Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεπτέμβριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεπτέμβριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρη συνέχεια...



Άρωμα μούστου και σταφυλιών... η αυλή ζαχαρωμένη... τα χέρια μελωμένα... λεκάνες, κλούβες, σακούλες, σύνεργα παλιακά... κούραση ολημερίς... και κει που σουρούπωνε για τα καλά, εσύ να ρωτάς ξαφνικά "πού τα πας όλα τούτα;"
Τά'λεγα; Δεν τά'λεγα; Δύσκολος μήνας ο Σεπτέμβρης και μήνας συγκομιδής... Και τί καρπούς θα συλλέξεις όταν τόσους μήνες φυτρώνουν πίκρες κι αγωνίες και ταραχές; Δεν τά'λεγα; Να περάσει κι αυτός ο μήνας! Έλα, όμως, που δεν πρόλαβε να περάσει, δεν πρόλαβα καν ν'ανοίξω το ρημαδόστομά μου...
Τέλος πάντων, όπως και νά'χει, τα σταφύλια μπήκαν στο βαρέλι. Σταφύλια πίστεψα και βρήκα. Όχι πολλά. Τόσα όσα να τα καταφέρουμε, απλά να τα καταφέρουμε! Τις μισές ρώγες τις πέταξα, τις μισές τις ξεδιάλεξα για πάτημα. Κι εκεί που κοντεύαμε, μείνανε όλα καραμελωμένα και τρέχαμε στα επείγοντα! Τρεις τα χαράματα ήμουν πίσω να ξεπλύνω, να πλύνω -αμαρτίες και ζάχαρες- ν'αναπιάσω κείνο το προζυμι του Σταυρού, να κοπανήσω ένα τσίπουρο, να λουστώ, μια τσάντα με τα χρειαζούμενα για να φύγω ξανά... Και πάλι καλά...
Είναι παράξενο τί σκέφτεται κανείς τέτοιες στιγμές, όταν μονάχος οδηγεί, πάει-έρχεται, μαύρα μεσάνυχτα, αχάραγα χαράματα, άυπνος, φορτισμένος, σαστισμένος... Και μέσα σ'όλα τούτα να ξεφυτρώνουν τα σταφύλια, τα σταφύλια που δεν πρόλαβαν να πατηθούν! Ανοίγουνε κουτάκια αναμνήσεων, ξεχύνονται έξω επαναλήψεις ξεχασμένες, εικόνες παλιοκαιρισμένες που, όμως, αντανακλούν το ίδιο τούτο συναίσθημα. Τόσα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει: εγώ κι εσύ, οι δυο μας... ο εαυτός μου κι εγώ...τριγύρω κανείς... εκεί, κόλλησα ξαφνικά εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω! Τί φουρτούνα να κρύβει τόση ψυχραιμία και πόσες άραγε αθόρυβες κραυγές τόση μοναξιά; Τότε ήμουν παιδί, τώρα όμως;
Να περάσει τούτος ο μήνας, να περάσει κι ο επόμενος... Ο μούστος βράζει, σαν τη δική μου ψυχή. Βράζει και μεταμορφώνεται. Ας βγει γλυκόπιοτο το κρασί, γιατί έτσι και ξυδιάσει, δε γιατρεύεται. Πόσο θα κρατήσει ακόμη; Δυο βδομάδες; Μετά θα σφραγιστεί... άλλη πάλη και τούτη... απόκρυφη, ήσυχη, σκοτεινή... μέχρι να καθαρίσει, διάφανο σαν το γυαλί... κι ύστερα πάλι το νου σου να το μεταγγίσεις, στο πρώτο κατακάθι που φανεί...
Πόσο κουρασμένη νιώθω αυτή τη στιγμή... πόσο πολύ...
Σεπτέμβρης... άστατος, απρόβλεπτος, διπολικός! Κρυάδιασε απότομα στο βουνό των Κενταύρων, κείνων των μέθυσων κι άγριων πλασμάτων, κείνων των γεννημάτων της νεφέλης... μα και βουνό του Χείρωνα, εκείνου του σοφού δασκάλου και θεραπευτή... Σκορπισμένη στ' άκρα, ψάχνω τα μονοπάτια του...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Τρύγος και μουσταλευρώματα!

Φέτος το καλοκαίρι, η κληματαριά της αυλής μας εξέπληξε πολύ ευχαριστά! Ποτέ δεν την είχα δει περισσότερο φορτωμένη τσαμπιά -μωρέ ποιά είναι πιότερα, τα τσαμπιά ή τα φύλλα;- ρώγες λαχταριστές, υγιέστατες, χαμογελαστές, να κρύβουν τον ουρανό απ'το σμίξιμό τους και αργά-αργά ν'αρχίζουν να ροδοκοκκινίζουν ντροπαλά στο άγγιγμα του ήλιου.... Κι ούτε ψεκάσματα δεν είχε χρειαστεί το καημένο, πέρα από λίγη γαλαζόπετρα στις αρχές, καθώς "ο φόβος φυλάει τα έρ'μα"... Όποιος περνούσε, λοιπόν, απ'την αυλή, τα θαύμαζε "μωρέ μπράβο σταφύλια!" και τόσο τα καμαρώναμε που, δεν άντεξα, κρέμασα και δυο σκορδάκια ανάμεσά τους για το "κακό το μάτι". Μοναχά μια λαχτάρα μας έκανε... Τότε με τις πολλές τις ζέστες -τις πάρα πολλές, γιατί από πολλές χορτάσαμε όλο το καλοκαίρι!- όταν ξαφνικά είδαμε τα φυλλαράκια της να γέρνουν και να μαζώνονται σαν κάτι να τους είχε ρουφήξει τη δύναμη. "Μπας και θέλει νερό;", που το αποφεύγαμε. Μπα... κι έτσι που άρχισα να τα παρατηρώ, διέκρινα κάτι μικροσκοπικά -σαν ψύλλους στο μέγεθος να πω- μαμουνάκια να την περπατούν. Κι αν ρώτησα περισσότερο ειδήμονες κρασοσταφυλάδες τις περιοχής δεν τα γνώριζαν. Πράσινα, σαν λιλιπούτειες ακριδούλες, ίσα που διακρίνονταν, να εξαπλώνονται με τρελό ρυθμό σ'όλα τα κληματόφυλλα. Ευτυχώς, τα τσαμπιά απείρακτα. Ψάχνω και 'γω στο διαδίκτυο μήπωςβγάλω καμιά άκρη, νά'τα, τα πέτυχα "τζιτζικάκια" να τα ονοματίζουν. Και βλέπω ένα κατεβατό χημικών για την καταπολέμησή τους! Εκεί τσίνισα... Μπας και να δοκιμάσω το παραδοσιακό πλέον σαπουνόνερο; Ρίχνω μια σταγόνα σαπούνι για τα πιάτα σ'ένα λίτρο νερό και ψεκάζω λίγα φυλλαράκια. Τα τζιτζικάκια τεζάρανε στο λεπτό. Ε, ένα ψεκασμός αρκούσε κι ο εχθρός εξολοθρέφτηκε. Οι δικές μας απώλειες, μονάχα από αισθητικής απόψεως, κάτι κληματόφυλλα λιγουλάκι ταλαιπωρημένοι πολεμιστές... Τα τσαμπιά όμως ακμαία συνεχίσαν το φλερτάκι τους με τον ήλιο και στα πιο πονηρά, που ξετρυπώναν επίμονα τις ακτίδες του, πήραν να κοκκινίζουν τα μάγουλά τους!


Θέλεις ήταν πολλά, θέλεις είναι κι όψιμη η ποικιλία, αργήσανε πάντως να γλυκάνουνε. Κι εμείς δεν τα βιαστήκαμε- ποιός ο λόγος; Εξάλλου, παλιά εδώ, αργούσε ο τρύγος... σήμερα που όλα γίνονται με βιασύνη, τα μαζεύουν νωρίτερα... Φέτος, μας βοήθησε κι ο καιρός... αυτό το καλοκαίρι που δε λέει να τελειώσει... δεν είχαμε απανωτές βροχές να τα φοβηθούμε!


Μια καλή πρωία, λοιπόν, πριν δέκα μέρες, τα μαζέψαμε. Μαζέψαμε και κάτι λίγα, γειτονικά, που δεν τα θέλανε, τα στίψαμε παραδοσιακά -εντάξει, μη φανταστεί κανείς πατητήρι και χοροπήδημα... "ημίπαραδοσιακά", να πω, χωρίς μηχάνημα δηλαδή (εξάλλου δεν ηταν και τόσο πολλά), με πάτημα μέσα σε χοντρές σακούλες και με στίψιμο στο χέρι στον κουβά...- και τα βάλαμε στο βαρελάκι μας! 14 βαθμοί, παρακαλώ, ο μούστος! Συνετέλεσε πολύ σ'αυτό μια κλούβα γειτονικά πού'χαν σταφιδιάσει, ολότελα ζαχαρωμένα. Αφού απορρίψαμε όλες τις προτάσεις διαφόρων -δε θα βράσουν, ρίξτε νερό, ρίξτε λεμόν-τουζού, ρίξτε λεμονάκι στιμμένο- και το μόνο που κάναμε είναι να προσθέσουμε μισό κουβά ξινούτσικα που είχαμε αφήσει κατά μέρος, περιμέναμε δυο μερούλες και τά'δαμε επιτέλους να βράζουν κανονικότατα! Ε, είναι πάντως κομματάκι συγκινητικό, ν'ανοίγεις το βαρέλι, να τα πατάς με το μουστωτήρι, και να τα ακούς να σιγουμουρμουρίζουν το τραγούδι τους... το τραγούδι της ζύμωσης, το τραγούδι της μεταμόρφωσής τους από σταφύλια σε οίνο...


Ναι, ναι.. το ομολογώ... μετά τρελού πόνου ψυχής, τράβηξα τρία λίτρα μούστο -τί γλυκόπιοτος, ο άτιμος!- για να φτιάξω μουσταλευριά! Ε, ναι, ως λάτρης του ντόπιου οίνου, τό'κλαιγα το κρασάκι που "χαραμιζόταν" -δεν έχουμε και ποσότητα να βγει και πολύ- αλλά, ήθελα να το κάνω κι αυτό! Γιατί τόσα χρόνια δεν έτυχε νά'χω στα χέρια μου μούστο δικό μου, να κάνω όλη τούτη τη διαδικασία. Και για να την χαρώ, προσκάλεσα μια γειτόνισσα να μου την δείξει με το δικό της τρόπο, παρ'όλο που μπορούσα και στο διαδίκτυο να βρω πληροφορίες σχετικές... αλλά δεν θά'χε την ίδια χάρη...


Καταρχάς, λοιπόν, κόβουμε το μούστο με στάχτη. Στάχτη από ξύλα, καθαρή.. Ρίχνουμε στην κατσαρόλα το μούστο και για κάθε λίτρο του κι από μια μικρή χουφτίτσα στάχτη κοσκινισμένη και το αφήνουμε να βράσει. Αφαιρούμε τυχόν αφρούς, κι αφού καθαρίσει το μείγμα έτσι, τ'αφήνουμε να κατασταλάξει, να "ηρεμήσει". Όσο περισσότερες ώρες, τόσο καλύτερα θα κατακάτσει το ίζημα της στάχτης. Εμείς μπορεί να συντομέψαμε αρκετά τη διαδικασία λόγω συνθηκών (έβαλα και τη ζεστή κατσαρόλα μέσα σε μια λεκάνη με παγωμένο νερό, για λίγη επιτάχυνση), αλλά ίσως το καλύτερο είναι να το αφήσεις μια νύχτα να ηρεμήσει.


Εν συνεχεία, παίρνουμε ένα κομμάτι ύφασμα -κατά προτίμηση μια παλιά μαξιλαροθήκη- τη στερεώνουμε σ'ένα σουρωτήρι και το στραγγάμε από κει. Αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει δυο-τρεις φορές και καλό είναι, ενδιάμεσα, να το αφήνουμε και πάλι για λίγη ώρα να ηρεμήσει.


Κι έχουμε έτοιμο τον καθαρό μας μούστο!

Και πάμε στη μουσταλευριά... Η γειτόνισσα κρατάει τις αναλογίες για τέσσερις κούπες μούστο, μια κούπα αλεύρι. Κι άλλες γυναίκες που ρώτησα απ'τα χωριά μας το ίδιο μου είπαν. Για άλλους, όμως, μια τέτοια αναλογία φαίνεται υπερβολική σε αλεύρι. Ίσως η φίλη μας η Vita (Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου) νά'χει δίκιο που προτείνει μια αναλογία έξι προς ένα (φαντάζομαι θα την δοκιμάσω αν έχω την ευκαιρία να ξαναφτιάξω μόνη μου). Το σίγουρο είναι ότι όσο περισσότερο μούστο έχει, σε σχέση με το αλεύρι, τόσο περισσότερο βράσιμο θέλει για να δέσει. Και λογικό είναι, να γίνεται πιο νόστιμη έτσι. Πάντως κι η δική μας νοστιμότατη έγινε, δε μπορώ να πω!

Υλικά πρόσθετα εδώ δε χρησιμοποιούνε ("για να μη μπερδευτεί η νοστιμιά του μούστου", όπως μού'πανε), πέρα απ'το τριμμένο καρυδάκι και την κανέλα που βάζουμε για γαρνίρισμα.

Μούστος, λοιπόν, και αλευράκι σε δράση!


Ζεσταίνουμε λιγάκι στη φωτιά το μούστο μας. Ύστερα παίρνουμε λίγο από αυτό για να διαλύσουμε το αλευράκι με τη βοήθεια ενός τρυπητού και μια ξύλινης κουτάλας. Τα αναμειγνύουμε ξανά και βάζουμε το μείγμα μας να βράσει.


Ανακατεύουμε διαρκώς κι έχουμε το νου μας να χαμηλώσουμε τη φωτιά μόλις πάρει βράσει για να μην καταλήξουμε σε ατυχήματα! Η διαδικασία αυτή κρατάει κανένα μισάωρο (εξαρτάται κι απ'την αναλογία μούστου κι αλευριού).


Το πότε θά'ναι έτοιμη, το αντιλαμβανόμαστε από την υφή της που έχει δέσει και τις χαρακτηριστικές φουσκαλίτσες στην κατσαρόλα.


Η Βαγγελιώ, είναι πιο κατατοπιστική σ'αυτό, οπότε όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ρίξει και μια ματιά στην πολύ όμορφη εγγραφή της, εδώ: Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου 


Τη σερβίρουμε σε πιατάκια ή μπωλάκια, πασπαλίζουμε με τριμμένα καρύδια και κανέλα και... απολαμβάνουμε!


Αυτά περί μουσταλευριάς... Τώρα αναμένουμε το κρασάκι μας! Φτού του, φτού του, ελπίζω ν'ανταποκριθεί στις προσδοκίες μας!

Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε!:

Μούστος: εκ του λατινικού vinum mustum= κρασί νέο

Ελληνιστί: γλεύκος, όπου, κατά το Μεγάλο Ετυμολογικόν (Etymologicon Magnum):

Γλεύκος: Το από της ληνού απόσταγμα αυτομάτως καταρρέον από της σταφυλής. Εστί δε τούτο γλυκύτατον και λιπαρώτατον. Και:

Γλυκύς: Παρά το γλεύκος, ο εστίν ο νεωστί αποστάζων εκ της ληνού οίνος.

Κοινώς, μούστος και γλύκα ένα πράγμα... από τη γλύκα του μούστου έχουμε και τον γλυκύ! 

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Τρύγος και κρασοστάφυλα!


"Το φθινόπωρο είχε κιόλας προχωρήσει, κι όλος ο κόσμος στα υποστατικά ρίχτηκε στη δουλειά για τον τρύγο που σίμωνε. Ένας ετοίμαζε τα πατητήρια, άλλος καθάριζε πιθάρια, τρίτος έπλεκε κοφίνια' άλλοι πάλι φρόντιζαν να βρουν μικρά δρεπάνια για να κόψουν τα τσαμπιά, ή κατάλληλα λιθάρια για να λυώσουν τις ζουμερές ρώγες, ή ξερή λυγαριά ξεφλουδισμένη, να φέγγει τη νύχτα στη μεταφορά του μούστου. Παράτησαν λοιπόν κι ο Δάφνης κι η Χλόη τα γιδοπρόβατα και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις δουλειές. Εκείνος κουβαλούσε καλαθιές σταφύλια, τά'ριχνε στα πατητήρια, τα πατούσε κι έχυνε το κρασί στα πιθάρια' εκείνη ετοίμαζε φαγί για τους τρυγητές, τους έδινε παλιότερο κρασί να πιουν και τρυγούσε τα χαμηλότερα αμπέλια.[...]
Όπως ήταν φυσικό σε γιορτή του Διονύσου και του νέου κρασιού, οι γυναίκες πού'χαν έρθει από γειτονικά υποστατικά να βοηθήσουν στον τρύγο έριχναν ματιές του Δάφνη, παινεύοντάς τον ότι έμοιαζε με το Διόνυσο στην ομορφιά. Μία μάλιστα, πιο τολμηρή τον φίλησε -μ'αποτέλεσμα ο Δάφνης να ερεθιστεί, αλλά η Χλόη να πειραχτεί. Οι άντρες πάλι πού'ταν στα πατητήρια, βλέποντας τη Χλόη, πηδούσαν μανιασμένοι σα Σάτυροι μπροστά σε Βάκχα και της φώναζαν διάφορα, πως τάχατες θέλουν να γίνουν πρόβατα για να τους βόσκει εκείνη' τούτο πάλι ευχαριστούσε τη Χλόη, αλλά στεναχωρούσε τον Δάφνη. Εύχονταν λοιπόν τα παιδιά να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα ο τρύγος για να γυρίσουν πίσω στα γνώριμα λημέρια τους κι αντί για τον παράφωνο θόρυβο ν'ακούνε τη φλογέρα ή το βέλασμα των κοπαδιών τους. Κι όταν ύστερα από λίγες μέρες τρυγήθηκαν τ'αμπέλια, μπήκε ο μούστος στα πιθάρια και δε χρειάζονταν πια τόσα πολλά χέρια στη δουελιά, οδήγησαν ξανά τα κοπάδια στον κάμπο και προσκύνησαν χαρούμενα τις Νύμφες, πηγαίνοντάς τους γι'αφιέρωμα αμπελόκλαδα με σταφύλια, τα πρώτα του τρύγου.[...]"
(Λόγγου, "Δάφνης και Χλόη", 4ος-5ος αι.π.Χ., σε απόδοση στη νεοελληνική του Ροδη Ρούφου)


Χιλιάδες χρόνια πριν, χιλιάδες χρόνια μετά.. σε τούτη την ίδια γη, τέτοιες μέρες το άρωμα του μούστου και του σταφυλιού, χρωματίζει την ύπαιθρο.. σε τούτη την ίδια γη λαμβάνει χώρα ο τρύγος για το αγαπημένο πατροπαράδοτο κρασάκι..
Τρυγήσαμε, λοιπόν, κι εμείς προχθές, τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη του Τρυγομηνά, για να φτιάξουμε το κρασάκι της χρονιάς, από αμπέλια* ντόπια παλιά, πολύχρωμα κι ευωδιαστά.. Μαζευτήκαμε νωρίς το πρωί, να κόψουμε τα σταφύλια **, να γεμίσουμε τις κλούβες, να τα "πατήσουμε" (έστω, στο μηχάνημα), να βγει ο μούστος να μεθύσει απ'τα αρώματα η αυλή, να βράσει στο βαρέλι του, να μας γεννήσει το νιο κρασάκι, σύντροφο στο μεζέ, παραστάτη στην ψυχή μας... "Καλή χρονιά!" λοιπόν.. και του χρόνου νά'μαστε καλά να ξαναφτιάξουμε..
* "άμπελος: εκ του ανά+πέλω, αμφί+είλω: δηλ. απλώνει και αναρριχάται, "οίον ανάπελος ούσα". "Την ειλεόν (=συστρεφόμενη) άμπελον" (Αθηναίος, Επιτομή). Η άμπελος αποκαλείται και "οινομήτωρ" και αναδενδράς."
** "στάφυλος: εκ του στείβω, στέμβω, στυφελίζω=καταπατώ, εξ ου και τα "πατημένα σταφύλια" ονομάζονται στέμφυλα" (Άννας Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει Λόγος")


Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")  διασώζει πολύτιμα έθιμα του τρυγητού που συναντούσαμε στην πατρίδα μας: "Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας άμα αποτρυγάνε, αφήνουν ένα κλήμα άτρυγο. Πηγαίνει ένας και φέρνει ένα κανάτι νερό αμίλητο και νίβονται όλοι απάνω στο κλήμα.[...] Σκιαγράφηση ελληνικής γιορτής του τρυγητού έχουμε από τις Σαράντα Εκκλησιές, όπου άκμαζε η αμπελουργία, πριν οι κάτοικοι αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους: "Η πρώτη μέρα του τρυγητού χαιρετίζεται δια τυμπάνων και ασμάτων' οι ληνοί συνοδεύονται δι' ομάδων ορχούμενων και αδόντων και κατά την απέλευσιν και κατά την άφιξιν. Την νύκτα όμιλοι προσωπιδοφόρων εν τυμπάνοις και αλαλαγμοίς περιερχόμενοι τας αγυιάς μέχρι βαθείας νυκτός επιδίδονται εις ποικίλας παιδιάς και διασκεδάσεις.""
Ο Μιχάλης Γρηγοράκης στα "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες" καταγράφει κάποια ακόμη ενδιαφέροντα λαογραφικά στοιχεία για τις μέρες του τρυγητου: "Πολύ προσέχουν βέβαια αυτό το διάστημα να μη βασκαθούν τα σταφύλια. Αποφεύγουν να τρυγήσουν Τρίτη και Παρασκευή και προσέχουν να μην τελειώσουν Σάββατο. Το σχετικό παραντήρημα παραγγέλει:
Την Τρίτη και την Παρασκευή τ'αμπέλι μην τρυγήσεις.
Τα σταφύλια τα μεταφέρουν στα πατητήρια, τον αρχαίο ληνό κι οι πατητάδες, μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, με γέλια και πειράγματα, πατούν ξυπόλυτοι τα τσαμπιά για να τα λιώσουν, να τρέξει ο μούστος στο ποδόχι (μικρή δεξαμενή). Μετά το πάτημα και τη μεταφορά του μούστου στα καλοκαθαρισμένα βαρέλια, αρχίζει γερό γλεντοκόπι. Έτσι λένε:
Το Σεπτέμπρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε."


Ο έτερος λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") προσθέτει για την αντίστοιχη γιορτή του τρυγητού στην αρχαία Ελλάδα: "Οι Αθηναίοι είχον την εορτή των Οσχοφορίων, προς τιμήν του Διονύσου και της Αθηνάς, κατά την οποίαν εν πομπή δύο παίδες αμφιθαλείς (έχοντες δηλαδή γεννηθή από τον αυτόν πατέρα και την αυτή μητέρα και οι οποίοι να ζουν), προηγούμενοι της πομπής, "κατά γυναίκας εστολισμένοι", και κρατούντες την ειρεσιώνην, δηλ. κλάδους αμπέλων κατάφορτους από σταφύλια (όσχους), μετέβαινον από το εν Αθήναις ιερόν του Διονύσου εις το εν Παλ.Φαλήρω ιερόν της Σκιράδος Αθηνάς."


("Λεξικόν των Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων", κατά Ουϊλιέλμον Σμιθ, υπό Σωκράτη Τζιβανόπουλου)


Μα, υπέροχη είναι η εικόνα από τον παλιό τρυγητό που μας χαρίζει ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":




Όπως αναφέρει το "Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης" (H.Liddell-R.Scott), ο "τρύγος" είναι μεταγενέστερος τύπος αντί του "τρύγη", όπου "τρύγη" είναι ο ώριμος καρπός, δηλ. 1)γεννημάτων εισοδεία, σίτος,κ.λ.π. ("ουδέ τρύγην οίσεις", Υμν.Ομηρ. εις Απόλλωνα 55), 2)τρυγητός, συγκομιδή των σταφυλών. [...] και:
Τρυγάω (τρύγη): Ι. μετ'αιτ. του συγκομιζομένου πράγματος, ως και νυν, τρυγώ, συγκομίζω τον καρπό, συνάγω, "Ετέρας [σταφυλάς] τρυγόωσιν", Οδύσσ.Η.124 [...]
Ο τρύγος των αμπελιών , λοιπόν,  από την εποχή των Ηρώων του Ομήρου κι ακόμα παραπίσω....
...μέχρι σήμερα..
 

(σε απόδοση Κώστα Δούκα)


(και στο πρωτότυπο)

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Σεπτέμβρης.. Σταυρωτής, Ορτυκολόγος και Τρυγομηνάς!

Σεπτέμβριος... ή αλλιώς και ""Σποράρης" διότι εις τινά μέρη εις την Κρήτην, αρχίζει πρώιμα η σπορά' "πετμεζάς" από το μελιτώδες πετιμέζι, που σχηματίζεται από την κατ'αυτόν δια βρασμού συμπύκνωσιν του γλεύκους (κ.μούστου)' "Ορτυκολόγος" από τα ορτύκια, τα οποία αποδημούντα εις θερμά κλίματα της Αφρικής διέρχονται εκ της χώρας μας κατά τον μήνα αυτόν' "Σταυρίτης" (Πόντος) ή "Σταυριώτης" ή "Σταυρός" (Κοζάνη, Θράκη,κ.α.) εκ της κατ'αυτόν αγομένης εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού' "Πρωτοβρόχια", "χινόπωρος" διότι αρχίζει το φθινόπωρον από αυτόν, "Τρυγητής" ή "Τρυγομηνάς" ή "Τρύγος" (Στερεά Ελλάς, Κέρκυρα) επειδή κατ' αυτόν κυρίως αρχίζει ο τρυγητός των σταφυλών και η μεταφορά του γλεύκους από "τις στέρνες" εις τα οινοπωλεία..." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")


Γιατί:
"Τον Τρυγητή τ'αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι!" και
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κουδούνια!"
ή, όπως λεν στην Κρήτη:
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κυδώνια!" και
"Τον Σεπτέμβρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε!"
αλλά και: "Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύρι σύρε!"
Λέγεται ακόμη και "Βεντεμάς" (βένδεμα= ο τρύγος και κάθε συγκομιδή) ή "Άι-Νικήτας" (από τη γιορτή του αγίου στις 15 του μηνός).


Αποτελεί τον έβδομο μήνα στο μηνολόγιο των Ρωμαίων, όπως δηλώνει και το όνομά του που προέρχεται από το λατινικό septem που σημαίνει επτά και που φυσικά έχει τη ρίζα του στο ελληνικό επτά-σεπτά. (Όπως μας εξηγεί και η Άννα Τζιροπούλου στο βιβλίο της "Έλλην Λόγος": σεπτάς=επτάς*, σεπτός=σεβαστός, καθώς το επτά εθεωρείτο ιερός, σεβαστός αριθμός, "σεπτός".) Βέβαια, από όταν μεταρρύθμισε το μηνολόγιο ο Ιούλιος Καίσαρ (46π.Χ.) και έπαυσε να αρχίζει το έτος από το Μάρτιο, ο Σεπτέμβρης μας κατέλαβε την ένατη θέση στη σειρά.
(* το "ε" με δασεία, η οποία και "αντικατέστησε" κατά τρόπον τινά το "σ")
"Εις το Αττικόν ημερολόγιον ήτο ο τρίτος κατά σειρά μην και ελέγετο "Βοηδρομιών" (15 Σεπτ.-15 Οκτωβρ.), διότι την 6ην ή 7ην ημέραν του εωρτάζετο μετά πανηγύρεων και αγώνων η δημοφιλής εορτή των "Βοηδρομίων" εις τιμήν του Βοηδρομίου Απόλλωνος. Ο Πλούταρχος ("Θησεύς", κεφ.27) αποδίδει την ίδρυσιν της εορτής αυτής εις τον Θησέα εις ανάμνησιν της νικηφόρου μάχης του κατά των Αμαζόνων. Κατά τη μυθολογίαν, ο Θησεύς και ο Ηρακλής εξεστράτευσαν κατά του μυθολογικού έθνους των Αμαζόνων, το οποίον ευρίσκετο εις τα παράλια της Καυκασίας και απετελείτο μόνο από γυναίκες, δια να αρπάσσουν την ζώνην της βασιλίσσης των Ιππολύτης, η οποία ήτο θυγάτηρ του Άρεως. Ένεκα τούτου αι Αμαζόνες, αι οποίαι ήσαν περίφημοι δια την ανδρείαν των, και εμάχοντο συνήθως έφιπποι, επήλθον μετά της βασιλίσσης των κατά των Αθηνών και κατά την γενομένην μάχην ηττήθησαν, η δε βασίλισσά των εφονεύθη, και ετάφη, παρά τα Μέγαρα." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Με το πάτημα κιόλας της πρωτοσταυριάς, ετσιδά όπως λέει ο λαός μας την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη, αρχίζουν κι οι ευχές των ζευγάδων για την καλοχρονιά της σποράς και των γεωργικών προϊόντων. Γιατί ο Σεπτέμβρης θεωρείται ο πρώτος μήνας του γεωργικού χρόνου κι η αρχιμηνιά του.[...] Οι ζευγάδες την ημέρα αυτή κάνουν αγιασμό, ψάχνουν τα κασόνια τους και ξεχωρίζουν το σπόρο, που θα σπείρουν αργότερα, αργότερα που θα πέσουν για καλά τα πρωτοβρόχια και θα πιάσουν οι κρυαδούλες, που θα διώξουν τ'απομεινάρια της ζέστας.
Σε πολλά δε μέρη του τόπου μας, και σήμερα ακόμη, εξακολουθούν να γιορτάζουν την πρώτη μέρα του χινοπωριάτικου μήνα σαν πρωτοχρονιά. Έτσι θα συναντήσεις πολλές δοξασίες σε διάφορα μέρη και την αρχιμηνιά του θ'ακούσεις να τη λένε "μέρα χρονογράφου" ή "μέρα του Χάρου". Και τούτο, γιατί λένε πως ο Χάρος την ημέρα αυτή αποφασίζει ποιανούς πρόκειται να πάρει "να κόψει" κατά το διάστημα του χρόνου.[...]
Ο Σεπτέμβρης από γιορτάδες είναι φτωχός, δε μοιάζει με τον Αύγουστο, πού'ναι γιορταδοφέρτης και πανηγυροφέρτης. Στις 2 είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος (βλέπε: προστάτης των βοσκών...), του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι.[...] Περνώντας η γιορτή του βοσκού αγίου, λίγες μέρες αργότερα, στις 8 είναι το Γενέθλιον της Θεοτόκου..[...] Λίγο αργότερα, στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού.(βλέπε: Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός.. και  Έθιμα του Σταυρού )


Καλό φθινόπωρο!

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός..

Του Σταυρού...


"Όταν, λέει, η Αγία Ελένη απορούσε ανάμεσα στους πολλούς σταυρούς, ποιός να ήταν του Χριστού, ένα μυρωδάτο φυτό, ο βασιλικός, της τον αποκάλυψε. Για αυτό και στη σημερινή γιορτή φέρνουν στην εκκλησία γλάστρες ή αγκαλιές βασιλικούς για το Σταυρό.[...]

Για τους γεωργούς η μέρα του σταυρού είναι κι η πιο ευλογημένη αφετηρία της καινούριας "χρονιάς" και της σποράς τους. (Πριν "σταυρώσει" η γη, όπως λένε, να μην αρχίζει κανείς δουλειά στο χωράφι του). Οι νοικοκυρές αναπιάνουν σήμερα το καινούριο προζύμι και φτιάχνουν ένα πρώτο ψωμί, που το μοιράζουν για το καλό στη γειτονιά. (Στη Δ.Μακεδονία παλιότερα το ψωμί αυτό ήταν με περιποιημένα υλικά, το έλεγαν "μπογάτσα" και του έβαζαν μέσα ασημένιο σταυρουδάκι, σα να ήταν πρωτοχρονιάτικη πίτα). Μοιράζουν και καρπούς από τη νέα σοδειά, για το καλό."  (Δημητρίου Λουκάτου, "τα φθινοπωρινά")


Σήμερα, λοιπόν, όσες νοικοκυρές θέλουν να πιάσουν το νέο προζύμι της χρονιάς, χρησιμοποιούν το σταυρολούλουδο, κλωναράκια από το βασιλικό που στολίζει το σταυρό. Τούτη η διαδικασία παραλλάσσει από τόπο σε τόπο. (βλ.Έθιμα του Σταυρού.. ) Εδώ, στο χωριό μας στο Πήλιο, παίρνουμε από ένα κλωναράκι βασιλικό από το στολισμένο σταυρό και το αφήνουμε να μουσκέψει σ'ένα βαζάκι με νερό για τρεις μέρες. Με τούτο το νερό (αφού, φυσικά, το ζεστάνουμε λιγάκι) κι αλεύρι πλάθουμε το προζύμι. Αυτό το πρώτο, το φτιάχνουμε αρκετά νερουλό, σα χυλό. Το αφήνουμε μια μέρα σκεπασμένο και την επόμενη προσθέτουμε λίγο νεράκι κι αλεύρι, για να το αυξήσουμε. Τη μεθεπομένη πάλι το ίδιο. Κι ύστερα, το αφήνουμε σκεπασμένο δυο-τρεις μέρες, μέχρι να φουσκώσει και νά'ναι έτοιμο για να φτιάξουμε το ψωμί. Κι ύστερα, κάθε φορά που ζυμώνουμε, κρατάμε και το προζύμι για την επόμενη φορά.

Όσο για το βασιλικό που μοιράζουν στα πανέρια μετά τη λειτουργία, τούτος μπαίνει φυλαχτό πάνω από τα εικονίσματα.. Και μοσκοβολάει όλο το χωριό σήμερα, το ντυμένο στα φθινοπωρινά, καθώς όλος ο κόσμος βγαίνοντας από την εκκλησιά κρατάει μπουκέτα από σταυρολούλουδα..


"Οι ζευγάδες πάνε το μελλοντικό σπόρο τους στην εκκλησιά, να λειτουργηθεί (ευχολογηθεί). Φέρνουν σε πιατάκια ή σε σακουλάκια (τώρα και χάρτινα ή πλαστικά) λιγοστό σπόρο από το κάθε είδος (στάρι, κριθάρι, φακές, βρώμη, ρεβυθια, κουκιά, φασόλια, κ.α.) και τα βάζουν μπροστά στο Άγιο Βήμα, να τα ευλογήσει ο ιερέας. (Υπάρχει ειδική ευχή "επί ευλογήσει σπόρου"). Από την Κύθνο έχουμε μια λεπτομερέστερη και γραφική περιγραφή (1938): "Οι χωρικοί πάνε στην εκκλησιά, κρατώντας ένα μαντηλοσάκουλο, που έχει μέσα σιτάρι, κριθάρι, τριαντάφυλλα, σύκα, σκόρδα, μπαμπάκι, μαλλί, και κερί από κυψέλη. Δένουν το μαντήλι στο τρίποδο που κρατεί τον Σταυρό και το παίρνουν πίσω στο τέλος της λειτουργίας. Το φυλάνε έτσι στο σπίτι τους, ως την ημέρα της σποράς. (Οκτώβριο ή και Νοέμβριο). Και τοτε θα τρίψουν το σκόρδο πάνω στο μέτωπο των βοδιών που θα οργώσουν (για δύναμη και αντιβάσκαμα) και θα παραχώσουν στη γη το μαντήλι με τους καρπούς για την ευλόγηση της παραγωγής". (*Α.Γούναρη, "Η Κύθνος")

Αλλά η Γιορτή του Σταυρού είναι εποχικό ορόσημο για όλη τη Φύση. Συνήθιζαν παλιότερα (το ξέρουμε από την Αίγινα) να "κηδεύουν" σήμερα τον "Λειδινό", δηλ. την προσωποποίηση του καλοκαιριάτικου απομεσήμερου και του ξεκουραστικού ύπνου. Πάνε πια τα μεσημέρια κι ο ύπνος και το απογευματινό φαγί (δειλινό) της ξεκούρασης. Τώρα οι εργατικές μέρες γίνονται χειμωνιάτικες.

Ο "Λειδινός" ήταν ένα "δρώμενο" που πέρασε στα παιδιά και που έχουμε την περιγραφή του από το 1921 (Π.Ν.Ηρειώτου, "Ο Λειδινός εν Αιγίνη"): ".. Την 14ην Σεπτεμβρίου γυναίκες και κοράσια συνέρχονται εις την οικίαν μίας τούτων κομίζουσαι... σίτον, σταφίδας, ρόϊδια, αμύγδαλα, στραγάλια, μαϊντανόν. Ο σίτος βράζεται, και με τα λοιπά παρασκευάζεται, έδεσμα, είδος κολλύβων.... Άλλο μέρος των γυναικών ασχολείται περί την κατασκευήν μιας πλαγγόνος. Ταύτην, παριστώσαν νεανίαν, ενδύουσι με ανάλογα ενδύματα λαμπρά, κοσμούσι και δι'ανθέων εξ ων απαραίτητον το άνθος "δειλινόν" ή "λειδινό"... Η πλαγγών τίθεται νεκρικά επί τραπέζης, πέριξ δε τοποθετούνται καρέκλαι, εφ'ων κάθηνται αι μέλλουσαι να θρηνήσωσι τον Λειδινόν..

"Πάλι θα'ρθείς Λειδινέ μου, με του Μάρτη τις δροσιές,

με τ'Απρίλη τα λουλούδια και του Μάη τις δουλειές"..

Μετά τούτο τίθεται εντός φερέτρου και παραδίδεται εις παίδας, οίτινες μετά μικρών σημαιών, δίκην εξαπτερύγων, τον περιάγουσιν ανά τας αγυιάς της πόλεως.. Και τέλος φέρεται εις τον τόπον, όπου θα ενταφιασθεί.. κατά την δείλην. Ρίπτοντες επ'αυτού χώμα, οι θάπτοντες επιλέγουσι:

"Πάψε φτωχέ, το λειδινό και συ άρχοντα τον ύπνο"...

Επιστρέφοντες τρώγουσι τα ετοιμασθέντα κόλυβα, μετά δε το συχώριο "του μακαρίτη" αρχίζει χορός και τραγούδι." (Δημητρίου Λουκάτου, "τα φθινοπωρινά")

Το έθιμο του Λειδινού, αναβιώνει σήμερα στην Κυψέλη της Αίγινας.. Κι όσο κι αν προτιμώ την "αυθεντική" μορφή των εθίμων κι όχι τις αναπαραστάσεις, δε μπορώ να μην εκτιμήσω τούτη την προσπάθεια να κρατηθεί έξω από το χρονοντούλαπο των ξεχασμένων παραδόσεων του λαού μας.. Το βιντεάκι παρακάτω, σχετικό:



(Περισσότερα για τούτο το έθιμο του Λειδινού με τις αρχαιοελληνικές ρίζες, αλλά και για άλλα έθιμα της ημέρας, και στην περσινή εγγραφή, βλ. Έθιμα του Σταυρού..)