Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε.Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Μούρα και "Μαντζούνια" πηλιορείτικα!


Ομολογώ πως τόσα χρόνια τά'χα αγνοήσει! Δεν "έπεσαν" και στο μάτι μου, στο δρόμο μου -όπως θες πες το. Κι έτσι όταν πριν κανα-δυο χρόνια άκουσα για το"μαντζούνι" τους απόρησα. "Ποιό ματζούνι;" ρώτησα με τη φαντασία μου να ταξιδεύει σε γριές μάγισσες ν'ανακατεύουν βοτάνια κι ουρές σαύρας σε μαύρα πελώρια καζάνια. "Από τα μούρα ντε!" Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να συλλάβω πως η έννοια που έδινα εγώ στο "ματζούνι" (κάποιος κομπογιαννίτικος ή μη ημιφαρμακευτικός πολτός) δεν ταυτιζόταν με την έννοια που έδιναν εδώ, η οποία είναι απόλυτα συγκεκριμένη: "φάρμακο από μούρα για στόμα και αμυγδαλές". Ε, ήταν να μην το μάθω κι αυτό! Κι αν πέρσι δε μού'κατσαν τα μούρα, ούτε τα "μαντζούνια" -καθώς με καταδίωκαν άλλες μάγισσες, μ'άλλες "συνταγές"- φέτος τα κατάφερα! Η αλήθεια είναι ότι δε βρήκα κανέναν να μου να μου το δείξει στην ολοκληρωμένη του μορφή -όσοι το γνώριζαν, κάποτε το είχαν φτιάξει καιρό τώρα ή το θυμόντουσαν από καμιά παλιά- αλλά νομίζω πως το πέτυχα. Εξάλλου, δεν είναι και πολύπλοκη η διαδικασία. Τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία την τρως για να συλλέξεις τον καρπό, ειδικά όταν δεν έχεις τη δυνατότητα ν'απλώσει κανένα καθαρό νάυλον κάτω από τη μουριά, να τινάξεις τα κλαριά και να τον μαζέψεις, αλλά χώνεσαι μέσα σε βάτα προσπαθώντας να απελπισμένα να φτάσεις ό,τι μπορείς χωρίς να το κάνεις πουρέ στο χέρι σου και χωρίς να μεταμορφωθείς σε κατα συρροήν δολοφόνο! Κάτι που, ω ναι, τελικά δεν το αποφεύγεις, καθώς ο χυμός των μαύρων μούρων -τα οποία είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν- βάφει, κι όχι απλώς βάφει, σε πασαλείβει μ'ένα ζουμί κατακόκκινο σαν αίμα σαν μόλις ν'αναστήθηκες από τροχαίο! (Ευτυχώς στο πλύσιμο ξεβάφει!)


Κατ'αρχάς πρέπει να βρεις μια προσιτή μαύρη μουριά. Ύστερα να επιδοθείς στο άθλημα -ανάλογα των συνθηκών- αποφασισμένος ότι για ένα μικροσκοπικό βαζάκι "μαντζούνι" χρειάζονται πάρα πολλά μούρα! Αν έχεις ξυλόσομπα με μάτι εκτός σπιτιού (εξωτερικό κουζινάκι) ή κάτι αντίστοιχο είσαι τυχερός. (Αν έχεις μες στο σπίτι δεν το συζητώ, καθ'ότι οι θερμοκρασίες λόγω εποχής απαγορευτικές...) Αλλιώς, πρέπει να πάρεις απόφαση ότι το μάτι της κουζίνας παρέα με τη ΔΕΗ θα κάψει για αρκετές ωρίτσες! Επίσης, καλό είναι τα μούρα να τα μαζέψεις σ'ένα κουβά κι όχι σε τίποτα πλαστικές σακούλες που θα σε πασαλείψουν χειρότερα.


Από κει και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Έξω από το σπίτι πάντα (!), τα βάζεις σ'ένα τρυπητό με μια λεκάνη από κάτω και τα ζουπάς μέχρι να βγάλουν όλο το χυμό τους. Ε, θέλει λιγάκι υπομονή! Εναλλακτική παίζει μ'αυτά τα μηχανηματάκια για πελτέ που περνάς τη ντομάτα και συγκρατεί τους σπόρους. Τότε, όμως, το μαντζούνι θα βγει σε μια άλλη μορφή, καθώς θα συγκρατεί και μπόλικη ψίχα. Οι απόψεις σχετικά διϊστανται, καθώς άλλοι μού'παν πως παίρνεις μόνο τον καθαρό χυμό να γίνει σα σιρόπι, άλλοι πως προσπαθείς να βάλεις κι όση ψίχα μπορείς, κι άλλοι πως η γιαγιά τους τά'βραζε ολόκληρα, ακόμη και με το σπόρο. Φαντάζομαι, όπως και νά'χει, οι ιδιότητες παραμένουν ιδιότητες!


Ρίχνεις το χυμό σε μια κατσαρόλα και δίχως να προσθέσεις τίποτα τον σιγοβράζεις με προσοχή (κι όποτε χρειάζεται ανακάτεμα, να μην κολλήσει) μέχρι να γίνει είτε ένα πολύ πηκτό σιρόπι -όχι τόσο, βέβαια, ώστε όταν κρυώσει να πάρει τη μορφή κόλλας- σαν παχύρρευστο μέλι, είτε ένα πολύ πηκτό "μαρμελαδέ" σκεύασμα, στην περίπτωση που εμπεριέχει κι αρκετή ψίχα. Τούτο το μαντζούνι, το φυλάς σε μικροσκοπικά βαζάκια και είναι ιδανικό για κάθε περίπτωση στοματίτιδας ή αμυγδαλίτιδας. Με μια μικρή επάλειψη στο πάσχων σημείο εξαλείφει τις άφθρες ή άλλα αντίστοιχα στοματικά έλκη κι επίσης αντιμετωπίζει τον στοματικό έρπη. Επιπλέον βοηθάει σε διάφορες παθήσεις του φάρυγγα, είτε "πιπιλώντας" στο λαιμό ένα κουταλάκι του γλυκού από το σκεύασμα, είτε με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που μου αναφέρανε πολλοί "στα παιδιά στις πρησμένες αμυγδαλές βάζουμε πάνω λίγο μαντζούνι και το πατάμε να μείνει εκεί" κι η φλεγμονή υποχωρεί.


Δεν ξέρω αν ακούγονται λίγο υπερβολικά αυτά, πάντως εμένα με διαβεβαίωσαν όσοι το έχουν δοκιμάσει και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις θεραπευτικές ιδιότητες του μούρου, ιδιαίτερα όταν είναι συμπυκνωμένο σε τέτοιο βαθμό κι όταν μάλιστα στις μέρες μας, διαρκώς εμφανίζονται έρευνες που εγκωμιάζουν τις ευεργετικές ιδιότητες κάθε είδους μούρου (από το κοινό και τα βατόμουρα, μέχρι τα κράνα και το σαμπούκο και τόσα άλλα εγχώρια και ξενικά) για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Εξάλλου, με μια ματιά που έριξα στα κιτάπια μου, διαπίστωσα με χαρά ότι κι ο ιατρός της αρχαιότητας Γαληνός αναφέρεται, τρόπον τινά, στο πηλιορείτικο μαντζούνι στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων", γράφοντας "[Β11 (585)]: Το όνομα, λοιπόν, των μούρων είναι κάπως γνωστό στους περισσότερους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον λόγω του φαρμάκου για το στόμα, το οποίο ονομάζεται φάρμακο από μούρα και περιέχει τον χυμό τους." Αναφέρει κι ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του για τον "καρπόν της μελαίνης μορέας": "Εξ αυτής παρασκευάζονται γλυκά και σεράπιον φαρμακευτικόν (φρμ.Syrupum Mororum), χρησιμοποιείται δε ενίοτε αύτη και προς βαφήν ποτών τινων."
Μετά από όλα αυτά, βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο για επιπλέον ιδιότητες του μούρου... Τα πράγματα δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρα καθώς η γενική ονομασία "μούρο" αντιστοιχεί σε πολλά είδη, ως και το βατόμουρο ή το σαμπούκο. Έμεινα με την εντύπωση πως τουλάχιστον τα κοκκινόμαυρα μούρα πρέπει νά'χουν παραπλήσιες ιδιότητες, μερικές εξ αυτών:
- Είναι πλούσια σε βιταμίνη C αλλά και Ε και σε τανίνες.
- Πλούσια σε φλαβονοειδή (που, όπως καταγράφει η wikipedia, τα συστατικά αυτά προσδίδουν στα φυτά έντονα χρώματα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία τους από παθογόνους μικροοργανισμούς, υπεριώδη ακτινοβολία και φυτοφάγα ζώα) των οποίων η δράση είναι σπασμολυτική, διουρητική, ανθελμινθική, αλλά και αντικαρκινική, αντιγηραντική και προστατευτική για την καρδιά. Οι ανθοκυανίνες (φλαβονοειδείς χρωστικές) που περιέχουν αποτελούν διατροφικά αντιοξειδωτικά κι έχουν αντιφλεγμωνώδεις ιδιότητες, μειώνουν την πηκτικότητα των αιμοπεταλίων εμποδίζοντας το σχηματισμό θρόμβων, προστατεύουν από διαβήτη τύπου 2, κλπ, κλπ.
- Περιέχουν λουτεϊνη η οποία δρα προστατευτικά στον οφθαλμό και δρα κατά την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και φυλλικό οξύ (που συνίσταται για τις εγκυμονούσες).
- Γενικότερα, θεωρείται ότι καταπολεμούν τις ουρολοιμώξεις, προστατεύουν το έντερο, βελτιώνουν τη μνήμη, βοηθούν την καρδιά, ενισχύουν το ανοσοποιητικό και αποτελούν ασπίδα κατά του καρκίνου.
Την ανθελμινθική τους δράση (κατά των σκουληκιών του εντέρου) καταγράφει και ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Β52) αναφέροντας πως "Ο Δίφιλος πάλι ο Σίφνιος ιατρός γράφει ως εξής:"Τα δε συκάμινα, τα οποία και μούρα λέγονται, είναι μεν μετρίως εύχυμα, ολιγότροφα όμως και ευστόμαχα και ευκοίλια. Ιδίως δε όσα εκ τούτων είναι αγουρωπά εκβάλλουν τας ελμίνθας." "
Και μάλιστα ο Αθήναιος συνεχίζει μ'ένα παράξενο περιστατικό σχετικό με τα μούρα: "Ο Πύθερμος διηγείται, καθώς αναφέρει ο Ηγήσανδρος, ότι κατά τους χρόνους του, αι συκομορέαι δεν παρήγαγον καρπούς επί είκοσι έτη, και ότι επήλθεν επιδημία ποδάγρας τόσο μεγάλη ώστε όχι μόνο άνδρες προσβλήθηκαν υπ' αυτής και επιάσθησαν, αλλά και παίδες και κόραι και ευνούχοι, ακόμη δε και γυναίκες. Κατήντησε δε να προσβάλη το κακόν τούτο και τα ποίμνια εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τα δύο τρίτα των προβάτων να πιασθούν από την ασθένειαν αυτήν." Κι επειδή μου κίνησε την περιέργεια αυτή η τόσο απόλυτη συσχέτιση της απουσίας μούρων από τη διατροφή με την γενικευμένη κρίση ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρας), άρχισα να γκουγκλάρω σχετικά και διαπίστωσα πως, όντως, τα μούρα όπως και τα κεράσια και πιθανά και άλλα φρούτα με έντονο κόκκινο σκούρο χρώμα θεωρούνται σύμφωνα με νέες μελέτες πως έχουν προστατευτική δράση (και, κατά κάποιους, μάλιστα, θεραπευτική) κατά των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας!

Πάντως, πέραν όλων τούτων μπορώ να πω πως, εκτός από "ματζούνια", γίνονται και υπέροχη μαρμελάδα!


Όσο για την ονομασία τους, "μούρο" και "μουριά" ή στα αρχαία "μόρον" και "μορέα", εκ του "μόριον", καθώς τα μούρα αποτελούνται από πολλούς κόκκους (μόρια). Επίσης ονομάζονται "συκάμινα" και το δέντρο "συκαμινιά" ή "συκομορέα" (το σύκο, κατά το "Μεγάλο Ετυμολογικόν",  "παρά το σεύω, το ορμώ' ορμητική γαρ έστι").
Υ.Γ. χμ... Και μην ξεχνάμε τους μεταξοσκώληκες! Που τόσο προτιμούν τις μουριές... Από μουριά και το μετάξι... :)
Υ.Γ. 2. Κι αυτός ο συνειρμός: "μόρον" (=μούρο) και "μόρος" (=μοίρα). Πολύ με προβληματίσαν τούτες οι μουριές...

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης!

Όπως είχαν ξεμείνει δυο τζούρες καφέ στην κούπα μου, είπα ν'ανοίξω τον υπολογιστή και -τί μ'έπιασε;- να ψάχνω για αγριολούλουδα! Και τσουπ! πέφτω πάνω στο γνωστό μου βάσανο που συνήθως το ξετρυπώνω ανάμεσα στις φτέρες όταν μαζεύω τις πρώτες κορφάδες τους για μεζέ και ποτέ δε μου κάνει τη χάρη να ποζάρει στο φακό σενιαρισμένο! Χρόνια τό'βρισκα γερασμένο και κατσούφικο με τα πέταλά του ζαρωμένα -μες στην στραπάτσα ένα πράγμα- κι εκνευριζόμουν τόσο με τις κακομοιριασμένες πόζες του που μια χρονιά σκάλισα με μια πέτρα το χώμα, να κλέψω το βολβό του να τον μεταφυτέψω στον κήπο μου μπας και το πετύχω κάποτε φρεσκοανθισμένο! Τέλος πάντων, κάποτε τα κατάφερα -το πρόλαβα και στο βουνό ψάχνοντας για γαϊδαροουρές- αλλά, όπως και νά'χει, είναι τόση η χλωμάδα του και το πείσμα του να φυτρώνει κάτω από σκιές και άλλη τόση η τύχη μου να το συναντώ με τον ουρανό συννεφιασμένο και μουντό, που ακόμη δεν έχω πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα! Δε μ'έχει βασανίσει άλλο αγριολούλουδο τόσο, λέμε! Δεν έχει φωτογένεια!


Πρωί-πρωί, λοιπόν, πέφτω πάνω του! Και διαβάζω: "Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης"! Σώπα ρε! Κύττα να δεις και δεν του φαινότανε, έτσι ταπεινό κι αχρωμάτιστο νά'χει όνομα σκέτο μεγαλείο! Ερμοδάκτυλος! Εμ, το ίδιο είναι να σε λένε παπαρούνα, το ίδιο Ερμοδάκτυλο; Αφού δε μου βγαίνει να μην το γράψω με κεφαλαίο μπροστά! Και, φυσικά, αμέσως μ'έπιασε η περιέργεια! Και γιατί Ερμοδάκτυλος, λοιπόν; Κι έφαγα τον κόσμο να βρω μιαν εξήγηση! Αλλά δε βρήκα ικανοποιητική! Όλο προβλήματα μου προκαλεί τούτο το λέλουδο... άκρη δε βγάζω μαζί του. Έψαξα στο διαδίκτυο, άνοιξα μια στοίβα λεξικά και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι "το όνομα του γένους τούτου οφείλεται εις το ριγωμα αυτού που έχει δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου") και τίποτα παραπάνω! Απογοητεύτηκα... Περίμενα μύθους τρανούς να σχετίζουν το λουλούδι μου με το θεό Ερμή, κι αντ'αυτού ένα ξερό "έχει δήθεν το σχήμα" που επιβεβαιώνει κι ο Γεννάδιος ("Λεξικόν Φυτολογικόν") με το εξίσου λακωνικό κι αόριστο"βολβός ή ρίζα έχουσα δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού".


Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι και σίγουροι αν πρόκειται για το λουλούδι μου! Εγώ, πάλι είμαι, γιατί μου το φανερώνουν τα σημεία: πάντα σε μπελάδες με βάζει, αυτό θά'ναι. Για το μόνο που είναι σίγουροι είναι πως "εφημίζετο άλλοτε δια τας καθαρκτικάς της ιδιότητας"! Χαίρω πολύ! Αναφέρεται, λένε, το όνομα από τους αρχαίους και πιθανώς αντιστοιχεί στην Ίριδα την κονδυλόριζο ή στο Κολχικό το ποικιλόγραμμο (Γεννάδιος). Εμείς ψηφίζουμε, φυσικά, Ίριδα που είναι το δικό μου βάσανο! Και τώρα που το σκέφτομαι έτσι θά'ναι! Τί δουλειά έχει το Κολχικό, ανάμεσα στους δύο επίσημους αγγελιαφόρους των θεών, την Ίριδα και τον Ερμή; Αυτό ψηφίζει, εξάλλου, και το "ψαχτήρι".

Οπότε δε μου βγαίνει απ'το μυαλό, ότι το λέλουδό μου αυτό για κάποιον σημαντικό λόγο βαφτίστηκε έτσι και, δε μπορεί, κάποιες σημαντικές ιδιότητες ή μηνύματα κρύβει! Και ως είδος της Ίριδος και ως δάκτυλος του Ερμού, αφού ("Ομηρικό Λεξικό" Πανταζίδη), ο Ερμής "είναι μεν ο άγγελος των θεών, ως και η Ίρις, αλλ' αυτός αναφαίνεται μάλλον ως επιτετραμμένος, ως μεσολαβούν πρόσωπο, επομένως και ως προστάτης (Ω347).":

(Ομήρου Ιλιάς, απόδοση: Ι.Πολυλά)

Αγγελιαφόρος των θεών και προστάτης των ανθρώπων ο Ερμής οποίος και στη ραψωδία κ της "Οδύσσειας" δίνει "φάρμακον εσθλόν" στον Οδυσσέα για να τον προστατεύσει από τα "μάγια" της Κίρκης:

"μα ως το λαγκάδι το άγιο εδιάβηκα και κόντευα να φτάσω
στης Κίρκης πια το αρχοντοπάλατο της πολυφαρμακούσας,
εκεί μου απάντηξε ο χρυσόραβδος Ερμής [...]
Για πού τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ΄ ακρόβουνα μονάχος [...]
Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακηώρα να μη σέ ΄βρει."
(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ε, δε μπορεί ο Ερμοδάκτυλός μου (< Ερμής+δάκτυλος, όπου δάκτυλος "εκ της ρίζης "δικ-" ή "δεκ-", του δείκνυμι και δέχομαι" [Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος"]), να μην έχει καμία, μα καμία σχέση με όλα αυτά! Σίγουρα κρύβει έναν καλό μύθο... έστω κι αφανέρωτο, έστω κι αν μοναχά με τη φαντασία μας μπορέσουμε να υποθέσουμε....

Σημείωσις 1η:
Αναφέρει το "Μεγάλο Ετυμολογικό":



Σημείωσις 2α:
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα και το εξής σχετικό ενδιαφέρον κείμενο της Καλής Δοξιάδη (πηγή: http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=779) :
"Στην Κέρκυρα τη λένε "κουκούγερο", που θα πει "μασκαράς" γιατί ανθίζει τιςαπόκριες. Όπως και σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας - τα νησιά του Αιγαίου, την Δυτική Κρήτη, και τόπους της Μεσσηνίας - κουκούγεροι λέγονται οι "κακοί" μασκαράδες, οι άσκημοι, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα, τα κέρατα και τις προβιές ... εκείνοι που διώχνονται για κάθαρση πριν τη Σαρακοστή.
Έτσι δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο όταν εδώ στο χωριό μου εξήγησαν ότι λέγεται έτσι η καημένη γιατί «είναι τόσο άσκημη». Όλοι συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος της ασκήμιας της είναι το μουντό, ουδέτερο της χρώμα που «δεν ταιριάζει σε λουλούδι». Τα λουλούδια, μου είπαν, πρέπει να έχουν γλυκά ή ζωηρά χρώματα. Οπότε δε θεώρησα απαραίτητο να παρατηρήσω ότι βρίσκω το διακριτικό βελούδινο καφετί του χρώμα πολύ chic και όχι μόνον ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, αλλά όμορφο.
Μια άλλη εξήγηση για την τοπική ονομασία σίγουρα είναι το "μουτζουρωμένο" του πρόσωπο.
Η βοτανολογική ονομασία της ίριδας αυτής είναι Hermodactylus tuberosus. Έχει ύψος περίπου 20-25 εκατοστά και πολύ ελαφρύ γλυκό άρωμα. Είναι η δεύτερη άγρια ίρις που κάνει την εμφάνιση της στο τέλος του χειμώνα, δυο-τρεις εβδομάδες μετά την Iris unguicularis. Φυτρώνει σε σκιερές και υγρές γωνιές και λόγω του χρωματισμού της δύσκολα διακρίνεται... τόσο που όταν ξαφνικά την βλέπεις αισθάνεσαι ένα σκίρτημα ανακάλυψης.
Οι αρνητικοί συνειρμοί δεν περιορίζονται στη χώρα μας. Αγγλικά λέγεται "Widow Iris" ή 'Snake's Head Iris" [χήρα ή φιδοκέφαλη ίρις]. "


Δε μέλει να "ξεμπερδέψω", τελικά έτσι εύκολα με τούτο τον Ερμοδάκτυλο! Και, γιατί, παρακαλώ το λένε φιδοκέφαλη Ίριδα; "Τα λουλούδια του μοιάζουν ελαφρώς με ανοιχτά στόματα φιδιών", βρήκα σε μια αγγλική ιστοσελίδα. χμ... θα μπορούσε... Αν και πάλι η ονομασία τούτη θα μπορούσε να μας παραπέμψει στον Ερμή που κρατάει το γνωστό κηρύκειον, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο γύρω από την οποία ελίσσονται προς τα πάνω δύο φίδια με τα κεφάλια αντικρυστά! Όσο για το"Χήρα Ίριδα" αναφέρεται ότι ονομάζεται έτσι για τις μαύρες πινελιές του, καθώς λέγεται και "Μαύρη Ίριδα". Ε, ρε μπελά που βρήκα πάλι μ'αυτό το λέλουδο! Ψάχνω, ψάχνω και δεν λέω να σταματήσω...............

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Εις τα όρη χαίρει! (ρίγανη, αλλά και ριγανοκεφτέδες!)

Εις τα όρη χαίρει! Ποιός άλλος; Η γνωστή μας ρίγανη! Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" (Etymologicon Μagnum), η ρίγανη ή το ορίγανον εις την αρχαία ελληνική, έπρεπε να γράφεται με "ει", καθώς η ετυμολογία του προέρχεται από τη λέξη όρος (και συγκεκριμένα στη δοτική πληθυντικού "όρει", "τω όρει"= "εις τα όρη") και γάνος= "το σημαίνον την χαράν", δηλαδή "το γαρ ορίγανον εις τα όρη χαίρει", καθώς -αν μη τί άλλο- η ρίγανη βρίσκει τη χαρά της να εξαπλώνεται πανταχού στα όρη του τόπου μας! Υπάρχει, βέβαια, κι η έννοια γάνω= λαμπρύνω, οπότε σύμφωνα με αυτή την εκδοχή (που δεν επιβάλει τη γραφή με "ει"), το ορίγανον "λαμπρύνει τα όρη" μας.




Το Ε.Μ., όμως, δίνει μια ακόμη πιθανή ετυμολόγηση εκ του "οράν" (=βλέπω) και "γάνω", δηλαδή "λαμπρύνον την όρασιν", μιας και θεωρούνταν ότι η ρίγανη βελτίωνε την όραση.
Όλες τούτες τις ανοιξιάτικες μέρες, η πηλιορείτικη φύση δε μας έχει αφήσει παραπονεμένους. Τα δέντρα αρχίσαν να στολίζονται νυφούλες με μπουμπούκια λευκά και ρόδινα και τριανταφυλλιά, τα κτήματα και τα χωράφια πλημμύρισαν μ'αγριολούλουδα λογιώ-λογιώ χρωμάτων, τα λουλούδια στις αυλές αρχίσαν ν'ανασταίνονται και ν' ανθίζουν με το φεύγα του χειμώνα, ο τόπος μοσκοβόλησε κι επιπλέον ένα σωρό καλούδια, μεζέδες ιδιαίτεροι, εποχιακοί, μας χαρίζουν τη νοστιμιά τους αντάμα μ'ένα τσιπουράκι ή ένα μυρωδάτο κρασί! Μεταξύ άλλων (βλέπε: τσιτσίραβα, φτέρες, Άγρια σπαράγγια και βεργιά, γαϊδαροουρές και κούκοι) την τιμητική της έχει η ρίγανη! Όχι η ξερή που συνηθίζουμε σαν καρύκευμα στα φαγητά μας, αλλά η ολόφρεσκη που πρωτοβγαίνει τώρα και συλλέγεται για τους περίφημους ριγανοκεφτέδες!




"Μια απλωσιά, μια χούφτα ρίγανη για τέσσερις πατάτες. Κι αν τους θες νηστίσιμους και δε βάλεις αυγό, βάζεις και μια κουταλιά της σούπας ταραμά. Και λίγη φρυγανιά ή αλευράκι για να σφίξει, αφού δε θά'χεις το αυγό. Μαϊντανό, τριμμένο πιπεράκι, κι ένα μεγάλο κρεμμύδι. Αλατάκι λίγο, γιατί έχει κι ο ταραμάς." Ξεδιαλέγουμε μόνο τις φρέσκες κορφούλες και τα φυλλαράκια και τα βράζουμε με τις πατάτες (κομμένες σε κομμάτια μικρά) για να πάρουν κι αυτές νοστιμιά απ'το ζωμό. Τα στραγγίζουμε καλά, λιώνουμε μ'ένα πιρούνι και προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά. Πλάθουμε τα κεφτεδάκια, τ'αλευρώνουμε και τηγανίζουμε σε καυτό ελαιόλαδο. Κι ύστερα... απολαμβάνουμε!




Πέραν, όμως, της απολαύσεως, από την αρχαιότητα κιόλας ήταν γνωστή η θεραπευτική αξία του φυτού τούτου. Καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"):
"Τονωτικό, ορεκτικό, διεγερτικό.
Καταπραϋντικό και σπασμολυτικό σε πόνους των μυών και σε νοσήματα των πνευμόνων.
Πολύτιμο για προβλήματα του στομαχιού..... Σταματάει την ευκοιλιότητα (το αφέψημα)...
Για αεροφαγία, τυμπανισμό, αέρια....
Αναλγητικό σε οξείς ή χρόνιους ρευματισμούς, σε πόνους μυών και αρθρώσεων (τρία φλιτζάνια με εγχύματα την ημέρα και ζεστά καταπλάσματα).
Σε πονόδοντο (με γαργάρες ή μασώντας ένα κλαράκι).
Αποχρεμπτικό (... σε χρόνια βρογχίτιδα και κοκίτη)
Αντισηπτικό των αναπνευστικών οδών σε άσθμα και φυματίωση των πνευμόνων.
Στυπτικό σε εντερικές διαταραχές και πόνους στην κοιλιά.
Εμμηναγωγό σε περιπτώσεις αμηνόρροιας.
Με εξωτερική χρήση είναι παρασιτοκτόνο (σε φθειρίαση) και επουλωτικό."

Και πόσες άλλες ακόμη ιδιότητες.... Πλούσια σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, αλλά και πλούσια σε φυτικές ίνες που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων. Ερευνάται, μάλιστα, και η πιθανή αντικαρκινική της δράση.

Από ορισμένους, λοιπόν, θεωρείται από τα ισχυρότερα "φάρμακα" της φύσης. Πόσο, μάλλον, αν συγκαταλέξουμε στο γένος της και το περίφημο κρητικό δίκταμνο ("Ορίγανον η Δίκταμνος"). Ίσως και για τη δύναμή της αυτή, εκτός της διαπεραστικής μυρωδιάς της, να χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες την έκφραση:"ορίγανον βλέπω" = "δριμύ τι βλέπω" (λεξικόν Δ.Δημητράκου), όπως ο Αριστοφάνης στους "Βατράχους" (604) του:

"Κι όμως θενά δείξω, βρε παιδιά,
πόχω αντρεία καρδιά,
κι αψύ το ανάβλεμμα, σα ρίγανη."
(απόδοση:Α.Μελαχρινού) 

Αλλά και ο Όμηρος(;) στη "Βατραχομυιομαχία" (259):

"ο άξιος Οριγανίωνας, που προσομοίαζε τον ίδιο το θεό Άρη
και που μόνος ανάμεσα στο στρατό των βατράχων νικούσε..." 

δεν επέλεξε τυχαία το όνομα τούτο, καθώς, όπως σημειώνει κι ο Ι.Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό")
"Ο πλάσας το κωμικόν τούτο όνομα είχε κατά νουν και την φράσιν "ορίγανον βλέπειν"= αγριοκυττάζειν' διότι ο Οριγανίων παραβαλλόμενος με τον Άρη πρέπει να ήνε αγριωπός."

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τριγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!

σπαράγγι 

Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!

βεργί

Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."

βεργιά

Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."

σπαράγγια 

Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή...

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Τρύγος και μουσταλευρώματα!

Φέτος το καλοκαίρι, η κληματαριά της αυλής μας εξέπληξε πολύ ευχαριστά! Ποτέ δεν την είχα δει περισσότερο φορτωμένη τσαμπιά -μωρέ ποιά είναι πιότερα, τα τσαμπιά ή τα φύλλα;- ρώγες λαχταριστές, υγιέστατες, χαμογελαστές, να κρύβουν τον ουρανό απ'το σμίξιμό τους και αργά-αργά ν'αρχίζουν να ροδοκοκκινίζουν ντροπαλά στο άγγιγμα του ήλιου.... Κι ούτε ψεκάσματα δεν είχε χρειαστεί το καημένο, πέρα από λίγη γαλαζόπετρα στις αρχές, καθώς "ο φόβος φυλάει τα έρ'μα"... Όποιος περνούσε, λοιπόν, απ'την αυλή, τα θαύμαζε "μωρέ μπράβο σταφύλια!" και τόσο τα καμαρώναμε που, δεν άντεξα, κρέμασα και δυο σκορδάκια ανάμεσά τους για το "κακό το μάτι". Μοναχά μια λαχτάρα μας έκανε... Τότε με τις πολλές τις ζέστες -τις πάρα πολλές, γιατί από πολλές χορτάσαμε όλο το καλοκαίρι!- όταν ξαφνικά είδαμε τα φυλλαράκια της να γέρνουν και να μαζώνονται σαν κάτι να τους είχε ρουφήξει τη δύναμη. "Μπας και θέλει νερό;", που το αποφεύγαμε. Μπα... κι έτσι που άρχισα να τα παρατηρώ, διέκρινα κάτι μικροσκοπικά -σαν ψύλλους στο μέγεθος να πω- μαμουνάκια να την περπατούν. Κι αν ρώτησα περισσότερο ειδήμονες κρασοσταφυλάδες τις περιοχής δεν τα γνώριζαν. Πράσινα, σαν λιλιπούτειες ακριδούλες, ίσα που διακρίνονταν, να εξαπλώνονται με τρελό ρυθμό σ'όλα τα κληματόφυλλα. Ευτυχώς, τα τσαμπιά απείρακτα. Ψάχνω και 'γω στο διαδίκτυο μήπωςβγάλω καμιά άκρη, νά'τα, τα πέτυχα "τζιτζικάκια" να τα ονοματίζουν. Και βλέπω ένα κατεβατό χημικών για την καταπολέμησή τους! Εκεί τσίνισα... Μπας και να δοκιμάσω το παραδοσιακό πλέον σαπουνόνερο; Ρίχνω μια σταγόνα σαπούνι για τα πιάτα σ'ένα λίτρο νερό και ψεκάζω λίγα φυλλαράκια. Τα τζιτζικάκια τεζάρανε στο λεπτό. Ε, ένα ψεκασμός αρκούσε κι ο εχθρός εξολοθρέφτηκε. Οι δικές μας απώλειες, μονάχα από αισθητικής απόψεως, κάτι κληματόφυλλα λιγουλάκι ταλαιπωρημένοι πολεμιστές... Τα τσαμπιά όμως ακμαία συνεχίσαν το φλερτάκι τους με τον ήλιο και στα πιο πονηρά, που ξετρυπώναν επίμονα τις ακτίδες του, πήραν να κοκκινίζουν τα μάγουλά τους!


Θέλεις ήταν πολλά, θέλεις είναι κι όψιμη η ποικιλία, αργήσανε πάντως να γλυκάνουνε. Κι εμείς δεν τα βιαστήκαμε- ποιός ο λόγος; Εξάλλου, παλιά εδώ, αργούσε ο τρύγος... σήμερα που όλα γίνονται με βιασύνη, τα μαζεύουν νωρίτερα... Φέτος, μας βοήθησε κι ο καιρός... αυτό το καλοκαίρι που δε λέει να τελειώσει... δεν είχαμε απανωτές βροχές να τα φοβηθούμε!


Μια καλή πρωία, λοιπόν, πριν δέκα μέρες, τα μαζέψαμε. Μαζέψαμε και κάτι λίγα, γειτονικά, που δεν τα θέλανε, τα στίψαμε παραδοσιακά -εντάξει, μη φανταστεί κανείς πατητήρι και χοροπήδημα... "ημίπαραδοσιακά", να πω, χωρίς μηχάνημα δηλαδή (εξάλλου δεν ηταν και τόσο πολλά), με πάτημα μέσα σε χοντρές σακούλες και με στίψιμο στο χέρι στον κουβά...- και τα βάλαμε στο βαρελάκι μας! 14 βαθμοί, παρακαλώ, ο μούστος! Συνετέλεσε πολύ σ'αυτό μια κλούβα γειτονικά πού'χαν σταφιδιάσει, ολότελα ζαχαρωμένα. Αφού απορρίψαμε όλες τις προτάσεις διαφόρων -δε θα βράσουν, ρίξτε νερό, ρίξτε λεμόν-τουζού, ρίξτε λεμονάκι στιμμένο- και το μόνο που κάναμε είναι να προσθέσουμε μισό κουβά ξινούτσικα που είχαμε αφήσει κατά μέρος, περιμέναμε δυο μερούλες και τά'δαμε επιτέλους να βράζουν κανονικότατα! Ε, είναι πάντως κομματάκι συγκινητικό, ν'ανοίγεις το βαρέλι, να τα πατάς με το μουστωτήρι, και να τα ακούς να σιγουμουρμουρίζουν το τραγούδι τους... το τραγούδι της ζύμωσης, το τραγούδι της μεταμόρφωσής τους από σταφύλια σε οίνο...


Ναι, ναι.. το ομολογώ... μετά τρελού πόνου ψυχής, τράβηξα τρία λίτρα μούστο -τί γλυκόπιοτος, ο άτιμος!- για να φτιάξω μουσταλευριά! Ε, ναι, ως λάτρης του ντόπιου οίνου, τό'κλαιγα το κρασάκι που "χαραμιζόταν" -δεν έχουμε και ποσότητα να βγει και πολύ- αλλά, ήθελα να το κάνω κι αυτό! Γιατί τόσα χρόνια δεν έτυχε νά'χω στα χέρια μου μούστο δικό μου, να κάνω όλη τούτη τη διαδικασία. Και για να την χαρώ, προσκάλεσα μια γειτόνισσα να μου την δείξει με το δικό της τρόπο, παρ'όλο που μπορούσα και στο διαδίκτυο να βρω πληροφορίες σχετικές... αλλά δεν θά'χε την ίδια χάρη...


Καταρχάς, λοιπόν, κόβουμε το μούστο με στάχτη. Στάχτη από ξύλα, καθαρή.. Ρίχνουμε στην κατσαρόλα το μούστο και για κάθε λίτρο του κι από μια μικρή χουφτίτσα στάχτη κοσκινισμένη και το αφήνουμε να βράσει. Αφαιρούμε τυχόν αφρούς, κι αφού καθαρίσει το μείγμα έτσι, τ'αφήνουμε να κατασταλάξει, να "ηρεμήσει". Όσο περισσότερες ώρες, τόσο καλύτερα θα κατακάτσει το ίζημα της στάχτης. Εμείς μπορεί να συντομέψαμε αρκετά τη διαδικασία λόγω συνθηκών (έβαλα και τη ζεστή κατσαρόλα μέσα σε μια λεκάνη με παγωμένο νερό, για λίγη επιτάχυνση), αλλά ίσως το καλύτερο είναι να το αφήσεις μια νύχτα να ηρεμήσει.


Εν συνεχεία, παίρνουμε ένα κομμάτι ύφασμα -κατά προτίμηση μια παλιά μαξιλαροθήκη- τη στερεώνουμε σ'ένα σουρωτήρι και το στραγγάμε από κει. Αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει δυο-τρεις φορές και καλό είναι, ενδιάμεσα, να το αφήνουμε και πάλι για λίγη ώρα να ηρεμήσει.


Κι έχουμε έτοιμο τον καθαρό μας μούστο!

Και πάμε στη μουσταλευριά... Η γειτόνισσα κρατάει τις αναλογίες για τέσσερις κούπες μούστο, μια κούπα αλεύρι. Κι άλλες γυναίκες που ρώτησα απ'τα χωριά μας το ίδιο μου είπαν. Για άλλους, όμως, μια τέτοια αναλογία φαίνεται υπερβολική σε αλεύρι. Ίσως η φίλη μας η Vita (Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου) νά'χει δίκιο που προτείνει μια αναλογία έξι προς ένα (φαντάζομαι θα την δοκιμάσω αν έχω την ευκαιρία να ξαναφτιάξω μόνη μου). Το σίγουρο είναι ότι όσο περισσότερο μούστο έχει, σε σχέση με το αλεύρι, τόσο περισσότερο βράσιμο θέλει για να δέσει. Και λογικό είναι, να γίνεται πιο νόστιμη έτσι. Πάντως κι η δική μας νοστιμότατη έγινε, δε μπορώ να πω!

Υλικά πρόσθετα εδώ δε χρησιμοποιούνε ("για να μη μπερδευτεί η νοστιμιά του μούστου", όπως μού'πανε), πέρα απ'το τριμμένο καρυδάκι και την κανέλα που βάζουμε για γαρνίρισμα.

Μούστος, λοιπόν, και αλευράκι σε δράση!


Ζεσταίνουμε λιγάκι στη φωτιά το μούστο μας. Ύστερα παίρνουμε λίγο από αυτό για να διαλύσουμε το αλευράκι με τη βοήθεια ενός τρυπητού και μια ξύλινης κουτάλας. Τα αναμειγνύουμε ξανά και βάζουμε το μείγμα μας να βράσει.


Ανακατεύουμε διαρκώς κι έχουμε το νου μας να χαμηλώσουμε τη φωτιά μόλις πάρει βράσει για να μην καταλήξουμε σε ατυχήματα! Η διαδικασία αυτή κρατάει κανένα μισάωρο (εξαρτάται κι απ'την αναλογία μούστου κι αλευριού).


Το πότε θά'ναι έτοιμη, το αντιλαμβανόμαστε από την υφή της που έχει δέσει και τις χαρακτηριστικές φουσκαλίτσες στην κατσαρόλα.


Η Βαγγελιώ, είναι πιο κατατοπιστική σ'αυτό, οπότε όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ρίξει και μια ματιά στην πολύ όμορφη εγγραφή της, εδώ: Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου 


Τη σερβίρουμε σε πιατάκια ή μπωλάκια, πασπαλίζουμε με τριμμένα καρύδια και κανέλα και... απολαμβάνουμε!


Αυτά περί μουσταλευριάς... Τώρα αναμένουμε το κρασάκι μας! Φτού του, φτού του, ελπίζω ν'ανταποκριθεί στις προσδοκίες μας!

Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε!:

Μούστος: εκ του λατινικού vinum mustum= κρασί νέο

Ελληνιστί: γλεύκος, όπου, κατά το Μεγάλο Ετυμολογικόν (Etymologicon Magnum):

Γλεύκος: Το από της ληνού απόσταγμα αυτομάτως καταρρέον από της σταφυλής. Εστί δε τούτο γλυκύτατον και λιπαρώτατον. Και:

Γλυκύς: Παρά το γλεύκος, ο εστίν ο νεωστί αποστάζων εκ της ληνού οίνος.

Κοινώς, μούστος και γλύκα ένα πράγμα... από τη γλύκα του μούστου έχουμε και τον γλυκύ! 

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Περί γιγάντων ο λόγος..

(Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α 6,1)
 
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκίνησε κάπως έτσι: Με τη Γη να τα παίρνει στο κρανίο για την μαύρη τύχη των υιών της Τιτάνων και να γεννοβολά τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες.
Ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο ("Θεογονία 185"), από τις στάλες αίματος τ' Ουρανού που την ποτίσαν μιας και ο Κρόνος με το δρεπάνι τού'κοψε τα αιδοία, καθώς:
"Κι αυτά δεν φύγαν απ'το χέρι του έτσι στα χαμένα' γιατί όσες στάλες αίμα έπεσαν, όλες η Γη τις δέχτηκε και με καιρούς και χρόνια τις Ερινύες εγέννησε τις φοβερές και τους μεγάλους Γίγαντες..[...]" 
 
Πότε; Στο απώτατο κι απροσδιόριστο παρελθόν... Και μας έμεινε αμανάτι η λέξη, οι μύθοι και τα παραμύθια.. με άλλα λόγια, η ανάμνηση...

(Νικολάου Γ.Πολίτη, "Παραδόσεις")
 
Η περίφημη γιγαντομαχία, μάλιστα, ενέπνευσε πάμπολλους δημιουργούς των αρχαίων χρόνων.
Παρθενών. Ανατολικές μετόπες. Μάχη των Ολύμπιων θεών εναντίον των Γιγάντων.           (Γιγαντομαχία) *πηγή φωτογραφίας:http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA        /Parthenon.aspx                                                                                                                  
 
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":
"Ιδίως η Αττική εις την λατρείαν της απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις την γιγαντομαχίαν, ως εκ του ρόλου τον οποίον έπαιξε η Αθηνά. Αρκεί να λάβωμεν υπ'όψιν ότι ο περίφημος πέπλος, ο οποίος κατ'έτος προσεφέρετο από τας Ατθίδας παρθένους εις την θεάν, εστολίζετο με σκηνάς της γιγαντομαχίας. Ο Φειδίας είχεν απεικονίσει εις την εσωτερικήν πλευράν της ασπίδος της Αθηνάς εικόνας από την γιγαντομαχίαν. Εις το μουσείον της Ακροπόλεως φυλάσσεται τμήμα αετώματος, προφανώς ναού του 7ου αιώνος π.Χ., όπου παρίσταται η Αθηνά πολεμούσα κατά του Εγκελάδου, τον οποίον έχει ήδη εξαπλώσει προ των ποδών της."
πηγή φωτογραφίας: "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" 
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, στους θεούς δόθηκε χρησμός που ανέφερε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσουν τους τρομερούς γίγαντες ήταν να συμμαχήσουν με κάποιον θνητό (!). Έτσι κι έγινε. Με σύμμαχο, λοιπόν, τον Ηρακλή, κατόρθωσαν να τους κατατροπώσουν.
Γίγας, "Παρά το γω, το χωρώ, γίνεται γας' και κατά αναδιπλασιασμόν, γίγας' ή παρά το εκ της γης ιέναι" (Ετυμολογικόν Μέγα). Με άλλα λόγια, είτε επειδή προέρχονται από τη γη, τέκνα της γης, είτε από το γας, γω που σημαίνει χωρώ.
Όπως και νά'χει, οι Γίγαντες, δεν είχαν την καλύτερη φήμη. Ούτε κατά τη μυθολογία μας, ούτε στα σημερινά παραμύθια (με σπάνιες εξαιρέσεις!). Συμβόλιζαν τη δύναμη του κακού, του δυνάστη. Σήμερα γίγαντες μπορεί να μην υπάρχουν, με την παραδοσιακή τους μορφή (η απεικόνισή τους, εξάλλου, έδινε έμφαση στο έντονο "υλικό" στοιχείο τους, ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό..), αλλά από κακό που γιγαντώνεται, από δυνάστες με "γιγάντιες" δυνάμεις, άλλο τίποτα. Κάτι ενδιαφέρον στο μύθο είναι πως για να κατατροπωθούν στάθηκε απαραίτητη η συμμαχία του θνητού με τους θεούς (ό,τι κι αν σημαίνει, και πάλι, αυτό...).
Παρ'όλο, λοιπόν, που η λέξη, καθώς πέρασαν οι αιώνες, χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο για να προσδιορίσει την υπερβολική δύναμη ή το μεγάλο μέγεθος, ακόμη και για να χαρακτηρίσει έναν ήρωα (π.χ. το Διγενή Ακρίτα) κι όχι τα τερατώδη όντα του κακού κι έτσι οι σύγχρονοι Γίγαντες αναφέρονται ως, π.χ., "μεγαλοτραπεζίτες και σια", απομείναμε με μόνους γίγαντες τα συγκεκριμένα φασόλια (αν και θέλω να ευελπιστώ και για ήρωες μελλοντικά...).
Κι επειδή, ένεκα της περιβόητης κρίσης, καλό είναι να αναθεωρήσουμε και τις διατροφικές μας συνήθειες προς το πιο παραδοσιακόν και οικονομικόν, ας μιλήσουμε λιγάκι και για τους γίγαντες, που έθρεψαν γενεές γενεών σε τούτα εδώ τα χώματα.
 
Όταν ξεκίνησα να καλλιεργώ το μπαξέ μου πιο συστηματικά κι είχα την πρώτη μου επαφή με τους ντόπιους σπόρους, βρέθηκαν στα χέρια μου μια χούφτα μαύροι γίγαντες, προσφορά από έναν γείτονα. "Μαύροι;" απόρησα.."Υπάρχουν και μαύροι;". Συνηθισμένη από τα λιγοστά του εμπορίου, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι πλήθος ποικιλιών και χρωματισμών χαρακτηρίζει το κοινότατο φασόλι μας. Ένα πράγμα.. πώς να το πω; .. την εποχή του υποτιθέμενου "πλούτου", της πληθώρας, της περίφημης "ανόδου του βιοτικού επιπέδου"... σαν να φτώχαιναν τα γύρω μας.. συντροφιά και με το λεξιλόγιό μας. Έτσι, κάπως, σαν νά'χασαν και τα φασόλια την πολυχρωμία τους και να κατέληξαν όλα ολοσδιόλου λευκά, μικρά και μεγάλα. Ένας συστηματικός αποχρωματισμός των λεπτομερειών της ζωής, μέχρι να μας την καταντήσουν γκρίζα...
 
Μαύροι γίγαντες, λοιπόν, με ένα βαθύ πορτοκαλί λουλούδι ν'αγκαλιάζεται με το λευκό, στο πρώτο μου αυλάκι!
Κι επειδή οι γίγαντες δε θα μπορούσαν, ως γίγαντες, να μην διαφέρουν απ'τα κοινά φασόλια, έχουνε κι ένα άλλο γνώρισμα, που δεν τό'χω διαβάσει πουθενά, αλλά μου το μετέφερε εκείνος ο γείτονας καθώς μου τους παρέδωσε, "για επτά χρόνια στη σειρά, ξαναφυτρώνουν στον ίδιο τόπο, χωρίς να χρειαστεί να τους ξανασπείρεις" κι ας έχουν ξεραθεί ολοσχερώς με του χειμερινού βοριά τ'αγιάζι. Αρκεί να μη σκαλίσεις βαθιά και πετάξεις τις ρίζες τους και έτσι τους ξεπατώσεις... Κύττα, να δεις, επιμονή, της γης τα τέκνα!.....