Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάμψας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάμψας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...

"Ένας πατέρα κεφαλή,

δώδεκα γιοι ποδάρια
και κάθε γιος στη ράχη του
έχει τριάντα κόρες.
Καθε βραδύ πεθαίνει η μια
ταχιά γεννιέται η άλλη..."

Νέα χρονιά, νέος μήνας...

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ο Γενάρης είναι ο πιο ψυχρός και πιο βροχερός μήνας του Χειμώνα. Με το έμπα του, ξεσκίζει τα πέλαγα και σωριάζει στα βουνά αμέτρητα χιόνια. Τα κρύα του κρυσταλλώνουν τις λιθαρόβρυσες κι οι αγέρηδές του μουγκρίζουν στις στέγες των σπιτιών, σα λαβωμένα θηρία. Κανένας άλλος μήνας δεν θυμώνει τόσο πολύ όσο ο Γενάρης. Λες κι έχει προηγούμενα με τους ανθρώπους και τα ζωντανά της φύσης.
Το παγερό του χνώτο σε φτάνει, όπου κι αν βρίσκεσαι, και σε περονιάζει ως το κόκαλο. Οι άνθρωποι ντύνονται σαν τα κρεμμύδια και τις μακρές του βραδιές κάθονται ανάγυρα στα παραγώνια και σοφίζονται ένα σωρό παραμύθια κι ιστορίες. Κουβεντιάζουν ολάκερες ώρες και παίρνουν σβάρνα όλες τις πτυχές της ζωής. Και τί δε λένε! Αρχίζουν απ'τον πέρα μαχαλά και φτάνουν ως τον δώθε. Πώς να μεσιάσουν τούτες οι νύχτες! Γι'αυτό από μερικές θ'ακούσεις να λένε πως: "Οι γεναριάτικες νύχτες, για να περάσουν, θέλουν συντροφιά και κουβέντα."


Τσαρούχης, "Γενάρης"
Την πρώτη μέρα του Γενάρη οι άνθρωποι γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου και τον Άη-Βασίλη. Τον κατάκοπο κι ασπρομάλλη Γέροντα, που φέρνει, από μακριά, τα δώρα στα αθώα παιδιά και σκορπάει καινούρια όνειρα και νιόφαντες ελπίδες στις σκέψεις και στις καρδιές των μεγάλων ανθρώπων. Η αρχιμέρα αυτή τούτο το μήνα, με τη διπλή γιορτή, πανηγυρίζεται, απ' άκρη σ' άκρη, με ιδιαίτερη χαρά και σπάνια ξεφαντώματα.
Ο λαός μας την πρώτη μέρα του Γενάρη τη θέλει συννεφιασμένη και κρυερή "για να μην μπορέσει να λιάσει η αρκούδα τ'αρκουδόπουλά της", γιατί τό'χει σε κακό. Οι ξώμαχοί μας πιστεύουν πως άμα τα λιάσει, η χρονιά δε θα πάει καλά. Θα φέρει πολλά ανάποδα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα με το θαμποχάραμα. [...]
Μόλις τελειώσουν το τραγούδισμα τα παιδιά, οι νοικοκυρές τα φιλεύουν νομίσματα και γλυκά κι εκείνα φεύγουν χαρούμενα γι' άλλα σπίτια και γι' άλλες γειτονιές.
Ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού παίρνει η αλλαγή της χρονιάς, στα χειμαδιοκόνακα. Η Πρωτοχρονιά για τους τσελιγκάδες, γι' αυτούς τους ανθρώπους των βουνών μας, έχει μεγάλη σημασία και θεωρείται ξεχωριστή μέρα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Απ' την παραμονή, κιολας, της αρχιμηνιάς αρχίζουν οι προετοιμασίες και τ'αναστατώματα στα τσελιγκάτα. [...]
Σύνταχα της Πρωτοχρονιάς, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγγαδίσια νερά γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουνε μέσα στο θαμποσκόταδο, χορεύοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ' τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε ' "θα μας πάει καλά η χρονιά και τα πράγματά μας θα προκόψουν".
Αν, όμως, τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. Πιστεύουν πως η χρονιά θά'ναι κακιά κι ανάποδη. Πως θα φέρει πολλά παιδέματα, κακοπάθειες και πεθαμούς.
Την αρχιχρονιά, αυτός που θά'ρθει στα κονάκια, εύχονται όλοι τους νά'χει καλό ποδαρικό. Πρωτομπαίνοντας δε μέσα στο καλύβι τους, πρεπει να πατήσει με το δεξί του πόδι, για το καλό του χρόνου. Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν, μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά. "Θηλ'κά", θα τ'ακούσεις απ'τον τσοπάνη.
Για τον ίδιο σκοπό, πάλι, ταϊζουν τα γιδοπρόβατά τους και φακή την ημέρα αυτή. Μ'όλα αυτά οι τσοπάνηδες πιστεύουν πως φέρνουν γούρι στα μαντριά τους κι αυγατίζουν τα κοπάδια τους.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι ο πιο ανάποδος μπιστικός μπαίνοντας στο μαντρί του, θα κάνει το σταυρό του και θα σιγοειπεί και μιαν ευχή: "Καλή χρονιά με το κοπάδι μου και μ'όλο το βιος μου". [...]"




Γράφει κι ο Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών") για "της τύχης το κυνηγητό":
""Ο λαός πλάθει μες στα όνειρά του κόσμους καλύτερους από τούτον τον πεζό, όπου ζει και βασανίζεται" (Γιάννης Βλαχογιάννης)
Πλάθει και ποθεί και κυνηγάει τους κόσμους αυτούς μ'όποιον τρόπο μπορέσει. Όσο κι αν βλέπει να περνούν τα χρόνια του "ίδια πάντα κι απαράλλαχτα", όσο κι αν αναγκάζεται να ομολογεί πως "κάθε πέρσι και καλύτερα", κρατάει πάντα τις ελπίδες του γερές για τα μελλοντικά και κυνηγάει το καλύτερο και περιμένει... [...]
Ο λαός -χρόνια τώρα με την παράδοση και τη λαχτάρα- έχει μάθει καλά τα τερτίπια του κυνηγητού της Τύχης, τα μυστικά για το κάλεσμα και τη φιλία της. Κι αν δεν το καταφέρει να τη φέρει κοντά του από μονάχη της, βάνει σ'ενέργεια άλλους τρόπους μαγικούς, που την κάνουν, λέει, θέλοντας και μη να του χαρίσει, έστω και για μια χρονιά, την ευτυχία. [...]

Πώς να περάσω Ανατολή, πώς να περάσω Δύση,
να πά' να βρω την Τύχη μου να με παρηγορήσει;
Σηκώνει τα παιδιά της απ'τα χαράματα η νοικοκυρά, τα πλένει, τα φρεσκαλλάζει, τα καμαρώνει παστρικά και ροδοκόκκινα' νά'ναι καλά, να ξυπνάνε έτσι χαρούμενα και γερά όλον τον χρόνο. Βάζει το γιο του ο πατέρας να δουλέψει από πρωί την τέχνη του, ν'ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λίγο' να γίνει προκομμένος μέσα στη χρονιά, όχι τεμπέλης κι άπραγος δίχως γνώση. Ο κάθε νοικοκύρης σήμερα, έχει δεν έχει, θα βάλει όλα του τα δυνατά να τα βολέψει πλουσιοπάροχα, να φάνε τα παιδιά του και τα ζώα άφθονα κι αρχοντικά. Χαρούμενοι όλοι τους μπρος στα αγαθά τους, πρέπει να περάσουν τούτην την "χρονιάρα" μέρα ευχαριστημένοι. Δεν πρέπει να γκρινιάζουν, δεν πρέπει να πικραθούν, δεν πρέπει να πεινάσουν. Να μη μελετήσουν καν τις λέξεις τις κακές -φτώχεια, κρύο, φυλακή, ξυπολισιά, ψύλλοι, περονόσπορος, χτικιό, θανατικό- που όλον τον χρόνο τους βασανίζουν. Σήμερα, μελετάνε μόνο το καλό. Ποιός ξέρει! Μπορεί η Τύχη να ξεγελαστεί και να το πάρει απόφαση, πως μπήκε πια στο σπίτι τους η γειάκαι η καλοπέραση.[...]
-"Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Και σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψέ τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά, και στάσου εκεί, την ώρα τα μεσάνυχτα, και πες:
Ω Γενάρη, καλαντάρη, και καλά καλαντισμένε,
εκεί στις Άκριες που θα πας, κι εκεί που θα γυρίσεις
εκεί 'ναι οι Μοίρες των Μοιρών και η δική μου Μοίρα'
αν είναι πλούσια και καλή, πες της να'ρθεί να μ'εύρει,
αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να'ρθεί να μ'εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο, και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες."
Ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας του έτους, οφείλει το όνομά του στη θεότητα των Ρωμαίων Ιανό.

"Διπρόσωπος θεός της Ιταλίας. Είναι ο θεός κάθε αρχής, και στις
ρωμαϊκές προσευχές αναφερόταν πρώτος [...] Δεύτερη ιδιότητα του Ιανού ήταν του φρουρού και του προστάτη των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Για αυτό και τα ιερά του βρίσκονταν κοντά στις πύλες και σ'όλες τις διασταυρώσεις. [...] Το περίεργο είναι πως ο Ιανουάριος ήταν αρχικά ο ενδέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους και μόνο αργότερα έγινε ο πρώτος." (από το "Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Λάμψα)

Γράφει για το Γενάρη κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "...όνομα που έδωσαν στον Ιανουάριο προς τιμήν του θεού Janus, που ήτο θεός της ειρήνης και του πολέμου." Ο βασιλιάς Νουμάς (715-672π.Χ.) "προς τιμήν του Ιανού ανήγειρεν είς την αγοράν της Ρώμης ναόν, ο οποίος εσυμβόλιζε την αρχήν και το τέλος της βλαστήσεως και είχε τας πύλας του εν καιρώ μεν πολέμου ανοικτάς, εν καιρώ δε ειρήνης κλειστάς. Επί του ναού ο Νουμάς ετοποθέτησε και άγαλμα του θεού Ιανού, όπου παρίστατο διπρόσωπος, και το μεν ένα πρόσωπον έβλεπε προς Ανατολάς, το δ'άλλο προς Δυσμάς." Όσο για την αντιστοιχία του με το Αττικό ημερολόγιο, ο Ιανουάριος, πάνω-κάτω, αντιστοιχούσε με τον αρχαίο μήνα "Γαμηλιών" κατά τον οποίο γίνονταν και οι περισσότεροι γάμοι. Κι όσο για τις δημώδεις ονομασίες του ο Βρετάκος μας πληροφορεί πως λέγεται "Γενάρης, αλλά και εσφαλμένα Γεννάρης εκ παρετυμολογίας προς το "γέννα", Μεσοχείμωνος, Κρυαρίτης (επειδή κατ'αυτόν δυναμώνει το κρύο), Κλαδευτής (διότι είναι κατάλληλος δια την κλάδευσιν μήνας), Καλαντάρης ή Καλεντέρης, Τρανός, Μέγας μήνας ή Μεγαλομηνάς(κατ'αντίθεσιν προς τον Φεβρουάριον που λέγεται Μικρός ή Κουτσός)."


Ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες") μας δίνει κι άλλες λαϊκές ονομασίες του απ'την Κρήτη, όπως "Κατσουλομήνας, γιατί τότε οι γάτες οργιάζουν, Χειμωνιάρης, γιατί ο χειμώνας έχει μπει για τα καλά, Γεννολοήτης, γιατί τότε γεννοβολάνε τα κοπάδια". Σύμφωνα με τις ονομασίες αυτές, είναι κι οι περισσότερες παροιμίες που αφορούν το Γενάρη:
Γενάρη μήνα κλάδευγε, φεγγάρι μην ξετάζεις.
Το Γενάρη κόψε κλήμα και φεγγάρι μη γυρέψεις. 
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θά'ν' τον Αλωνάρη.
Χιόνιασ' έβρεξε ο Γενάρης, ούλοι οι μύλοι μας αλέθουν.
Χειμωνιάτικη η Γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βρεχούμενη, τ'αμπάρια γεμισμένα. 
Το Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θε να το πάρει.
(επειδή κατά το Γενάρη η αροτρίωση είναι παράκαιρη κι ανώφελη) 
Ο Γενάρης κι αν γεννά του καλοκαιριού μηνά.
Ο Γενάρης κι αν γεννάται, του Καλοκαιριού θυμάται.
(αφορούν τις Αλκυωνίδες μέρες) 
Κόψε ξύλο το Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι.
Γενάρη, Καλαντάρη, τα κορίτσια σου πού τά'χεις στα θολόσταχτα κρυμμένα;
Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται. 
Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.
(για τη διατροφή) 
Όποιος θε να βαμβακώσει, το Γενάρη θε να οργώσει.
(ειδικά για το βαμβάκι) 
Αδελφέ Μιχάλη, τώρα το Γενάρη, οι δυο ένας γίνονται κι ο μοναχός κουβάρι.
(επειδή το ψύχος είναι δριμύ.)
Στσοι δεκαεφτά του Γεναριού, είν' κερά τ' Αγιαντωνιού. Τοτεσές κερά μαντόνα, είν' η φούρια του χειμώνα

Καλό μήνα, καλή χρονιά!

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Ασκληπιός "συν γυναιξί και τέκνοις"...

(Για την Ηπιόνη που μου το ζήτησε...)


Ο Ασκληπιός, θεός της Ιατρικής, γιος του Απόλλωνος και της νύμφης Κορωνίδος, κόρης του Φλεγύου που κατοικούσε στους πρόποδες του Πηλίου, μεγαλωμένος από το σοφό Κένταυρο Χείρωνα, είναι ο διασημότερος θεραπευτής των νόσων που μαστίζουν τους ανθρώπους κατά την αρχαιότητα, κι η δύναμή του φτάνει, μέχρι το να ανασταίνει νεκρούς... Κόρη του φυσικά, η Υγεία..


"Ασκληπιός: Θεός της Ιατρικής λατρευόμενος πανταχού της αρχαίας Ελλάδος. [...]
Πατήρ του είναι οΑπόλλων, όπως είναι πατήρ και του εις πολλά σημεία συγγενικού του Αρισταίου. Μήτηρ του, κατά τη συνηθεστέραν παράδοσιν, είναι η Κορωνίς, μία κόρη του Φλεγύου, η οποία ζη εις το 
Δώτιον πεδίον, παρά τους πρόποδας του Πηλίου. [...] Αυτάς (τα κορώνας) άλλωστε ενθυμίζει και η μήτηρ του Ασκληπιού Κορωνίς με τον όνομά της. Η κορώνη, ως πτηνόν μακρόβιον και ευχαριστούμενον εις τον καθαρό αέρα και τας κορυφάς των βουνών, θεωρείται σύμβολον της υγείας. Πάντως όλη η παράδοσις της γεννήσεως και της λατρείας του Ασκληπιού, περιβάλλον της έχει τα υψώματα, με τας πηγάς, με τα δένδρα, με τον καθαρόν αέρα. Έτσι εφαντάσθησαν οι αρχαίοι τον θεόν της υγείας και της ιάσεως. Και χρόνον της συλλήψεώς του την άνοιξιν. Τότε ερωτεύετο ο Απόλλων. Η Κορωνίς, όμως, "ενώ ήδη είχεν εις τα σπλάχνα της τον καρπόν του έρωτος του φωτεινού θεού, απεφάσισε να υπανδρευθή με ξένον τινά εξ Αρκαδίας, Ίσχυν ονομαζόμενον, και υιόν του Ελάτου", λέγει ο Πίνδαρος, ενώ ο Ησίοδος θεωρεί τον Ελατίδην Ίσχυν Λαπίθην. Έσπευσε τότε ο πάλλευκος Κόραξ, ο συνήθης αγγελειαφόρος του Απόλλωνος, να του φέρη την είδησιν της απιστίας της αγαπημένης του. (Κατά τον Πίνδαρον, ο Απόλλων ο ίδιος την αντιλαμβάνεται με το χάρισμα της μαντικής). Και ο ατυχήσας θεός έδειξε την οργήν του πρώτον εις τον βιαστικόν αυτόν άγγελον των κακών. Τον κατηράσθη να γίνει το πτέρωμά του από λευκού καταμέλανον. Η δε Άρτεμις, αυστηρά πάντοτε εις τα ζητήματα της αγνότητος, ετόξευσε την Κορωνίδα. Επρόκειτο να καή το πτώμα της και είχεν ήδη τεθή επί της πυράς. Το περιέβαλλον αι φλόγες, όταν κατέφθασε ο Απόλλων και απέσπασε από τα σπλάχνα της απίστου μητρός το τέκνον του.



Το έφερε εις το Πήλιον, το παρέδωσεν εις τον Κένταυρον Χείρωνα, τον καλόν εκείνον Δαίμονα, της εις τόσους αρχαίους μύθους υμνηθείσης περιοχής, με τα πλούσια νερά, την ωραίαν βλάστησιν, τον ζωογόνον αέρα.


Και από το αστείρευτον αυτό πνεύμα, που αντλεί την σοφίαν του από την παρατήρησιν της φύσεως και την ρώμην και την ευρωστίαν του από του βουνού το ακένωτον ταμείον της υγείας, διδάσκεται ο Ασκληπιός να θεραπεύη τα νοσήματα και να διατηρή την υγείαν με την γυμναστικήν, την οποίαν του επιβάλλει το κυνήγιον που του διδάσκει ο Χείρων. Ο κυνηγός πρέπει να βαδίζη, να τρέχει, νε είναι ευκίνητος, να ζη εις τον καθαρόν αέρα. [...] Ως κυνηγός λαμβάνει μέρος με όλους τους φημισμένους ήρωας της εποχής του και αυτός, όπως ο Αρισταίος και ο Ακταίων, εις το πολυθρύλητον κυνήγιον του Καλυδωνίου κάπρου.

Αλλ' ως ιατρός δεν περιορίζεται να θεραπεύη τους ασθενείς. Επαναδίδει συχνά την ζωήν εις αποθανόντας, πολλών δε τα ονόματα διέσωσεν η λαϊκή παράδοσις. Με την επέμβασίν του αυτήν δυσαρεστεί τον Πλούτωνα. Και ο Ζεύς όμως δε δέχεται την διατάραξιν της τάξεως του σύμπαντος (Αισχύλου "Αγαμέμνων", 1022)... και αγανακτισμένος τον κεραυνοβολεί. [...]" (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου", Ι. Πασσά)





"
Μα όταν μια φορά χυθεί το μαύρο αίμα στη γη σφαγμένου ανθρώπου, 
ποιός θα μπορούσε πάλι ζωντανόν 
με ξόρκια να τον φέρει πίσω; 
Κι εκείνον που ήξερε την τέχνη 
τους πεθαμένους να ανασταίνει, 
δεν ετιμώρησεν ο Δίας, 
για να μην κάνει άλλο κακό;" 
(Αισχύλου "Αγαμέμνων", 
απόδοση 
Τάσου Ρούσσου) 
Ο Απόλλων, όμως, εξοργισμένος για το θάνατο του αγαπημένου του υιού, σκότωσε με το τόξο του τους Κύκλωπες, που ήταν εκείνοι οι οποίοι είχαν κατασκευάσει τον κεραυνό. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, μάλιστα, για να εξιλεωθεί ο Απόλλων για την πράξη του τούτη, ο Δίας τον πρόσταξε να υπηρετήσει για έναν χρόνο έναν θνητό άνδρα. Έτσι, ο Απόλλων εγκατέλειψε τον Όλυμπο και πήγε στο βασιλιά των Φερών Άδμητο... Αλλά αυτή, είναι μια άλλη ιστορία...




Ο Ασκληπιός, υμνείται από τον Ορφέα, ως ιατρός των πάντων, ως δεσπότης Παιάν."Παιάν, στην κυριολεξία παιήων, ο θεραπευτής, εκείνος που βοηθά. Στον Όμηρο (Ιλ.,V401,899), σήμαινε τον γιατρό των Ολύμπιων θεών, γι'αυτό οι γιατροί ονομάζονταν γιοι του Παιήονος. Αργότερα ήταν επίθετο που χρησιμοποιούσαν για τους θεούς που έδιναν βοήθεια, ιδιαίτερα για τον Απόλλωνα, που επονομαζόταν και Παιάν. Ο παιάν που εμφανίζεται στον Όμηρο (Ιλ.Ι473, ΧΧΙΙ391) συνδέεται αρχικά με τον Απόλλωνα και την αδερφή του Άρτεμη. Ήταν ένα είδος ύμνου που αποτεινόταν στον Απόλλωνα και είτε λεγόταν για την αποφυγή του κακού, ή ήταν ευχαριστήριος ύμνος για τη λύτρωση από κάποιο κακό." ("Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Γιάννη Λάμψα)


Στην Ιλιάδα του Ομήρου, στην εκστρατεία κατά της Τροίας, αναφέρονται ως συμμετέχοντες οι δύο γιοι του, Μαχάων και Ποδαλείριος, κυριότεροι γιατροί του εκστρατευτικού σώματος, που μνημονεύονται ως παίδες άψογου ιατρού. Οπότε, ο Ασκληπιός, δε φαίνεται να παρουσιάζεται σα θεός, αλλά σαν ξακουστός και υπαρκτός ιατρός, μιας γενεάς μεγαλύτερος από εκείνη των ηρώων της Ιλιάδος.:

"Εκείνοι είχαν την Τρίκκη και την κρημνώδη Ιθώμη,
και την Οιχαλία, την πόλη του Ευρύτου από την Οιχαλία,
σ'αυτούς ηγούντο του Ασκλησπιού τα δυο παιδιά,
του αγαθού ιατήρος, ο Ποδαλείριος και ο Μαχάων" (Β730)

"Ταλθύβιε, όσο τάχιστα τον Μαχάονα εδώ κάλεσε,
τον γιο του Ασκληπιού, του αμέμπτου ιατρού" (Δ193)

"Αμέσως στο όχημά του επέβη, και δίπλα του ο Μαχάων
έβαινε, γιος του αμώμου Ασκληπιού του ιατήρος" (Λ517)

(Ομήρου "Ιλιάς", απόδοση Κώστα Δούκα)



Τί σημαίνει, όμως, Ασκληπιός; Ποιά ετυμολογία κρύβεται πίσω από το όνομα του πασίγνωστου θεού της ιατρικής ή, έστω, του πιο ξακουστού ιατρού της αρχαιότητας; Και ποιά η σχέση του με την Υγεία;
Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι "πάντοτε η υγεία συσχετίζετο με τους χυμούς, ο δε θάνατος με την ξηρότητα. Ο "νεκρός" λέγεται "αλίβας", δηλ. ξηρός, άνευ λιβάδος", όπου "λιβάς: είναι η υγρασία, εκ του λείβω που σημαίνει στάζω, ρέω."

"Ασκληπιός είναι αυτός ο οποίος "τα ασκελή ποιεί ήπια".
ασκελής= καταβεβλημένος, "κατεσκληκώς εκ νόσου" -Λουκιανός.
σκέλλω= ξηραίνω, αφαιρώ τους χυμούς (πρβ. σκέλος, σκελετός).
απόσκλημι= είμαι κατάξηρος, στεγνός. - απέσκλη= απέθανε.
[...] "Ασκληπιός, ο μη εών εσκληκέναι, ήτοι ξηραίνεσθαι
και αποθανείν τα σώματα των θεραπευομένων." (Ωρίων)

(από το βιβλίο της Άννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου, "Ο εν τη λέξει λόγος")



Ό Ασκληπιός (εκ του ασκελής και ήπιος), είναι εκείνος που τις "σκληρές"νόσους ήπιες ποιεί. Σύμφωνα με το "Ετυμολογικόν Μέγα" η πρότερη ονομασία του ήταν Ήπιος. Η σύζυγός του, μάλιστα, ονομαζόταν Ηπιόνη κι ήτανε κόρη του Μέροπος, του βασιλιά της Κω. "Η Ηπιόνη εκπροσωπούσε την ήπια ιατρική τέχνη και τη λάτρευαν στα Ασκληπιεία ως ιατρική θεότητα, μαζί με τον σύζυγο, τους γιούς και τις 


κόρες τους. Υπάρχουν νομίσματα με την εικόνα της Ηπιόνης, στα αγάλματα όμως και στα ανάγλυφα εικονίζονται μόνο ο Ασκληπιός και τα παιδιά του." ("Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Γιάννη Λάμψα).


"Δοθέντος ότι ο Ασκληπιός εθεωρείτο ο κατ'εξοχήν "ήπιος" θεός, εμφαίνεται ότι η σύζυγός του αύτη αποτελεί προσωποποίησιν της υποστάσεως αυτου του ιδίου. Εν τούτοις αύτη είναι όλως διάφορως των μυθικών συζύγων του Ασκληπιού, της Ξάνθης, της Λαμπετίας και της Ιππονόης, απεδίδοντο δε εις αυτήν και ωρισμέναι ιδιαίτεραι ιατρικαί δεξιότητες, π.χ. η θεραπεία εσωτερικών του σώματος ασθενιών δια φαρμάκων και μαιευτικά έργα. [...] Εκ της Επιδαύρου διεδόθει η λατρεία αυτής εις Αθήνας. Έκτοτε διεμορφώθη και η γενεαλογία των τριών θυγατέρων αυτής, λεγομένης ιατρικής Τριάδος, αι οποίαι φέρουσι τα ονόματα "Ιασώ, Ακεσώ, Πανάκεια" ' αυταί παρίστανται πολλάκις επί αναγλύφων." (Εγκυκλοπαιδικόν ξελικόν "Ελευθερουδάκη")

(* Σε ορισμένες παραδόσεις, αντί της Ηπιόνης, ως γυναίκα του αναφέρεται η Υγεία.)






Τέκνα του Ασκληπιού και της Ηπιόνης, είναι:

- Η Υγεία: εκ του θέματος ΥΓ- "υγιηρός", σχετικόν με το ομόρριζον "υγρός" ' υγρός, υδρός. Ο εν υγρά καταστάσει, ο "υγριής", είναι υγιής. "Υγίεια εστί ευκρασία των εν ημίν χυμών"... Πάντοτε η υγεία χαρακτηρίζεται ως υγρά, χυμώδης, ενώ η ασθένεια και ο θάνατος έχουν ως κοινόν χαρακτηριστικόν την ξηρότητα, αυχμηρότητα, ακαμψία.



- η Ιασώ: εκ του ιάομαι= θεραπεύω.
- η Ακεσώ: εκ του ακέομαι= θεραπεύω δι' οξέως οργάνου.
- η Πανάκεια: η τα πάντα θεραπεύουσα.
- η Αίγλη: φως ηλίου, δόξα ' εκ του αϊσσω + λίαν. - το "λαμπρόν" της υγείας.
- ο Μαχάων: σχετικόν με το μάχομαι, μαχανά, μάχαιρα, καθ'ότι χειρουργός.
- ο Ποδαλείριος: Εκ του πους + λείριον (=κρινάκι του αγρού). Είχε μονίμως τους πόδας μέσα στα αγριολούλουδα, αναζητώντας φαρμακευτικές ρίζες: "ο ανθηρόπους, ο τα ανθούντα περιοδεύων, ως ιατρός ριζοτόμος".
(Άννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου- "Ο εν τη λέξει λόγος")


Κατά ορισμένες εκδοχές, τα τέκνα του Ασκληπιού είναι περισσότερα:

"[...] τέκνα δι' αυτού εκτός του Μαχάονος και Ποδαλειρίου ήσαν η Ιασώ, η Ακεσώ, η Αίγλη, η Πανάκεια, η Υγιεία, ο Τελεσφόρος (ο εις τέλος φέρων την ίασιν), ο Άκεσις (εκ του ακέομαι, θεραπεύω), ο Ευμαρίων (εν Τιτάνη Ευήμερος), ο Ιανίσκος (εκ του ιώμαι) και Αλεξήνωρ (εκ του αλέξω)." (Εγκυκλοπαιδικό λεξικόν "Ελευθερουδάκη")

Οι δυο γιοί του Ασκληπιού, επιστρέφοντας σώοι από τον Τρωικό πόλεμο, συνέχισαν να ταξιδεύουν, θεραπεύοντας τους ανθρώπους, και, μετά θάνατον, θεοποιήθηκαν, όπως και ο πατέρας του. Ιδρύθηκαν τόποι λατρείας και ίασης, αφιερωμένοι στον Ασκληπιό, που ονομάστηκαν "Ασκληπιεία". Αρχαιότερο Ασκληπιείο θεωρείται εκείνο της Τρίκκας στη Θεσσαλία, ενώ από τα πλέον περίφημα ήταν το παρά τη Επιδαύρω. Εξίσου διάσημο υπήρξε το Ασκληπιείο της Κω, η οποία φημιζόταν για τους Ασκληπιάδες της και ιδιαιτέρως φυσικά, για τον πατέρα της ιατρικής Ιπποκράτη.

Αναφέρεται ακόμη ότι:

"Ζώα ιερά του Ασκληπιού ήσαν ο όφις, όστις συμβολίζει την περιοδικήν ανανέωσιν και είναι έμβλημα της σωφροσύνης, της αληθείας και εφυίας, ο αλέκτωρ, σύμβολο της επαγρυπνίσεως, ο κύων, σύμβολο της πίστεως, της νοημοσύνης και επαγρυπνίσεως και όστις εις τα Ασκληπιεία εθεράπευε λείχων τινάς των νοσούντων, η αιξ η οποία εθήλασε τον Ασκληπιόν και η τρυγών, επειδή τρυγόνες εμυθολογούντο ότι έθρεψαν τον Ασκληπιόν εν τη παιδική του ηλικία." (Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ελευθερουδάκη")