Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλειδοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλειδοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

χυλόπιτες και χυλοπίτες!

Λέγεται ότι η φράση "Έφαγε χυλόπιτα!" οφείλεται σε κάποιον κομπογιαννίτη γιατρό που δυο αιώνες πριν έφτιαχνε κάτι πίτες από χυλό σταριού με μπαχαρικά ως γιατροσόφι για τους βαριά ερωτευμένους που λιώναν απ'τον καημό τους μην έχοντας ανταπόκριση στην αγάπη τους... Αυτά για τη χυλόπιτα που, προσωπικά, φαντάζομαι θά'ταν ένα επιπλέον μαρτύριο για τον ταλαίπωρο τον ερωτευμένο, που δεν τού'φτανε ο πόνος τους, τον βάζαν να δοκιμάζει και τις λογής γευστικές αλχημείες του "ειδήμονα"!

Ας έρθουμε, όμως, στις χυλοπίτες, αν αντιθέση με τη χυλόπιτα, και αγαπητές είναι και γευστικότατες. Και δη, οι σπιτικές, γιατί αυτές που κυκλοφορούν στην αγορά, συνήθως, ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματική χυλοπίτα.

Χρόνια ήθελα να φτιάξω.. δεν υπήρχε και κανείς στο χωριό να μου δείξει.. Φαίνεται δεν πολυκάναν εδώ, όπως τον  τραχανά , που μπορεί τώρα οι νεότερες να βαριούνται να φτιάξουν, αλλά κάποιες γιαγιάδες εξακολουθούν ν'απλώνουν κάθε χρονιά. Ε, είπα κι εγώ, να τιμήσω τη συνταγή της Ξανθής:

Χυλοπίτες σπιτικές, παραδοσιακές Ρούμελης
που, δυο χρόνια πριν είχε αναρτήσει στο ιστολόγιό της (http://asproylas.blogspot.com).
Χυλοπίτες ρουμελιώτικες, όπως τις έφτιαχνε η μανούλα της.. (Νά'ναι καλά η ψυχούλα της εκεί που βρίσκεται, Ξανθή μου)

Τα υλικά, σύμφωνα με τούτη την παλιά και δοκιμασμένη συνταγή είναι:

3 κιλά αλεύρι σκληρό
1/2 κιλό σιμιγδάλι ψιλό
1 1/2 κιλό κατσικίσιο γάλα
15 χωριάτικα αυγά
1 κουταλιά σούπας κοφτή αλάτι


Στη σκάφη, λοιπόν, ρίχνουμε το αλευράκι (Ε, ρε τί μπελά έφαγα με αυτό το αλεύρι! Λες κι είχε πέσει κακοριζικιά, κι όλο μαμουνιασμένο να βρίσκω στην αγορά!), το σιμιγδάλι και το αλάτι.


Κάνουμε μια γούβα και προσθέτουμε τ'αυγά -ελαφρώς χτυπημένα- και σιγά-σιγά το γάλα.


Η Ξανθή αναφέρει πως ζυμώνουμε περίπου 20 λεπτά... εγώ ομολογώ πως χρειάστηκα αρκετά παραπάνω...


Κατόπιν, τυλίγουμε τη ζύμη σε μια διαφανή μεμβράνη, τη σκεπάζουμε με μια πετσετούλα και την αφήνουμε να ξεκουραστεί για μια, μιάμιση ώρα.


Κόβουμε τη ζύμη σε μπαλάκια κι ανοίγουμε τα φύλλα με τη βοήθεια νισιστέ. Τα φύλλα, ούτε πολύ χοντρά, ούτε πολύ λεπτά. (Ε, ρε αγωνία, μήπως τα κάνω παχύτερα ή λεπτότερα και δε μου βγουν καλές! Τόσο που πήρα δείγμα, μια χυλοπίτα αγοραστή, να τσεκάρω το πάχος!)


Τ'απλώνουμε πάνω σε καθαρά σεντόνια...


κι όταν στεγνώσουν ώστε να μην κολλάνε μεταξύ τους, ούτε όμως να ξεραθούν τόσο που να σπάνε, τα διπλώνουμε και τα κόβουμε σε λωρίδες..


ή σε μικρά τετραγωνάκια...


Τέλος, απλώνουμε τις χυλοπίτες μας στα σεντόνια και τις αφήνουμε να στεγνώσουν για δυο με τέσσερις μέρες, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες.. (Εγώ Ξανθή μου, τέσσερις για νά'μαι σίγουρη!!!). Και τις συντηρούμε σε σακουλάκια υφασμάτινα ή γυάλινα βαζάκια, σε δροσερό και ξερό μέρος...


Άντε, και καλοφάγωτες!!! (Εγώ τις στεγνώνω ακόμη, οπότε δεν έχουν δοκιμαστεί!)

.... ουφ! Απ'το πρωί ξεκίνησα αυτή την εγγραφή, μαύρη νύχτα κατάφερα επιτέλους να την ολοκληρώσω! Μια στραβομάρα ένα πράγμα... Κι όλα να "κολλάνε"! Κι η "κλειδοχρονιά"  πάλι ανταριασμένη... Θυμήθηκα μια παλιά μου εγγραφή, τέτοια μέρα, τελευταία του Αυγούστου, τρία χρόνια πριν.. Έτσι που ξεκίνησε να βροντάει αφηνιασμένα.. Αστροπελέκια, μπουμπουνητά.. ο ουρανός ν'αστράφτει αγριεμένα, επεισοδιακά ν'αποχαιρετά το καλοκαίρι.. να "κλειδώνει" τη χρονιά... Όπως τρία χρόνια πριν.. να προλάβω να μαζέψω τον απλωμένο βασιλικό.. και επιπλέον τα ρούχα και τα ντοματάκια τα λιαστά.. Ξαναδιάβαζα την παλιά εγγραφή, (βλ. "κλειδοχρονιά" ανταριασμένη..) και μου κάθισε η επανάληψη της μέρας! Ε, φυσικά, είχαμε και πάλι τα τερτίπια της ΔΕΗ (πώς αλλιώς;), λίγα δευτερόλεπτα πριν προλάβω να κάνω μια "αποθήκευση"! Πώς βγήκε σώος ο υπολογιστής απορώ (ε, γιατί το UPS τά'χει παίξει από καιρό..)...

Τέλος πάντων... καλό φθινόπωρο εύχομαι (μεταξύ μας, ας κρατήσει λίγο ακόμα το καλοκαιράκι.. ούτε το χόρτασα, ούτε το ευχαριστήθηκα φέτος... δεν είμαι για απότομους χειμώνες τώρα στο βουνό.. δε φόρτισα καθόλου μπαταρίες λέμε...).. κι άντε να δούμε... 

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη


Αξημέρωτα με ξυπνήσανε οι βροντές και τα μπουμπουνητά! Χαλασμός Κυρίου! Κι ανοίξανε, ξαφνικά, οι ουρανοί κι αρχίσανε να ρίχνουνε τουλούμια!
Με τους πρώτους κεραυνούς, με τα μάτια μισόκλειστα από τον ύπνο, εκσφενδονίστηκα από το κρεβάτι για να προλάβω να μαζέψω το βασιλικό που είχα κρεμασμένο σε ματσάκια έξω να ξεραθεί για το χειμώνα - καθώς ανήκω σε αυτούς τους δυστυχείς που ούτε στον πιο βαθύ τους ύπνο δε λένε να ησυχάσουν, παρά ακόμη και μέσα στις αγκάλες του Μορφέα, συνεχίζουν να σκέφτονται σαν νά'ναι ξυπνητοί.
Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πρόλαβε να ξεκινήσει η μπόρα κι αμέσως κόπηκε το ρεύμα! Γιατί το βουνό μας έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη Δ.Ε.Η., σταθερή και αμετάβλητη! Και οφείλω να ομολογήσω πως δε μου επιτρέπεται να αρθρώσω κανένα παράπονο για αυτήν, καθότι η Δ.Ε.Η. μας, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζεται από το σπουδαιότατο προσόν της συνέπειας, που εκτιμώ αφάνταστα, οπότε με την πρώτη ψιχάλα είναι δεδομένο ότι θα μας κόψει το ρεύμα, πάει και τελείωσε! Το ξέρουμε και το περιμένουμε! Κανόνας ιερός και απαράβατος! Είτε πρόκειται για ψιλόβροχο, είτε για κατακλυσμό. Οπότε, πώς να διαμαρτυρηθώ; "Δεν τά'χουμε συμφωνημένα; Δεν το περιμένατε;" θα μου αποκριθεί η "κυρία". Αφού, να φανταστείτε, στις αρχές του καλοκαιριού, που αποφασίσανε να αντικαταστήσουνε όλα τα καλώδια -υψηλής τάσης - με άλλα ενισχυμένα, ανθεκτικά κι ατρόμητα και ο συμπαθέστατος κασκαντέρ-υπάλληλος (πόση ώρα ήταν σκαρφαλωμένος ο καημένος με τον ήλιο να τον τσουρουφλάει) με ενημέρωσε θριαμβευτικά, καθώς τού'φτιαχνα παγωμένο καφεδάκι για να δροσιστεί, πως "Από δω και στο εξής δεν πρόκειται να έχετε ούτε μία διακοπή!", σκέφτηκα, χωρίς φυσικά να βγάλω μιλιά "Τί μας λες; Εδώ έχουμε απαράβατο συμβόλαιο με την Υπηρεσία σας! Δεν υπάρχει περίπτωση! Όσα καλώδια και να αλλάξετε, εμείς φως δε βλέπουμε όταν ανοίγουν οι ουρανοί!" Παρόλα αυτά, ως άνθρωπος αισιόδοξος, κράτησα μια κρυφή ελπίδα μπας και γίνει κανένα θαύμα, αλλά... δεν πέρασε μια βδομάδα κι επιβεβαιώθηκα πως κάποιες αξίες και σταθερές παραμένουν αμετάβλητες σε τούτη τη ζωή!
Σήμερα, λοιπόν, ο Δίας ξύπνησε με κέφια! Φόρεσε την αδιάβροχη στολή του, ζώστηκε τους κεραυνούς κι άρχισε το πανηγύρι! Τέτοιες βροντές, τέτοια μπουμπουνητά εκκωφαντικά, δε θυμάμαι νά'χω ξανακούσει! Σείστηκε ο τόπος κι άρχισε να αστραποβολά παντού! Θαρρείς κι ο Ωκεανός μετακόμισε στα ουράνια και γεννοβολούσε ποτάμια βροχής για να λούσει το περίφημο βουνό των Κενταύρων! Τέτοια άγρια νεροποντή έχω χρόνια να θυμηθώ..
Ο Ζευς, "βασιλεύς και πατήρ ανδρών τε θεών τε", ο νεφεληγερέτης, ο κελαινεφής (μαυροσύννεφος), ο εριβρεμέτης (βαρύβροντος) κι αγρικέραυνος, πήρε το αστροπελέκι του και σήμανε τη λήξη του καλοκαιριού, καλωσορίζοντας την εποχή των όμβρων και των χρυσοκίτρινων φύλλων, με τον πιο θεαματικό τρόπο! Το μέχρι χθες λουσμένο στο φως Πήλιο, σκοτείνιασε και θόλωσε, τυλίχτηκε στην ομίχλη και στην καταχνιά, βούλιαξε σε μια θάλασσα βροχής κι αποχαιρέτησε την τελευταία του Αυγούστου μέρα, την "κλειδοχρονιά", όπως συνήθιζε να την ονοματίζει ο λαός μας.
Την τελευταία μέρα του καλοκαιριού τη λένε "κλειδοχρονιά", μας πληροφορεί ο Γ.Α.Μέγας, καθώς θεωρούνε πως σήμερα "κλειδώνει ο χρόνος". Ο Δ. Οικονομόπουλος ("Λεριακά ήτοι ιστορία και αρχαιολογία της νήσου Λέρου"), μάλιστα, καταγράφει σχετικά πως στη Λέρο "αι γυναίκες συνηθίζουν την εσπέρα της παραμονής της πρώτης Σεπτεμβρίου (θεωρούμενης ως αρχιχρονιάς), να παραθέτουν τράπεζαν εστρωμένη εις το μέσο της αιθούσης και επ'αυτής πινάκια γλυκισμάτων, δια να φάγει το στοιχειό του σπιτιού, ως λέγουσι." (πληροφ.: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγας). Σύμφωνα και με το Βασίλη Λαμνάτο ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") τη μέρα αυτή "..ακούς: "Κλειδώνει ο χρόνος σήμερα" ή "Κλείνει η πόρτα του χρόνου σήμερα" ή "Αμπαρώνει την πόρτα του ο χρόνος σήμερα" και άλλα πολλά. Πιστεύουν οι ξωμάχοι μας πως την ημέρα αυτή ο χρόνος κλειδώνει την πόρτα του και παίρνει μαζί του όλα τα κακά. Όσο όμως και να το πιστεύουν αυτό, ο χρόνος αφήνει πάντοτε πίσω του τις κακές μέρες."

Και μια που αναφερθήκαμε στον Όμβριο Δία και στην ελληνική μυθολογία μας, και μιας κι οι καιροί που ζούμε είναι χαλεποί αλλά κι ο καιρός σήμερα ανταριασμένος, ας θυμηθούμε και το μύθο του Δευκαλίωνα:

"Κάποτε οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, το Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές ' οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με το Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα ' ύστερα κάθισε στην κορυφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια απ'τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν. Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες ' όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νεός λαός απ'τα λιθάρια της γης.
Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόχτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία."
(Ι.Θ.Κακριδή, "Ελληνική Μυθολογία")