Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας!

"Τα Εισόδια της Θεοτόκου"- Φώτη Κόντογλου

«Ἄπιθι, τέκνον, τῷ δοτῆρι γενήθητι καὶ ἀνάθημα καὶ εὐῶδες θυμίαμα. Εἴσελθε εἰς τὰ ἄδυτα, καὶ γνῶθι μυστήρια, καὶ ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον τερπνὸν καὶ ὡραῖον.»  
(β΄ τροπάριον Ἀποστίχων τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων)
"Ὁταν ἀπεγαλακτίσθη, ἐκείνη ποὺ ἔμελλε νὰ γαλουχήση πρὸς χάριν μας Χριστὸν τὸν Θεὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἐγεννᾶτο ἀπὸ αὐτὴν, καὶ ἔγινε τριῶν ἐτῶν, οἱ μακάριοι γονεῖς της τὴν ἔφεραν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσέφεραν ὡς ἀφιέρωμα εἰς τὸν Θεὸν μετὰ δόξης καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς καθὼς τοῦ τὸ εἶχαν ὑποχεθῆ πρὸ τῆς γεννήσεώς της." (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, "Ὁ βίος τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας"
 
Εισόδια της Θεοτόκου
 
 
"Η γιορτή αυτή είναι σταθμός στην περίοδο της χειμερινής σποράς. Ο καλός γεωργός, ιδιαίτερα στη Β.Ελλάδα, πρέπει ως την ημέρα αυτή να σπείρει τουλάχιστον τα μισά. Γι'αυτό και το λαϊκό όνομα της γιορτής είναι : Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας. Λέγεται όμως η Παναγία και Πολυσπορίτισσα (βλ.: Παναγιά πολυσπορίτισσα), επειδή επικράτησε το έθιμο να βράζουν, αντί άλλου φαγητού, πολυσπόρια (διάφορους σπόρους δημητριακών και οσπρίων), να τα τρώγουν και να τα μοιράζουν σε δικούς για τα χρόνια πολλά, με άλλα λόγια, για να εξασφαλίσουν την αφθονία των καρπών για τον χρόνο που έρχεται. Υπάρχει ακόμη η συνήθεια:
να ταϊζουν ή να νίβουν τη βρύση με σπόρια "για να γέννουνται καλά τα σπαρτά", δηλαδή παίρνουν πολυσπόρια (σιτάρι, καλαμπόκι, κουκιά, φασόλια, κτλ) και πάνε στη βρύση, τα ρίχνουν μέσα και λένε: Όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιο. Κατόπιν παίρνουν νερό από τη βρύση και γυρίζουν. (Αιτωλία)

Είναι προσφορά των πρώτων καρπών που, όπως και κατά την αρχαιότητα, γίνεται την περίοδο της συγκομιδής. Βρασμένο σιτάρι με διάφορους καρπούς είναι και τα πολυσπόρια ή κόλλυβα, που τα βράζουμε τις ημέρες των ψυχών ως προσφορά στους νεκρούς. Τα πολυσπόρια λέγονται σε μερικές περιοχές και με το αρχαίο τους όνομα πανσπερμιά. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν πανσπερμία στη Δήμητρα και στους άλλους θεούς της ευφορίας της γης, στις ψυχές των νεκρών [...] και την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων, στους λεγόμενους Χύτρους, όταν ο Άδης ήταν ανοιχτός. Επίσης στα Πυανέψια, γιορτή της συγκομιδής των καρπών των δέντρων, τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριο-Νοέμβριο), μοίραζαν κουκιά (βλ. και: Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!, του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..)."  (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις: Οδυσσέας)

"Μεσοσπορίτισσα όπου λένε, το είπαν με το να μεσιάζει τότε η πρώιμη σπορά τους. Κι αυτή τη μέρα βασιλεύει η Πούλια, αν τύχει ξαστεριά. Κι όπως θα κάμει αυτήν την ημέρα, θα κάμει και τις σαράντα κατοπινές μέρες." (Δημήτρης Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις "Δωδώνη")

"Υπάρχει μάλιστα εις την Μακεδονίαν η γνώμη, ότι τα σπαρτά, τα οποία σπείρονται μέχρι τις 21 Νοεμβρίου, φυτρώνουν αμέσως, ενώ εκείνα που σπείρονται κατόπιν, δια να φυτρώσουν, πρέπει να παρέλθουν 40 ημέραι." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις: Οδυσσέας)

"Γιορτή-ορόσημο στον κύκλο του χρόνου. Η εκκλησία γιορτάζει τα Εισόδια της Θεοτόκου και ο ζυγολάτης τη μέση ή το τέλος της σποράς. Μεσοσπορίτισσα ή Αποσπορίτισσα η Παναγιά του Νοέμβρη χρωστά την προσωνυμία της στις αγροτικές δουλειές του φθινοπώρου και στη φάση στην οποία ευρίσκονται. Η ίδια η ονομασία αποτελεί και προειδοποίηση. Στις πρώιμες περιοχές ο αγρότης έπρεπε να έχει τελέψει με τη σπορά των δημητριακών καρπών. Στις άλλες έπρεπε να έχει σπείρει τα μισά του χωράφια και να τελειώσει τη σπορά μέχρι το τέλος του;ς φθινοπώρου. Σε γενικές γραμμές πίστευαν ότι η γιορτή της Παναγίας αποτελεί ορόσημο για όλες τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου. 

Βρέχει τση Μεσοσπορίτισσας, όλο το χρόνο βρέχει.

Στις περισσότερες περιοχές του νησιού ήταν ημέρα αργίας. Κι όποιος την παραβίαζε θα γνώριζε τη θεϊκή τιμωρία, θα έπαιρνε μόλις το.... μισό καρπό από αυτόν που θα έσπερνε στο χωράφι, το μισό σπόρο. [...]

Στην ύπαιθρο παλιότερα η ημέρα των Εισοδίων ήταν μεγάλη γιορτή. [...] Φαίνεται πως υπήρχε κάποια παλιά, ξεχασμένη τώρα και δεκαετίες, συνήθεια να ευλογούνται στις εκκλησίες βρασμένοι δημητριακοί καρποί (πολυσπόρια), αλλά οι πληροφορίες που έχουν διασωθεί είναι συγκεχυμένες. Πιθανότατα απήχηση παλαιοτέρων εθιμικών προσφορών να αποτελεί η συνήθεια που επεβίωσε και μετά τα μέσα του εικοστού αιώνα στο Πισκοπιανό της Χερσονήσου, όπου όλες σχεδόν οι οικογένειες του χωριού μαγείρευαν φασουλόρυζο την ημέρα της Παναγιάς. [...] Οι Πισκοπιανοί, λοιπόν, τιμούσαν κατά το πρόσφατο παρελθόν μ'αυτόν τον ξεχωριστό τρόπο την πολιούχο τους Παναγιά. Ήταν τόσο διαδεδομένο και τόσο γνωστό το εθιμικό φαγητό της γιορτής της ώστε με τον καιρό ταυτίστηκε με την ίδια την εορτή της Θεοτόκου. Η φράση "πάμε στην Παναγία στο φασουλόρυζο" που ακουγόταν στα γυροχώρια μας δείχνει την ειδική σχέση της μεγάλης γιορτής του Νοεμβρίου με ένα έθιμο που μεταφέρει στο επίκεντρο του εορτασμού τον απόηχο των ξεχασμένων εθιμικών απαρχών. [...]" (Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Στα Φάρασα της Καππαδοκίας συνήθιζαν να βράζουν σιτάρι, αραποσίτι, ρεβύθια σ'ένα καζάνι, έβαζαν μέσα και σταφίδες, τσίκουδα και σπόρους από ρόδι. Απ'αυτό το βρασμένο πολυσπόρι μοίραζαν σ'όλα τα σπίτια του χωριού για το καλό. Στη Λευκάδα, την παραμονή της Μεσοσπορίτισσας, μουσκεύουν σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, μπιζέλια, φακές, κουκιά, ρεβύθια και ανήμερα της γιορτής τα βράζουν. Γίνεται νηστίσιμη σούπα. Τα λένε πολυσπόρια ή πολυκούκια της Μεσοσπορίτισσας. Αλλού τα λένε μπόλια ή μπούλια, αλλού μπουσμπουρέλια. Τα μπόλια των Σαρακατσάνων μαγειρεύονται στα Εισόδια της Θεοτόκου και στις 30 Νοεμβρίου στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα. Έβραζαν καλαμπόκι, σιτάρι, σταφίδες, φασόλια και τα έτρωγαν με ζάχαρη. [...]" (Νίκου & Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης", εκδόσεις Καρμάνωρ)

 

Ακολουθεί ένα γλαφυρό αυτοβιογραφικό κείμενο από το λαογράφο μας Δημήτριο Λουκάτο ("Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη) για τον εορτασμό των Εισοδίων της Θεοτόκου πριν από χρόνια στην Κεφαλλονιά:
   
 

Χρόνια πολλά!

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Χριστόψωμο κι άλλα χριστουγεννιάτικα...

Τόσα χρόνια στο χωριό, ποτέ δεν άκουσα κανέναν να φτιάχνει Χριστόψωμο. Και εμείς που φτιάχνουμε τα τελευταία χρόνια, δεν ακολουθούμε κάποια τοπική συνταγή, απλά ζυμώνουμε ένα ψωμάκι μ'ένα σταυρό στη μέση και λίγα κεντίδια, έτσι λίγο πιο στολισμένο και ξεχωριστό για το ιδιαίτερο της μέρας. Πριν λίγες μέρες, όμως, καθώς έλαβα ένα μέιλ από μια αναγνώστρια με καταγωγή από το Πήλιο της οποίας η μητέρα θυμόταν τη γιαγιά της να φτιάχνει τέτοιο ψωμί, αλλά δεν γνώριζε πώς τό'φτιαχνε και μου ζητούσε αν μπορώ να ανεβάσω τη συνταγή και τα σχετικά έθιμα, μπήκα στην πρίζα κι άρχισα παντού να ρωτώ για να μάθω ποιός μπορεί να'φτιάχνει ή έστω νά'φτιαχνε εδώ Χριστόψωμο. Και πού δε ρώτησα κι η απάντηση ήταν η ίδια αρνητική, "Δε φτιάχναμε εδώ τέτοιο πράγμα, μοναχά "κ'λούρα" αγιοβασιλιάτικη". Όσοι θυμόνταν τέτοιο ψωμί είχαν γονιούς με καταγωγή από τον κάμπο κι όχι πηλιορείτικες ρίζες. Μοναχά ο επίτροπος μού'πε πως, ναι, όταν ήταν μικρό παιδί και δούλευε σε φούρνο, ψήναν Χριστόψωμα, και μάλιστα εφτάζυμα, με προζύμι από ρεβύθια, και στη μέση του ψωμιού μπήγαν ένα ολόκληρο καρύδι (με το τσόφλι του), αλλά άλλες λεπτομέρειες δε γνώριζε να μου πει. Ρώτα-ρώτα, βρέθηκε μια γυναίκα να τον επιβεβαιώσει. "Ναι, η γιαγιά μου έλεγε πως φτιάχνανε. Εγώ δε δοκίμασα ποτέ." Όσο για τη συνταγή επέμενε πως ήταν ίδια με την παλιά της "βασ'λόκ'λουρας", δηλαδή ψωμί εφτάζυμο με προσθήκη μιας μυτίτσας ζάχαρης, κανέλλας και χυμό πορτοκαλιού, στολισμένο με κεντίδια στο ζυμάρι κι ένα σταυρό στη μέση. Κάτι παραπάνω δεν κατόρθωσα να πληροφορηθώ. Μοναχά, προχθές, σ'ένα παμπάλαιο μπακάλικο σε γειτονικό χωριό όπου στοιβάζαμε κάτι τσιπουράκια παραδοσιακά, ένας παππούς θυμήθηκε πως έφτιαχνε η μάνα του και, μάλιστα, μια γειτόνισσά του, εξακολουθεί να φτιάχνει και σήμερα. Άλλη μια επιβεβαίωση, λοιπόν, καθώς μού 'κανε εντύπωση πως γινόταν ένα τέτοιο σημαντικό και πανελλήνιο έθιμο, να μην έχει αφήσει καθόλου αναμνήσεις εδώ, στα χωριά μας...

Η συνταγή για το εφτάζυμο ψωμί είναι από το βιβλίο του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων":


Αυτό περί εφτάζυμου άρτου, που συνήθως αποτελεί εορταστικό ψωμί. Αλλά, δεν είναι κι απαραίτητο το ψωμί των Χριστουγέννων νά'ναι εφτάζυμο.

Γράφουν ο Νίκος κι η Μαρία Ψιλάκη στον "Άρτο των Ελλήνων":

"Η θέση του άρτου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι είναι κυρίαρχη! Το ψωμί των Χριστουγέννων απηχεί την ιδιαιτερότητα της μεγάλης εορτής και αντανακλά την αγωνία των ανθρώπων για το μέλλον, προσπαθώντας με τη γλώσσα των συμβόλων να επηρεάσει τα πράγματα και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για καλή σοδειά, υγεία και ευημερία. Η συνήθεια φαίνεται να ε΄ναι πανάρχαια. Το Χριστουγεννιάτικο ψωμί έχει τις ρίζες του στους ειδικούς εορταστικούς άρτους των αρχαίων."

Επιπλέον, παραθέτουν ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από τα "Γεωργικά της Ρούμελης" του μεγάλου λαογράφου μας Δημητρίου Λουκόπουλου, σχετικά με την τελετουργική κοπή:

"Ο Δημ.Λουκόπουλος μας άφησε μια πολύτιμη περιγραφή της τελετουργικής κοπής του Χριστόψωμου στη Ρούμελη. Ο παπάς περνά από τα σπίτια και "σηκώνει το ύψωμα" (ένα πιάτο που έχει μέσα σιτάρι άβραστο και πρόσφορο...). Πιάνουν όλοι οι σπιτικοί μαζί το πιάτο και με τον παπά το υψώνουν.. "Μετά ο παπάς παίρνει το χριστόψωμο... το βάζει στο κεφάλι του και πιέζει και το σπάζει στα δύο. Αν το μεγαλύτερο κομμάτι πέσει κατά το δεξί του χέρι, μαντεύει πως εκείνον τον χρόνο θα γίνουν πιο πολλά σιτάρια, αν πέσει κατά το αριστερό χέρι λέει πως θα γίνουν πιο πολλά καλαμπόκια.""

Και συνεχίζουν:"Στη Μικρά Ασία, σύμφωνα με τις πολύτιμες πληροφορίες που μας άφησε η Μαρία Λιουδάκη το 1938, έβαζαν το Σταυροψώμι πάνω στο τραπέζι κατά το βράδυ της παραμονής. "Πάνω του κάρφωναν ένα κλαδί ελιάς και στο κλαδί περνούσαν σύκα, μήλα και πορτοκάλια. Έκαναν γύρω-γύρω το τραπέζι, το σήκωναν κι έλεγαν: Χριστός γεννάται, χαρά στον κόσμο, Κέρας τραπέζια, Παναγιάς τραπέζια." (Δ.Λουκάτου, "Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών").

Στη Ζάκυνθο "όταν βράδιαζε, πριν από το δείπνο, όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω απ'τη γωνιά όπου θα γινόταν η ιεροτελεστία. Δυο ξύλα τοποθετημένα σταυρωτά έκαιγαν τη στιγμή που ο πατέρας, ο Μέγας Τελετάρχης, έφερνε με θρησκευτική ευλάβεια την κουλούρα πάνω απ'τη γωνιά. Ολα τα μέλη της οικογένειας έπιαναν την κουλούρα. Ο πατέρας τότε έπαιρνε ένα μπουκάλάκι λάδι κι έχυνε λίγο από την τρύπα της κουλούρας σιγοψάλλοντας: η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός... Έπειτα έπαιρνε ένα μποτιλάκι με κρασί κι έχυνε κι απ'αυτό κάνοντας όμοια σπονδή. Όταν πια τελειώνε η ιεροτελεστία, η κουλούρα μετεφέρετο στην τραπεζαρία όπου κοβόταν σε κομμάτια. Πρώτο έβγαιενε το κομμάτι του Χριστού, δεύτερο του φτωχού..." (Κ.Κασιροφύλα, "Η Ζακυνθινή κουλούρα"). Την ώρα που ρίχνει το κρασί και το λάδι από την τρύπα της κουλούρας εύχεται: "όσο νερό έχει η θάλασσα, τόσο κρασί και λάδι στο σπίτι μας" (Κ.Καραπατάκη, 'Το Δωδεκαήμερο")......" 

Τα σχετικά έθιμα πλήθος, γεμίζουν σελίδες ολάκερες...

Εξίσου μεγάλη ποικιλία υπάρχει στον τρόπο παρασκευής. Εγώ θα αρκεστώ να παραθέσω μια συνταγή (από το ίδιο βιβλίο), η οποία μου ταιριάζει με τα λίγα στοιχεία που έχω για το Χριστόψωμο που φτιάχναν (όσοι φτιάχναν) στα μέρη μας:


φώτο: "Το ψωμί των Ελλήνων", Νίκου & Μαρίας Ψιλάκη

χμ.. κι ένα Χριστόψωμο πιο "λαϊκό" κι όχι με πλούσια "κεντίδια" που απεικονίζει τον "τζομπάνο με το σκύλο του, τα αρνιά και τα πρόβατα" (Σιάτιστα):

φώτο: "Το ψωμί των Ελλήνων", Νίκου & Μαρίας Ψιλάκη

Και θα κλείσω με τα κάλαντα που μου τραγούδησε σήμερα το πρωί η μικρή της κουμπάρας μου, διαφορετικά από το "Καλην ημέραν άρχοντες.." πού'παν τα υπόλοιπα παιδάκια. Μα, μ'άρεσαν πάρα πολύ!!!

"Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου

για βγείτε, δείτε , μάθετε πως ο Χριστός γεννάται

γεννάται κι ανασταίνεται με μέλι και με γάλα

το μέλι τρώνε οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες

και το μελισσοβότανο να νίβονται οι κυράδες

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε

παρά σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε!"

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Υ.Γ. Να περάσω, έστω και τώρα, και το δικό μας λιτό φετινό Χριστόψωμο..


Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Σφουγγάτε τα χειλούδια σας του Άη Φιλίππου διάβη..

"...ο καιρός καθώς γυρίζει, θα μας φέρει κοντά μας τη γιορτή τ'Αη-Φιλίππου, που συμπίπτει με την αρχή της Μικρής Σαρακοστής των Χριστουγέννων. Για τούτο τον Άγιο ο λαός μας λέει πως ήταν ζευγάς και διηγούνται ένα σωρό ιστορίες, οι ξωμάχοι μας, γύρω απ'τη ζωή και την καλοσύνη του.
Λένε, πως έσφαξε το βόιδι του την ημέρα της Αποκριάς και το μοίρασε στους φτωχούς για ν'αποκρέψουν και, πως το ξαναβρήκε στο παχνί του την άλλη μέρα το πρωί να τρώει άχερα. Κι ακόμα πως τον βρήκαν οι Αποκριές στο χωράφι να σπέρνει και τόσα άλλα.
Γι'αυτό, κάθε φορά που έρχεται η μέρα της Αποκριάς για τη Μικρή Σαρακοστή οι ξωμάχοι λένε πως: "Ο φτωχός ο Φίλιππος το χωράφι απόκρευε" ή "ο φτωχός ο Φίλιππος στο χωράφι απόκρευε." (Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας.")

Ο Δημήτρης Λουκάτος στα "Φθινοπωρινά" του, καταγράφει μια όμορφη σχετική λαϊκή παράδοση από το Κεφαλόβρυσο Αιτωλίας που είχε πρωτοδημοσιεύσει ο λαογράφος μας Δ.Λουκόπουλος: 
"Ο άι-Φίλιππας ήταν γεωργός. Σα σήμερα έκανε χωράφι, όλη την ημέρα. Το βράδυ ήρθ'απ'το χωράφι αποσταμένος. Έδεσε τα βόδια του στο παχνί να φαν, κι αυτός έκατσε να ξαποστάσει. Κει που καθόταν, του λέει η γυναίκα του, πως οι χωριανοί δεν έχουνε κρέας να κάνουν αποκριές' ήταν όλοι φτωχοί!
Τη στιγμή σηκώνετ' ο άι-Φίλιππας, πηγαίνει στο παχνί και παίρνει το καλύτερο βόδι του και το σφάζει. Λιάνισε το κρέας του και το μοίρασε στους χωριανούς. Απόκρεψε ο κοσμάκης και συγχώραε τα πεθαμένα του άι-Φίλιππα. Έφαε κι ο άι-Φίλιππας και κοιμήθηκε...
Το πρωί σηκώνεται, πάει στο παχνί, τί να δει! Θεού πρόνοια βρίσκει πάλι τα δυο του βόδια δεμένα. Το ένα ήταν καλύτερο από κείνο πού'σφαξε. Του τό'δωκε ο Θεός ακόμα τρανύτερο!
Άμα πέθανε ο άι-Φίλιππας, άγιασε γιατ'ήταν πολύ αγαθός άνθρωπος. Γι'αυτό τον γιορτάζουμε την ημέρα της αποκριάς..."
Μια παραλλαγή της ιστορίας μας τούτης αναφέρει κι ο Φίλιππος Βρετάκος («Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των»): «Ημέραν τινά επεσκέφθη αγνώριστος ο Χριστός τον άγιον εις το σπίτι του και επειδή ήτο πτωχός και δεν είχε τίποτε άλλο δια να περιποιηθή τον ξένον επισκέπτην, όπως έπρεπεν, έσφαξε το ένα του βόδι και απόκρεψαν μαζί, διότι την επομένην άρχιζεν η νηστεία. Την πρωίαν της επομένης ο Άγιος εύρε ζωντανόν το βόδι του. Το εζωντάνεψεν ο Χριστός.»

Εδώ, πάλι, στο χωριό μας (Πήλιο), έχει απομείνει σαν ανάμνηση, η ιστορία για το φτωχό Φίλιππο που ολημερίς ήτανε στο χωράφι και το βράδυ για να γιορτάσει την απόκρια και να ταίσει την οικογένειά του, έσφαξε το βόδι του. Όμως ο Θεός τον λυπήθηκε κι έτσι την άλλη μέρα το πρωί, το βρήκε ζωντανό στο στάβλο. Γι'αυτό λένε ότι το βράδυ της γιορτής του πρέπει να φάμε κρέας κι όχι τη μέρα. Κι ύστερα, απ'την επαύριο, ν'αρχίσει η νηστεία.

Όπως και να'χει, όπως σημειώνει κι ο Βασίλης Λαμνάτος, «το γεγονός είναι ένα, πως ο λαός μας αγαπάει και σέβεται τον άγιο Φίλιππο. Μα πιο πολύ ξεχωρίζει και λατρεύει τον Άγιο αυτό η αγροτιά. Κι ακόμα έχει να λέει το παράδειγμά του παντού. Κι όταν καμιά φορά συζητάνε για κάποιον καλό νοικοκύρη που βοηθάει τους φτωχούς, τους ακούς να λένε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι σαν τον Άη-Φίλιππο». Και κόβουν εδώ την κουβέντα τους, γιατί τα υπόλοιπα είναι σε όλους γνωστά. Είναι βαθιά ριζωμένα στη συνείδηση του λαού μας, που εκατοντάδες χρόνια τα φυτεύει στην καρδιά του η όμορφη λαϊκή μας αφηγήτρα.»


Όπως αναφέρει κι ο Δημήτρης Λουκάτος, «είναι περίεργο , ότι καμία ένδειξη για τη γεωργική ιδιότητα του Αποστόλου (γιατί πρόκειται για το γνωστό Απότολο, μαθητή του Ιησού) και για το θαύμα του βοδιού δεν υπάρχει στα συναξαρικά βιογραφικά του.» Η πανελλήνια, επομένως, αυτή παράδοση από κάποια άλλη κατεύθυνση πρέπει να προέρχεται..
Πάντως, ο άγιος Φίλιππος «εκπροσωπεί στην περίοδο αυτή τον κάθε φτωχό αγρότη, που άργησε να σπείρει το χωράφι του (ποιος ξέρει από τι δυσχέρειες) και σήμερα πια, που θα μπορούσε να μείνει σπίτι του και ν'αποκρέψει σαν άνθρωπος με την οικογένειά του, έμεινε στο χωράφι δουλεύοντας, για να προφτάσει τον καιρό.»(Δ.Λουκάτος, «Τα φθινοπωρινά»)

«Η 14η Νοεμβρίου, κατά την οποίαν εορτάζει ο Άγιος, ονομάζεται «Μικρή Αποκριά», διοτί από της ημέρας αυτής ο κόσμος αποκρεύει, επειδή από της επομένης αρχίζει η 40ήμερος νηστεία. Είναι μέρα εργάσιμος, διότι, όπως πιστεύει ο λαός, ο Άγιος ήτο γεωργός και απόκρευε εις το χωράφι ως τούτο μαρτυρεί κι παροιμία:
«Ο φτωχός ο Φίλιππος όλη μέρα δούλευε και το βράδυ απόκρευε.» 
(Φίλιππος Βρετάκος, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των»)

Ο Γεώργιος Μέγας («Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας»), συμπληρώνει: « ...για αυτό και τη γιορτή του δουλεύουν οι γεωργοί στο χωράφι τους και οι γυναίκες κάνουν μακαρόνια με το ζυμάρι και τα πάνε στους άντρες τους στα χωράφια. (Αιτωλία)».

Ένα ακόμη ενδιαφέρον έθιμο, σχετικό με το άγιον τούτο, μας διασώζει στα «Φθινοπωρινά» του ο Λουκάτος: «Από τη χρονική τοποθέτηση της γιορτής του, αλλά κι από μικρή παρετυμολογία του ονόματός του, ο άγιος Φίλιππος έχει πάρει κι έναν άλλο οριακό ρόλο στη λαογραφία μας, ιδιαίτερα στην Κύπρο:
Σ'όλο το Σαραντάμερο (ως τα Χριστούγεννα), που αρχίζει την επομένη, δεν γίνονται γάμοι κι αρραβωνιάσματα στην Κύπρο (τουλάχιστον παλιότερα) κι επομένως έχουν λήξει οι φθινοπωρινές δυνατότητες για συνοικέσια και φιλιά. («Ως τ'αγίου Φιλίππου, όσοι φίλησαν, φίλησαν»). Γι'αυτό σήμερα πειράζουν τους ανύπαντρους και τους αναρραβώνιαστους, λέγοντάς τους να σκουπίσουν τα χείλη τους (ή τους τα σκουπίζουν με μεταξωτό μαντίλι οι ίδιοι), γιατί δεν έχει πια (και μάλιστα με τη νηστεία) χαριεντίσματα και φιλιά:
-Σφουγγάτε τα χειλούδια σας,
-τ'Άι-Φιλίππου διάβη ... (Κυπρ.Χρονικά Δ'1926)»
 Όπως είδαμε, όμως, (Ο Μηνάς, οι λύκοι και τα κακά στόματα!) ο χειμώνας συνηθίζει να στέλνει το πρώτο μήνυμά του του Άη-Μηνά, κι άντε να το καθυστερήσει μέχρι του αγίου Φίλιππα:
και
«Άϊ Μηνάς εμήνυσε του πάππου του χειμώνος:
έρχομαι ή δεν έρχομαι και τ'Αϊ Φιλίππου αυτού είμαι.» (Μεσολόγγι)
ή
«Αν δεν έλθω του Αγίου Μηνά, του Φιλίππου είμαι αυτού,
και να μου χαιρετάς τους παλιοκαππάδες!» (Αγρίνιο)
(δηλαδή όσους δεν έχουν καινούριες κάπες για να τους προφυλάξουν από το κρύο).
Παρ'όλα αυτά, καμιά φορά δίνεται και παράταση, και:
«Αν τ'Αϊ Φιλίππου δεν έρτω,
τ'άγια των αγιών με δέξου», 
δηλαδή στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου.
Πάντως ο χειμώνας, πέρα από τα προμηνύματα, μπαίνει για τα καλά του Αγίου Νικόλα (Του Αϊ Νικόλα, των ναυτικών και του χιονιού  και Τα Νικολοβάρβαρα!), κι έτσι το χιόνι:
«Τ'Αγια των Αγιών αν δεν έλθω
το γερο Νικόλα απ'έξω στέκω»
ή
«Αν τ'αγιού Φιλίππου λείπω
τ'άγια των αγιών δε λείπω,
κι αν λείπω τ'άγια των αγιών
τ'Αϊνικολοβάρβαρα είμαι δω»

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Παναγιά πολυσπορίτισσα

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα.. Δυο χρόνια πριν τούτη η Παναγιά που γιορτάζεται στις 21 του Νοέμβρη μού'δωσε την αφορμή για την πρώτη εγγραφή μου σε αυτό το ιστολόγιο, μια εγγραφή δοκιμαστική και λιγόλογη. (Παναγιά η Πολυσπορίτισσα...) Η Παναγιά η Αποσπορίτισσα, όπως τη λεν εδώ, μιας και τη μέρα της γιορτής της λαμβάνει χώρα η τελευταία σπορά. Από δω και μπρος, δεν έχουμε παρά να αναμένουμε να θρέψει ο σπόρος κάτω από τη γη μητέρα, να ριζώσει κι ύστερα σιγά-σιγά να βλαστήσει και, με την επιστροφή της Περσεφόνης από τα κρυερά, τα χειμωνιάτικα, παλάτια του Άδη, να μας χαρίσει τους πολύτιμους καρπούς του...


Όλο τούτο το διάστημα, κύριο χαρακτηριστικό των γεωργικών εργασιών, αποτελούσε η σπορά, νωρίτερα για τα πεδινά και νότια, αργότερα για τα ορεινά και βόρια. Για αυτό κι έχουμε τον Αη-Γιώργη τον Σποριάρη (βλέπε: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..) στις 3 του Νοέμβρη, για αυτό κι ο λαός μας ονομάτιζε τον Οκτώβριο "Σπαρτό"  για αυτό και ο αντίστοιχος μήνας (τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου) με την ονομασία Πυανεψίων (πύανα= κουκκιά, όσπρια + έψειν= βράζω) των αρχαίων ημών προγόνων, ο αφιερωμένος στον Απόλλωνα και την Άρτεμι, οπότε και μοιράζονταν πανσπερμίες από όσπρια και στάρι. (βλέπε: Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!) Για αυτό και της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα, που φτιάχνουν το "πολύσπορο", την αρχαία πανσπερμία, και το μοιράζουν στην γειτονιά.

Έθιμα με πανάρχαιες ρίζες, έθιμα που ομολογούσαν τον ιδιαίτερο σεβασμό που έτρεφαν οι πρόγονοί μας για τη μάνα φύση και την ευγνωμοσύνη τους για την καρποφόρα και ζωοδότρα γη, έθιμα που διατηρήθηκαν χιλιετίες ολάκερες, που χρωματίζαν με τις πινελιές τους κάθε ημέρα του χρόνου και κάθε εποχή, που δίναν αφορμή για γιορτάσια, για συναναστροφή, για χαμόγελα και επικοινωνία, έθιμα που κρατούσαν τους ανθρώπους ενωμένους και που κρύβαν στο συμβολισμό τους αξίες διαχρονικές, έθιμα που σε μια γενιά, εμείς οι "σοφοί", οι μοντέρνοι και προοδευτικοί - που διατεινόμεθα ότι δεν έχουμε χρόνο να απολαύσουμε το άρωμα ενός λουλουδιού, αλλά έχουμε άπλετο χρόνο να αφιερώσουμε, παρακολουθώντας με διεσταλμένα τα μάτια, σε όποιο σκουπίδι μας σερβίρει η τηλεόραση - τα απορρίψαμε και τα ρίξαμε στον Καιάδα της λησμονιάς, τα αποκηρύξαμε μαζί με τη λαϊκη σοφία των προπατόρων μας, ως περιττά και άχρηστα σκουπίδια της τόσο ουσιώδους, θαυμαστής κι αξιοζήλευτης σύγχρονης καθημερινότητάς μας!...

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας, λοιπόν... Και καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Ονομάζουν όμως αυτήν και Πολυσπορίτισσα (Ευρυτανία, Δυτ.Μακεδονία, κ.α.), επειδή την ημέραν αυτήν, κατά το έθιμον, έβραζαν εντός χύτρας "πολυσπόρια", ήτοι διαφόρους δημητριακούς καρπούς και όσπρια, ως σιτάρι, αραβόσιτον (καλαμπόκι), λαθούρια, ρεβίθια, φασόλια, κουκκιά κ.τ.λ., τα οποία εμοίραζαν εις τον κόσμον "για τα χρόνια πολλά", δια να εξασφαλίσουν δηλαδή κατά το ερχόμενο έτος την αφθονίαν των καρπών. [...] μοιράζουν δηλαδή "απαρχές" και θυμίζουν τα αρχαία "Πυανέψια" του ίδιου περίπου μήνα. Και ο Δημ.Λουκόπουλος ("Γεωργικά της Ρούμελης", Αθήναι 1938, σ.171) αναφέρει: "Την 21ην Νοεμβρίου, οι γεωργοί γιορτάζουν την πολυσπορίτισσα ή Μεσοσπορίτισσα. Πολυσπορίτισσα λένε, γιατί σε πολλά χωριά παίρνουν πολυσπόρια (σιτάρι, καλαμπόκι, κουκκιά, κ.λ.π.) και πάνε στην πηγή, τα ρίχνουν μέσα και λένε: όπως τρέχει το νερό, να τρέχη το βιό. Παίρνουν νερό και γυρίζουν. Επίσης τη μέρα αυτή αντίς άλλο φαγητόι βράζουν τα πολυσπόρια, τρώνε και μοιράζουν και σε δικούς τους για χρόνια πολλά. Μεσοσπορίτισσα, όπως λένε, το είπαν με το να μεσιάζη τότε η πρώιμη σπορά τους. Κι αυτή τη μέρα βασιλεύει η πούλια, αν τύχη ξαστεριά. Κι όπως θα κάμη αυτήν τη μέρα, θα κάμη και τις σαράντα κατοπινές μέρες.""

Εδώ, στο ορεινό Πήλιο, δεν τα φτιάχνουν τα πολυσπόρια, μάλλον επειδή, λόγω μορφολογίας, δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα τα δημητριακά και τα όσπρια, τα οποία και ευδοκιμούν στον κάμπο. Όμως, μια γυναίκα με ρίζες πολίτικες, μαθημένη από μικρό παιδί απ'τη γιαγιά της, μας μοίρασε σήμερα το πολυσπόρι. "Αυτό παιδί μου, να το κρατήσετε σε παρακαλώ.. κι εσύ κι η μάνα σου και τα παιδιά σου.. από τους παππούδες μας είναι.. να φτιάχνετε τα πολυσπόρια, να τα μοιράζετε στη γειτονιά, στον κόσμο...για το καλό"


Κι ιδού, η συγκεκριμένη συνταγή για τα "πολυσπόρια" που, φαντάζομαι, θα βρίσκεται σε πολλές παραλλαγές, ανάλογα με τον τόπο και τις ποικιλίες που καρποφορούν κι ίσως κι ανάλογα με την έμπνευση και τα γούστα...

Σιτάρι, καλαμπόκι, σταφίδες (μαύρες και ξανθές), καρύδια, μύγδαλα, σησάμι, λίγο λαδάκι, μια τζούρα ζάχαρη, μια πρέζα αλατοπίπερο.

Βράζουμε το στάρι πολύ καλά, να μαλακώσει. Βράζουμε χώρια και το καλαμπόκι. Το σησάμι, τα καρύδια και τα μύγδαλα (που πρώτα τα κοπανίζουμε), τα καβουρντίζουμε στο τηγάνι. Τέλος, σε μια μεγάλη χύτρα, αναμειγνύουμε όλα τα υλικά και "δένουμε" με λίγο αλευράκι και νερό για να χυλώσει. Έχουμε, όμως, φυλαγμένο λίγο από το καβουρντισμένο σησάμι το αμύγδαλο και το καρύδι για να πασπαλίσουμε και από πάνω, σε κάθε κυπελλάκι που σερβίρουμε.


Υ.Γ. Βλέπε περισσότερα και σε νεότερη ανάρτηση: Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας!

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..


Σήμερα, του Αγίου Βλασίου..

Ο `Αγιος Βλάσιος, σύμφωνα με το συναξάρι του, είχε την ικανότητα να εξημερώνει τα άγρια ζώα και για τούτο ο λαός μας τον επέλεξε ως προστάτη του από τους λύκους και τα τσακάλια, που τέτοια εποχή, λόγω του ψύχους και της πείνας, κατεβαίνανε προς τα χωριά.. Λένε, μάλιστα, πως οι κτηνοτρόφοι, τιμούσαν ιδιαίτερα τη γιορτή του, γιατί αλλιώς "τους έστελνε το λύκο"!

Σύμφωνα με το λαογράφο Γ.Α. Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας"), οι χωρικοί είχαν αργία τη μέρα της γιορτής του και συγκεκριμένα:

"Στην Πυλία δεν τυροκομάνε, δεν κάνουνε δουλειά στο σπίτι τους." Όποιος θέλει να δουλέψει παίρνει ένα σακούλι και μια βελόνα και το ράφτει από πίσω του. Τότε ρωτάει ο άλλος: - Τί ράφτεις; -Ράφτω πέτρες και ακόνια/ και του λύκου τα σαγόνια. Το λέει τρεις φορές και απεκεί πάει και δουλεύει."

Στην Αιτωλία τη φυλάνε οι γεωργοί, προπάντων δε φορτώνουν τα ζώα, ούτε και οι γυναίκες φορτώνονται πάνω τους ξύλα, γιατί ο άγιος αυτός είναι μουσκαροπνίχτης, πνίγει δηλαδή σε ποτάμια τα μουσκάρια τους, αν φορτωθούν.(*Δ.Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης")

Έθιμο της ημέρας αυτής είναι και η συνεστίαση αυτών που πηγαίνουν στην εκκλησία. Στο τραπέζει τοποθετούνται ειδικά φαγητά ' π.χ. φαγητό από σιτάρι κομμένο, μαγειρεμένο με μέλι και βούτυρο, το λεγόμενο στον Πόντο Χασούλ, ή φαγητό από κρέας προβάτων ή κατσίκας, που "θυσιάζονταν" στον περίβολο της εκκλησίας. Στην Κέρκυρα μοιράζουν "χειμωνικό", δηλαδή καρπούζι." (Γ.Α.Μέγας)

Από την άλλη, ο `Αγιος Βλάσιος, σε πολλές περιοχές θεωρείται και προστάτης όλων των παθήσεων του λαιμού. Αυτό μπορεί να συσχετίζεται και με το γεγονός ότι ο άγιος τούτος στη ζωή του υπήρξε γιατρός ή ακόμα και με τον τραγικό τρόπο θανάτωσής του (του έκοψαν το λαιμό, τον αποκεφάλισαν), αλλά η σχετική ιστορία που αναφέρεται είναι η εξής: Λίγο πριν από τη μέρα του μαρτυρίου του, είχε πέσει μια θανατηφόρα επιδημία ασθένειας του λαιμού που έπληττε τα παιδιά. Τότε ο `Αγιος Βλάσιος ζήτησε να του φέρουν οπωροφόρα φρούτα τα οποία και ευλόγησε και παρήγγειλε να τα δώσουν στα άρρωστά παιδιά που, με τον τρόπο αυτό, γιατρεύτηκαν.

Και μιας και αναφερόμαστε σε έναν άγιο προστάτη από τα άγρια ζώα, προστάτη από τους λύκους και τα τσακάλια, δε μπορώ να αντισταθώ και να μην παραθέσω και πάλι κάποια ακόμη αποσπάσματα από την "Αιολική Γη" του αγαπημένου Βενέζη, για Τα πεινασμένα τσακάλια :

"... Έρχονταν όμως ο καιρός που ωριμάζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ'τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μια μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δε θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι'αυτό οι άνθρωποι κοιτάζαν πως να πολεμήσουν το κακό και ν'αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες [...] Περιμέναμε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας άγριες φωνές και χτυπώντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσαν αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ'αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χυμούσαν σ'άλλα γειτονικά υποστατικά. Σε λίγο έρχονταν οι αλαλαγμοί των ανθρώπων από κει, απ'τα άλλα τα κτήματα, που προσπαθούσαν ν'αμυνθούνε στρέφοντας το κοπάδι της πείνας αλλού.

[...]

Ακαθόριστα συναισθήματα μας είχαν κυριέψει εκείνο το βράδυ. Τί έγινε, λοιπόν, ο καλός Θεός της γιαγιάς, εκείνος που μυστικά τον ικετεύαμε στην προσευχή μας να βρει και για τα πεινασμένα τσακάλια σπόρους; Τί έγινε και χάθηκε ο Μεγάλος Δράκος, θεότητα τόσο φιλική και φιλεύσπλαχνη του δάσους που, όταν πολύ πεινούσαν τα τσακάλια και φώναζαν, τα έβαζε να φάνε και να κοιμηθούνε; Κι αφού εκείνοι γίνηκαν καπνός - ο Θεός κι ο Μεγάλος Δράκος- και τα τσακάλια πεινούσαν, πώς οι άνθρωποι τα χτυπούσαν έτσι σκληρά;

Ήταν πια αδύνατο να καταλάβουμε. Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. Ως τότε ξέραμε μονάχα να τα φοβόμαστε, επειδή μας ήταν άγνωστα, επειδή δεν ξέραμε παρά μονάχα τη φωνή τους κι η φωνή τους ήταν άγρια. Τώρα έπρεπε να συνηθίσουμε να τα πολεμούμε, έπρεπε να κάμουμε τα πρώτα βήματα προς το παντοδύναμο εφόδιο των ανθρώπων, το μίσος.

[...]

Σωπαίναμε. Ακούγαμε. Μήτε τα δάκρυα δε θέλαν να βλογήσουν τα κουρασμένα μάτια μας. Τρέμοντας μπαίναμε στο νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου." (Η.Βενέζης)