπό αποβλέπουν και οι φωτιές που ανάβονται σε μερικούς τόπους, όπως στην Απολλωνιάδα της Προύσας ' "πετιούνταν απάνω απ'τις φωτιές και λέγανε: αφήνουμε τον κακό καιρό και πάμε στον καλόν καιρό. Ανάβανε και σκόρδα και βάζαν στα χέρια τους, για να μη βγάζουν παρανυχίδες".
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Τέλος, ο Βασίλης Λαμνάτος, μας αναφέρει για τους τσοπάνηδες, εκτός των άλλων:

"Οι τσοπάνηδες τό'χουν σε μεγάλο κακό να φάνε κρέας αυτή τη μέρα. Παθαίνουν τα ζωντανά, λένε, αρρώστιες και ψοφούν." και
".. Οι φωτιές τώρα, π'ανάβει ο λαός μας ανήμερα της γιορτής και τις πηδούν άνθρωποι κάθε ηλικίας, έχουν σαν σκοπό τον καθαρισμό και την προφύλαξη από κάθε κακό κι αρρώστια. Συνήθως, πηδούν τρεις φορές πάνω απ'τη φλόγα, όσα είναι και τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Έτσι, μ'αυτά τα τρισπηδήματα, πιστεύουν πως καθαρίζονται από κάθε βάσανο. "Καίγεται", τους ακούς και λένε, "ό,τι κακό σέρνεις πάνω σου"."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

Υ.Γ. Βλέπε και:  του Άη Γιαννιού η κουκόφαβα (2)

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Άγιε Φανούρη φανέρωσε...




"Ο νεοφανής Άγιος Φανούριος είναι, στη λαϊκή μας παράδοση, μέγας ευρετής απωλεσθέντων αντικειμένων. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα δημιoύργησε το ιδιότυπο λατρευτικό υπόβαθρο της προσφοράς κατά την ημέρα της εορτής του (27 Αυγούστου) εθιμικών άρτων και γλυκισμάτων, τα οποία, αφού ευλογηθούν από τον ιερέα, μοιράζονται στους παρευρισκομένους.
Η σύνδεση του Αγίου με τα χαμένα αντικείμενα είναι παρετυμολογική: Ο Φανούριος φανερώνει! Η λατρεία του Αγίου Φανουρίου φαίνεται ότι ξεκινά από τη Ρόδο, όπου κατά την παράδοση βρέθηκε η εικόνα του, όταν έσκαβαν σε ερείπια παλαιού ναού έξω από τα τείχη της πόλης. Η αμφίεσή του παρέπεμπε σε στρατιωτικό Άγιο. Σε ειδικά εικονίδια πάνω στην ίδια εικόνα υπήρχαν σκηνές από το μαρτύριο του Αγίου. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Νείλος (1355-1369) διάβασε την επιγραφή "Άγιος Φανούριος". Από τη Ρόδο η λατρεία του εξαπλώθηκε στα κοντινά νησιά και κυρίως στην Κρήτη, όπου υπάρχουν σήμερα τρία σπουδαία μοναστήρια στα οποία τιμάται και δεκάδες ναοί.
Στην προσφορά άρτων και γλυκισμάτων προς τον Άγιο Φανούριο ανιχνεύονται απηχήσεις των νεοελληνικών νεκρικών εθίμων, αφού το τάμα προς τον Άγιο σχετίζεται με τη μεταθανάτια τύχη των συγγενικών του προσώπων! Πιο συγκεκριμένα, η πίτα παρασκευάζεται "για να συγχωρέσει ο Θεός τση μάνας του Αγίου" ή "για συγχώριο της μάνας και της αδελφής του", ενώ συχνά προστίθεται στην ομάδα των γυναικών και η αρραβωνιαστικιά του! Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις βρύσες Μεραμπέλλου:
"Η μάνα του Αγίου δεν ηκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;
Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...
Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.
Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."
Οι παραλλαγές της παράδοσης για την αμαρτωλή μητέρα του Αγίου Φανουρίου που ακούγονται σ'όλη την Ελλάδα είναι δεκάδες. Ακόμη και ως ειδωλολάτρης που δεν ασπάστηκε το Χριστιανισμό αναφέρεται. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σημειώνει στο διήγημά του "Γουτού Γουπατού" - χωρίς να αναφέρει τίποτα περισσότερο : "Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ' τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ' την."
(Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης")

"Τον Άγιο Φανούριο έκανε αρκετά δημοφιλή η παρήχηση του ονόματός του προς το φαίνω, φανερώνω. Είναι ο Άγιος που φανερώνει τα χαμένα ζώα ή πράγματα και την τύχη. Γι'αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατά στο χέρι αναμμένο κερί και στην πίστη του λαού έχει θέση μάντη. Εννοείται ότι το αίτημα συνοδεύεται και με ορισμένα τάματα. Π.χ. οι γυναίκες της Παρνασσίδας, όταν έχουν πράγμα χαμένο τάζουν:
Άγιε μου Φανούριε, φανέρωσέ μου το... και θα σου κάνω μια κουλούρα για την ψυχή της μάνα σου! (Η μάνα του Αγίου έχει πολλές αμαρτίες). Ύστερα νειρεύονται αυτό που έχασαν και το βρίσκουν. Τότε κάνουν μια κουλούρα και τη μοιράζουν στα μικρά παιδιά λέγοντας: "Πάρτε να σ'χωρέστε" (δηλαδή τη μάνα του Αγίου). (Αράχωβα).
Πίτα κάνουν και οι ανύπαντρες για να τους βρει γαμπρό. (Κρήτη)"
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

"Για τον Άγιο Φανούριο ο λαός μας λέει πολλά. "Είναι ο Άγιος", λένε οι ξώμαχοί μας, "που φανερώνει τα κλεμμένα ζα και τα χαμένα πράγματα". Καμιά φορά πιστεύουν πως φέρνει και την καλή τύχη στον άνθρωπο. Του φανερώνει το δρόμο τον καλό. "Του φέγγει", λέει ο λαός για κάποιον που τον πάει καλά η τύχη του. "Του φέγγει ο Άγιος Φανούριος". Γι'αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατάει στο χέρι κερί αναμμένο και να φωτίζει. " (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

"Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της! "Οι ανύπαντρες κοπέλες που θέλουν να παντρευτούν ετοιμάζουν φανουρόπιτα για να φανερωθεί ο υποψήφιος γαμπρός". Στη Σκιάθο "πίτα στον Άγιο τάζουν και οι γυναίκες που τον παρακάλεσαν να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους". Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ'το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο). [...]
Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά! Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας! [...]


Φανουρόπιτα Δράμας:
1 ποτήρι λάδι.
1 ποτήρι ζάχαρη.
1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.
1 κουταλιά κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού
3 ποτήρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 κουταλάκι σόδα
1 κουταλιά κανελογαρύφαλα
1/2 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα
1/2 ποτήρι μαύρες σταφίδες
Χτυπάμε το λάδι με τη ζάχαρη, προσθέτουμε το ξύσμα και το χυμό του πορτοκαλιού και τέλος το αλεύρι ανακατεμένο με τα υπόλοιπα υλικά. Αδειάζουμε το χυλό σε ταψί Νο 28 και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 45-50 λεπτά. Όταν κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη."
(Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης")

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Μπαρκ

του Antoine de Saint-Exupery (απόσπασμα):


"... Τριγύρισε μπροστά στα εβραϊκά μαγαζιά, κοίταξε τη θάλασσα, σκέφτηκε πως μπορούσε να πάει όπου του άρεσε, πως ήταν ελεύθερος... Μα αυτή η ελευθερία του φάνηκε πικρή: γιατί ανακάλυψε πόσο του έλειπαν οι δεσμοί με τον κόσμο.
Τότε ο Μπαρκ χάιδεψε το μάγουλο ενός παιδιού που περνούσε. Το παιδί χαμογέλασε. Δεν ήταν κάποιο παιδί του κυρίου του που το κολάκευε. Ήταν ένα αδύνατο παιδί στο οποίο ο Μπαρκ χάριζε ένα χάδι. Και που χαμογελούσε. Κι αυτό το παιδί ξύπνησε τον Μπαρκ, κι ο Μπαρκ ένιωσε κάπως πιο αξιόλογος πάνω στη γη εξαιτίας ενός παιδιού που του χαμογέλασε. Άρχισε κάτι να διαβλέπει και περπατούσε τώρα με μεγάλα βήματα.
-Τί ψάχνεις να βρεις; ρώτησε ο Αμπντάλα.
-Τίποτα, απάντησε ο Μπαρκ.
Μα όταν, στη στροφή κάποιου δρόμου, έπεσε πάνω σε μια παρέα παιδιά που παίζανε, στάθηκε. Ήταν εδώ. Τα κοίταξε αμίλητος. Ύστερα, αφού πήγε στα εβραϊκά μαγαζιά, γύρισε φορτωμένος δώρα. Ο Αμπντάλα νευρίασε:
-Βλάκα, φύλαξε τα λεφτά σου!
Μα ο Μπαρκ δεν άκουγε πια. Σοβαρός, έγνεφε σε κάθε παιδί. Και τα χεράκια τους απλώνονταν προς τα παιχνίδια και τα βραχιολάκια και τις χρυσοκέντητες παντοφλίτσες. Και κάθε παιδί, μόλις έπαιρνε στα χέρια του το θησαυρό του, το έσκαγε σαν αγριοκάτσικο.
Τ'άλλα παιδιά του Αγαδίρ, μαθαίνοντας το νέο, έτρεξαν κι αυτά στον Μπαρκ: κι αυτός τους χάρισε χρυσοκέντητα παντοφλάκια. Και στα περίχωρα του Αγαδίρ κι άλλα παιδιά που τα ξεσήκωσε αυτή η φήμη τρέξανε με φωνές προς αυτόν το μαύρο θεό' γαντζωμένα πάνω στα παλιόρουχα του σκλάβου, γύρευαν κι αυτά το μερτικό τους. Ο Μπαρκ καταστρεφόταν.
Ο Αμπντάλα φαντάστηκε πως είχε τρελαθεί απ'τη χαρά του. Μα νομίζω πως το θέμα για τον Μπαρκ δεν ήταν να μοιράσει ένα πλεόνασμα χαράς.
Είχε, αφού ήταν λεύτερος, τα βασικά αγαθά, το δικαίωμα ν'αγαπηθεί, να τραβήξει προς το βορρά ή προς το νότο και να κερδίσει το ψωμί του με την εργασία του. Τί του χρειάζονταν λοιπόν αυτά τα χρήματα... Αυτός ένιωθε, όπως νιώθεις μια άγρια πείνα, την ανάγκη νά'ναι ένας άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους, δεμένος με τους ανθρώπους. Οι χορεύτριες του Αγαδίρ είχαν φερθεί στοργικά στο γέρο-Μπαρκ, μα τις άφησε χωρίς μεγάλη προσπάθεια, όπως είχε πάει' δεν τον είχαν ανάγκη. Το γκαρσόνι του αράπικου καφενείου, οι διαβάτες στους δρόμους, όλοι σέβονταν αυτόν τον ελεύθερο άνθρωπο, μοιράζονταν μαζί του εξίσου τον ήλιο, κανένας όμως δε φάνηκε να δείχνει πως τον είχε ανάγκη. Ήταν ελεύθερος, απεριόριστα ελεύθερος, τόσο που να μη νιώθει το βάρος του πάνω στη γη. Του έλειπε αυτό το βάρος των ανθρώπινων σχέσεων που σου κόβει το βήμα, αυτά τα δάκρυα, αυτοί οι αποχαιρετισμοί, αυτές οι μομφές, αυτές οι χαρές - όλα όσα κάθε άνθρωπος θωπεύει ή απωθεί κάθε φορά που κάνει μια χειρονομία, αυτοί οι χίλιοι-δυο δεσμοί που τον δένουν με τους άλλους και του δίνουν κάποιο βάρος. Μα ο Μπαρκ ήταν ήδη φορτωμένος με χιλιάδες ελπίδες...
Κι η βασιλεία του Μπαρκ άρχιζε μέσα σ'αυτή τη δόξα του ήλιου που έδυε στο Αγαδίρ, μέσα σ'αυτή τη δροσιά που ήταν γι'αυτόν τόσα πολλά χρόνια η μόνη γλυκιά στιγμή που περίμενε. Και καθώς η ώρα της αναχώρησης πλησίαζε, ο Μπαρκ προχωρούσε μέσα σ'αυτήν την πλημμύρα των παιδιών, όπως άλλοτε ανάμεσα στα πρόβατά του, χαράζοντας το πρώτο χνάρι, την πρώτη του αυλακιά στον κόσμο. Θα ξαναγύριζε αύριο στη φτώχια των δικών του, υπεύθυνος για περισσότερες ζωές απ'όσες τα γέρικα χέρια του θα μπορούσαν να θρέψουν - εδώ όμως βάραινε με το πραγματικό του βάρος. Σαν αρχάγγελος πολύ ανάλαφρος για να ζήσει τη ζωή των ανθρώπων μα που πρόσθεσε με ζαβολιά, μολύβι στη ζώνη του για να βαραίνει, ο Μπαρκ προχωρούσε με δυσκολία, ελκόμενος προς τη γη από χιλιάδες παιδιά, που τόση ανάγκη είχανε από χρυσοκέντητα παντοφλάκια."

(Αντουάν ντε Σαιν-Εξυπερί, "Γη των ανθρώπων")



Κυριακή 10 Αυγούστου 2008

το σκάκι



Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

Μανώλης Αναγνωστάκης


Get this widget Track details eSnips Social DNA