Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Αποχαιρετώντας τον Οκτώβρη...



Να ζεις στο βουνό, ν'αποζητάς να ρουφήξεις τις ανασαιμιές του κι η ανάσα να κόβεται...ξανά και ξανά... να γίνεται ρόγχος... Τούτο το κίτρινο του Οκτώβρη μπορείς να το βαφτίσεις χρυσάφι, μπορείς κι αρρώστια. Δε μ'αρέσει να ζωγραφίζω με λέξεις εικόνες που θυμίζουν αρρώστια, προτιμώ να θυμίζουν το χρυσό του ήλιου. Όπως δε συμπάθησα ποτέ κάτι σύγχρονους ζωγράφους που με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία αποτυπώνουν στον καμβά τα μαύρα κοράκια της ψυχής τους. Γιατί ν'αναπαράγεις μια μαύρη ψυχή; Γιατί να την προβάλεις σ'έναν κόσμο που'χουν, έτσι κι αλλιώς, βαλθεί να του στερήσουν την ομορφιά των χρωμάτων και των αποχρώσεων, που τον βομβαρδίζουν διαρκώς με μαύρα στοιχειά κι αρρωστημένους δαίμονες; Τί νόημα έχει; Σε ποιά ομορφιά, σε ποιά αρμονία οδηγεί; Τί το καλύτερο μπορεί να μας φέρει;
Αναζητώντας του ήλιου τη χρυσή ανταύγεια σ'ένα κιτρινισμένο βουνό, αναζητώντας την ανάσα μου στις πνιγερές αναθυμιάσεις του τελευταίου εννιάμηνου... Δε λέει να κοπάσει, δε λέει ν'αλλάξει ρότα, να μ'αφήσει να νιώσω τ'αρώματα γύρω μου, να πετάξω για λίγο στο γαλάζιο τ' ουρανού, να περπατήσω τα μονοπάτια μου. Βαράει αλύπητα και συνεχόμενα από όλες τις κατευθύνσεις -να μην ξέρεις κατά που να κάνεις, ένα πράγμα- κι ύστερα καραδοκεί με το μαχαίρι ακονισμένο να χαϊδεύει χαιρέκακα το λαιμό με το που ξεγλυστράς να πάρεις μιαν ανάσα... Και γκαστρωμένη νά'μουνα θά'χα γεννήσει! Εννιά μήνες τώρα... Οι μυρωδιές του μούστου ανακατώθηκαν με του νοσοκομείου, η αλμύρα της θάλασσας με τα φαρμάκια, τα κελαρίσματα των αηδονιών με το βουητό των τομογράφων... Κι όλη τούτη η αγωνία, η ατέρμονη μοναχική αγωνία για αποφάσεις αδιέξοδες με αποχρώσεις δυσδιάκριτες κι ανακατωμένες, κι ο φόβος, ο διάφανος τούτος φόβος που χωράει σ'όλα τα χρώματα κι απ'ανάμεσα κι ο θυμός με τ'άδικο, μ'όλη τούτη τη μαυρίλα, τούτους τους διαόλους- φορείς που κυβερνούνε τη ζωή μας και τους χρυσοπληρώνουμε για να μπλέκουμε στα δίχτυα τους, είτε ονοματίζονται δημόσιοι, είτε καμαρώνουν ως ιδιωτικοί.... Τί κρασί να περιμένω καθώς θ'ανοίξω την κάνουλα του βαρελιού; Από σταφύλια φέτος τόσο ταλαιπωρημένα όσο και τα χέρια που τα φρόντισαν και τα τρύγησαν, όσο κι η ψυχή που τα νοιάστηκε; Τί αρώματα, τί γεύση; Μοναχά μην χάσει την δύναμή του και ξυδιάσει, μην ηττηθεί...
Ότι ένας βλαμμένος νταλικιέρης που πριν εννιά μήνες έπεσε καταπάνω μου θα μού'φερνε ένα τέτοιο σερί αγωνίας και γκαντεμιάς -για να μην το ονοματίσω καθώς θά'πρεπε και ξεκάθαρα και σκοτεινιάσω κι άλλο το τοπίο- δε θα το πίστευα ποτέ! Πότε γεννήθηκες ρε "φίλε", πού είχες τ'άστρα σου; Τί σ'έπρωξε κατά πάνω μου κι είχες κι από πάνω την ανυπέρβλητη δύναμη της αναισθησίας σου να χαζογελάς καθώς κόντεψες να μας ξεκάνεις; Απορώ... Όλα τ'άλλα δοκιμασίες της ζωής είναι, αλλά με την αναισθησία πάντοτε θ' απορώ...
Απεγνωσμένα ψάχνω πινελιές από την πλάση γύρω μου να ξορκίσω το πνιγηρό αδιέξοδο, να φωτίσω τούτο τον ίσκιο που βάρυνε τόσο τη μορφή μου, να σταλάξω έστω δυο-τρεις σταγόνες γελαστές σ'ένα κείμενο του φθινοπώρου να μη φαντάζει θλιβερό. Τουλάχιστον, τούτες τις τελευταίες μέρες, έχω τον ήλιο σύμμαχό μου να χαρίζει απλόχερα τη χρυσοκίτρινη λάμψη του στο καφεδί φύλλωμα της αποσύνθεσης του φθινοπωριού... Να με βοηθά ν'ανατρέχω ασθμαίνοντας στα λόγια του Σωκράτη....

"[Η ψυχή]... γαληνεύουσα τα πάθη της, ακολουθούσα τον στοχασμόν και πάντοτε συγκεντρωμένη εις αυτόν, προσηλωμένη εις την θέαν του αληθούς και του θείου και του υπερβαίνοντος την συνήθη αντίληψιν και τρεφόμενη απ' εκείνο, πιστεύει και ότι έτσι πρέπει να ζη έως ότου αν ζη και ότι αν αποθάνη, έρχεται εις ό,τι είναι συγγενές προς αυτήν και όμοιόν της, απηλλαγμένη πλέον από τα ανθρώπινα κακά." 
(Πλάτωνος, "Φαίδων" -απόδοση από το αρχαίο κείμενο: Ε.Παπανούτσος)