Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλογα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλογα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Ελιές και λιοπερίβολα στο βουνό των Κενταύρων...


Κοντά μεσάνυχτα... Κλείνεις κατάκοπη τα μάτια και πάλι τις βλέπεις μπροστά σου... ελιές, παντού σκορπισμένες ελιές και συ να πασχίζεις να τις μαζέψεις όσο πιο γρήγορα, να προχωρήσεις παρακάτω, προτού σαπίσει ο πεσμένος καρπός στα λασπωμένα χώματα, προτού ξεφορτώσουν κι άλλες τα δέντρα στη γη απ'το δριμύ αγέρα. Να τις προλάβουμε με τα πανιά... Μα όπου να γυρίσεις το βλέμμα σου πεσμένες ελιές, στρώμα πολύχρωμο καταγής. Κατά πού να κάνεις; "Απελπισία" μουρμουρίζει εκείνος.
Από δυο ευρώ ξεκίνησε το λάδι. Το πρώτο, το παρθένο, το ίσαμε 3-4 χαράκια. Απ'τις "γκρεμιστές", ακόμη πράσινες οι περισσότερες. Τώρα τα χαράκια έγιναν βαθμοί κι η "πεσιά" σωρός, τώρα η τιμή ζήτημα να ξεπερνά το ευρώ. Πόσες κλούβες μπορείς να συγκεντρώσεις απ'τα χώματα, απ'το πυκνό χορτάρι και τα φρέσκα αγκαθερά "βάτια" που ξεβλαστάρωσαν ξανά; Πού νά'ναι κι "αθάμνευτα"... Και τί θα πληρωθείς; Κι έχεις και τ'αγριογούρουνα κάθε βράδυ να γλεντοκοπάνε και να τις ανακατεύουν παντού αντάμα με πέτρες και κοπριές απ'τ'άλογα. Τί να ξεδιαλέξεις;
"Ο Πασχάλης τις παράτησε. Δε βγαίνει. Δουλεύει αλλού, μεροκάματο. Κι ο Αργύρης. Στρώνει από πάνω μοναχά και μαζώνει όσες κρατήθηκαν στα δέντρα. Εγώ τις λυπάμαι. Και σάμπως τί άλλο έχω να κάνω; Να τις παρατήσω έτσι;..." ξαναμουρμουρίζει. Κι έτσι απομένουμε μέχρι ο ήλιος ν'αποτραβηχτεί στα πέρα δώματα πολεμώντας να νικήσουμε το χρόνο που κανείς ποτέ του δεν νίκησε...
Κτήματα δυσπρόσιτα τα πιο πολλά, στο βουνό των Κενταύρων, να παλεύεις να σταθείς, να μην κατρακυλήσεις παρέα με τον κουβά, και να μην ξέρεις αν πιότερο αγωνιάς μην τσακιστείς ή μην ξανασκορπίσουν εκείνες και πρέπει σκυμμένη στα τέσσερα να τις ξαναμαζεύεις! Κρύο, παγωνιά, τα δάκτυλα να μουδιάζουν, η ραχοκοκκαλιά να πονά και τα γόνατα να μαγκώνουν απ'το πολύ ζόρι. Είχε πολύ "μαξούλι" φέτος, μπόλικη σοδειά, αλλά διαρκώς καινούριες αρρώστιες ξεφυτρώνουν. Σαν να μην έφτανε ο "δάκος", η μύγα που τις τρυπά, φάνηκε και το "γλοιοσπόριο" που τις έριξε όλες κάτω, προτού προλάβουν καν να μαυρίσουν. Και μέσα σ'όλα τούτα να κατρακυλά κι η τιμή του λαδιού απ'τους εμπόρους..
Είναι κτήματα πάνω στους δρόμους, μα είναι πολλά που δεν τα φτάνει το αυτοκίνητο ή σαν και τούτο το τελευταίο που πηγαίνουμε που θέλει πρώτα να κατεβείς παραλιακά κι από κει να παλέψεις ν'ανεβείς τον κακοτράχαλο μακρύ χωματόδρομο που πιάνει το "περιβόλι" απ'τη μια και την άλλη μεριά. Αλλά για να βγάλεις κλούβες και τσουβάλια απ'τις "σούρες" και τα "γκρεμίδια" εκειδά θες και κάποιο ζωντανό να σου τα κουβαλήσει.
"Θα κατεβάσεις τ'άλογο εσύ να πάρω σήμερα τ'αυτοκίνητο να τα φορτώσω;"



Μόλις πού'χε ξημερώσει και πήγα να πάρω τ'άλογο. Έχει μονοπάτι απ'το χωριό που βγάζει κάτω στα παραλιακά. Προς τα χαμηλά είναι και το κτήμα. Φασκιωμένη από πάνω μέχρι κάτω για την παγωνιά αποχαιρετούσα τα τελευταία σπίτια του χωριού, κρατώντας απ'την τριχιά το νυσταγμένο άλογο που βαριεστημένο και χαλαρό γλιστρούσε στον κατήφορο του "καλντεριμιού" κι αγνάντευα προς τα χαμηλά τα λιόδεντρα που ξεπρόβαλαν.  Μοναχά κάτι πουλιά ακούγονταν να τσουρτσουρίζουν στις φυλλωσιές και κανένας αετός να φωνάζει από ψηλά. Το σκυλί έτρεχε δώθε-κείθε, τάχα για να τα κυνηγήσει, γεμάτο ενθουσιασμό. Παραπέρα μικρές γουρνίτσες από νερό είχαν κρυσταλλώσει μες στην νύχτα και κριτσανούσαν καθώς τις πατούσαμε. Περάσαμε τη γέφυρα με το ποτάμι και προχωρήσαμε χωρίς ν'απαντήσουμε ψυχή. Μονάχα πιο χαμηλά ακούστηκε ένας μοναχικός που μόλις είχε στρώσει τα δίχτυα μες στο μονοπάτι κι ετοιμαζόταν να βαρέσει με το καλάμι. Παρκαρισμένα δυο άλογα λίγο πιο μπροστά. Άκουσε τα πατήματά μας, δίχως να μας δει. "Εεεεε Γιώργη! Περνάς;" ακούστηκε. Ύστερα γύρισε και είδε εμένα μ'έκλπηξη: "Εσύ είσαι Όλγα με τ'άλογο; Καλημέρα!" "Καλημέρα! Πήγε να πάρει τ'αυτοκίνητο να φορτώσει." "Περνάς;" "Πώς δεν περνώ; Περνώ."
Έφτασα στο σταυροδρόμι κι έψαχνα δέντρο χωρίς χαμηλά κλαριά να δέσω τ'άλογο να μην πάρει σβάρνα το σαμάρι. Εκείνο πάλι έψαχνε λαίμαργα που είχε το πιο πυκνό και νόστιμο χορτάρι να μασουλήσει. Πώς να του χαλάσεις το χατήρι; Όλα έπρεπε να ταχτοποιηθούν. Φώναξα το σκύλο να κατηφορήσουμε παρέα στο περιβόλι, παλεύοντας από τη μια να μη γλιστρίσω κι από την άλλη να μην πατήσω τις φρεσκοπεσμένες ελιές...
Άναψα ένα τσιγάρο, καθώς δε θ'ακουγα τη γκρίνια κανενός, να πάρω μια τζούρα κουράγιο για τις αμέτρητες ώρες ταλαιπωρίας που θ'ακολουθήσουν και να προσαρμοστώ στο σκηνικό.  Ο σκύλος, δίπλα μου, να με κοιτάζει παρακλητικά με τον νου του στον μόλις ανοιγμένο σάκο. Τον κέρασα ένα μεζέ και πετάχτηκα πάνω για να ξεκινήσω... Γέλασα μονάχη μου και σιωπηλά με τους λογισμούς μου:"Σκέτα λαογραφικά σύμμεικτα είσαι βρε κορίτσι! Τί κάθεσαι και ψάχνεις να καταγράφεις από δω κι από κει; Εσένανε θά'πρεπε να καταγράφεις!"  



Όση γαλήνη σε κυκλώνει στον κατήφορο, τόσος πόνος στην ανηφοριά! Σουρούπωνε, το κρύο ακόμη πιο τσουχτερό να σε διαπερνά παντού στα πονεμένα μέλη και το κορμί κατάκοπο. Κι όσο κοντοζυγώνεις στο χωριό, ο κοφτός μακρύς ανήφορος να σου σταματά την ανάσα. "Λίγο ακόμη και φτάσαμε... Πότε θα τελειώσουν οι ρημαδιασμένες;!" Κοκκαλωμένος απ'το "παταγούδι", από το ζόρι να ιδρωκοπάς...
Τ'άλογο στάθηκε στη γούρνα της πηγής να ξεδιψάσει. Πλατανόφυλλα την είχαν φράξει. Τά'κανα πέρα απαλά μην ανακατευτούν τα χώματα και γίνει σκέτη θολούρα. Ύστερα τό 'συρα κατά το στάβλο του, να το ξεσαμαρώσω, να του δώσω μια μπουκιά ψωμί που τού'χα φυλαγμένο και να συνεχίσω τον ανήφορο για το δικό μου σπιτικό...


Κατηφορίζαμε και πάλι το μονοπάτι. Οι ίδιες εικόνες των τελευταίων ημερών. Τριγύρω κτήματα, άλλα παρατημένα στο έλεος της άγριας φύσης, άλλα νοικοκυρεμένα να καθρεφτίζουν την επιμονή κι υπομονή του ανθρώπου που ακόμη στέκεται με ευλάβεια μπροστά στον καρπό που τον ανέθρεψε, άλλα φροντισμένα μεν, όμως με τον καρπό να κατρακυλά υφαίνοντας στρωσίδι πλουμιστό στη μάνα γη και την απελπισία να έχει πλέον κερδίσει τη μάχη. Θυμήθηκα κείνο το ζεύγος των παλιακών ηλικιωμένων, των εναπομείναντων, που καβάλα στα γαιδουράκια τους κανένα μήνα πριν, όταν ο καιρός δεν είχε αγριέψει τόσο, διαβαίναν από κει που μαζεύαμε. Άραγε πόσες να πρόλαβαν; Είμαστε "Οι τελευταίοι των Μοϊκανών"- ο τίτλος ξεπήδησε στον νου μου...


Κι ύστερα προχωρούσα κι αναρωτιόμουνα... Πόσοι θ'απομείνουν κι ως πότε να παλεύουν σε τούτα τα δύσκολα "περιβόλια"; Να τα "θαμνεύουν", να τα "ξεβατεύουν", να τα κλαδεύουνε και να καίνε σε μεγάλους σωρούς τα κλωνιά, να κόβουν τα χορτάρια του τόσο γόνιμου βουνού, ν'ανοίγουν γούρνες ποτιστικές και να παλεύουν με τ'αγριογούρουνα που "σαρίζουν" τις πεζούλες κι ανακατεύουν και κάνουν τις πλαγιές αδιάβατες; Να ψεκάζουν για κάθε καινούρια αρρώστια που φαίνεται, να "γκρεμίζουν" τον καρπό με τα γερά τους πονεμένα μπράτσα και τον αυχένα μαγκωμένο ολημερίς στα ψηλά, να μαζεύουν ώρες ατελείωτες σκυφτοί και διπλωμένοι στα δυο στα κατσάβραχα την "πεσιά", να φορτώνουν σακιά ασήκωτα τα σαμαρωμένα ζωντανά τους, να κουβαλάνε στα χέρια κλούβες ξέχειλες, να παλεύουν με την παγωνιά, τον άνεμο, την ξαφνική βροχή και το χιονιά να κουβαλούν δίχτυα και ραβδιά και μηχανήματα και βυτία και τόσα σύνεργα στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Κενταύρων; Και πόσο μάλλον για να πάρουν μοναχά μια δραχμή που δεν επαρκεί για τ'αναγκαία... Πόσοι απομείναν; Πόσοι αντέχουν πια; Πόσοι μπορούν, στις μαλθακές μέρες μας, να ελέγχουν τόσο το κορμί τους; Και πόσοι θα απομείνουν για να συνεχίσουν;... Να ενώνουν τις ανασαιμιές τους με την ανάσα του βουνού... να παλεύουν να περισώσουν τον ευλογημένο καρπό απ'τη θλίψη της εγκατάλειψης και να νικήσουν τους πόνους του θνητού ευατού τους... να μπορούν ν'αφουγκράζονται τους ήχους της Πλάσης ανάμεσα στους λογισμούς τους και να δίνουν ακόμη ζωή στα μονοπάτια του Χείρωνα...;


Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

στιγμές χαμογελαστές κι ανοιξιάτικες...

για τη Μάνια.........



Άνοιξη στο βουνό των Κενταύρων κι ο ήλιος μας χαμογελά! Αν κι ακόμη ο χειμώνας δεν τό'βαλε κάτω και μας κλείνει το μάτι με το που σουρουπώνει, την ώρα που ο καπνός ξαναρχίζει να γαργαλά ντροπαλά καμινάδες και μπουριά και να χάνεται στη σκοτεινιά της νύχτας... Όμως, η κυκλική τροχιά της ζωής ξαναστέλνει τον ήλιο κοντά μας με τη χαραυγή κι όλη πλάση θαρρείς γεννοβολά για να τον φτάσει, για να γευτεί ένα ζεστό άγγιγμά του... Μέσα σε λίγες μέρες όλα αλλάξαν μορφή. Ο τόπος γέμισε πρασινάδα, τα πουλιά τραγουδούν με κέφι κι αν χαρίσεις στην πάρτη σου δυο στιγμές -μόνο τόσες- κι επιτρέψεις στην ψυχή σου να γευτεί τ'αρώματα, να λευτερωθεί απ'τα δεσμά, είναι -έστω για τούτες τις στιγμές- σαν να κάνεις μακροβούτι σε μια θάλασσα από νέκταρ...

Μικρές στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς... με ή χωρίς αιτία σοβαρή... εξάλλου η σοβαρότητα είναι μια έννοια τα μάλα παρεξηγημένη!



Ο κούνελος τό'σκασε απ'τη μάνα του και τρύπωσε κάτω απ'το παχνί. Τ'αρνάκια τριγύρω τον κυττούν παραξενεμένα. Κι εσύ θες να γελάσεις με το ύφος τους, θες να τσακώσεις και με το φακό τη στιγμή, πρέπει να γραπώσεις όμως και τον συγχυσμένο κούνελο να τον επιστρέψεις στη φωλιά του. Και σαστισμένα γελάς, με τον κούνελο, με σένα, με τ'αρνάκια και με την άνοιξη που σου σφυρίζει κλέφτικα αναστατώνοντας αθόρυβα ψυχές ανθρώπων και ζώων...



Παραπέρα η Ελπινίκη, κοτζάμ γίδα πια (αν και παρέμεινε μικροκαμωμένη) με το καινούριο της.... αρνάκι! Καθώς η πρώτη γέννα της υπήρξε ατυχής, ανέλαβε το ρόλο της θετής μάνας σ'ένα ορφανό αρνάκι. Ε, μπορεί να το κυττούσε περίεργα στην αρχή, να τσινούσε και λίγο μόλις τη βάζαν να το θηλάσει, αλλά με τον καιρό -και τον καλό της χαρακτήρα, βεβαίως-βεβαίως- το δέχτηκε. Κι έτσι το αρνάκι βρήκε μια γίδα για μάνα. Είναι να μη χαμογελάς;



Ο "Καλορίζικος"μεγάλωσε -πότε πρόλαβε;!- και κάνει μαγκιές με τις φοράδες, τρελαμένος απ'το ανοιξιάτικο κάλεσμα, λεύτερος μες στα κτήματα με τα λιόδεντρα. Όχι πως καταφέρνει τίποτα -πιτσιρικάς ακόμη γαρ- αλλά καθώς μας βγήκε "πολλά" ερωτιάρης, θέλει κι αυτός να κάνει το κομμάτι του! Να φανεί.. να διαλαλήσει πως γίνεται αντράκι! Κι εγώ γελώ, κι ας φοβάμαι μην την φάει την κλωτσιά από καμιά θυμωμένη, έτσι που γκομενίζει ασύστολα κι απροκάλυπτα! Κι ο θυμός ζωγραφίζεται στο πρόσωπάκι του που αγριεύει, καθώς τίποτα δεν κατόρθωσε, κι άντε πάλι πρέπει να ξαναπαλεύει να δοκιμάσει, να προσπαθεί... χωρίς ούτε καλά-καλά να ξέρει τι θέλει να καταφέρει!

Η φύση μας χαμογελά...καμιά φορά μας περιπαίζει... μας τραμπαλίζει ψηλά... μας προσγειώνει ανώμαλα... κι άντε πάλι από την αρχή...



Οι ανεμώνες μας αποχαιρέτησαν για να δώσουν τη σκυτάλη στις πασχαλιές...



Τα χρώματα, όμως, δε χάθηκαν ' παρέμειναν για να θρέψουν καινούριες πινελιές....



Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Καλορίζικος!!!

Δεν τον πρόλαβα τη στιγμή που γεννήθηκε, αλλά τρεις-τέσσερις μέρες μετά. Πότε είναι τ'ακριβή του γενέθλια δεν ξέρουμε, αλλά θά'θελα να υποθέσω ότι είναι σημαδιακά, στις 28 του Οκτώβρη, μιας κι η ημερομηνία κάπου εκεί παίζει με καμιά μέρα απόκλιση! Βρέθηκε δίπλα σε μια εκκλησιά του Αη Γιώργη, πεσμένος σ'ένα φρεάτιο. Η μάνα του στεκόταν από πάνω μ'αγωνία, χωρίς να ξέρει πως να τον απεγκλωβίσει. Ο Βαγγέλης, πραγματικός παραστάτης, δεν απομακρυνόταν στιγμή από κοντά της κι όταν πήρε πρέφα τ'αφεντικό του άρχισε να χλιμιντρίζει για βοήθεια! Κι έτσι ο μικρός τη γλίτωσε και μόλις πάτησε στη γη άρχισε να καλπάζει πίσω απ'τη μάνα του, απτόητος από την τόση ταλαιπωρία του! Τότε με πήρε τηλέφωνο: "Ανεβαίνω με τις φοράδες κι έναν βαρβάτο!" ... "Γέννησε;!" πέταξα απ'τη χαρά μου κι άρχισα να ετοιμάζομαι γρήγορα να πάω να τον δω!


Ε... φυσικά τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά! Τόσο μικρούλης, με εκφραστικά μεγάλα μάτια, μια φουντωτή ουρά ("καλέ σαν σκίουρου είναι!") κι ένα χρωματάκι... αν μη τί άλλο, πρωτότυπο! Γκριζομπεζάκι που σκουραίνει σε σημεία και κάνει υπέροχη αντίθεση με τη μαύρη του χαίτη. Και να, έχει κι αστέρι στο μέτωπο, αστέρι τυχερό! Τυχερός νά'ναι και γερός! Φτού του κι όλο τον θαυμάζω! Σκαρφάλωσα για να πηδήξω μέσα στο περιφραγμένο και να τον πλησιάσω. Χάιδευα και τη μάνα του να μην ανησυχεί, αλλά αυτή μάνα καλή ανησυχούσε.. Μ'άφησε, όμως, να τον χαϊδέψω κι ας τον έπαιρνε παραδίπλα της να τον κρύψει. "Βρε, τί κούκλο μας γέννησες! Μπράβο κοπέλα μου, μπράβο!" Κι άρχισα να πλάθω σενάρια για την "εκπαίδευσή" του και για τις βόλτες μας παρέα μόλις μεγαλώσει αρκετά... Φτού του, φτού του και πάλι, γιατί πολλά στραβά μας κυνηγάνε... κι εμάς και τ'άλογα... μη μείνουμε αμανάτι με τα όνειρα...


Ένα μικρό αλογάκι, λοιπόν, στην παρέα μας... Και γιατί ά-λογον; "Η σημερινή ονομασία "άλογον" προέρχεται εκ της συνεκδοχής -κατά τη μέτρησιν στρατιωτικών δυνάμεων- :άνδρες...τόσοι, άλογα ζώα...τόσα", μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") και συνεχίζει "Το δε θεωρούμενον ως "αραβικόν" "άτι", είναι αντιδάνειον εκ της συνεκφοράς "ο ίππος άττει"=ορμά". Όσο για το μικρό αλογάκι, το πουλάρι, που προέρχεται από το αρχαίο πωλάριον, υποκοριστικό του πώλος: "Το νεογνόν του ίππου ονομάζεται πώλος (πουλάρι) επειδή πωλέει= τριγυρίζει γύρω από την μητέρα του και επί την πόαν= χλόην. Γενικώς, παν μικρόν ζώον λέγεται πώλος, εξ ου και "πουλί"."

Κι όντως ο μικρός μας στιγμή δεν αφήνει τη μάνα του κι όλο γυροφέρνει τριγύρω της με τα αδύνατα ποδαράκια του. Άσε που την παρακολουθεί και προσπαθεί κι αυτός, ενώ ακόμη δεν έβγαλε δοντάκια, να μασουλήσει το χορτάρι όπως κι αυτή!


Ας δούμε, όμως, και για την ονομασία "ίππος" και την ετυμολογία της (και πάλι από την Άννα Τζιροπούλου):




[*κέλης: (εκ του κέλλω= κατευθύνω το πλοίον προς την ακτήν) = ίππος ιππασίας, δρομικός, ο μη ζευγνύμενος μετ'άλλου // 2)ταχύπλουν πλοιάριον με μίαν μόνο σειρά κωπών. Ετυμολογία: κέλης, λακωνικά κέληξ' κατά τινάς συγγενής του κέλλω, κέλομαι, κελεύω' πρβλ. "ίπποισι κελητίζειν"= πηδάν εκ του ενός ίππου εις τον άλλον..., "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου]


Ενώ, κατά την ίδια: φοράς (φοράδα), η (θηλυκή) ίππος, "ως φέρουσα καρπόν, ως γεννώσα".

ή φορβάς= [εκ του φέρβω (=τρέφω, βόσκω)] =ο παρέχων φορβήν [=βοσκήν, νομήν, τροφήν], ο τρέφων // ο εν αγέλη βόσκων, ο εν λειμώνι βόσκων // (απόλ.) φορβάς, κοινώς φοράδα. ("Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου)

Αλλά, μιας και άρχισα να μιλάω περί ίππων, περί τούτων των υπέροχων συντρόφων του ανθρώπου, δε μπορώ, κλείνοντας, να μην αναφερθώ και τους αθάνατους ίππους του Αχιλλέα,


τους πιστούς συντρόφους του στη μάχη, που θρήνησαν με δάκρυα, σαν άνθρωποι, το χαμό του Πατρόκλου...


που αποκτούσαν ως κι ανθρώπινη λαλιά για να προειδοποιήσουν τον Αχιλλέα για την αλγεινή του μοίρα...


που ενέπνευσαν, αιώνες μετά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, να τους αφιερώσει τους στίχους του:


αλλά και γνωστούς ζωγράφους να τους απαθανατίσουν με το πινέλο τους, όπως τον Anthony van Dyck στον παρακάτω πίνακά του:


Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

πεταλώνοντας τ'άλογα



Ίσως οι  Κένταυροι να κρύφτηκαν εδώ και χρόνια, βαθιά μέσα στις σπηλιές τους στο δασωμένο βουνό, στο εινοσίφυλλον Πήλιο, ίσως ο  Χείρων νά'γινε αστερισμός και να μας άφησε για οδηγό μοναχά τα μισοσβησμένα χνάρια του κι ένα μακρινό ποδοβολητό που συντροφεύει εκείνους που θυμούνται ν'αφουγκράζονται στις μοναχικές διαδρομές τους, όμως βουνό των Κενταύρων δίχως άλογα δε γίνεται... Κι ίσως ό,τι πιο μαγευτικό μπορεί να σου χαρίσει ο τόπος τούτος είναι μια νυχτερινή πορεία, κάτω από τα αστέρια, καβάλα στ'άλογα με κάποιον που αγαπάς...
Κι αν ξεκινήσεις τέτοιες βόλτες, άντε να σου κάνει καρδιά να τις σταματήσεις! Μοναχά σαν φαγωθούν τα πέταλα και ψάχνεις απεγωσμένα να βρεις εύκαιρο πεταλωτή, πριν φας τη γλίστρα αγκαλιά με το άλογο σε καμιά απότομη κατηφοριά! Κι έτσι ξεκινά η διαδικασία του πεταλώματος, που είναι απαραίτητο, καθώς "Η πετάλωσις αφ'ενός προστατεύει την οπλήν του ζώου από φθοράς εκ τριβής κλπ, και εξασφαλίζει την διατήρησιν του κανονικού σχήματός της, προλαμβάνουσα τυχόν παραμορφώσεις, αφ'ετέρου συμβάλλει εις την θεραπείαν παθολογικών τινών παραμορφώσεων της οπλής." ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου""). Αλλά θέλει ιδιαίτερη προσοχή, ο τεχνίτης νά'ναι πρώτος μάστορας, να μην τυχόν και πληγώσει το ζώο και του προκαλέσει βλάβες.
Να καθαριστεί καλά η οπλή, να κοπεί το νύχι, να προσαρμοστεί σωστά το κατάλληλο σε μέγεθος πέταλο...




Εδώ συνηθίζουν να χρησιμοποιούν δυο ειδών πέταλα. Την "πλάκα" που είναι σαν στρογγυλεμένο πλακίδιο και καλύπτει όλο το πέλμα του αλόγου, για να προστατεύει τα ζώα που κινούνται στα καλντερίμια ή που μεταφέρουν υλικά σε οικοδομές κι εργαστήρια (από τις πέτρες, τυχόν καρφιά, κ.α.) και τον "αλτσά", το γνωστό μας ημικυκλικό έλασμα, που προτιμάται για βόλτες στην άσφαλτο και κρατάει πιο σταθερό το άλογο ώστε να μην γλιστρήσει, ειδικά στις κατηφοριές.


Προσοχή και πλήθος εργαλεία για να εφαρμοστεί σωστά το καινούριο παπουτσάκι του αλόγου στην οπλή, χωρίς να το πληγώσουν τα καρφιά...







Πέταλο, λοιπόν, από το αρχαιοελληνικό πέταλον και το πετάννυμι που σημαίνει απλώνω, ανοίγω, εκτείνω. Από την ίδια ρίζα "ΠΕΤ-" και τα πέτομαι, πετάω, πτερό... έτσι όπως απλώνουν τις φτερούγες τους τα πουλιά και διασχίζουν τον ουρανό...
Πέταλον:
1. Το φύλλον // Επί ανθέων, το φύλλον της στεφάνης του άνθους // γεν. τα άνθη // μτφ."ευδαιμονίας πέταλον", επί του εκ κλάδων ελαίας στεφάνου των Ολυμπιακών αγώνων // "νεικέων πέταλα", φιλόνικοι ψήφοι // "ωκεανού πέταλα", αι πηγαί
2. το πεπλατυσμένο μετάλλινον έλασμα, το έχον σχήμα φύλλου // μτφ.πύρινα πέταλα, οι αστέρες // ομ.μτφ. η φέτα // ειδ.ανατομ. παν μόριον πεπλατυσμένον συνιστάμενον εξ οστεϊνης ή χονδρώδους ουσίας είτε εξ ινώδους ιστού
3. νεώτ.κ.δημ. σιδηρούν έλασμα προσηλούμενον επί της πελματικής επιφανείας της οπλής των ιπποζυγίων
("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Το απλωμένο, το φύλλο, το πεπλατυσμένο, το πέταλο των λουλουδιών, των δέντρων και των αλόγων.. μια λέξη που πρωτοσυναντάμε στον Όμηρο... (Οδ.τ520):


Και σε απόδοση στη νεοελληνική, του Κώστα Δούκα:


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Στο κατώφλι του χειμώνα...



Μέσα σ'όλες τις προετοιμασίες για τον επερχόμενο χειμώνα, συγκαταλέγεται κι η προμήθεια και αποθήκευση των ξύλων. Γιατί χειμώνας χωρίς ξύλα, τουλάχιστον στο χωριό, δε βγαίνει! Ακόμα κι εκείνοι που έσπευσαν να αντικαταστήσουν τις ξυλόσομπες με καλοριφέρ πετρελαίου, θα φροντίσουνε να εφοδιαστούν με ξύλα, έστω, για τη γλυκιά θαλπωρή του αναμμένου τζακιού που συντροφεύει τις ψυχές τις κρύες νύχτες του χειμώνα.



Όταν, μάλιστα, θερμαίνεις αποκλειστικά με ξύλα το σπιτικό σου -όπως εγώ, καλή ώρα- η πρώτη σου έγνοια με το που σ'αποχαιρετά το καλοκαίρι είναι να κάνεις το κουμάντο σου για νά'χεις ζεστασιά τους δύσκολους μήνες που ακολουθούν. Και δεν είναι εύκολη η διαδικασία, ιδιαίτερα αν κατοικείς μακριά από το δρόμο, οπότε τα ξύλα τα μεταφέρουνε με άλογα και μουλάρια..



Και μιλάμε για κάμποσα τονάκια! Γιατί ο χειμώνας, δεν αστειεύεται εδώ! Το χιόνι μπορεί να φτάσει και τα δυο μέτρα! Η παγωνιά σε διαπερνά.. Και τα ξύλα πρέπει να στοιβαχτούν με τεχνική και καλλιτεχνία (!) σε ντάνες ψηλές και στέρεες, σε μέρος προφυλαγμένο από το νερό.



Πέρα από την όποια ταλαιπωρία, όλη τούτη η ιστορία έχει τη γοητεία της.. Το πρωινό καφεδάκι διακόπτεται από τα ποδοβολητά των ζώων στο πετρόχτιστο καλντερίμι.. κι άντε να προλάβουμε να τα θηκιάσουμε τα πρώτα, μέχρι να φτάσει το επόμενο αγώγι. Κι η μυρωδιά, τούτη η υπέροχη μυρωδιά, του φρεσκοκομμένου ξύλου, να πλανιέται σ'όλη τη γειτονιά. Κι από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο να καρφιτσώσουμε στο μέτωπο κάθε αλόγου, που μέχρι να ξεκινήσει για την επόμενη στράτα μασουλάει αχόρταγα το χορτάρι στις γωνιές.. Κι άντε ένα τσιπουράκι στα όρθια, μόλις ξεφορτώσουμε, για τον "καλό χειμώνα"! ¶ντε και του χρόνου, νά'μαστε καλά...

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Όταν τ'άλογα καλπάζουν στη θάλασσα... (της Αναλήψεως)

για τη Φωτεινούλα μου...




Της Αναλήψεως σήμερα..

Παραθέτω μερικά ενδιαφέροντα - για όσους ενδιαφέρονται!- αποσπάσματα, για τη μεγάλη τούτη γιορτή, από σημαντικούς λαογράφους του τόπου μας, πριν αναφέρω κι εγώ, τα έθιμα της περιοχής μου για την ημέρα της Ανάληψης.

"Σαράντα μέρες ύστερα απ'την ανάστασή Του, ο Χριστός αναλήφτηκε, από το "Όρος των Ελαιών", στους ουρανούς, όπως μας αναφέρει η Καινή Διαθήκη (Λουκ. κδ' 46-52, Πραξ.α 1-12), αφήνοντας τον κόσμο να κινηθεί μέσα στο χώρο της θεόπνευστης διδασκαλείας Του. Έτσι, η μέρα αυτή από τότε τ'όνομα "Ανάληψις του Σωτήρος" και γιορτάζεται κάθε χρόνο σαράντα μέρες μετά από τη Λαμπρή."  (Β.Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

"Χαρακτηριστικό της λαϊκής λατρείας είναι, ότι τα θεία συμβάντα ο λαός κάθε φορά τα ζει ως πραγματικά γεγονότα. Έτσι και κατά τη γιορτή της Αναλήψεως κοινή είναι η πίστη, ότι τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί και σε μερικούς τόπους, όπως και στην Κορώνη, ξημερώνοντας της Αναλήψεως όσοι είναι καθαροί ξαγρυπνούν όλη τη νύχτα να ιδούν το Χριστό που αναλήφεται. Όσοι είναι άξιοι βλέπουν ένα φως κι ανεβαίνει στους ουρανούς.
Συνήθεια επικρατεί σε όλα τα παράλια μέρη της Ελλάδος, την ημέρα της Αναλήψεως να κατεβαίνουν όλοι, μικροί μεγάλοι, στη θάλασσα για το πρώτο καλοκαιρινό κολύμπι. Επίδραση ασκεί και η μαγική δύναμη που αποδίδεται στο όνομα της γιορτής, επειδή το "αναλήβομαι" στη γλώσσα μας είναι συνώνυμο με το εξαλείφομαι, εξαφανίζομαι. Είναι καλό, λέγουν οι Λήμνιοι, τη "Γαλατοπέφτ'" να πας να πέσεις στη θάλασσα, να κάνεις μπάνιο. Αν έχεις και καμιά αρρώστια, φεύγει, ώρα άμα λάχει. Και για το σπίτι είναι καλό. Παίρνοντας λοιπόν νερό από τη θάλασσα (από 40 κύματα), οι Σαμιώτες ραντίζουν το σπίτι ολόκληρο, όπως με τον αγιασμό των Φώτων λέγοντας:"Όπως ανελήφτηκεν ο Χριστός, έτσι να αναληφτεί από το σπίτι μας η κακογλωσσιά, η αρρώστια, το κακό μάτι και όλα τα κακά." Το νερό αυτό το φυλάνε όλο το χρόνο, κι όποτε τύχει πρήξιμο ή πόνος ή δάγκωμα ή οτιδήποτε άλλο, βρέχουν μ'αυτό ένα πανάκι και το βάνουν επάνω στο πονεμένο μέρος κι ευθύς περνάει. Μα κι όποτε τύχει αρρώστια ή κακό μάτι ή μπει στο σπίτι άνθρωπος με κακό ποδαρικό ραντίζουν πάλι το σπίτι κι ευθύς φεύγει το κακό. Παίρνουν και μια πέτρα μαλλιαρή απ'τη θάλασσα για γούρι (δηλαδή για την ευτυχία) και τη βάζουν κάτω απ'το κρεβάτι." (Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

"Παράλληλη μαγική ενέργεια, που εξακολουθεί να γίνεται και στις Αττικές ακτές σήμερα, είναι να ψάξουν οι κολυμβητές στον πρόχειρο βυθό της θάλασσας και να βρουν μια πέτρα με βρύα (πέτρα μαλλιαρή), που τη θεωρούν φορέα ευτυχίας και την παίρνουν στο σπίτι τους. Η πέτρα αυτή, με το ρίζωμα και τη βλάστησή της μέσα στη θάλασσα, συμβολίζει όλη τη δύναμη και την ουσία του στοιχείου αυτού, που, κατά τον Ευριπίδη, "κλύζει πάντα τ'ανθρώπων κακά" (Ιφιγένεια η εν Ταύροις, 1193). Είναι δηλαδή η θάλασσα καθαρκτική και ανανεωτική, ιδιαίτερα την ημέρα της Αναλήψεως, όταν με την παρουσία του Χριστού στους αιθέρες, ουρανός και θάλασσα έχουν αγιασθεί." (Δ.Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

"Ενώ στα παράλια της χώρας ο γιορτασμός της Αναλήψεως γίνεται μέσα στα νερά της θάλασσας, στις ορεινές περιοχές τόπος ιδιαίτερου εορτασμού είναι οι μάντρες των αιγοπροβάτων' γιατί τη γιορτή της Αναλήψεως την τιμών εντελώς ιδιαίτερα οι κτηνοτρόφοι και οι βοσκοί μας." (Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

"Πέρα απ'την καθολική χριστιανική χροιά, η μέρα της Ανάληψης θεωρείται απ'τους βλάχους σαν καταδική τους γιορτή, για αυτό τους ακούς να λένε: "Έχουμε τη γιορτή μας σήμερα", ή "Γιορτάζει το βλάχικο σήμερα". Κι η γιορτή αυτή της Ανάληψης του Χριστού μας βρίσκει τους μπιστικούς και τους τσελιγκάδες μέσα στα καλοκαιριάτικα κατοικιά τους, στα τσαρδάκια τους, σκαρφαλωμένους μ'ολάκερο το βιο τους πάνω στις πλαγές και στα διάσελα, στα βουνά και στα ψηλότοπα, βόσκοντας και προσέχοντας τα ζωντανά τους. [...]
Τελειώνοντας τη λειτουργία κι ο παπάς παίρνει, κατά τη συνήθεια, ένα μικροπαίδι για βοηθό και τ'άλογό του να ξεκινάει για τις στρούγκες και τα τσελιγκάτα. Μέρα μεγάλη! Τρανή γιορτή! Πρέπει να βλογήσει τα ζωντανά και τους αφεντάδες τους. Ύστερα, έχει να μαζέψει βλέπεις κι ένα σωρό φιλέματα.
Κι αρχίζουν οι σάλαγοι και τα σφυρίγματα των τσοπάνηδων, που οδηγούν τα κοπάδια τους στα μαντριά για να "τ'αγιάσει" εκεί όλα μαζί ο παπα-Γιώργης. [...]

Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν, πως την ημέρα της Ανάληψης, είναι αμαρτία να μαζεύουν τυρί στον τάλαρο, να "ταλαριάζουν" τυρί, όπως λένε. Γι'αυτό όλο το γάλα κείνης της μέρας και το τυρί αντάμα το μοιράζουν στους ανθρώπους για το καλό των ζωντανών και τη δική τους καλοτυχιά. Επίσης, την ημέρα της Ανάληψης οι τσοπάνηδες, γιδαραίοι ή προβαταραίοι είναι αυτοί, "αλατίζουν" τα κοπάδια τους. Ταϊζουν, δηλαδή, τα γιδοπρόβατά τους αλάτι κι αν τους ρωτήσεις γιατί, σ'απαντούν: Τ'αλάτι δίνει στα ζωντανά δύναμη κι όρεξη, βόσκουν πιο πολύ, πίνουν πιότερο νερό και νοστιμίζει το κρέας τους. [...]
Κατά το μεσημέρι, στα κονάκια στρώνεται το τραπέζι. Φτάνουν οι καλεσμένοι, στρογγυλοκάθονται όλοι μαζί κι αρχίζουν το φαγοπότι και το γλέντι. Ένα γλέντι που ξεχειλίζει κι ακούγεται σ'όλα τα βλαχοκόνακα και κάνει τα στανοτόπια να ζωντανεύουν απ'άκρη σ'άκρη. Κι ακούς τραγούδια βλάχικα, τραγούδια της τάβλας, που θα τ'ακούσεις και "καθιστικά", τραγούδια της αγάπης και των κλεφτών κι ένα σωρό λιανοτράγουδα με πολλά και ωραία τσάμικα. Κι όταν τελειώσουν τα τραγούδια του τραπεζιού, ο γεροτσέλιγκας σηκώνεται πάνω κι αρχίζει πρώτος τον χορό για το καλό της μέρας. Και στην κάθε του πατησιά και χοροστροφή, συλλογιέται ολάκερη τη ζωή του, που πέρασε στα βουνά, τόσο βιαστική, χωρίς να την καταλάβει." 
(Β.Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")



Εδώ στο Πήλιο, ή τουλάχιστον σε πολλά από τα χωριά του, υπήρχαν παρεμφερή έθιμα κάποια από τα οποία, όμως, δεν έχει τύχει να δω πουθενά καταγεγραμμένα. Όπως και σ'όλους τους τόπους που αγγίζει η θάλασσα, τη μέρα αυτή οι άνθρωποι το είχαν σε καλό να βουτήξουν στα νερά της. Κι ήταν ίσως η μέρα που επίσημα ξεκινούσαν τα καλοκαιρινά μπάνια. Οι περισσότεροι, μάλιστα, φέρναν στη θάλασσα τα στρωσίδια, τις κουβέρτες και τα σκεπάσματα και τα πλέναν στο νερό της. Χαρακτηριστικό, όμως, ήταν ότι και, μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, όλοι κατεβάζαν τα ζώα τους, τα γίδια και τα πρόβατα, παραλιακά για να πλυθούν στο νερό της θάλασσας. Ολόκληρα κοπάδια τσελιγκάδων, αλλά και τα λιγοστά εκείνα ζωντανά που κατείχε κάθε οικογένεια κατηφορίζανε στις ακτές για να καθαριστούνε. Το έθιμο, πέρα από ότι εξασθένησε, άκουσα πως πρέπει ν'απαγορεύτηκε κιόλας, για να μη μολύνουν, λέει, τα ζώα, τα νερά που κολυμπάνε οι ανθρώποι. Εκείνα τα νερά, δηλαδή, που έχουν φροντίσει οι ίδιοι άνθρωποι που κολυμπούν, να ρυπάνουν με χημικά, με σκουπίδια, με λιπάσματα, με πετρέλαια, αλλά και τόσους βόθρους παραλιακών μαγαζιών που ξεχύνονται στη θάλασσα... Τέλος πάντων.. Παρόλ'αυτά, σε μικρό βαθμό και κάπως παραλλαγμένο, το έθιμο ακόμα ανθεί στα μέρη μας. Όχι όσον αφορά τα αιγοπρόβατα, αλλά όσον αφορά τα άλογα της περιοχής. Κι είναι εντυπωσιακό, τέτοια μέρα, αφού σχολάσει η εκκλησιά, να συναντάς πολλούς καβαλαραίους αντάμα, πάνω στα άτια τους, στα πανέμορφα τούτα ζώα, να καλπάζουν προς τη θάλασσα...



Εκεί, θα τα βουτήξουν μέσα καβάλα, για το καλό. Οι λιγότερο τολμηροί μέχρι τα γόνατα, κι άλλοι, κανονικό κολύμπι αγκαλιαστό, καβαλάρης κι άλογο, μέχρι να μουσκευτούνε ως το λαιμό..



Ύστερα καταφθάνει ο παπάς, να τα λειτουργήσει και να ραντίσει με αγιασμό, ανθρώπους κι άλογα. Και στη συνέχεια ακολουθεί, μια στάση για καφέ, να μαζευτούνε όλοι, να κανονίσουνε για που θα πάνε να το γιορτάσουνε μ΄εύθυμο φαγοπότι!

Άλλο έθιμο, για τη μέρα αυτή, είναι το τσούγκρισμα κόκκινων αυγών, βαμμένων την προηγούμενη, από μπογιά της Μεγάλης Πέμπτης που κρατήθηκε σε πήλινο δοχείο. Είναι το έθιμο να βάφεις τρεις φορές' μια τη Μεγάλη Πέμπτη για τη Λαμπρή, μια στις είκοσι μέρες από το Πάσχα και μια παραμονές της Ανάληψης, όπου θα λάβει χώρα και το τελευταίο τσούγκρισμα. Κι είναι νοικοκυρές που ακόμα το κρατάνε.

Μια γιαγιά μού'πε προχθές πως για τούτη τη μέρα λέγανε πως δεν πρέπει ο ήλιος να σε βρει στο κρεβάτι, ούτε όλη μέρα να κοιμηθείς, μέχρι να σκοτεινιάσει. Αλλιώς, ζάλη και πονοκέφαλοι θα σε βρουν το χρόνο όλο. Μέρα του Φωτός σήμερα, μέρα γιορτινή.. Για αυτό θα λένε κιόλας, πως τέτοια μέρα δεν κάνεις να σπείρεις ή να φυτέψεις, γιατί δε θα φυτρώσει ο σπόρος, ούτε θα αντρειώσει το φυτό. Τέτοιες μέρες γιορτινές, ο λαός μας τό'χε σε κακό ν'ασχολείται με χειρωνακτικές εργασίες. Αποτελούσανε επίσημες αργίες για την ψυχή του αγρότη ή του κτηνοτρόφου, που δεν του όριζε άλλος κανείς, με έγγραφα ρητά, πότε θα είχε σχόλη απ'τις δουλειές του...