Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ειρεσιώνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ειρεσιώνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Κάλαντα και Ειρεσιώνη..

Φτάσαν και πάλι τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίστηκαν με τα γιορτινά τους και τα παιδάκια θα ξεχυθούν και πάλι στα σπίτια που ριζώνουν στο βουνό μας, στο βουνό των Κενταύρων, ν'αναγγείλουν τραγουδώντας το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού... άλλα μοναχά τους, άλλα παρέες μεγάλες, κάποια με τρίγωνα κουδουνιστά, ίσως και κάποιο με κανένα μπαγλαμαδάκι.. Θυμάμαι λίγα χρόνια πριν, τις κελαριστές φωνούλες τους και τα ποδοβολητά στο καλντερίμι, καθώς τρέχοντας πλησιάζανε το σπιτικό μου, κι ύστερα έξω από την αυλή, ένα μακρόσυρτο γελαστό "Να τραγουδήσουμεεεε;". Αλήθεια, μού'χει λείψει αυτό το "να τραγουδήσουμεεεε;" τώρα πια που αντικαταστάθηκε με το καθιερωμένο "να τα πούμε;" που έμαθαν από τα Αθηναιάκια και τα άλλα παιδιά πού'ρχονται εδώ για τις διακοπές τους...



Αν κι εχω ξαναγράψει τις περασμένες χρονιά για τα κάλαντα καθώς και για άλλα λαογραφικά των ημερών, τούτο το ιστολόγιο που, ομολογουμένως, διακατέχεται από μια αδυναμία για τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας, δε μπορεί να μην τιμήσει και τα φετινά Χριστούγεννα με κάποιο μικρό αφιέρωμα στις παραδόσεις μας.

Τα τραγούδια των ημερών αυτών, που λένε (ή τουλάχιστον έλεγαν) οι μικροί καλαντιστές, είναι αμέτρητα και πανέμορφα, πλούσια και γεμάτα παραλλαγές κι αυτοσχεδιασμούς, και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικα στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλέπε παλαιότερες εγγραφές: Τα κάλαντα και παραδοσιακά "λαϊκά" κάλαντα). Πέρα από τα καθαρώς "λόγια" κάλαντα (π.χ. "Καλήν ημέραν άρχοντες...") ή τα "λαϊκότερα" ("Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..") που αναφέρονται στο ίδιο το γεγονός της αναγγελίας, υπάρχουν τα "λαϊκά" κάλαντα, τα αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια των παιδιών προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, για υγεία, χαρά, πλούτο, παντρειά, ανάλογα με τις ιδιότητες αλλά και τις ανάγκες τους (π.χ. "Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε, πέτρα να μη ραϊσει..."), που παλαιότερα, δεν παρέλειπαν να συμπληρώνουν τα προηγούμενα. Καθαρά ευχετήρια, έχουν παραμείνει και τα "Νυχτοκάλαντα" ή "Καλησπερίσματα" που τραγουδούν ακόμη στα χωριά του Πηλίου, παρέες νέων το βράδυ των Φώτων. (βλέπε: Τα νυχτοκάλαντα...). Οι ρίζες τούτων των τραγουδιών φτάνουν βαθιά στην αρχαιότητα..

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Αποστόλου Αρβανιτόπουλου, σχετικό με τα έθιμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου και των καλάνδων, μας σώζει ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των":

"Το χριστουγεννιάτικον δένδρον συμβολίζει την αιωνιότητα της ζωής, διότι δεν γηράσκει και δεν χάνει, επομένως, την νεότητά του. Περί τούτου, ως εθίμου, ο αείμνηστος καθηγητής μου Αποστολ. Αρβανιτόπουλος ("Κληρονομία του αρχαίου κόσμου", εφημερίς "Εθνος", 31 Δεκεμ.1937) αναφέρει τα εξής: "Το δένδρον όμως των Χριστουγέννων δεν το ευρίσκω, εγώ τουλάχιστον, ως ξενικήν συνήθειαν, ως νομίζεται γενικώς, αλλ' εν μέρει ως αρχαίαν ελληνικήν. Είναι, δηλαδή, υπολείμματα της περιφήμου "ειρεσιώνης", και της "ικετηρίας" των αρχαίων Ελλήνων, και μάλιστα των αρχαίων Αθηναίων. Ήσαν δε η μεν Ικετηρία κλάδος ελαίας, από του οποίου εκρέμων ποκάρια μαλλιού, και έφερον αυτόν όσοι ήθελον να ικετεύσουν τον Θεόν ομαδικώς, δια την απαλλαγήν του τόπου από δεινού τινός κακού, π.χ. από νοσήματος, πανώλους, χολέρας ή ομοίου. Ως επί το πολύ, όμως, εβάσταζε την Ικετηρίαν άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να τεθή υπό την προστασίαν θεού και της ανωτέρας αρχής, για να προβή εις αποκαλύψεις εναντίον ισχυρών ανθρώπων ή αρχόντων.

Η ειρεσιώνη, όμως, είχε πολύ μεγάλην αναλογίαν και προς τα κάλανδα και προς το δένδρον των Χριστουγέννων, διότι ήτο και αυτή κλάδος ελαίας ή δάφνης επί του οποίου εκρεμώντο ομοίως έρια λευκά ή πορφυρά, αλλά και καρποί και κολλύραι (κουλούρες) κ.τ.λ., εκ δώρων προερχόμενα. Τον κλάδον αυτόν περιέφερον τα παιδιά καθ'ομάδας από τας οικίας, και έψαλλον εγκωμιαστικά άσματα υπέρ της ευτυχίας του οικογενειάρχου και των μελών της οικογενείας του' εζήτουν δε και την αμοιβή των, διότι "τα είπαν", να τους δώση έκαστος "ό,τι προαιρείται", χωρίς να εκφράσουν κατ'ουδένα τρόπον την αγανάκτησίν των, αν δεν τους έδιδον τίποτε, ενώ σήμερον εκφράζουν' διαφορά πολιτισμού.

Η Ειρεσιώνη αυτή εψάλλετο κατά διαφόρους εποχάς του έτους, όπως και σήμερον τα κάλανδα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κλπ). Και δη κατά τα Θαργήλια (Μάιον), Πυανόψια (Οκτώβριον), προς τιμήν του Απόλλωνος, του Ηλίου, των Ωρών, κλπ εις των οποίων τους ναούς και τα ιερά κατετίθετο. Πολλά εκ των παιδίων, ή πάντα, έφερον τον κλάδον τούτον εις την οικίαν των και τον εκρέμων εις την θύραν' εκεί έμενεν όλον το έτος, κατά δε το τέλος εκαίετο μεν ο περσινός κλάδος, εκρεμάτο δε ο νέος, όπως ο "Μάϊς" σήμερον' συνέβαινε δε τούτον και κατά τον αυτόν Θαργηλιώνα (Μάϊον) μήνα. [...]

Αλλά το σπουδαιότατον είναι, ότι εν εκ των περισωθέντων αρχαίων δημωδών ασμάτων, τα οποία έψαλλον τα παιδιά κατά την αρχαιότητα, έχει όλον το χρώμα και την υφήν και τας εννοίας, τα οποία έχουν τα πολυποίκιλα κατά τόπους νεοελληνικά κάλανδα. Ιδού δε η απόδειξις: έψαλλον, δηλαδή, τα παιδιά εκείνα των αρχαίων Ελλήνων εις στίχους ωραιοτάτου δακτυλικού εξαμέτρου ως εξής***:


Ήτοι: Εφθάσαμεν εις το αρχοντικόν του μεγάλου αφεντικού, ο οποίος έχει μεν μεγάλην δύναμην και τρομεράν φωνήν, είναι δε πάντοτε ευτυχισμένος' αι σεις, οι πόρτες του σπιτιού, ανοίξατε μόναι σας! Διότι μπαίνει μέσα εις στο σπίτι ο Πλούτος με αφθονίαν και μαζί με τον Πλούτον η χαρά και η Ευθυμίαν, γεμάτες από καλούδια, και η καλή Ομόνοια και Ησυχία' άμποτε δε να είναι τα δοχεία σας και τα τσουκάλια σας γεμάτα και πάντοτε να ανακατεύεται εις την σκάφην σας, που ζυμώνετε, ζυμάρι άφθονον και ωραίον.

Και άλλα πολλά παρακολουθούν τα ανωτέρω εις το αρχαίον περισωθέν άσμα, πολύ ανάλογα οφθαλμοφανώς προς τας ευχάς και τους επαίνους, οι οποίοι περιέχονται εις τα διάφορα σημερινά κάλανδα των παιδιών του Ελληνικού Λαού. [...]""

(*** αναφέρονται στους "Ομήρου βίους")


Το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου"", αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο λήμμα "κάλανδα":

"[...]Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[...]
Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής, και ίσως είχε συνδυασθή η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.[...]"

Και μιας και αναφέραμε την αρχαία Ειρεσιώνη, ας κλείσω με το τραγούδι της που μας διασώζει ο Πλούταρχος ("Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22"):


Δηλαδή (σε απόδοση Ανδρέου Πουρνάρα):


(*Οι φωτογραφίες από τα βιβλία του Γ.Μέγα "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας" και του Δ.Λουκάτου "Χριστουγεννιάτικα και των εορτών")


Καλά και φωτεινά Χριστούγεννα, με υγεία κι αγάπη για όλους!

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..


του λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου:

"Η Πρωτομαγιά των ελληνικών λαϊκών παραδόσεων, όπως γιορτάζεται απ'τα παλιά ως τα νεότερα χρόνια, είναι ένα κράμα στοιχείων και επιδράσεων, που κρατούν από τα κάθε είδους Ανθεστήρια των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, και φτάνουν στις νεοελληνικές γιορτές της Άνοιξης, από την Πρωτομαρτιά ως το Μάη. Ο κεντρικός άξονας των στοιχείων αυτών είναι η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της Βλάστησης, η μαγικές ενέργειες για την τελείωσή της και η προσπάθεια "μετάληψης" από τις δυνάμεις της.[...]

Αρχίζουν από την ανθρώπινη παιδιάστικη χαρά, που γεννάει η θαυμαστή βλάστηση της γης κι η ωραία ανθοφορία της. [...]

Προχωρούν στη λατρεία της βλάστησης και της νέας παραγωγής, που την προσωποποιούν με τα διάφορα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" (τα νεκραναστημένα παιδιά), ή με τους "Μάηδες" των χωριών μας, που την εκβιάζουν να φέρει την καλή σοδειά, φορτώνοντας με στάχια και με φρούτα τα κλαδιά αυτά, όπως έκαναν κι οι αρχαίοι Έλληνες με το κλαδί της "Ειρεσιώνης". Δείγμα τέτοιας λατρείας είναι κι η πομπική περιφορά που γίνεται, με τα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" ή με τις "Νυφούλες του Μάη", από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, συντροφευμένη μάλιστα με ευχές και με δώρα που θυμίζουν τα κάλαντα.

Γίνονται έπειτα ενέργειες μαγικές, που πάνε να δώσουν στους εορταστές τη νεανικότητα και τη μακροζωία της Φύσης. Τα κλαδιά και τα λουλούδια κόβονται από τους αγρούς και κουβαλιούνται στα σπίτια, για να κρεμαστούν στις αυλές και στις πόρτες ή στήνονται κάπου στη μέση του χωριού, για να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη χλοερότητα, τη δροσιά και την άνθισή τους. [...]




Δε θα περιγράψω εδώ τα πολλά πρωτομαγιάτικα έθιμα, που έχουμε σ'όλη την Ελλάδα. Θα περιοριστώ σε κείνα που γίνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κεφαλονιά, όπως τα γνώρισα μικρός ή όπως τα είδα να συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια. [...]

Όπως λοιπόν γίνεται και στην Ελλάδα, η Πρωτομαγιά αρχίζει στην Κεφαλονιά από την παραμονή της. Η παραμονή είναι γενικά μια χαρούμενη προπαρασκευή, που τη ζούμε πιο έντονα από τη γιορτή, γιατί μας δίνει την προσδοκία και τη συμμετοχή, μέσα σε άνετα χρονικά περιθώρια. Έπειτα μας χρειάζεται η παραμονή της Πρωτομαγιάς, για να φτιάξουμε το μεγάλο στεφάνι, που θα βρεθεί κρεμασμένο το ξημέρωμα, να πάρει τη νυχτερινή δροσιά πριν το ζεστάνει ο ήλιος.

Βγαίνουν τ'απόγιομα τα κορίτσια στους κήπους, δανείζονται φιλικά τα ποικιλόχρωμα λουλούδια, και δίνει το ένα σπίτι στο άλλο ό,τι εκείνο δεν έχει, αρχίζοντας από την πρασινάδα και τον κισσό και φτάνοντας στο τριαντάφυλλο. Είναι τούτος ο δανεισμός των λουλουδιών μια συνεργασία του χωριού, στην κοινή μαγική πράξη του μαγιοστέφανου, που όσο κοινότερη γίνεται, τόσο πιο καλό αποτέλεσμα θα φέρει. Τα λουλούδια πάνε κι έρχονται μέσα στα κάνιστρα και στους δίσκους: Βιολέτες πολύχρωμες, τριαντάφυλλα, κρίνοι, γαρούφαλα και ροζαμάπες, μοσκιές και φίντες, αρμπαρόριζες, άσπρες μαργαρίτες και νεραντζάνθια, φρέζιες κι αγιοκλήματα... Στο μεταξύ θα γυρίσουν από τα χωράφια τους οι άντρες του σπιτιού (ή άλλα κορίτσια) και θα φέρουν μαζί τους την αγροτική ανθοδέσμη, σπάρτα ιδιαίτερα και μαργαρίτες κίτρινες ("τσουτσουμίδες" του κάμπου) και στάχυα από τα νέα σπαρτά, θα φέρουν και μια χοντρή αμπελίσια βέργα για το μεγάλο στεφάνι του Μάη, μια βέργα από εκείνες του κλαδέματος, που τις έχουν φυλαγμένες επίτηδες, όπως τις φυλάγαμε παλιότερα για τα στεφάνια του γάμου.

Το μαγιοστέφανο φτιάχνεται μπροστά στις πόρτες και στις λότζες των σπιτιών με κοινή συνεργασία της γειτονιάς, όπως γίνεται στις βεγγέρες. Το φτιάχνουν οι κοπέλες με τη βοήθεια των μικρών, ενώ οι μεγάλοι παραστέκουν και λένε τα αστεία τους. Οι γριές εξηγούνε από κοντά τη σημασία που μπορεί να έχει για τη ζωή και την τύχη του κοριτσιού το κάθε λουλούδι. Κι οι νοικοκυρές πάνε και φέρνουν από μέσα τους απαραίτητους "καρπούς", σκόρδο και κρεμμύδι, για το βάσκανο μάτι, κι έπειτα κανένα ρόγδι ή και πορτογάλι και μέσπολες, για να μπουν στο στεφάνι, απ'τη νέα σοδειά.

Έτοιμος ο "Μάης", θα δεθεί στον κόμπο της βέργας του με μια κόκκινη κορδέλα (το κόκκινο χρώμα φέρνει υγεία), και θα κρεμαστεί στην πόρτα ή το παράθυρο, πάνω στο ξύλινο θυρόφυλλό τους, να 'κουμπάει με ζεστασιά στο σπίτ και να του φέρνει, από την έξω ζωή, μαγεία και δύναμη, όσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί. Τα στεφάνια είναι απαραίτητα εκεί που ζουν κορίτσια. Μπορεί να κρεμάσουν και περισσότερα στο σπίτι, αν το ζητήσουν. Όπου όμως είναι αγόρια, θα κρεμάσουν γι'αυτά ανθοδέσμες σκέτες ("φούντες" ή "μποκέδες"), με την ίδια ποικιλία λουλουδιών και με την κορδέλα την κόκκινη...

"Και του χρόνου! Καλό μας Μάη! Με το καλό ναν τον κάψουμε τ'Άι-Γιαννιού!". Είναι οι ευχές που ακούονται εκείνο το βράδυ, την ώρα που όλα ετελείωσαν, κι οι άντρες κερνιούνται στη γειτονιά με κανένα κρασί. Οι κοπέλες, πριν κοιμηθούν, μπορεί να πουν και τούτο το Μαγιάτικο τραγούδι:

Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη με τα ρόδα,

όλον τον κόσμο γιόμισες με λουλούδια και μ'άνθια

κι εμένα με περίπλεξες στης λεμονιάς τα φύλλα!...

Ξημέρωσε. Σηκώνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι, κορίτσια και νέοι, αντρόγυνα και παιδιά, να βγούνε πρωί στον κάμπο, να προφτάσουν τον ήλιο, να προφτάσουν τον κούκο και το γάιδαρο, να δούνε τα χρώματα της αυγής, να βρούνε τα λουλούδια και τα κλαδιά αξύπνητα με τη δροσιά τους και το κυριότερο, να βρέξουν τα χέρια, τα μαλλιά και το πρόσωπο με τη δροσιά αυτή, να πιουν απ'τη δρόσο των ασταχυών και να πάρουν δύναμη, φρεσκάδα και ξανάνιωμα... να γίνουν καλά για πάντα από τον πονοκέφαλο. Τα τραγούδια τους τώρα ανακατεύονται με τα πρωινά κελαηδήματα των πουλιών:

Ελάτε όλοι να μάσουμε, ω νιες και νιοι, το Μάη

τώρα που η Άνοιξη σε μας γλυκά χαμογελάει...

[...]

Ω, εκείνοι οι χοροί των γλεντιών, έξω στη φύση, πόσο είναι πάντα γραφικοί και ταιριασμένοι με την κίνηση των λουλουδιών και των κλαδιών και των σπαρμένων! Πόσο φυσικοί φαίνονται οι άνθρωποι στις κινήσεις τους, έτσι καθώς πιάνονται αλυσιδωτοί και ρυθμοπατούν αλαφροβήματοι στη μαλακιά γη! [...]"

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

(για περισσότερα, βλέπε:

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
 και Πρωτομαγιάτικα... )

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Σούρβα.. σαν παραμύθι απ' τα παλιά

Σούρβα, σούρβα κι 'Αι-Βασίλ'ς
κι' από χρόν' τον Άι-Βασίλ'
Μια κοπάνα πίτυρα
κι' από χρόν' καλύτερα!


"Όπως στα κόλιαντα, έτσι και στα "σούρβα" τα παιδιά, χτυπώντας την καμπάνα της εκκλησιάς για τη μάζωξη, φώναζαν όσο μπορούσαν πιο δυνατά, για ν'ακουστούν σ'όλο το χωριό:
- Σούρ--βα!! Σούρ--βα!! Σούρ--βααααααααα!!!
Κι η φωνή τους, μαζί με τον περίγλυκο αχό της καμπάνας, που άλλοτε δυνάμωνε κι' άλλοτε έσβηνε, για να δυναμώσει και πάλι σε λίγο, από τα δυνατά κύματα του βοριά, σκορπούσε σ'όλο το χωριό, που κάτω απ'το βάρος του χιονιού κοιμόταν βουβό, ήσυχο, μεσ' στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας.
[...]
Τα σούρβα, όπως και τα κόλιαντα, ήταν γιορτές των αγοριών. Κι' όπως την παραμονή των Χριστουγέννων τραγουδούσαν τον ερχομό της μεγάλης γιορτής, έτσι και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τραγουδούσαν τον ερχομό του καινούριου χρόνου και του Άι-Βασίλη.
[...]
Από την έρευνα όμως και τη μελέτη που έχω κάνει ο ίδιος βγαίνει το συμπέρασμα πως τα "σούρβα" πήραν το όνομά τους απ'τις κρανιές, που στη Θράκη τις λένε "σούρβες".
Εκεί, αντί για ματσούκες, που κρατούσαν σ'άλλα μέρη τα παιδιά, κρατούσαν φρεσκοκομμένες κλάρες από μπουμπουκιασμένες κρανιές και μ'αυτές χτυπούσαν τους ανθρώπους στις πλάτες, για να τους μεταδώσουν τη δύναμη και τη γερωσύνη τους, λέγοντας:
Σούρβα, σούρβα,
γερό κορμί,
γερό σταυρί,
σαν ασήμι,
σαν κρανιά
και τη χρόν'
γούλ(ι) γεροί
και καλόκαρδοι.
[...]
Στα Βέντζια και Χάσια των Γρεβενών, στον Τσιαρτσιαμπά και στ' άλλα χωριά της Κοζάνης και σ'όλες εκείνες τις περιοχές, που βρίσκονται κατά μήκος του Αλιάκμονα, από τις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου κι' ως κάτω στα Πιέρια και στο Όλυμπο, όχι μόνο την ονομασία τους κράτησαν τα σούρβα, ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη γερμανική κατοχή που τα σάρωσε, μα και το αρχικό τους χρώμα και την πανάρχαια δομή τους.
Τούτες οι περιοχές, δασωμένες και αδιάβατες, όπως ήταν, χωρίς δρόμους και γεφύρια στον Αλιάκμονα, γνωστές μόνο σαν κλεφτότοποι και ληστοκρατούμενες περιοχές, αποκλεισμένες απ'τα γύρω βουνά, στάθηκαν τα τελευταία προπύργια της παλιάς εποχής.
Εδώ, και σήμερα ακόμα, μπορεί να βρει κανείς πολλά απομεινάρια του γραφικότατου τούτου εθίμου, που να μαρτυρούν το πέρασμά του και το ξεκίνημά του από τα βάθη των αιώνων και από τα πανάρχαια έθιμα της "ειρεσιώνης", των "κορωνισμάτων" και των "χελιδονισμάτων".
Και τότε, όπως και τώρα, τα παιδιά των αρχαίων προγόνων μας, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι κι από γειτονιά σε γειτονιά, τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια στους νοικοκυραίους, για τη γιορτή της ημέρας και μαζί μ'αυτά και διάφορα ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για το κάθε σπίτι.
Οι νοικοκυρές, όπως και οι δικές μας, για να ευχαριστήσουν τα παιδιά, τους έδιναν διάφορα φιλοδωρήματα.
[...] ..ας γυρίσουμε πάλι στην περιοχή Γρεβενών κι ας παρακολουθήσουμε νοερά τα σούρβα της Σαρακίνας...[...]
Τώρα, θα έβγαιναν κι έξω απ'το χωριό τους και θα πήγαιναν και σ'άλλα γειτονικά χωριά κι έπρεπε να είναι καλοντυμένα και "καλοφαινούμενα" γιατί εκεί που θα πήγαιναν, θα τους κοίταζαν απ'την κορυφή ως τα νύχια και δε θα τους έδιναν κανένα κορίτσι, αν τους έβλεπαν λασπωμένους και "ανάλαγους".
Επειδή όμως τούτο το μυστικό, το ξέραν οι μεγάλοι απ'τον εαυτό τους, όταν πήγαιναν στο μαντρί, να τους αντικαταστήσουν για καναδυό μέρες, τους λέγανε αστειευόμενοι:
"Άιντε, πάρε τ' ματσούκα σ' και σύρε στο χωριό, να ιδείς και κανά κορίτσ'! Κοίτα μόνο να πας αλλαγμένος και λουσμένος στ'άλλο το χωριό κι όχ' όπως είσαι!"
Έτσι, σαν χτυπούσε η καμπάνα για τη μάζωξη, η πρώτη τους δουλειά ήταν να βγάλουν τον αρχηγό.
Ο αρχηγός έπρεπε να είναι ένα απ'τα πιο μεγάλα αγόρια του χωριού, με δύναμη, κύρος και εξυπνάδα, για να μπορεί, όχι μόνο να επιβάλεται και να δίνει τις πιο σωστές λύσεις και κατευθύνσεις σ'ολόκληρη την ομάδα του χωριού του, μα και για ένα λόγο ακόμα.
Αν το χωριό τους συναντιόταν με την ομάδα κανενός άλλου χωριού κι' έκαναν εκείνοι να τους αρπάξουν τα "βλιάγματα" και τα "ζαϊρέδια", όπως συνηθίζανε εκείνα τα χρόνια, τότε ο αρχηγός ήταν υποχρεωμένος να δώσει τη μάχη, παλεύοντας με τον αρχηγό της άλλης ομάδας, ώσπου ο ένας να πέσει και "να πάρει χώμα η ράχη του".
Η νίκη ή η ήττα του αρχηγού, ήταν νίκη ή ήττα ολόκληρης της ομάδας. Γι'αυτό και διάλεγαν τον πιο χεροδύναμο.
Επειδή όμως τη φορά αυτή, τα φιλοδωρήματα δεν περιορίζονταν μονάχα σε "βλιάγματα", αλλά θα μάζευαν και κρέας και λίγδα και τυρί και αυγά και τραχανά και κρασί και ό,τι άλλο χρειάζονταν, για ένα ομαδικό γλέντι και φαγοπότι, τα παιδιά σχημάτιζαν ένα είδος επιμελητείας που φροντίδα τους ήταν να μαζεύουν το ζαϊρέ σε "τρουβάδες", σε "ντραγατσίκες", σε κακάβια και σε "γκιούμια".
Τα "βλιάγματα", θα τα μάζευε ο αρχηγός στη δική του "ντραγατσίκα", καθώς και τα χρήματα, που θα τους έδιναν σε κάθε σπίτι.
Γι'αυτό, εκτός απ'τα άλλα προτερήματα, που έπρεπε να έχει ο αρχηγός, έπρεπε να είναι και τίμιος και "να μη κάνει ζαβολιές".
Την ίδιο ώρα, και πριν ξεκινήσουν για τα σπίτια, έπαιρναν απόφαση σε ποιο σπίτι θα έκαναν "κονάκι" και σε ποιο άλλο χωριό θα πήγαιναν.
Το "κονάκι", δηλαδή το σπίτι που θα συγκεντρώνονταν το βράδυ για να φάνε και να γλεντήσουν, έπρεπε να είναι μεγάλο και "στρωτό" (ισόγειο), για να μην έχει φόβο να πέσει απ'το πολύ βάρος κι απ'το χορό που θα έκαναν τα παιδιά.
Επειδή όμως, τα πιο πολλά σπίτια τότε ήταν στρωτά και χαμηλά, γιατί η φτώχια και η σκλαβιά δεν τους άφηναν να φτιάξουν μεγαλύτερα, προτιμούσαν το σπίτι καμιάς χήρας με πολλά παιδιά ή καμιανού φτωχού, που δεν είχε να σφάξει γουρούνι για τα Χριστούγεννα, με σκοπό να τον αφήσουν όλο το ζαϊρέ, που θα περίσσευε.
Σαν τελείωνε κι'αυτό, ο αρχηγός έδινε τις τελευταίες εντολές στα παιδιά κι' όλα μαζί ξεκινούσαν για τα σπίτι φωνάζοντας:
- Σουρ--βα! Σούρ--βα! Σούρ--βα!! Σούουουουουρβα κι' Άι-Βασίλτς!!
Και τώρα, όπως και στα κόλιαντα, στο πρώτο σπίτι που θα πήγαιναν, ήταν το σπίτι του παπά. Γι'αυτό κι' από μακριά ακόμα άρχιζαν και τραγουδούσαν:
Σ'αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστρωμένα,
με τις μεγάλες τις αυλές και τις πλακοστρωμένες,
εδώχουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια,
έχουν ζευγάρια είκοσι και δεκαχτώ φοράδες,
έχουν γελάδες εκατό κι' αμπάρια φορτωμένα,
να μπαινοβγαίνουν οι δικοί, οι φίλοι να μη λείπουν
κι' όσοι διαβάτες απαιρνούν, να τρώνε, να κοιμούνται.
Η παπαδιά, σαν άκουγε το τραγούδι και τα χτυπήματα στην πόρτα, έβγαινε και οδηγούσε τα παιδιά στον "καλό το νουντά", που τα περίμενε ο παπάς, καθισμένος στην "κώχη".
Ο αρχηγός, δρασκελώντας το κατώφλι της πόρτας με το δεξί του πόδι, για να φέρει γούρι και καλό στο σπίτι, τραβούσε ίσια στο τζάκι με τη φωτιά κι' ανακατεύοντας τη χόβολη με τη ματσούκα του, έλεγε γρήγορα-γρήγορα και φωναχτά, όπως και στα κόλιαντα:
"Καλημέρα τ'ς αφεντά σας! Φέρου γειά, γερωσύνη, χαρά. Αμπάρια μι τα στιάρια, βαένια μι κρασί, νύφις γαμπρούς, φουράδις μι τα μπλάρια, γίδις μι τα κατσίκια, προυβατίνις μι τ'αρνιά, μάνις μιλίσσια, γρόσια μι του διρμόν(ι), φλουριά μι το ταψί, κλουσσαριές μι τα πλιά, κύρκις, κυρκούλια, γκαβαμάρα τα τουρκούλια - αχώρια τον Αλή- προύκα τσιτσιτσί κι κάτσι καταή!"
Με το σύνθημα αυτό τα παιδιά κάθονταν όλα κάτω στο πάτωμα "για να κάτσ'ν οι κλουσσαριές" και τραγουδούσαν:
Και βάλε το χεράκι σου στην αργυρή σακκούλα
κι άν έχεις γρόσια και φλουριά, κέρνα τα παλικάρια.
Στον Άι-Γιώργη Γρεβενών, δεν σταματούσαν ως εδώ, μα συνέχιζαν:
Κέρνα τ' αφέντη μ', κέρνα τα, τα λάσποπατημένα,
να τρών' να πίν', να χαίρονται, να λέν για την υγειά σου,
για την υγειά σ' αφέντη μου, για την καλή καρδιά σου.
[...]
Ο παπάς, κερνούσε τότε τον αρχηγό κι' έλεγε:
- Άιντε, κι τα χρονάκια σας! Κι τ' χρόν' νάμαστε καλά! Καλή χρονιά να μας δώσ(ι) ου Θιός!
- Κι τ' χρόοοοοοον! Φώναζαν όλα μαζί τα παιδιά.
Την ώρα αυτή, έμπαινε μέσα η παπαδιά, κρατώντας στα χέρια της το "κανίσκι" - ένα μεγάλο χαλκωματένιο ταψί- που μέσα του είχε τα "βλιάγματα" και τα φιλοδωρήματα και τότε, αφού τόπαιρναν τα μεγαλύτερα παιδιά και το σήκωναν ψηλά με το δεξί τους χέρι, λέγανε φωναχτά και ρυθμικά:
"Καλώς μας ήρθε το βαρύ κανίσκ(ι) απ'τον αφέντη μας! Αμπάρια, στιάρια, βαένια κρασί, δερμάτια τυρί, νύφες, γαμπρούς, πάντα νάχ(ι) να δίν(ι) κι' η καρδιά τ' να μην τον πονεί!"
- Κι τ' χρόοοοοον!!! Φωνάζαν ύστερα όλα μαζί τα παιδιά και το καθένα έπαιρνε απ'το ταψί, το είδος που μάζευε.
Το κρασί το βάζανε σε ξεχωριστά νεροκολόκυθα. Το τυρί και τη "λίγδα", σε ξεχωριστά κακάβια.
Τα "βλιάγματα" τ'αδειάζανε στη ντραγατσίκα του αρχηγού. Και τότε, όλα μαζί τα παιδιά βελάζανε, συμβολίζοντας με τις φωνές τους την ποικιλία και την αφθονία των ζώων, που εύχονταν νά'χει το σπίτι.
Στο τέλος, αποχαιρετώντας όλους στο σπίτι, τραγουδούσαν:
Έχετε γεια, έχετε γειά
και τώρα και του χρόνου!!
Περνώντας ύστερα μπροστά από τ'αμπάρια με τα γεννήματα, τα χτυπούσαν δυνατά με τις ματσούκες τους λέγοντας:
"Άιντε, καλά μπερικέτια! Πάντα γιομάτα!!"
Αν το σπίτι είχε καμιά νύφη, που δεν είχε χρονίσει και δεν είχε γεννοβολήσει ακόμα, τη χτυπούσαν κι' αυτή ελαφρά με τις ματσούκες στις πλάτες ή χτυπούσαν τις ματσούκες τους στον αέρα, πάνω απ'το κεφάλι της, φωνάζοντας: " Άιντε και με γιο!!!"
Ύστερα, βγαίνοντας έξω, για να πάνε σ'άλλο σπίτι, τραγουδούσαν:
Απ'τ'ς αφεντάδες φεύγουμε,
στους αρχοντάδες πάμε.
Τώρα, χτυπούσαν την πόρτα του πρώτου σπιτιού, που βρισκανε δεξιά κι' όλο "δεξιά πηγαίναν, για να τους πάει η δ'λειά καλά".
Με τον τρόπο αυτόν, περνούσαν όλα τα σπίτια. [...] "


(αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο, Παλιά Χριστουγεννιάτικα Ήθη και Έθιμα")



Καλή χρονιά!

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2007

Τα κάλαντα

Νικηφόρος Λύτρας - Κάλαντα
Κάλαντα... Τραγούδια ευχετικά...

Αν και στις μέρες μας έχουν καθιερωθεί τα "λόγια" στιχουργήματα, όπως το "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." και το "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά..." και τραγουδιούνται πλέον σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, παλαιότερα τα κάλαντα συμπεριλάμβαναν επαίνους για το νοικοκύρη και την κυρά, καθώς και για τα άλλα μέλη της οικογένειας, τραγούδια πλασμένα από τον ίδιο το λαό που τα ταιριάζαν ανάλογα με τα γνωρίσματα κάθε σπιτικού που επισκέπτονταν.
Τα παιδιά, αφού διαλαλούσαν τραγουδώντας, το χαρμόσυνο μήνυμα της ημέρας είτε με το γνωστό πλέον "Καλήν εσπέραν άρχοντες..." , είτε ακόμη με τα καθαρά λαϊκά και τοπικά τραγούδια, όπως, για παράδειγμα:
"Χριστός γεννιέται, σα γήλιος φέγγει, σα νιο φεγγάρι, σαν παλικάρι" 
και
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται
γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς πηγαίνει
Όλα τ'αγγέλια χαίρονται και τα δαιμόνια σκάζουν
σκάζουνε και πλαντάζουνε τα σίδερα ταράζουν"

συνέχιζαν με ευχές για την οικογένεια του σπιτιού. Η αστείρευτη λαϊκή φαντασία έπλαθε ολόκληρα στιχουργήματα για να παινέψει τα κάλλη της ανύπαντρης κόρης, να εγκωμιάσει τα πλούτη και το κύρος του εύπορου κύρη, να ευχηθεί μια καλή σοδειά στο γεωργό και πάει λέγοντας:

"Στο σπίτι ετούτο πού' ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη
ν' ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη .."
και
"Κι εμείς να τραγουδήσουμε για το αφεντικό μας
πού'ναι καλό κι ευγενικό στον κόσμο ξακουσμένο
πό'χει χιλιάδες πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια"
ή
"Πόλλα'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας
Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή, κυρά καμαροφρύδα,
όταν λουστείς και λυγιστείς και πας στην εκκλησιά σου
τα καρδερίνια τρέμουνε από την ομορφιά σου"

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο- Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα":
"Κόλιαντα μπάμπω μ' κόλιαντα κι εμένα μπάμπω κλούρα
κι εμένα την τρανύτερη και τώρα και του χρόνου.
Κι αν δεν μας δώσεις κόλιαντα, δώσ' μας ένα σιτζιούκι.
Νάναι τρανό, νάναι χοντρό, νάναι ζαχαρωμένο.
Έτσι τραγουδούσαν τα παιδιά στα χωριά των Γρεβενών και της Σιάτιστας, σαν ξεκινούσαν τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων να πάνε από σπίτι σε σπίτι κι από μαχαλά σε μαχαλά, φέρνοντας την καλή είδηση της γέννησης του Χριστού με το τραγούδι:
Χριστούγεννα, πρωτούγενννα, πρώτη γιορτή του χρόνου!
Για βγάτε, δέτε μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται!
Γεννιέται και βαφτίζεται στο μέλι και στο γάλα.
Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το κηρί της μέλισσας το τρώει η Παναγίτσα.
Τί κι αν φώναζαν οι Πατέρες της εκκλησίας, στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο, καταδικάζοντας όλες τούτες τις εκδηλώσεις και τα έθιμα του λαού, σαν έθιμα ειδωλολατρικά, που δεν ταιριάζουν στη νέα θρησκεία, στη θρησκεία του Χριστού!
...
Η ζωή προχωρούσε. Και μαζί της και ο λαός, που αν και ευλαβής και με καθαρή χριστιανική συνείδηση, υπακούοντας πάντα στη φωνή των Πατέρων, αντιστάθηκε επίμονα στο γκρέμισμα και στην εξαφάνιση των εθίμων του, μη δίνοντας προσοχή στις απειλές και στις κατάρες τους.
Οι παλιές συνήθειες του λαού, που ήταν βιώματα τόσων αιώνων και μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν η ζωή του, το οξυγόνο του, που δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, γιατί ήταν ζυμωμένες με το αίμα του και βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του.
...Μία από τις συνήθειες αυτές, που κατόρθωσαν να αντισταθούν στους διωγμούς, μαζί με τόσες άλλες, και να επιζήσουν, ήταν και τα κάλαντα.
Με τα κάλαντα, δεν αναγγέλουν μόνο τον ερχομό και τη σημασία της μεγάλης γιορτής τα παιδιά, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, μα και εγκωμιάζουν τα πλούτη, την αρχοντιά και τη λεβεντιά του νοικοκύρη, την ομορφιά και το λυγερό παράστημα της κυράς, τους πόθους και τις λαχτάρες των κοριτσιών και των αγοριών, που είναι για αρραβώνα, καθώς και των μικρών παιδιών, που είναι ακόμα στην κούνια ή πηγαίνουν στο σχολείο. Κι αυτό, για να μπορέσουν κάτι να πάρουν, κάτι να κερδίσουν για τον κόπο τους.

"Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει" ...
Μα αν και η ονομασία των καλάντων είναι Ρωμαϊκή (από τις "Ρωμαϊκές καλένδες"), φερμένη και μεταφυτεμένη στο Βυζάντιο, το έθιμο που κρύβεται πίσω της δεν είναι ρωμαϊκό, μα γνήσιο ελληνικό που ξεκινάει από την αρχαιότητα με το όνομα Ειρεσιώνη.
Η Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα ήταν ένα σύμβολο κι ένα έθιμο μαζί. Σύμβολο της ευφορίας και της γονιμότητας της γης, που γιορτάζονταν δυο φορές το χρόνο. Μια την άνοιξη που παρακαλούσαν τους θεούς να τους προστατεύσουν τα σπαρτά από τις καταστροφές και μια το φθινόπωρο, για να τους ευχαριστήσουν για τη συγκομιδή των καρπών.
Μαζί όμως με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τις ευχαριστίες τους στους θεούς, έδιναν ευχές και στους ανθρώπους, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας:

"Στο σπίτι τούτο πούρθανε, του πλουσιονοικοκύρη
να ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη,
για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.
Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία
κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία"
Τί λιγότερο και τί περισσότερο λένε τα δικά μας τραγούδια απ'αυτό;
Το παραπάνω τραγούδι, που μεταφράστηκε σε ελεύθερους στίχους, λένε πως το έγραψε ο ίδιος ο Όμηρος όταν βρισκόταν στη Σάμο.(...) Εκεί, όπως αναφέρει στο βιβλίο του 'Όμηρος" ο λογοτέχνης και πρώην καθηγητής του Βαρβακείου Γιάννης Οικονομίδης, ο Όμηρος σκάρωσε διάφορα τραγούδια κι όταν ήρθε η άνοιξη, πήγε μαζί με μια ομάδα παιδιών και το τραγούδησαν στα σπίτια των πλουσίων.
Ο Πλούταρχος μας δίνει ένα άλλο τραγούδι της Ειρεσιώνης, που κι αυτό είναι γεμάτο ευχές για την υγεία και την ευτυχία των ανθρώπων, καθώς και την καρποφορία της γης.

"Η Ειρεσιώνη σύκα φέρει
και φουσκωτά ψωμιά
και μέλι στο κύπελλο
και λάδι για το φως
και κούπα μ'αγνό κρασί,
για να μεθύσει
και να κοιμηθεί."
Όπως τώρα, έτσι και τότε τα παιδιά, συγκεντρωμένα σε ομάδες, με μια κλάρα δάφνης ή ελιάς, στολισμένη με γιρλάντες από άσπρο και κόκκινο βαμμένο μαλλί -σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς- αφού τη στόλιζαν καλά και κρεμούσαν στα κλωνιά της σύκα, φρούτα και ψωμί και μαζί μ' αυτά και τρία δοχεία με λάδι, μέλι και κρασί, ξεκινούσαν για τα σπίτια τραγουδώντας.
Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι, με μάνα και πατέρα στη ζωή, κρατώντας ψηλά την ειρεσιώνη και πίσω του όλα τ' άλλα τα παιδιά.
...Όπως τώρα, έτσι και τότε, σ' όσα σπίτια τραγουδούσαν τα παιδιά, οι νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα φιλοδωρήματα.
...Τα κάλαντα τα λαϊκά, με τις υπέροχες εικόνες και τη γνήσια γλώσσα του λαού, που έθρεψαν και γιγάντωσαν τη λαϊκή ψυχή και τη λαϊκή φαντασία, μέσα στους αιώνες της τουρκικής σκλαβιάς, φύτρωσαν και άνθισαν την ίδια εποχή, που άρχισε να ανθίζει και το δημοτικό τραγούδι στην πατρίδα μας." (
Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο- Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα")