![]() |
| Κάλαντα, Αθήνα 1950-60-Βούλα Παπαϊωάννου |
Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε έθιμα και παραδόσεις ο νους μας πάει στην ύπαιθρο και στην επαρχία. Έτσι σπάνια κανείς πετυχαίνει αναφορές για τα της πρωτευούσης. Προφανώς γιατί τα περισσότερα σβήσανε νωρίς... Ας πάρουμε μια "λαογραφική γεύση", λοιπόν, από τον εορτασμό του Δωδεκαημέρου στην παλιά Αθήνα από την πένα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) και τα σπουδαία έργα του "Αἱ παλαιαὶ Άθῆναι" και "Ἰστορία τῶν Ἀθηναίων -Τουρκοκρατία" (τρίτομο):
![]() |
| Νικηφόρου Λύτρα-Τα κάλαντα (1872) |
"Τὸ Δωδεκαήμερον ἤρχιζεν ἀπό τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἐτελείωνε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. Κατ' αὐτὸ ἰδίως ἐσωρεύθησαν αἱ πλεῖσται θρησκευτικαὶ προλήψεις, δοξασίαι, δεισιδαιμονίαι καὶ ἐορτασμοί. Ἐλέγετο δὲ κοινῶς "τοῦ Κολοβελονίου" ' διότι κατ' αὐτὰς τὰς ἠμέρας ἤρχοντο οἱ καταχθόνιοι οὖτοι Δαίμονες [...] " ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")
![]() |
| (Δ.Γρηγορίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'") |
"Τότε ἐπέρχεται η στρατιὰ τοῦ Βάκχου, ἠ ὁποία ἀοράτως κρυφοζῇ εἰς τοὺς δρυμοὺς καὶ εἰς τὰ κάρκαρα [...], τότε τὰ μεσάνυχτα τῆς παραμονῆς ἐπέρχοναι κατὰ τῆς πόλεως διὰ νὰ παρενοχλήσουν ἰδίως τοὺς αὐστηροὺς τηρητὰς τοῦ νἐου θρησκεύματος: τὶς γρῃές. Ἅν δὲ εἰσέρχονται διὰ τῆς καπνοδόχης, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πορτίτσα εἶναι ἀσφαλῶς κλεισμένη καὶ Σταυρὸς διὰ κατραμίου εἰς τὸ ὑπέρυθρον σχηματισμένος. [...] Καὶ ἐν τούτοις τὸ ὄρθιον καὶ εἰδικὸν ξύλον τὸ ὀποῖον τοποθετεῖ ἡ γραῖα εἰς τὴν παραφωτιὰν, δίδουσα κ' εἰς αὐτὸ τοῦ Καλικαντζάρου το ὄνομα: Κολοβελόνη ἐν Ἀθήναις ἀποκαλουμένου -ὡς ἀπεδείξαμεν ἀλλοτε [...] πρόκειται περί τῆς αὐτῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ αἰχμηρὰ φύλλα ἔχον δένδρον: ὁ Κέντρος λέγεται καὶ Κάντζαρος- τὸ ξύλον αὐτὸν τῆς παραφωτιὰς καιόμενον δημιουργεῖ πολύτιμον τέφραν τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς περισυλλέγουσα ἡ γρῃὰ ραντίζει μὲ αὐτὴν τὸ ἀμπελάκι της." ("Αι παλαιαί Αθήναι")
![]() |
| καλικάντζαροι |
"Τότε, ὅλες ᾑ ψυχαὶς, καλαὶς καὶ κακαίς, εἶναι στὴ γῆ - λύμα τὰ δαιμόνια. ᾙ καλαὶς βλέπουν τοὺς συγγενεῖς των ποῦ τοὺς ἔχουν ἀποθυμίσῃ καὶ ᾑ κακαὶς εἶναι οἱ κολοβελόνηδες. Εἴχαν δὲ καὶ ἄσβυστο-ἀκοίμητο- καντῆλι διὰ τῂς ψυχαὶς καὶ δεν ἐνυκτέρευον ' μιὰ πεθερὰ ὄμως δὲν 'μποροῦσε νὰ βλέπῃ τὴ νύφη της νὰ κάθεται τὸ βράδυ σταυροχεριασμένη καὶ τῆς λέει "ἔλα νύφη νὰ ξεμματίσωμε κουκιὰ" καὶ καθήσανε στὴν παραφωτιὰ ' μόνε βλέπουν εὐθὺς καὶ κατεβαίνουν ἀπό τὰ κεραμίδια δύο ἄγριοι κολοβελόνηδες' ὁ ἕνας κρατοῦσε ματσοῦκι καὶ ὁ ἄλλος καλάμι. Καὶ ἐκεῖνος ποῦ κρατοῦσε τὸ καλάμι ἐδειρε τὴ νύφη χωρὶς νὰ πονέσῃ καὶ πολὺ, καὶ ὁ ἄλλος ποῦ κρατοῦσε τὴν ματσοῦκα κατασκότωσε τὴ γρηὰ στὸ ξύλο. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τῆς ποινῆς ἐτραγώδουν διὰ φωνῆς δαιμονιώδους τὸ ἆσμα:
"Παρωρίταις εἴμαστε,
παράωρα γυρίζομε
κουκκιὰ δὲν ξομματίζομε.
Βάρα τὴ γρηὰ μὲ τὴ ματσοῦκα
καὶ τὴν νειὰ μὲ τὴν καλάμα.""
("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ' & Α"')
![]() |
| Κάλαντα, Αθήνα 1950-Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος |
" Τὸ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ψαλλόμενον ὑπὸ τῶν παίδων ἐν Ἀθήναις ᾇσμα δὲν εἷναι τὸ γνωστὸν: "Καλὴν ἐσπὲραν ἄρχοντες, κ.τ.λ.", ἀλλ' ἕτερόν τι ἔχον οὕτω:
Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ κόσμου,
ὀποῦ 'γεννήθη ὅ Χριστὸς νὰ σὠσῃ τοὺς ἀνθρὠπους.
Στὸ μέλι ἐγεννήθηκε, στὸ γάλα ἀναθράφη.
Τὸ μέλι τρῶν' οἱ ἀρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες.
.............................................................................
Καὶ βάλε τὸ χεράκι σου στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη'
ἀν εἶναι χίλια, δός μάς τα, κι' ἀν εἶν' καὶ δυὸ χιλιάδες
ἀν εἶναι τρεῖς καὶ τέσσαρες, κι' αὐτὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι.
Σ'αὐτὸ τὸ σπῆτι ποὔρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραϊσῃ
κι' ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσῃ." *
("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")
[* π.β. : ευχετήρια κάλαντα Φώτων στο Πήλιο- "καλησπερίσματα" ]
![]() |
| κάλαντα-μοιρασιά, Αθήνα 1950-Δημήτρης Χαρισιάδης |
"Τὴν ἥμέραν τοῦ Ἀγίου Βασιλείου κατ' ἐξαίρεσιν δὲν ἐσκούπιζον, ἔκρυπτον μάλιστα τὴν σκοῦπα, τὸ θυμάρι ὅπως τὴν ἔλεγον, καὶ οὔτε ἀνέφερον τὸ ὄνομὰ του.
Ἐπήγαινον δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρύπτοντες εἰς τὰ θυλάκιά των ἔν ρόδι καὶ ἐπιστρέφοντες ἐσπαζον τοῦτο εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς λέγοντες: "Χρόνια πολλὰ κι' εὐτυχισμένα".
Τὴν μεσημβρίαν ἔκοπτεν ὁ οἰκοδεσπότης τὴν βασιλόπητταν εἰς τὰ τέσσερα σταυροειδῶς.
Μετὰ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ τὸ τραπέζι ἐστρώνετο ἐκ νέου καὶ ὅστις τοὺς ἐπεσκέπτετο ἐλάμβανε κάτι ἐξ αὐτοῦ, συνήθως γλύκισμα.
Δῶρα ἄλλα πλὴν χρυσῶν νομισμάτων δὲν ἐδίδοντο. Χάριν τῆς ἐπικρατούσης κατὰ την ἡμέραν ταύτην ἐλευθεριότητος ἔλεγον τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν, "Ὀ Άϊ Βασίλης κάμπος μὲ τὰ λουλούδια"." ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")
![]() |
| Σπυρίδωνος Βικάτου - Χριστουγεννιάτικο δένδρο (προ 1932) |
![]() |
| ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'") |
"Πολὺ χαρακτηριστικὴ εἷναι ἡ πρὸς τὸν Γεννάρην -Καλαντάρην- ἀπευθυνομένη ἰδίως προσφώνησι:
Κατὰ τὸ δεῖπνον δηλ. τῆς παραμονῆς τὰ κορίτσια τοῦ σπιτιοῦ τὴν πρώτην μπουκιὰ ποῦ ἔβαζαν εἰς τὸ στόμα των τὴν ἀπέσυρον μὲ τρόπον καὶ τὴν ἐφύλαττον μὲ προσοχή. Οἱ γεροντότεροι προσποιοῦντο ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνοντο τοῦτο. Ὅταν δὲ ἐπήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν αἱ κόραι, ἐτοποθέτουν τὴν μπουκιά των αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν των. Μὲ τὸ πρῶτον ὄνειρον -αὐτὸ ἧτο σημαντικὸν καὶ μυστηριῶδες- ἐξυπνοῦσαν, ἔπαιρναν τὴν μπουκιὰ ποῦ ἦτο κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι των, ἄνοιγον τὸ παράθυρον, τὴν ἐπετοῦσαν καὶ προσφωνοῦσαν ὡς ἐξῆς:
Ὥ Γεννάρη Καλαντάρη
καὶ καλὰ καλαντισμένε!
Ἐκεῖ στὴ Γέννα ποῦ θὰ πᾷς καὶ κεῖ ποῦ θὰ γυρίσῃς,
ἐκεῖ 'ναι ᾑ Μοίραις τῶν Μοιρῶν καὶ ἡ δική μου ἡ Μοῖρα.
Ἄν εἶναι πλούσια καὶ καλή, πές της νἀρθῇ να μ'εὕρῃ,
κι' ἄν εἶναι καὶ πεντάφτωχη, πάλι νἀρθῇ νὰ μ' εὕρῃ."
("Αι παλαιαί Αθήναι")
![]() |
| κουραμπιέδες -Βούλα Παπαϊωάννου |
(Σημ. Τα κείμενα του Καμπούρογλου αφορούν, προφανώς, εποχές παλαιότερες εκείνων που απεικονίζουν οι φωτογραφίες (από το αρχείου Μουσείου Μπενάκη). Βέβαια εκείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι ραγδαία η εξέλιξη και οι αλλαγές στον κοινωνικό βίο, στα ήθη και στα έθιμα...)



















