Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άδωνις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άδωνις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..



Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο "Καλομηνάς", ο "Λούλουδος" ("Ο Απρίλης έχεις τ'όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια!", "Άλλοι πουλούν τα λάχανα κι ο Μάης τα λουλούδια!"), ο "Πράσινος", ο "Τριανταφυλλάς"("Ο Απρίλης με τα λέλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα!"), ο "Φουσκοδέντρης", ο "Κερασάρης", ο "Ανοιξιάτης", αλλά κι ο Μάης με τα μάγια του ("Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι!", "Όποιος γεννηθεί το Μάη δεν τον πιάνουνε τα μάγια!") και τις δεισιδαιμονίες ("Το Μάη δε συγκόβγεις φουστάνια, δεν ξεκινάς προύκα, δε βάνεις σπίτι σου παρασύρα, κολοκύθια και κάτη!", "Σα μπει ο Μάης Σάββατο, όφου καημός και θάνατος!"), ο Μάης ο μήνας των νεκρών..
Τ'όνομα Μάιος (Maius στα λατινικά) του δόθηκε "προς τιμήν της Μαίας, της μητρός του θεού Ερμού (μαία=σεβαστή γυνή). [...] Για αυτό ακριβώς και σήμερα η "εορτή της μητέρας" εορτάζεται αυτόν τον μήνα", μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Έλλην Λόγος").
"Κατά τον μήνα αυτόν οι Ρωμαίοι εώρταζον (από 28 Απρ.-2 Μαίου) και την Floram (Φλώραν), την θεάν της βλαστήσεως, των άνθεων και των φυτών. " αναφέρει οΦίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των") και παρακάτω συμπληρώνει "Οι Ρωμαίου ετέλουν τα Lemuria, εορτήν προς τιμήν των Λεμούρων, οι οποίοι ήσαν πνεύματα των αποθαμένων, που είχον την ιδιότητα να επανέρχονται καθ' ωρισμένας ημέρας του έτους επί της γης και να τρομοκρατούν τους ζώντας. Τα Lemuria δεν είχον δημόσιον χαρακτήρα, αλλά οικογενειακόν προς τιμήν των συγγενών νεκρών, η δε εορτή ετελείτο την 9ην, 11ην και 13ην του μηνός Μαϊου και αφιέρωνον κατ'αυτάς άφθονα άνθη εις τους νεκρούς των, εχαρακτηρίζοντο δε και ως "αποφράδες", και οι ναοί έμενον κλειστοί, απηγορεύετο δε και η τέλεσις γάμων κατ'αυτάς (διότι ήσαν καταδικασμένοι εις αποτυχίαν) κατ'επέκταση δε και καθ'όλον τον μήναν."
Τούτη η πρόληψη, να μην τελούνται γάμοι, παρέμεινε για το Μάη. "Και εις το Βυζάντιον, κατά το θεολόγον Μιχαήλ Βρυέννιον, επειδή εθεωρείτο ο Μάιος δυσοίωνος, "δεν εστεφανούντο"". Αλλά κι αργότερα.. και μέχρι σήμερα ("Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά 'ποδίδει!" , "Όποιος παντρευτεί το Μάη, κακαποδομένος πάει!" και "Απού'ναι κακορίζικο το Μάη αποσπερίζει, το Μάη και τον Αύγουστο να κάμει τα προυκιά ντου!"), ο λαός μας αποφεύγει τους γαμούς το μήνα αυτό, το μήνα που, παρετυμολογικά ίσως έχει συνδέσει με τα μάγια ("Μάη μου μάγεψέ με"), το μήνα αυτόν που θεωρείται "αποφράς" γιατί έπεσε η Κωνσταντινούπολη, το μήνα αυτό που ζευγαρώνουν τα γομάρια κατά κόρον ("Νά'μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκκορας και γάτος το Γενάρη!") και δεν κάνει να ζευγαρώσουν επίσημα οι άνθρωποι...
Αναφέρει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος ("Οι 12 μήνες, τα λαογραφικά")""Το Μάη δε φυτεύουμε, ούτε στεφανωνόμαστε" λένε στην Κέρκυρα, "τό'χουμε για κακό!". Το λέει και το τραγούδι:
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, κι ο μικροπαντρεμένος,
το Μάη φυτείαν εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε....
και το τί τράβηξε παρακάτω!.."
Για αυτό και "Το Μάη μη φυτεύγεις πούλουδα στην κάσα μη στα βάλου!"..
Πλήθος οι προλήψεις για τον μήνα αυτόν σε κάθε τόπο, πολλές βρίσκαμε και στο Πήλιο, όπως τις καταγράφει ο λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Πήλιο: αναδρομές-καημοί-εξομολογήσεις):










Υπέροχο, με ρίζες παμπάλαιες, το έθιμο των Μάηδων όπως επιβίωνε παλιά στο Πήλιο, και το περιγράφει γλαφυρότατα ο Κώστα Λιάπης εδώ: Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
Έθιμο της Πρωτομαγιάς (βλέπε εδώ:Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..και εδώ:Πρωτομαγιάτικα...) με τα υπέροχα στεφάνια της (παλιότερα κυρίως φτιαγμένα από καρποφόρα κλωνάρια, το απαραίτητο σκόρδο, καρπούς και λουλούδια των αγρών... μ'όλη τη συμβολική τους αξία), της Πρωτομαγιάς της ανοιξιάτικης, της γονιμοποιού που συνδέεται άρρηκτα με την καρποφορία της γης κι ο εορτασμός της χάνεται βαθιά πίσω στην αρχαιότητα... Πλήθος τα έθιμα που συνδέονται με όλα αυτά... Πολλά από αυτά καταγράφει ο Γεώργιος Μέγας("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"). Όπως:











Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο ανοιξιάτικος και κοντά είναι πια το καλοκαίρι ("Απ'τον Αύγουστο χειμώνα κι απ'το Μάη Καλοκαίρι", "Τώρα είν' ο Μάης κι Άνοιξη, τωρά είναι Καλοκαίρι", "Απρίλης, Μάης, κοντά είν' το θέρος", "Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα")...
ο Μάης με τη μεγάλη μέρα και τις πολλές αγροτικές εργασίες ("Απού δε χορτάσει το Μάη τη δουλειά, έει κατάρα στην κοιλιά!","Μάης πενταδείλινος και πάντα δείλι θέλει") που δεν προλαβαίνονται ("Το Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε")....
ο Μάης ο τόσο σημαντικός για την αγροτιά που από κείνον εξαρτώνται οι μετέπειτα συγκομιδές ("Μάης άβρεχος, τρυγητής χαρούμενος", Μάης άβροχος, μούστος άμετρος", "Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει", "Μάης χαλαζάς, αλιά στην καλλιέργεια", "Στον καταραμένο τόπο, το Μάη μήνα βρέχει", Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Μάη μήνα βρέχει", "Όντας έπρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει", "Μάης άβροχος, χρονιά ευτυχισμένη", "Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ'Αυγούστου το φεγγάρι")..
ο Μάης με τις πρασινάδες του και τα τριφύλλια ("Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι", "Κάθου γέρο λίμενε να φας το Μάη χορτάρι", "Ζήσε, μαύρε μου, να φας το Μάη χλόη")..
ο Μάης με τα μάγια και τις δεισιδαιμονίες ("Του Μάη η γιώρα να σ'εύρει", "Να μη σ'εύρει η κακιά η ώρα του Μάη"), ο καταραμένος για γάμους και φυτέματα, ο Μάης με τα φίδια ("Το Μάη δεν κάνει να τρώμε μάραθα, γιατί πηγαίνουν οι όφηδες και ποσύρουν τα μάθια ντους απάνω στις αμαραθιές", "Το Μάη μάραθο μην τρως, αν είσαι και γιατρός")...
ο Μάης με την Πρωτομαγιά του... την καρποφορία, τα λουλούδια του και τα τραγούδια του, τα όμορφα έθιμά του...΄



(το απόσπασμα του Γεωργίου Μέγα..)
..που μας θυμίζουν ακόμη και την αρχαία ειρεσιώνη και χάνονται στην ιστορία του λαού μας χιλιάδες χρόνια πίσω...
Καλό μήνα, καλή Πρωτομαγιά!
(Υ.Γ. Οι παροιμίες προέρχονται και από τα βιβλία "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες" του Μιχάλη Γρηγοράκη και "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" του Βασίλη Λαμνάτου.) 

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Λαζαρίνες του Πηλίου κι άλλα έθιμα λαζαρικά..



Σάββατο του Λαζάρου, σήμερα, κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, τα κοριτσάκια με τα ανθοστολισμένα καλαθάκια τους, οι λεγόμενες Λαζαρίνες, βγαίνουν στις γειτονιές να τραγουδήσουν το Λάζαρο, να τραγουδήσουν την ανάσταση και τον ερχομό της άνοιξης, ενώ αρκετοί νοικοκυραίοι, πέρα από το καθιερωμένο πλέον χαρτζιλίκι που θα τους φιλέψουν, θα γεμίσουν τ'αδειανά τους λουλουδάτα καλαθάκια με λευκά αυγά για να τα βάψουν οι μανάδες τους τη μεγάλη Πέμπτη.


"Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,

ήρθ' η Κυριακή που τρων τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθ' η μάνα σου από την Πόλη

σού'φερε χαρτί και κόμπολόι.

-Το χαρτάκι σου τί γράφει μέσα;

-Γράφει Θόδωρος, γράφει Δημήτρης,

γράφει λέμονια και κυπαρίσσι.

Οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνε,

οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε,

δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε!

Και του χρόνου!"

Ένα από τα λίγα έθιμα που έχουν επιβιώσει στις μέρες μας στο Πήλιο, ένα από τα αγαπημένα μου έθιμα που πριν μερικά χρόνια επιβίωνε σε όλο τον ελλαδικό χώρο με πολλές κι ενδιαφέρουσες παραλλαγές (στους στίχους του τραγουδιού, στην ηλικία και το φύλλο των παιδιών, στο ομοίωμα ή λουλουδοστολισμένο σύμβολο του Λαζάρου, στην τρόπο αναπαράστασης, κ.λ.π.) αλλά πάντα με βασικό γνώρισμα την αναγγελία του επερχόμενης αναστάσεως μετά το θάνατο και, παράλληλα το καλωσόρισμα της ανοίξεως μετά το χειμώνα.... Ένα έθιμο με ρίζες αρχέγονες, αρχαιοελληνικές -αν θυμηθούμε τις εορτές που ελάμβαναν χώρα προς τιμήν του Αδώνιδος- όσο και χριστιανικές, που είναι κρίμα να χαθεί στις μέρες μας, όπως τόσα άλλα, μετά από χιλιάδες χρόνια επιβίωσης στη ζωή και στις παραδόσεις του λαού μας...

Ένα έθιμο συμβολικό που αρωματίζει τη ζωή με ελπίδα και υμνεί την ανάσταση και την άνοιξη.. της ψυχής και της πλάσης.. του ανθρώπου και της φύσης... σημαντικό για τις μέρες μας όσο ποτέ...

Όποιος έχει να μου αναφέρει κάτι σχετικό από τον τόπο του, πολύ καλοδεχούμενο!!!


(Η τελευταία φωτογραφία, από το βιβλίο "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία" του λαογράφου μας Κώστα Λιάπη.) 

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι σχετικές καταγραφές του Φιλίππου Βρετάκου, στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των", όπου έχει συγκεντρώσει υλικό από πολλές και συχνά δυσεύρετες πηγές, για τα έθιμά μας:




Και μια και αναφέρθηκαν τα Λαζαράκια, τα νηστίσιμα ψωμάκια σε σχήμα ανθρώπου που φτιάχναν παλιά οι νοικοκυρές (αλλά ακόμα και σήμερα κυρίως στα νησιά μας) και φιλεύαν τα παιδιά, ας παραθέσω μία συνταγή (από τις διάφορες παραλλαγές που υπάρχουν) για αυτά για όποιον ενδιαφέρεται :

Υλικά:

1 κιλό αλεύρι

3/4 του ποτηριού ελαιόλαδο

1 ποτήρι ζάχαρη

1,5 με 2 ποτήρια ζουμί από βρασμένη κανέλα (να είναι χλιαρό - όχι καυτό- όταν το ρίξουμε στο αλεύρι)

1,5 φακελάκι στεγνή μαγιά (αφού τη διαλύσουμε σε λίγο χλιαρό νερό και την αφήσουμε 5 λεπτά να "φουσκώσει")

1 κουταλάκι κοπανισμένα κανελογαρίφαλα

250γρ (ή και περισσότερο) σταφίδες μαύρες

Διαδικασία:

Σε μια λεκανίτσα ρίχνουμε το αλεύρι. Κάνουμε μια λακουβίτσα στο κέντρο και προσθέτουμε τη μαγιά, το λάδι, τη ζάχαρη και ανακατεύοντας προσθέτουμε σιγά-σιγά το κανελόζουμο μέχρι η ζύμη να μπορεί να πλάθεται. Μετά φτιάχνουμε τα "ανθρωπάκια" (στη φωτογραφία είναι παραλλαγές από διάφορα σχέδια που κάνουν, ανάλογα με την τοποθεσία), στην "κοιλίτσα" των οποίων, παραχώνουμε και τις σταφίδες. Τα τοποθετούμε σε λαδωμένο ταψί και τα αφήνουμε να φουσκώσουν περίπου δύο ώρες. Τα βρέχουμε με ζαχαρόνερο και τα αφήνουμε να ψηθούν σε προθερμασμένο φούρνο (180 βαθμούς περίπου) για καμιά ωρίτσα (μέχρι να ροδίσουν). Μερικοί βάζουν και σουσάμι. Για ματάκια, αλλού βάζουν γαρίφαλα, αλλού ρεβύθια, αλλού σταφίδες, κ.λ.π.



Για περισσότερα σχετικά με Λαζαρίνες και Λαζαράκια σε περασμένων κι επομενων ετών εγγραφές μου, πατάτε εδώ:

Λαζαρινες του Πηλίου
Λαζαρινες, Λαζαροι και Λαζαρακια
Λαζαρινες στο βουνο του Χείρωνα
Οι Λαζαρινες μας στο Πήλιο

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός..

Του Σταυρού...


"Όταν, λέει, η Αγία Ελένη απορούσε ανάμεσα στους πολλούς σταυρούς, ποιός να ήταν του Χριστού, ένα μυρωδάτο φυτό, ο βασιλικός, της τον αποκάλυψε. Για αυτό και στη σημερινή γιορτή φέρνουν στην εκκλησία γλάστρες ή αγκαλιές βασιλικούς για το Σταυρό.[...]

Για τους γεωργούς η μέρα του σταυρού είναι κι η πιο ευλογημένη αφετηρία της καινούριας "χρονιάς" και της σποράς τους. (Πριν "σταυρώσει" η γη, όπως λένε, να μην αρχίζει κανείς δουλειά στο χωράφι του). Οι νοικοκυρές αναπιάνουν σήμερα το καινούριο προζύμι και φτιάχνουν ένα πρώτο ψωμί, που το μοιράζουν για το καλό στη γειτονιά. (Στη Δ.Μακεδονία παλιότερα το ψωμί αυτό ήταν με περιποιημένα υλικά, το έλεγαν "μπογάτσα" και του έβαζαν μέσα ασημένιο σταυρουδάκι, σα να ήταν πρωτοχρονιάτικη πίτα). Μοιράζουν και καρπούς από τη νέα σοδειά, για το καλό."  (Δημητρίου Λουκάτου, "τα φθινοπωρινά")


Σήμερα, λοιπόν, όσες νοικοκυρές θέλουν να πιάσουν το νέο προζύμι της χρονιάς, χρησιμοποιούν το σταυρολούλουδο, κλωναράκια από το βασιλικό που στολίζει το σταυρό. Τούτη η διαδικασία παραλλάσσει από τόπο σε τόπο. (βλ.Έθιμα του Σταυρού.. ) Εδώ, στο χωριό μας στο Πήλιο, παίρνουμε από ένα κλωναράκι βασιλικό από το στολισμένο σταυρό και το αφήνουμε να μουσκέψει σ'ένα βαζάκι με νερό για τρεις μέρες. Με τούτο το νερό (αφού, φυσικά, το ζεστάνουμε λιγάκι) κι αλεύρι πλάθουμε το προζύμι. Αυτό το πρώτο, το φτιάχνουμε αρκετά νερουλό, σα χυλό. Το αφήνουμε μια μέρα σκεπασμένο και την επόμενη προσθέτουμε λίγο νεράκι κι αλεύρι, για να το αυξήσουμε. Τη μεθεπομένη πάλι το ίδιο. Κι ύστερα, το αφήνουμε σκεπασμένο δυο-τρεις μέρες, μέχρι να φουσκώσει και νά'ναι έτοιμο για να φτιάξουμε το ψωμί. Κι ύστερα, κάθε φορά που ζυμώνουμε, κρατάμε και το προζύμι για την επόμενη φορά.

Όσο για το βασιλικό που μοιράζουν στα πανέρια μετά τη λειτουργία, τούτος μπαίνει φυλαχτό πάνω από τα εικονίσματα.. Και μοσκοβολάει όλο το χωριό σήμερα, το ντυμένο στα φθινοπωρινά, καθώς όλος ο κόσμος βγαίνοντας από την εκκλησιά κρατάει μπουκέτα από σταυρολούλουδα..


"Οι ζευγάδες πάνε το μελλοντικό σπόρο τους στην εκκλησιά, να λειτουργηθεί (ευχολογηθεί). Φέρνουν σε πιατάκια ή σε σακουλάκια (τώρα και χάρτινα ή πλαστικά) λιγοστό σπόρο από το κάθε είδος (στάρι, κριθάρι, φακές, βρώμη, ρεβυθια, κουκιά, φασόλια, κ.α.) και τα βάζουν μπροστά στο Άγιο Βήμα, να τα ευλογήσει ο ιερέας. (Υπάρχει ειδική ευχή "επί ευλογήσει σπόρου"). Από την Κύθνο έχουμε μια λεπτομερέστερη και γραφική περιγραφή (1938): "Οι χωρικοί πάνε στην εκκλησιά, κρατώντας ένα μαντηλοσάκουλο, που έχει μέσα σιτάρι, κριθάρι, τριαντάφυλλα, σύκα, σκόρδα, μπαμπάκι, μαλλί, και κερί από κυψέλη. Δένουν το μαντήλι στο τρίποδο που κρατεί τον Σταυρό και το παίρνουν πίσω στο τέλος της λειτουργίας. Το φυλάνε έτσι στο σπίτι τους, ως την ημέρα της σποράς. (Οκτώβριο ή και Νοέμβριο). Και τοτε θα τρίψουν το σκόρδο πάνω στο μέτωπο των βοδιών που θα οργώσουν (για δύναμη και αντιβάσκαμα) και θα παραχώσουν στη γη το μαντήλι με τους καρπούς για την ευλόγηση της παραγωγής". (*Α.Γούναρη, "Η Κύθνος")

Αλλά η Γιορτή του Σταυρού είναι εποχικό ορόσημο για όλη τη Φύση. Συνήθιζαν παλιότερα (το ξέρουμε από την Αίγινα) να "κηδεύουν" σήμερα τον "Λειδινό", δηλ. την προσωποποίηση του καλοκαιριάτικου απομεσήμερου και του ξεκουραστικού ύπνου. Πάνε πια τα μεσημέρια κι ο ύπνος και το απογευματινό φαγί (δειλινό) της ξεκούρασης. Τώρα οι εργατικές μέρες γίνονται χειμωνιάτικες.

Ο "Λειδινός" ήταν ένα "δρώμενο" που πέρασε στα παιδιά και που έχουμε την περιγραφή του από το 1921 (Π.Ν.Ηρειώτου, "Ο Λειδινός εν Αιγίνη"): ".. Την 14ην Σεπτεμβρίου γυναίκες και κοράσια συνέρχονται εις την οικίαν μίας τούτων κομίζουσαι... σίτον, σταφίδας, ρόϊδια, αμύγδαλα, στραγάλια, μαϊντανόν. Ο σίτος βράζεται, και με τα λοιπά παρασκευάζεται, έδεσμα, είδος κολλύβων.... Άλλο μέρος των γυναικών ασχολείται περί την κατασκευήν μιας πλαγγόνος. Ταύτην, παριστώσαν νεανίαν, ενδύουσι με ανάλογα ενδύματα λαμπρά, κοσμούσι και δι'ανθέων εξ ων απαραίτητον το άνθος "δειλινόν" ή "λειδινό"... Η πλαγγών τίθεται νεκρικά επί τραπέζης, πέριξ δε τοποθετούνται καρέκλαι, εφ'ων κάθηνται αι μέλλουσαι να θρηνήσωσι τον Λειδινόν..

"Πάλι θα'ρθείς Λειδινέ μου, με του Μάρτη τις δροσιές,

με τ'Απρίλη τα λουλούδια και του Μάη τις δουλειές"..

Μετά τούτο τίθεται εντός φερέτρου και παραδίδεται εις παίδας, οίτινες μετά μικρών σημαιών, δίκην εξαπτερύγων, τον περιάγουσιν ανά τας αγυιάς της πόλεως.. Και τέλος φέρεται εις τον τόπον, όπου θα ενταφιασθεί.. κατά την δείλην. Ρίπτοντες επ'αυτού χώμα, οι θάπτοντες επιλέγουσι:

"Πάψε φτωχέ, το λειδινό και συ άρχοντα τον ύπνο"...

Επιστρέφοντες τρώγουσι τα ετοιμασθέντα κόλυβα, μετά δε το συχώριο "του μακαρίτη" αρχίζει χορός και τραγούδι." (Δημητρίου Λουκάτου, "τα φθινοπωρινά")

Το έθιμο του Λειδινού, αναβιώνει σήμερα στην Κυψέλη της Αίγινας.. Κι όσο κι αν προτιμώ την "αυθεντική" μορφή των εθίμων κι όχι τις αναπαραστάσεις, δε μπορώ να μην εκτιμήσω τούτη την προσπάθεια να κρατηθεί έξω από το χρονοντούλαπο των ξεχασμένων παραδόσεων του λαού μας.. Το βιντεάκι παρακάτω, σχετικό:



(Περισσότερα για τούτο το έθιμο του Λειδινού με τις αρχαιοελληνικές ρίζες, αλλά και για άλλα έθιμα της ημέρας, και στην περσινή εγγραφή, βλ. Έθιμα του Σταυρού..)

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Έθιμα του Σταυρού

Σήμερα, του Σταυρού (βλ. και: Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός..) ... μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης (σαράντα μέρες μετά τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος), αυστηρή νηστεία και μέρα με ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον...


"... στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού. Τ'αληθινού Σταυρού, όπου πάνω σ'αυτόν μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος και που τον έδειξε στην Αγία Ελένη, όπως λένε, ο συμπαθητικός και μυρωδάτος βασιλικός. Ο λαός μας λέει πως αυτό το μυροφυτό φύτρωσε εκεί ακριβώς που ήταν ο Τίμιος Σταυρός απ'τις σταλαματιές του Άγιου Αίματος του Χριστού. Άλλοι πιστεύουν πως ο βασιλικός φύτρωσε πάνω στον τάφο του Χριστού.
[...].. την ημέρα αυτή στις εκκλησιές μοιράζεται ο αγιασμένος βασιλικός (το σταυρολούλουδο), που ο λαός μας πιστεύει πως έχει αρκετές θεραπευτικές και θαυματουργικές ικανότητες, γι'αυτό και το φυλάει στο εικονοστάσι για σταυρώματα και ξορκίσματα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Με τούτο το βασιλικό, οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φτιάχνουν το προζύμι της χρονιάς. Εδώ, στα μέρη μας (Πήλιο), το βασιλικό για το προζύμι οι γυναίκες των παίρνουν από το στολισμένο Σταυρό. Αυτόν το βασιλικό, μάλιστα, συχνά τον τοποθετούνε σ'ένα βαζάκι με νερό για να βγάλει ρίζες, ώστε να το φυτέψουνε ξανά κι από το ίδιο τούτο το φυτό να πάνε τα κλωναράκια την επόμενη χρονιά, τέτοια μέρα, στην εκκλησιά. Τα ματσάκια βασιλικών που μοιράζονται μετά το τέλος της λειτουργίας, τα κρατούνε φυλαχτό πάνω στο εικόνισμα.

"... Με το βασιλικό της Υψώσεως του Σταυρού (το σταυρολούλουδο) και με τον αγιασμό της μέρας αυτής φτιάχνουν το νέο προζύμι. Οι τρόποι παρασκευής του και η πίστη στη θαυματουργό δύναμη των ιερών αντικειμένων, φαίνονται στις εξής συνήθειες. Στον Κατάλακκο Λήμνου, "κάθε σπίτι, κάθε νοικοκυρά φέρνει ένα κουμάρ' με νερό στην εκκλησιά ' τ'αφήνουν στη μέση της εκκλησιάς, όπου γίνεται ο αγιασμός, και μετά το παίρνουν. Με τον αγιασμό αυτόν κάνουν το προζύμι της χρονιάς' το κάνουν καινούριο. Το παλιό το σβουν ' το ζυμώνουν όλο την τελευταία βδομάδα."
Εις την Κορώνην "κάνουν ζυμάρι και βάνουν απάνω το κλωνί το βασιλικό που παίρνουν του Σταυρού από την εκκλησά ' ως την άλλη μέρα φουσκώνει και γίνεται προζύμι από μόνο του. Το προζύμι αυτό 40 μέρες δεν το δανείζουν, και το πρώτο ψωμί που θα ζυμώσουν μ'αυτό θα το κάνουν λειτουργιά και θα το μοιράσουν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Η μέρα, τούτη, όμως, εκτός από μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αποτελεί και χρονικό σταθμό για τις αγροτικές εργασίες καθώς και κρύβει έθιμα με αρχαίες ρίζες:
"Σε μερικούς μάλιστα τόπους η 14η Σεπτεμβρίου λαμβάνεται ως αρχή και ως τέρμα για τις μισθώσεις των εργατών, των βοσκών κ.τ.λ.. Σταματούν τώρα οι καλοκαιρινές συνήθειες, όπως ο μεσημεριανός ύπνος και το δειλινό γεύμα, που τις έκανε μέχρι τώρα απαραίτητες η μεγάλη καλοκαιρινή μέρα. Κυρίως στην Αίγινα συνηθίζζουν την ημέρα αυτή να κηδεύουν και να θρηνούν τον "Λειδινό" με μιμική παράσταση, που έχει πιθανότατα αρχαία καταγωγή. Άλλοτε ήταν γιορτή γυναικών, αλλά σήμερα προετοιμάζεται από τις γυναίκες και τελείται από τα παιδιά. Με πανιά και άχυρα κατασκευάζουν ανδρική μορφή και την εκθέτουν σαν σε κηδεία ' ανάβουν κεριά και τη μοιρολογούν. Το είδωλο είναι σε φυσικό μέγεθος. Ότι αρχικά η παράσταση δεν αφορούσε το δειλινό, αλλά κάτι πολύ πιο σοβαρό, την εξαφάνιση της βλάστησης και την αναγέννησή της την άνοιξη, όπως και στις ανάλογες εαρινές τελετές, φαίνεται από το ότι το είδωλο έχει ολοφάνερα φαλλική μορφή. Να το μοιρολόγι, που τραγουδούσαν άλλοτε οι γυναίκες κατά τη δημόσια έκθεση του νεκρού:
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου,
τσαι κλησαρωμένε μου.
Όπου σε κλησαρώσανε με την ψιλή κλησάρα
τσαι όπου σε περνούσανε αφ' την Αγιά Βαρβάρα
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Φεύγεις, πάεις Λειδινέ μου, τσ' εμάς αφήνεις κρύους,
πεινασμένους, διψασμένους τσ' όχι λίγο μαραμένους.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Πάλι θα ρθεις Λειδινέ μου, με του Μάρτη τις δροσιές,
Με τ' Απρίλη τα λουλούδια τσαί του Μάη τις δουλειές.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου.
Ήρθ' η ώρα να μας φύγεις, πάαινε εις το καλό,
τσαι με το καλό να έρθεις τσ' όλους να μας βρεις γερούς.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου τσαι κλησαρωμένε μου."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Το έθιμο τούτο, αναβιώνεται σήμερα στην Αίγινα, και όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του νησιού:

«Ο Λειδινός είναι ένα φθινοπωρινό αγροτικό, φαλλικό έθιμο, με συμβολικό χαρακτήρα και διάχυτο το περίφημο σατιρικό πνεύμα του Διονύσου, που από αρχαιοτάτων χρονών μέχρι και σήμερα αναβιώνει στην Κυψέλη της Αίγινας. Ημέρα αναβίωσης του εθίμου ήταν η 14η Σεπτέμβρη, ημέρα της ανύψωσης του τιμίου Σταυρού. Αυτή λοιπόν ήταν σπουδαία ημέρα για του Αιγινήτες, γιατί συμβόλιζε το τέλος των εαρινών και θερινών εργασιών, την αρχή των φθινοπωρινών και χειμερινών καθώς και την παύση διαφόρων συνηθειών τους. Μια από όλες τις συνήθειες ήταν το Λειδινό. Το Λειδινό ή Δειλινό κατά το Αιγινήτικο γλωσσικό ιδίωμα ήταν ένα μικρό γεύμα που έπαιρναν οι Αιγινήτες κατά το δείλι. Ήταν λιτό και περιλάμβανε λίγο τυρί ή ελιές, σκόρδο, κουλούρες κρίθινες και κρασί ρετσίνα. Αυτό το μικρό γεύμα που ήταν απαραίτητο ειδικά για τους εργάτες, άρχιζε από τα μέσα Μαρτίου και έπαυε στις 14 Σεπτεμβρίου. Όταν λοιπόν έπαυε έπρεπε να τελεστή κάτι σαν να επρόκειτο περί θανάτου κάποιου έμψυχου όντος, που να παριστάνει και να εικονίζει τον πραγματικό θάνατο. Έτσι οι γυναίκες του χωριού μαζεύονταν, κατασκεύαζαν ένα ανδρικό ομοίωμα που το παρουσιαστικό του έδειχνε ένα νέο της αγροτιάς με ντρίλινα ρούχα που τα γέμιζαν με άχυρο, το οποίο συμβόλιζε την εποχή της συγκομιδής. Το κεφάλι του το σχημάτιζαν μα Αιγινήτικο κανάτι και το ζωγράφιζαν με κάρβουνο για να παραστήσουν το στόμα, μύτη, μάτια κλπ. Τον στόλιζαν με στάχια, βασιλικούς και άλλα λουλούδια. Του φορούσαν τραγιάσκα. Απαραιτήτως του έβαζαν γεννητικά όργανα (ένα γουδοχέρι με δύο μικρά ρόδια) ως ένδειξη της διαιώνισης και αναπαραγωγής της ζωικής και φυτικής ύπαρξης. Τον ξάπλωναν σε ένα τραπέζι. Γύρω του έβαζαν διάφορα αφιερώματα. Φυτρωμένα αράκια, στάρι και φακές που συμβόλιζαν τους κήπους του Άδωνη. Αγροτικά εργαλεία, δρεπάνια, καλάθια και καλάμια που συμβόλιζαν τις λαμπάδες που άναβαν στους νεκρούς. Γύρω από το τραπέζι και εν χορώ οι γυναίκες, μοιρολογούσαν με το εξής τραγούδι: [βλ.παραπάνω] Μετά το θρήνο έβαζαν τον νεκρό πάνω σε μία πόρτα στολισμένη με λουλούδια, ιδίως δειλινά και πήγαιναν να τον θάψουν. Σχηματίζονταν μια πομπή, ιδίως από παιδιά που κρατούσαν λουλούδια, κλαδιά από φοίνικες και σημαίες πάνω σε κοντάρια, τα μαντήλια των γυναικών και τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι. Στη συνέχεια πήγαιναν τον νεκρό Λειδινό και τον έθαβαν σε ένα λάκκο και έπαιρναν το ομοίωμα του νεκρού. Τότε έτρεχαν και φώναζαν «Αναστήθηκε ο Λειδινός». Το βράδυ μοίραζαν το στάρι, κρίθινες κουλούρες, κρασί, ρετσίνα και πολλούς άλλους μεζέδες και όλο το χωριό άρχιζε τον χορό και το τραγούδι με τα παλιά τραγούδια της Αίγινας. Το έθιμο σταμάτησε στην Κυψέλη όπου γινόταν με τον πόλεμο του 1940. Μεταπολεμικά πρωτεργάτρια της αναπαραστάσεως του εθίμου ήταν η Ασπασία Γκίκα και μάλιστα το ομοίωμα του Λειδινού είχε έντονο φαλλικό χαρακτήρα. Η Κοινοτική αρχή επανέφερε από το 1994 την αναβίωση του εθίμου, σε συνεργασία με τον Μορφωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο Κυψέλης.»
(http://www.aeginaportal.gr/content/view/357/31/lang,el/)


Αλλά έθιμα της μέρας αυτής, που σχετίζονται με τη σπορά και τις αγροτικές εργασίες, συναντάμε σε όλη την Ελλάδα:
"Η ιερότητα της μέρας συντελεί, ώστε να γίνονται τότε οι προετοιμασίες για τη σπορά που πλησιάζει, και κυρίως η ευλόγηση του προορισμένου γι'αυτήν εκλεκτού σπόρου. Για τον σκοπό αυτό στέλνουν στην εκκλησία πολυσπόριο, μείγμα απ'όλα τα είδη των σπόρων, για να λειτουργηθούν και να ευλογηθούν. Αναφέρω μερικά παραδείγματα. Στους Γαλανάδες της Νάξου την ημέρα αυτή "κάθε γεωργός θα βάλει σε μια πετσέτα λίγο κριθάρι, λίγα φασόλια, κουκιά και ό,τι άλλο έχει, για να σπείρει, και τα πάει στην εκκλησιά κι αφήνει την πετσέτα του δεξιά της Αγίας Θύρας ' εκεί σχηματίζεται σωρός ολόκληρος, τον οποίον ο ιερεύς ευλογεί μετά το τέλος της λειτουργίας. Καθένας κατόπιν παίρνει την πετσέτα του με το λειτρουημένο σπόρο. Όταν πρόκειται να σπείρει, ο γεωργός θα βάλει μέσα στο δισάκι του, που περιέχει τον σπόρο, που θα σπείρει, και λίγο λιτρουημένο σπόρο, λέγων: Έλα Χριστέ μου και Παναγιά μου, η ώρα η καλή."
Στα Κλουτσινοχώρια Καλαβρύτων "πάνε πολυσπόρι στην εκκλησιά, δηλαδή ένα σπυρί από όλους τους καρπούς (σιτάρι, κριθάρι, φασόλια κ.λ.π.) μέσα σ'ένα μαντίλι, το οποίο θέτουν κατά την λειτουργίαν υπό υην Αγίαν Τράπεζαν ' επανερχόμενοι ρίπτουν το καθέν εις τον σωρόν του."
Στη Σκύρο "βράζουν κόλλυβα για την υγεία των παιδιών τους. Τα παιδιά, παίρνει καθένα τη χαδούλα του (ταψάκι μπακιρένιο βαθουλό) και την πάει μονάχο του στην εκκλησιά, στον Εσπερινό."
Στην Επίδαυρο "το σιτάρι, που θα ευλογήσει ο παπάς το πρωί του Σταυρού στην Εκκλησία, είναι από το "σταυρό", δηλαδή από την τελευταία χεράδα, που κόψανε το θέρο στο χωράφι."
Η τελευταία αυτή είδηση μας επαναφέρει στα αγροτικά έθιμα του καλοκαιριού. Υπάρχει δηλαδή η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μια ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι", "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως ΄"αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Ένα επιπλέον έθιμο που συναντάμε στα λαογραφικά Παξών, μας πληροφορεί πως:
"Του Σταυρού (14 Σεπτ.) παλαιότερα, εκοπανίζανε ελιές στο γουδί και κάνανε λάδι κι ανάβανε το καντήλι. Αν δεν επέφτανε, εμαδούσανε.
"Όσες ελιές μάσεις, ως τα Χριστούγεννα, είναι ήυρεμα. Καλό κάνουν αυτές που πέφτουν, δυναμώνουν οι άλλες και επίτηδες, για ν'ανάψουνε το καντήλι. Τις βάζουν μέσα στη σκάφη με θερμό, για να μαζέψουν το απάνω λάδι, νά'ναι καθαρό"."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Λαογραφικά σύμμεικτα Παξών")

Τέλος:
"Από τη μέρα αυτή και οι ναυτικοί σταματούν τα μακρινά ταξίδια, όπως συμβουλεύει και η κοινή παροιμία: Του Σταυρού σταύρωνε και δένε ή του Σταυρού κοίτα και τ'άι-Γεωργιού ξεκοίτα. Άλλη παροιμία λέγει: Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
Ήδη από την παραμονή επιτρέπεται η είσοδος των παιδιών στ'αμπέλια και στους κήπους, όπως και των βοσκημάτων στους θερισμένους αγρούς. Και προς το βράδυ ανάβονται φωτιές με τις σησαμιές και άλλα χόρτα (κάψαλοι), τις οποίες πηδούν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

(*ασπρόμαυρες φωτογραφίες από βιβλίο Γ.Α.Μέγα)

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...



του Κώστα Λιάπη (αποσπάσματα)

"..[...].. Ένας μικρός, λοιπόν, Διόνυσος πλαντούσε από παλία στην ψυχή του κάθε πηλιορείτη, ένας ανθοστόλιστος κι αγκρισμένος "Μάης" ασφυκτιούσε στην καρδιά του κάθε ξωμάχου του βουνού των πανάρχαιων μύθων.

Με τον ερχομό της ευωδιασμένης `Ανοιξης τούτος ο Μάης ξεπεταγόταν αλλοπαρμένος μέσα απ'το πανηγύρι της οργασμένης φύσης και πιλαλούσε λαγνισμένος πάνω στο παχύ χορτάρι κι ανάμεσα στις μοσχοβολιές των λουλουδιών. Σύμβολο ακατάλυτο λες της παγανιστικής χαράς και της αναγέννησης της φύσης, για να ξαναφέρει την πίστη του πανάρχαιου λαού στις παλιές ρίζες της και να ξαναδώσει, ανάμεσα από τους αιώνες της ελληνικής ζωής, ατόφιες τις οργιαστικές ιεροτελεστίες, όπου συμβολίζεται ο παμπάλαιος δεσμός της πηλιορείτικης γης με το θεό της βλάστησης και της αναπαραγωγής.

Έτσι, λοιπόν, στο πηλιορείτικο χορευτικομιμητικό έθιμο των Μάηδων, που αποτελεί μία απ'τις γνωστότερες και γραφικότερες εκδηλώσεις της ελληνικής Πρωτομαγιάς, βλέπουμε, μ'όλο τον καταιγισμό των ξενικών επιδράσεων, διατηρημένες ακέραιες τις βασικές ομοιότητες με τους πανάρχαιους Διονυσιακούς μύθους και τα θεμελιώδη τελετουργικά γνωρίσματα της λατρείας της φύσης που εκφράζονται με παρόμοιες με τη γιορτή των Μάηδων αρχαίες τελετές.

Στους μύθους, ιδιαίτερα, τους σχετικούς με τον `Αδωνη και το Διόνυσο αναγνωρίζουμε πάμπολα στοιχεία των Μάηδων της εποχής της τουρκοκρατίας, αλλά και των κατοπινών, μέχρι την εποχή του μεσοπολέμου, χρόνων. Σε πολλούς απ'αυτούς τους μύθους, όπως και στο μύθο των Μάηδων, ο κεντρικός καμπάς είναι ο ίδιος: Ένα πρόσωπο δολοφονείται, θάβεται μ'ένα χλωρό κλαρί ή μ'ένα λούλουδο στο χέρι και στα στερνά ανασταίνεται κάτω απ'την επίδραση των τραγουδιών και των χορών των φίλων του.

Κάτι παρόμοιο, εξάλλου, με το παραπάνω, βλέπουμε και στα ΄"Ελευσίνια" όπου, όπως μας πληροφορεί ο Πρόκλος, η Περσεφόνη δίνει με τη βοήθεια του άντρα της, του Πλούτωνα, μια νέα ψυχή σε έναν από κείνους που λίγο πιο πριν είχαν χτυπηθεί καίρια απ'το θάνατο. Ο Συμβολισμός που επισημαίνεται σε τούτους τους αρχαίους μύθους είναι τόσο φανερός, όσο κι η ομοιότητα των τελευταίων με το νεότερο μύθο των Μάηδων.

Τί ήταν όμως τούτοι οι Μάηδες στο Πήλιο και πώς γιορτάζονταν;

Ο μακαρίτης ο Κορδάτος μας πληροφορεί πως η γιορτή τούτη δεν ήταν παρά μια δραματική παράσταση που γινόταν από 15-20 μεγάλους νέους μασκαρεμένους πού'χαν στη μέση το "Μάη", έναν νέο δηλαδή, καταστόλιστο από λουλούδια. Σε κάποια στιγμή, ένας απ'τους μασκαρεμένους νεόυς πείραζε άσεμνα το κορίτσι που ακολουθούσε τη συντροφιά και τότε ο νέος, πού'ταν ντυμένος σα γενίτσαρος, πυροβολούσε και "σκότωνε" το φταίχτη. Όταν ο θάνατος του τελευταίου διαπιστωνόταν από την κουστωδία του Μάη, η παρέα έβαζε ένα λουλούδι πάνω στο "νεκρό" κι έστηνε γύρω του εύθυμο χοροκόπι. Μέσα στο ξέφρενο τότε πανδαιμόνιο που ακολουθούσε, ο "σκοτωμένος" ανασταινόταν κι ακολουθούσε ολόγερος την πανεύθυμη συντροφιά του.

Αυτή ήταν η αρχική βασική πλοκή του μύθου των Μάηδων. Αργότερα όμως τούτος ο μύθος παράλλαξε στις λεπτομέρειές του κι απ'την όλη εκδήλωση, που ξομπλιάστηκε στο μεταξύ και με καινούρια γραφικά στοιχεία, έλειψαν τα ... αίματα και προστέθηκε το ωφελιμιστικό στοιχείο.

Πρωταγωνιστής όμως πάντα, μέχρι δηλαδή τις παραμονές του τελευταίου μεγάλου πολέμου που το βαθιά ριζωμένο στην παράδοση του πηλιορείτικου λαού έθιμο γιορταζόταν σε όλα τα πηλιορείτικα χωριά και κυρίως στη Μακρυνίτσα, ήταν ο Μάης. Τούτος είχε, όπως τον παρουσιάζει ο λαογράφος Βασίλης Πλάτανος, το σώμα του σκεπασμένο με κισσούς, κλήματα, δάφνες, αγιοκλίματα, τριαντάφυλλα, γαρούφαλλα, παπαρούνες, μαργαρίτες, ανεμώνες, βιόλες, σπαρτιές και ήταν πλουμισμένος με τα χρώματα των λουλουδιών τα πράσινα, τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα μενεξελιά, τα βυσσινιά, τα γαλάζια, τα καφετιά, τα λιοτροπιασμένα, απ'την κορφή ίσαμε τα νύχια των ποδιώνε του, και στο κεφάλι φορούσε μυριοπλεγμένο στεφάνι μ'ολάκερο τον ανθισμένο κόσμο της γης. Στα χέρια του κρατούσε το οργιαστικό σύμβολο του προκατόχου του Διόνυσου, το μαγιόξυλο, καταφορτωμένο με λουλούδια και καρπούς και καθώς το χτύπαγε πάνω στο χώμα, τραγούδαγε ένα αψάφωνο σκοπό με τούτα τα λόγια:

"Κόρη ξανθή τραγούδησε από γυαλένιον πύργο,

και πήρ'αγέρας τη φωνή και στο γυαλό την πάει,

κι όσα καράβια τ'άκουσαν όλα λιμάνια πιάσαν,

κι ένα καράβι κρητικό βαθιά καλαρμενίζει.

Με τον αγέρα μάλωνε, με το βοριά μαλώνει.

-Δε σε φοβάμαι κυρ-βοριά, μαέστρο-τραμουντάνα

έχω καράβ' από καρυά, κατάρτ' από πλιξάρι,

έχω και καραβόσκοινα όλο μαργαριτάρι,

έχω κι ένα μουτσόπουλο θαλασσογυρισμένο

-Ανέβα βρε μουτσόπουλε στο μεσιανό κατάρτι,

να δεις τι αγέρας μας βαρεί και τι καιρός μας δέρνει.

Παιζογελώντας 'νέβαινε, κλαίγοντας κατεβαίνει.

-Τί είδες βρε μουτσόπουλε, και κλαις και κατεβαίνεις;

-Κορ' είδα με ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα μάτια.

-Κόρη ξανθιά μου άνοιξε την πόρτα την καρένια,

έχω δυο λόγια να σου πω γλυκά και ζαχαρένια.

Κόρη σα θέλεις φίλημα, σα θέλεις μαύρα μάτια

πάρε κι αρμάθιασε φλουριά και κάν' πέντ' αρμάδες,

κι έλα μαζί μου μια βραδιά, αμάν, αμάν, αμάν ένα Σαββάτο βράδυ,

Πού είν' η μάνα μ' στ'ν εκκλησιά, πατέρας στο παζάρι,

τα δυο 'δελφάκια στο σκολειό, σ'ένα χαρτί διαβάζουν,

τό'να διαβάζει λεμονιά και τ'άλλο κυπαρίσσι."

Με το σκοπό τούτο ο Μάης κουβαλούσε ως την εποχή μας τις περιπλανήσεις του Διονύσου στις θάλασσες του ελληνικού αρχιπελάγους, όταν ο θεός του κρασιού, όντας αιχμαλωτισμένους από τυρρηνούς πειρατές, κατάφερε να τους γητέψει με τις μαγείες του και να βγει στα στερνά της Νάξου όπου και παντρεύτηκε την ξανθιά Αριάδνη, την προδομένη απ'το Θησέα, κόρη του Μίνωα. Έτσι διαιωνίστηκε ως τις μέρες μας ο τραγουδισμένος κι απ'τον θείο Όμηρο αρχαίος μύθος που συμβολίζει την ένωση του αγροτικού θεού Διονύσου με την Αριάδνη, που προσωποποιεί την ανοιξιάτικη φύση, τη γονιμοποιημένη κάτω απ'την επίδραση του αγκρισμένου αρχαίου θεού.

Ο Μάης όμως δεν ήταν μονάχος σε τούτο το εθιμικό γιορτάσι. Και μπορεί βέβαια σ'αυτή τη διθυραμβική πορεία του πάνω στη λουλουδόσπαρτη πηλιορείτικη γη να μην τον ακολουθούσαν οι παλιοί σάτυροι, οι τράγοι, οι σειληνοί, οι νύμφες και οι λήνες, τον περιτριγύριζαν όμως χορευτικά οι σύγχρονοι ακόλουθοί του πού'ταν κυρίως τα ζεϊμπέκια, γιορτινοντυμένα με πλουμιστά γελέκια και σαλβάρια, με φαρδιά ζωνάρια γιομάτα γιαταγάνια και πιστόλες και σαρίκια όλο φούντες και κρόσια.

[...]

Και σόδευαν τα φιλέματα οι μασκαρεμένοι Μάηδες (σύκα, καρύδια, φουντούκια, αμύγδαλα και παράδες) κι έτρεχε ασταμάτητο κι ερεθιστικό απ'τις τσιτούρες και τις κρασόφλασκες στους ξαναμμένους καταπιόνες το ντόπιο κοκκινέλι, η μπραϊλα και το φραουλί.

Οχτώ ολάκερα μερόνυχτα κρατούσε στα καλά τα χρόνια τούτο το πηλιορείτικο γιορτάσι. Και τριγύριζαν ξεφρενιασμένοι οι Μάηδες από χωριό σε χωριό, και ξεδίπλωναν το ασίγαστο κι οργιαστικό χοροκόπι από καλντερίμι σε καλντερίμι κι από παζάρι σε παζάρι...

[...]

...Ανεπίστροφα κύλισε η χαρισάμενη εκείνη εποχή. Ξεθυμασμένα πια κάτω από τις σύγχρονες επιταγές τα πηλιορείτικα ραβαϊσια, άφαντοι ξορκισμένοι κι οι Μάηδες της ντόπιας παράδοσης. Ο αγέρας της "προόδου" σάρωσε στις μέρες μας την "οσμή της πνευματικής ευωδίας" που πλατάγιζε πυκνή κι ευφρόσυνη στους παλιότερους καιρούς πάνω απ'τον πηλειορίτικο χώρο. Απογυμνωμένη φαντάζει πια η λαϊκή ψυχή απ'τα παραδοσιακά της ξόμπλια, γυμνή απ'τις πατροπαράδοτες εθιμικές της καταβολές. Πολλή "τζαζ" ακούγεται πια στο Τέμενος της γνήσιας Τέχνης και Παράδοσης, καλά το είπε ο μακαρίτης ο Μυριβήλης, πολλή "σκοπιμότητα" αλλοτρίωσε τους ιερούς εθιμικούς μας Ναούς. Κάτω από τούτες, λοιπόν, τις συνθήκες, όπου τα παραδοσιακά μας έθιμα γίνονται κακόγουστα "σήριαλς" και "σλόγκαν" για φτηνή τουριστική εκμετάλλευση, φυσικό ήταν κι οι "Μάηδες" να μην ξαναδιώσουν μεταπολεμικά με την αλλοτινή τους τουλάχιστο, εθιμική γνησιότητα. [...]"

Κώστας Λιάπης, "Ώρες του Πηλίου"


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Άδωνις και Αφροδίτη

Ο `Αδωνις , γιος του Κινύρα και της Σμύρνας, από τη στιγμή που ήρθε στον κόσμο, βρέφος ακόμη, ήταν τόσο όμορφος που μόλις τον είδε η θεά Αφροδίτη τον έκλεψε και μυστικά από τους άλλους θεούς τον έκρυψε σε ένα σεντούκι και τον εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη. Καθώς, λοιπόν, ο `Αδωνις μεγάλωνε κι έγινε άντρας, η Περσεφόνη θαμπώθηκε κι αυτή από την ομορφιά του και αρνήθηκε να τον στείλει πίσω στην Αφροδίτη. Τότε η Αφροδίτη, ζήτησε από το Δία να αποφασίσει για την τύχη του και να λύσει τη διαφορά που προέκυψε. Ο Δίας κατέληξε στην εξής λύση: Το ένα τρίτο κάθε χρονιά ο `Αδωνις θα συντρόφευε την Αφροδίτη, το δεύτερο τρίτο θα έμενε κοντά στην Περσεφόνη και το τελευταίο τρίτο θα ήταν ελεύθερος να το ξοδέψει όπως προτιμούσε.

Ο `Αδωνις, ωστόσο, ερωτευμένος με την Αφροδίτη, επέλεξε να της αφιερώνει και το τελευταίο τρίτο κάθε χρονιάς. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και ο ζηλόφθονος `Αρης, έστειλε ένα άγριο κάπρο να τον σκοτώσει καθώς εκείνος κυνηγούσε. Κι έτσι κι έγινε. Η Αφροδίτη, βαριά ερωτοχτυπημένη, τον έκλαψε τότε απαρηγόρητα. Και καθώς από το χυμένο αίμα του σκοτωμένου `Αδωνη πρόβαλαν για πρώτη φορά στον κόσμο τα ρόδα, από τα αστείρευτα δάκρυα της Αφροδίτης ξεφύτρωσαν οι ανεμώνες...


(Υ.Γ.)  Τελικά, όμως, η απαρηγόρητη Αφροδίτη παρακάλεσε και έπεισε την Περσεφόνη να του επιτρέπει να ανεβαίνει στον Απάνω Κόσμο για έξι μήνες κάθε χρόνο ώστε να μπορούν οι δυο εραστές να σμίγουν..

(μυθολογικά στοιχεία από "Ελληνική Μυθολογία", Ι.Θ. Κακριδή)