Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περίπτερο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περίπτερο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

σκέψεις σαν το χιόνι...

Μας τό'φερε από δω, μας τό'φερε απο κει, χιόνια ακούγαμε, χιόνια δε βλέπαμε -πέρα από ένα μιζεριασμένο νερόπλυμα που μας πασπάλισε πριν λίγες μέρες- χειμώνας ήρθε, το καλοκαίρι δεν έφευγε.. ε, αφού μας πάγωσε για τα καλά, τη φάγαμε την ψυχρολουσία, κρυστάλλωσε το κοκκαλάκι μας, τρεμούλιασε η ψυχή μας -καλά, αυτό από άλλα κι άλλα γεγονότα- σήμερα αποφάσισε να έρθει μια άσπρη μέρα! Ε, αφού δε μπορούμε να τη ζήσουμε αλλιώς, ας τη ζήσουμε με την πλάση στα ολόλευκα ντυμένη, νυφούλα σε πρόβα νυφικού, μια ελπίδα για ένα αύριο χωρίς μαυρίλες και σκοτάδια..

Ανέβαινα κι εγώ το καλντερίμι για το "παζάρ'" (που λένε κι οι παλιοί), να πάρω καμιά προμήθεια για το γατολόι κι ύστερα στο περίπτερο για να μη χαρμανιάσουμε, τέτοιες μέρες.. Δεν πρόλαβα να προσπεράσω, "χέιιιιι, χέιιιι", μου φωνάζει ο κυρ-Βασίλης μέσα απ'το κουβούκλιο! Πάω προς τα κεί.. Ξεμανταλώνει το παραθυράκι. "Βγήκες βρε θηρίο;" "Καλημέρα, ωραία μέρα!" "Μας λυπήθηκε ο Θεός!" μου κάνει. Βγάζω το γυαλί, του ηλίου βεβαίως-βεβαίως, γελώντας "Έβαλα και το γυαλί κυρ-Βασίλη!" "Πρώτη είσαι, κούκλα!" μου χαμογελάει συνωμοτικά ο παππούς. Χαμογελώ κι εγώ.. Κι ακούω τα κλαρίνα να ανασταίνουν ψυχές, από το μικρό κασετοφωνάκι του. "Μια χαρά σε βρίσκω!" του λέω. Βγάζει ένα ποτήρι κονιάκ "Έλα, να σε κεράσω!" Πίνω μια γουλιά και με το χιόνι να ασπρίζει τα γκρίζο μου παλτό, στάθηκα εκεί, έξω απ'το ξύλινο περίπτερο, και πιάσαμε τις φιλοσοφίες...


Οι ρυθμοί σήμερα πιο χαλαροί, πιο φυσιολογικοί, πιο ανθρώπινοι.. μίλησε η φύση φαίνεται και το χωριό θυμήθηκε την ξεχασμένη του αρμονία... τότε που ο άνθρωπος πάλευε αλλιώς, σκληρά, να επιβιώσει, μα δεν ξεχνούσε να ζει... Και μού'ρχεται πάλι στο νου εκείνη η εγγραφή του Νίκου, με τον καφετζή στη Νίσυρο πού'στιβε με το πάσο του τα πορτοκάλια, τόσο που εμπνευστήκαν άρθρο, ειδικά για αυτόν, κι εδώ εμείς να στείβουμε σαν ξεσαλιασμένοι, γιατί οι κύριοι επισκέπτες μας, απαιτούν το καφεδάκι τους στο λεπτό! Και σκέφτομαι, πάλι, που πήρα τα βουνά και παράτησα την Αθήνα για να ζω σαν άνθρωπος και γεμίσαμε κι εδώ επισκέπτες που δεν έρχονται, όπως κραυγαλέα διατείνονται, για να απολαύσουν το τοπίο, την ηρεμία και τη φύση, αλλά μοναχά για να μας μεταδώσουν τους αρρωστημένους τους ρυθμούς, το ανεξέλεγκτο άγχος τους και τη δυστυχία της κενής από ουσία ζωής τους...Χτίζουνε βίλες με δωμάτια, άδεια, θλιβερά, άχρηστα, μα πλουσιοστολισμένα, κάνουν βαφτίσια με κέιτερινγκ, μπαλόνια και φανφάρες στην εκκλησίτσα του χωριού και αναζητούν καφέ με άρωμα μπανάνας στο καφενείο ("αχ... τόφου δεν έχετε;")... βιάζονται, βιάζονται, βιάζονται.. οι ντόπιοι δεν τους αρέσουν, τα πανηγύρια τους ενοχλούν, το χιόνι τους τρομάζει... μα, τί ήρθαν, επιτέλους, να κάνουν εδώ; Να μας φορτώσουν όλα αυτά, απ'τα οποία υποτίθεται πως θέλουν να ξεφύγουν;..Δε μας φτάνουν τ'άλλα προβλήματά μας...


Χαζεύω απ'το παράθυρο.. Ο Παγασητικός χάθηκε, έγινε ένα με το άσπρο φόντο του ουρανού.. Οι στέγες μου χαμογελούν, κατάλευκες τριγωνικές τουρτίτσες... Οι νιφάδες προσγειώνονται χορεύοντας στο ρυθμό του Βοριά... Μέσα φλόγες λαμπυρίζουν, η ξυλόσομπα φωτισμένη, η φωτιά στο τζάκι ράθυμα τυλίγει την ξεραμένη ελιά κι ένα κονιακάκι συντροφιά -ένεκα που το ζήλεψα απ'τον κυρ-Βασίλη...

Τις χίλες δυο σκοτούρες, τις έχει απωθήσει το μυαλό μου σε μια καταπακτή.. σφαλισμένες έστω για δυο στιγμές, για τρεις.. τώρα ταξιδεύει, παίζοντας με τις νιφάδες.. καρφώνεται το βλέμμα στο λευκό.. σα μικρό παιδί, χαζεύει το χιόνι σαν κάτι πρωτόγνωρο... εκστατικό... Ξημέρωσε μια μέρα άσπρη...


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το περίπτερο


Γιατί μού'χει μείνει καρφωμένη στο νου η εικόνα τούτη, πέρα από τις τόσες άλλες; Δεν ξέρω... δεν είχε κάτι τόσο ιδιαίτερο ή ξεχωριστό... ούτε θα μπορούσε να ενταχθεί σε κάποια συγκεκριμένη μέρα, να τη συμπεριλάβει κάποια ημερομηνία.. Σε κείνο το περίπτερο πήγαινα συχνά, παιδί για καμιά σοκολάτα, όταν μεγάλωσα για τσιγάρα και πάντοτε για να αφήσω την καλημέρα μου... χρόνια... κοντά δυο δεκαετίες, το ίδιο πρόσωπο πίσω από το παραθυράκι, πότε να με κοιτά συνοφρυωμένο, πότε να μου χαμογελά, πότε μ'εκείνο το βλέμμα το αλλόκοσμο, το ταξιδιάρικο... Και πάντα θα ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες παραπάνω, από τα καθημερινά τυπικά «τι κάνεις;», «τι κάνω;» και «καλά κρασιά»! 
Όταν ήμουνα πολύ μικρή, το περίπτερο τό'χε ο παππούς. Αμυδρά τον θυμάμαι... Θυμάμαι μόνο κάτι τσιχλίτσες πού'χε χύμα σ'ένα πλαστικό κυλινδρικό κουτί, σε σχέδιο μπάλας ποδοσφαίρου. Κι όταν μου περίσσευαν τίποτε ψιλά, αγόραζα από αυτές. Ένα πενηνταράκι η μία! Δε θυμάμαι νά'χα αγόρασε ποτέ τίποτά άλλο με πενηνταράκι... αυτή τη θύμιση έχω μονάχα από αυτό. Τη γεύση της τσιχλόφουσκας. Το πενηνταράκι γρήγορα καταργήθηκε και η τιμή της τσίχλας πήγε μια δραχμή. Κάπου τότε που είχα χάσει τον παππού μου. Κι ο γέρος περιπτεράς, που έκαναν τα καλοκαίρια παρέα, με είχε ρωτήσει τότε: «Ο παππούς σου δεν ήρθε;». «Έφυγε...» τού'χα απαντήσει, θά'μουν δε θά'μουν έξι χρονών... Μού'χει μείνει τούτο το «Έφυγε...» που είχα συλλαβίσει τότε... δεν ξέρω γιατί... Κι ούτε ξέρω γιατί δεν είπα «πέθανε», για παράδειγμα. Μετά από λίγο καιρό, «έφυγε» κι ο περιπτεράς ...; 
Κι ύστερα, για χρόνια, το ίδιο πρόσωπο... Κάθε, μα κάθε μέρα εκεί, σταθερά κι ο χρόνος περνούσε... Και μεγάλωνα... Κι έφευγα κι ερχόμουν κι εκείνος εκεί. Ένα με την πλατεία. Ένα με το γέρο πλάτανο. Κι εγώ να χαζολογώ και να πιάνουμε την κουβέντα. Και μού'δειχνε κάτι παράξενες μάρκες τσιγάρων, που δεν πολυκυκλοφορούσαν, με καπνό «σέρτικο, βαρύ, τον καλύτερον», που επέμενε να τις προμηθεύεται κι ας μην τις τιμούσε η περιορισμένη πελατεία του. Κι έτσι κάθε φορά που κανένας τουρίστας ρωτούσε με δισταγμό, αντικρίζοντας το παλιό ξύλινο περίπτερο του μικρού χωριού, «Μπας και έχετε...;», το πακέτο προσγειωνόταν με φόρα μπροστά του. Κανένας δεν έφευγε παραπονεμένος. Τουλάχιστον από τα προϊόντα. Γιατί τότε, τα περίπτερα δεν ήταν έτσι όπως σήμερα πολυφορτωμένα, αλλά εκείνο είχε μεγαλύτερη ποικιλία σε τσιγάρα, σοκολάτες και ζαχαρωτά ακόμα κι από κείνα τα διάφορα συνοικιακά της Αθήνας! 
Βέβαια, πολλοί έφευγαν παραπονεμένοι ή ακόμα κι οργισμένοι, για άλλο λόγο. Για τη σιωπή... Γιατί, όταν βαριόταν, δε μιλούσε. Ούτε μια καλημέρα του Θεού... Ούτε καν, να απαντήσει σε μια απλή απορία «Από πού πάνε για...;» ενός νέου επισκέπτη. Σιωπούσε και, μοναχά, σε κοίταζε με ένα ανέκφραστο, εγκλωβισμένο σε κρυφές εικόνες, βλέμμα. `Ασε που μπορούσε να πετάξει και κανένα σιχτίρισμα, αν επέμενες! Αλλά, εγώ δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Σε μένα μιλούσε και με τις ώρες... Κι αν κάποτε δε γούσταρε να πει καλημέρα, ας μην την έλεγε. Θα την άκουγα την επομένη διπλή, μ'άλλες λέξεις. Βέβαια, είχαμε κι εμείς μια φορά τσακωθεί... 
Ούτε που θυμάμαι τι συζητούσαμε κατά καιρούς... Για τους ανθρώπους, για τη μουσική, ακόμη και για τα αγριολάχανα που μαζεύουνε για να βράσουνε σαλάτα. `Αλλες φορές πάλι, σα να μη λέγαμε τίποτα, απλά χαζεύαμε τις μυρωδιές και τους ήχους γύρω μας. 
Αλλά μού'χει μείνει εκείνη η εικόνα... Χειμώνας... ερημιά... ξερά βρεγμένα πλατανόφυλλα στις γκρίζες πλάκες, κρύο τσουχτερό και σκοτάδι. Εγώ απ'έξω τυλιγμένη σ'ένα χοντρό παλτό, εκείνος μέσα με το παραθυράκι ανοιχτό, να κουβεντιάζουμε... Τσιγάρα νά'χα πάει να αγοράσω; Που θυμάμαι.. Θυμάμαι μονάχα που κάπως έτσι, μια τέτοια εικόνα ξόρκιζε τη μοναξιά της έρημης νύχτας στο χωριό...και το περίπτερο ήταν πάντα εκεί, ανοιχτό, φωτισμένο κι ας κόντευαν μεσάνυχτα, κι ας είχαν χαθεί τα βήματα των ανθρώπων μέσα στα ζεστά κονάκια, κι ας είχαν αποκοιμηθεί ακόμα κι οι σκιές...