"Τὸ φῶς γιὰ νὰ βλέπω καὶ ν’ ἀγαπῶ
τὸ βρίσκω παντοῦ: Στὸ λίγο ψωμί,
στοῦ βουνοῦ τὴ γυμνότητα, στὸ λουλούδι τῆς γλάστρας,
στὸ νερὸ τῆς πηγῆς, στὸ γιομάτο εὐγένεια
ἀεράκι ποὺ ἔρχεται καὶ θωπεύει τὴν κούραση
τῶν χεριῶν μου, στὸ λίγο ἐχέμυθο φῶς
τοῦ σπιτιοῦ μου τὴν νύχτα, στὴν παρουσία
τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου ποὺ προχωρεῖ
στὸ ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στὸ ἄξαφνο
ἔγχρωμο βεγγαλικὸ τῆς φωνῆς
ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται."
στοῦ βουνοῦ τὴ γυμνότητα, στὸ λουλούδι τῆς γλάστρας,
στὸ νερὸ τῆς πηγῆς, στὸ γιομάτο εὐγένεια
ἀεράκι ποὺ ἔρχεται καὶ θωπεύει τὴν κούραση
τῶν χεριῶν μου, στὸ λίγο ἐχέμυθο φῶς
τοῦ σπιτιοῦ μου τὴν νύχτα, στὴν παρουσία
τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου ποὺ προχωρεῖ
στὸ ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στὸ ἄξαφνο
ἔγχρωμο βεγγαλικὸ τῆς φωνῆς
ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται."
(Νικηφόρου Βρεττάκου, "τα στοιχειώδη")
"Ἀδέξια, μὲ χοντρὴ βελόνα, μὲ χοντρὴ κλωστή,
ράβει τὰ κουμπιὰ στὸ σακάκι του. Μιλάει μονάχος:
Ἔφαγες τὸ ψωμί σου; κοιμήθηκες ἥσυχα;
μπόρεσες νὰ μιλήσεις; ν’ ἀπλώσεις τὸ χέρι σου;
θυμήθηκες νὰ κοιτάξεις ἀπ’ τὸ παράθυρο;
χαμογέλασες στὸ χτύπημα τῆς πόρτας;
Ἄν εἶναι ὁ θάνατος πάντοτε – δεύτερος εἶναι.
Ἡ ἐλευθερία πάντοτε εἶναι πρώτη."
ράβει τὰ κουμπιὰ στὸ σακάκι του. Μιλάει μονάχος:
Ἔφαγες τὸ ψωμί σου; κοιμήθηκες ἥσυχα;
μπόρεσες νὰ μιλήσεις; ν’ ἀπλώσεις τὸ χέρι σου;
θυμήθηκες νὰ κοιτάξεις ἀπ’ τὸ παράθυρο;
χαμογέλασες στὸ χτύπημα τῆς πόρτας;
Ἄν εἶναι ὁ θάνατος πάντοτε – δεύτερος εἶναι.
Ἡ ἐλευθερία πάντοτε εἶναι πρώτη."
(Γιάννη Ρίτσου, "τα στοιχειώδη")
"Ὑπάρχει μια σιωπή
ποὺ κλέβουμε ὁ ἕνας ἀπ' τὸν ἅλλο,
ὅταν ὅλοι τραγουδάμε μαζὶ
καὶ κανεὶς δὲ φυλάει τον ἑαυτό του."
(Γιώργου Σαραντάρη, "Υπάρχει")
Καλή κι ευλογημένη χρονιά!




