Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης...

- Αλήθεια, κατάλαβε;
- Κατάλαβε! Είναι, φαίνεται, το μυαλό των ανθρώπων όπως τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου... Κάθε νοημοσύνη συντονίζεται και σε άλλες συχνότητες, όπως τα χρώματα της Ίριδας! Άλλος μπορεί να αντιληφθεί το κόκκινο, άλλος το θαλασσί...
Στάθηκε και με κοίταζε. Συνέχισα να μιλώ:
- Έτσι φαίνεται. Τώρα μόλις έκανα κι εγώ τους συνειρμούς. Κι όμως ναι, τούτο το κατάλαβε κάποιος που δεν λογίζεις έξυπνο, γιατί σε τούτες τις συχνότητες εκπέμπει το μυαλό του. Κι αυτό το "χρώμα" τό'δε, το αντιλήφθηκε το μυαλό του. Δες τους σκύλους: Ακούνε ήχους σε συχνότητες που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Έτσι και με την νοημοσύνη! Αλλουνού του κόβει εδώ κι αλλουνού εκεί. Είναι πόσα χρώματα μπορείς να δεις, πόσες συχνότητες αφουγκράζεσαι. Ίσως κάτι σαν αυτό που λέμε "πόσες οπτικές". Ένα ευέλικτο μυαλό θα δει και παραπάνω χρώματα...
Χάθηκα στους συλλογισμούς....
Και η αλήθεια; Η αλήθεια, λοιπόν, και επισήμως δε θά'χει χρώμα, θά'ναι διάφανο λευκό σαν το φως που περικλείει κι αγκαλιάζει όλα τα χρώματα....


Η άνοιξη χαμογελά. Οι ανεμώνες που κάθε χρονιά σηματοδοτούν τη λήξη του χειμώνα αρχίζουν να χλωμαίνουν στα λιοπερίβολα για να παραδώσουν τη σκυτάλη στα καθ'αυτό αγριολούλουδα του έαρος. Όλα συνεχίζουν το διάβα τους από τούτη τη ζωή σύμφωνα με το μερτικό που τους δώρισε η πλάση. Έτσι κι οι ανεμώνες. Γνωρίζουν καλά πότε να ξεπροβάλουν το κεφαλάκι τους απ' την εγκυμονούσα γη και να χαρούν τις ανασαιμιές τους κάτω απ'τις αχτίδες του ηλιάτορα. "Τώρα έφτασε η στιγμή..." μονολογούν με τα δικά λόγια και θαρεττά αναφαίνονται με το κορμάκι τους στητό να κυνηγάει το φως που καταφθάνει από ψηλά. Άλλες θα τανυόνται γαλήνια προς τον ήλιο μέχρι να χλωμιάσουν με τον καιρό και να μαραθούν, άλλες δε θα προλάβουν να χαμογελάσουν για πολύ στο περιβόλι μιας κι ένα χέρι ζήλεψε την ομορφιά τους και τις θέλησε δικές του, άλλες μπορεί να τσαλαπατηθούν από το βιαστικό διαβάτη, κι άλλες θα στολιστούν με δάκρυα απ'το μαύρο σύγνεφο που τσαλάκωσε τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους. Έρχονται και φεύγουν... Μα καμιά, δεν πιστεύω, να σκέφτηκε να ζητήσει κλουβί απ'το Θεό ή τον άνθρωπο για να την προφυλάξει...
"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."

(Γιώργος Σαραντάρης)

Όχι πως δε σκέφτονται. Όχι, όχι, εμάς μας βολεύει να το πιστεύουμε αυτό, καθώς δε μπορούμε ν'αφουγκραστούμε τα σκιρτήματά τους. Κι έχουν τη φρονιμάδα να μαζεύουν τα πεταλάκια τους προστατεύοντας το λιλιπούτειό τους πρόσωπο όταν σκοτεινιάσει ο ουρανός. Κι άλλοτε να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου για να μην τσακίσει το κορμί τους. Να χώνουν τις ρίζες τους βαθιά στη γη, πολλές φορές μέσα σε βράχους και κάτω από πετραδάκια για να σταθούν γερά. Μα καμιά, δεν πιστεύω να ονειρεύεται και να παρακαλά να σωθεί μέσα σ'ένα ανθοδοχείο μακριά απ'το χάδι της πλάσης για να γλιτώσει το τσαλαπάτημα του αδιάφορου διαβάτη...
"Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.[...]"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί- Ανάγνωσμα Τέταρτον")

Πόσο απολαμβάνω τον ήχο των βημάτων μου στο χωμάτινο μονοπάτι στη σιγαλιά. Μοναχά το κελάρυσμα των πουλιών ν'ακούγεται κι ο ήχος απ'τα πετραδάκια που σκιρτούν σε κάθε πατημασιά. Τούτα τα βήματα, τόσο ρυθμικά σα δείκτες παλιού ρολογιού, να θυμίζουν το χρόνο και τη θνητότητα που βαδίζει σ'αυτήν την απέραντη κι αέναη ομορφιά που, καθώς προχωρώ, πλημμυρίζει τους οφθαλμούς και το είναι μου...  Στη στροφή ατενίζω την καταγάλανη θάλασσα να σμίγει με τον ορίζοντα, πέρα μακριά, κι εγώ στο μυθικό βουνό ανάμεσα στα ασημένια ελιόφυλλα. 
- Θεέ μου, πώς έφτιαξες τόση ομορφιά;  Κι εμείς τόσο "δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα..."
"Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ."
(Ιωάννου Α' 4,18)

Ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήτανε, λέει, όλα να απαγορευτούν, όλα. Πώς ξεκίνησε τ'όνειρο δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά πως βρήκα έναν παπά σ'έναν χώρο απροσδιόριστο κι εγώ ήθελα, θυμάμαι, να του μιλήσω -ίσως να του εξομολογηθώ όλα τούτα που πλάκωναν την ψυχή μου- κι ήθελα απλά να γονατίσω και να βάλω τα κλάματα. Ο παπάς έφυγε πριν μ'ακούσει και γω βρέθηκα σ'έναν χωματόδρομο όπου δεν ακούγονταν πατημασιές -ούτε καν οι δικές μου- μην ξέροντας κατά που να κάνω. Κίνησα, θυμάμαι, για το σπίτι κι η μάνα μου φάνηκε ξαφνικά δίπλα μου να βαστάει ένα μωρό και να το παίρνω εγώ για να την ξαλαφρώσω. Κι είχε ένα όχι ανθρώπινο όνομα το μωρό, όπως κάποια κατοικίδια, και της λέω να του δώσουμε άλλο κι όπως τό'ψαχνα με το νου νομίζω είπα να τ'ονομάσουμε Ζωή. Μα, ύστερα, καθώς συλλογιζόμουνα, θέλησα να κάνω κατά την άλλη μεριά του δρόμου και της ξανάφησα το μωρό, να προλάβω νά'μαστε προετοιμασμένοι πριν με σταματήσουν... Κι όπως δεν ήξερα με σιγουριά κατά που να κάνω και πάσχιζα να δω το συμφερότερο με τη λογική, απ'την αγωνία ξύπνησα! "Όνειρο ήτανε ευτυχώς... όλα καλά... Μα... όχι, στάσου, δεν είναι μοναχά στ'όνειρο!" 
"Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε τὸ πῶς νὰ κάμουμε
γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποῦ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι’ ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν’ αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ’ ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποῦ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους — ποῦ πιὰ καιρὸς — μᾶς συνεπαίρνει."
(Κωνσταντίνος Καβάφης, "Τελειωμένα")


- Πόσα χρώματα βλέπεις;
Κοιτάζω απ'το παράθυρο.
- Αλλάξαν οι αποχρώσεις τ'ουρανού σήμερα. Χλώμιασε το σκηνικό. Ο Παγασητικός έσβησε μες στο γαλοζόγκριζο του τοπίου. Γκρίζες κι οι σκεπές με τον σχιστόλιθο. Μοναχά η γη καταπράσινη με κίτρινες πινελιές εδώ κι εκεί, μικροσκοπικές φιγούρες από αγριολούλουδα. Κι η κερασιά που στολίστηκε με τα πρώτα της λευκά ανθάκια. 
Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Κυριακή Σταυρολουλουδιά κι ο σταυρός απέμεινε χωρίς λουλούδια... "Κύριε σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."  
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» 
(Λούκ. 23,34)

- Φόβος δεν είναι η αγάπη, μη σε ξεγελούν, κλείσε τ'αυτιά σου! Μοναχά η αγάπη τον φόβο νικά...
Ο θεός του πολέμου Άρης κι η θεά του έρωτα και του σμιξίματος Αφροδίτη γέννησαν, λέει, δυο γιούς, τον Φόβο και τον Δείμο (=τρόμος). Τούτοι γινήκαν και δορυφόροι (δόρυ+φέρω) του πιστοί, μ' άλλα λόγια οπλισμένοι σωματοφύλακες.
Γέννησαν, όμως, και μια θυγατέρα, την Αρμονία... 
Κι η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω απ'τον Ήλιο χρόνια τώρα, με την τροχιά της πάντα ανάμεσα σ'εκείνες του Άρη και της Αφροδίτης. Κι οι γιοι του συνεχίζονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν ως ακόλουθα και πιστά του ουράνια σώματα...
"Κι ὅπως τραβᾶ στὸν πόλεμο ὁ ανθρωποβόρος Ἄρης
κι ὁ Φόβος πλάι ἕπεται, γιος δυνατὸς κι ἀτρόμητος,
καρτερικὸ πολεμιστὴ ἀκόμη φευγατίζοντας..."

(Ομήρου Ιλιάς Ν299)

Κατηφορίζω ξανά με τον νου προς τα λιοπερίβολα. Μήπως συναπαντήσω ξανά στις ζωγραφιές του Θεού τη γαλήνη που μου ξέφυγε, την θυγατέρα Αρμονία. Μήπως κατορθώσω και μιμηθώ τα λιλιπούτεια ταπεινά πλάσματά του που με τόση σωφροσύνη διαφυλάσσουν ευλαβικά το μερτικό τους στη ζωή. Μήπως κι οσφρανθώ την Χάρη Του  κρυμμένη στα ροδοπέταλά τους. Μήπως κι ακούσω την Αλήθεια Του στους ύμνος των πουλιών. Αφουγκράζομαι ξανά τα βήματά μου πάνω στο ξερό χώμα του μονοπατιού. Να συντονίσω τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς μου στο ρυθμό τους. Ν'αγγίξω για μια, έστω φευγαλέα στιγμή, με την θνητή μου ύπαρξη τη μελωδία της αιωνιότητας... Συγκεντρώνομαι ξανά στα βήματά μου...
"[...] Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο."

(Μανώλης Αναγνωστάκης, "Φοβάμαι")


Μπήκε η άνοιξη στο βουνό των άγριων και μέθυσων Κενταύρων. Ο Χείρων, από άλλη γενιά, μοναχός με τους εσσαεί μαθητές του διδάσκει και θεραπεύει στα ξεχασμένα μονοπάτια του. 
Γέρνω ξανά να δω απ'το παράθυρο. Στην κληματαριά σκάσαν τα πρώτα τρυφερά φυλλαράκια. Δισταχτικά, κουβαριασμένα ακόμη θαρρείς, ξεπροβάλλουν. Κι ο νεαρός ποιητής που χάθηκε τότε που πολεμούσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά, μου σιγοτραγουδά:
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς"

(Γιώργος Σαραντάρης, "Δεν είμαστε ποιητές")

 

[Υ.Γ. βλ. και: Χρώματα φόβου κι αγάπης (2) ]

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Οι λαζαρίνες μας στο Πήλιο!



Σάββατο του Λαζάρου σήμερα κι από νωρίς το πρωί τα κοριτσάκια του Πηλίου ξεκίνησαν με τα ανθοστολισμένα καλαθάκια τους να τραγουδούν στα σπίτια του χωριού...

"Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,

ήρθ' η Κυριακή που τρων τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθ' η μάνα σου από την Πόλη

σού'φερε χαρτί και κόμπολόι.

-Το χαρτάκι σου τί γράφει μέσα;

-Γράφει Θόδωρος, γράφει Δημήτρης,

γράφει λεμονιά και κυπαρίσσι.

Οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνε,

οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε,

δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε!

Και του χρόνου!"



Δε συνηθίζω να γράφω κάθε χρονιά για τα ίδια έθιμα, αλλά στην περίπτωση των "Λαζαρίνων" κάνω πάντα μια εξαίρεση. Ίσως γιατί από τούτο το έθιμο ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου για τη λαογραφία, ακόμη επειδή με αφορμή τούτο το έθιμο γνώρισα τη γειτονιά του path έξι χρόνια πριν και σιγά-σιγά άνοιξα κι εγώ το σπιτικό μου εδώ κι επιπλέον, όσο νά'ναι, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ξεχωριστά αγαπημένες μου παραδόσεις του τόπου μου, που δεν έχει σβήσει με το πέρασμα του χρόνου, ούτε αναβιώνει "φολκλορικά" όπως αλλού, αλλά συνεχίζει σταθερά κι αδιάλειπτα να λαμβάνει χώρα με το πέρασμα των αιώνων, να γεμίζει λουλούδια κι ομορφιά την ημέρα τούτη και να μας αναγγέλει τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης.

Έθιμο παλαιότερα πανελλήνιο, με διάφορες παραλλαγές, ακόμη καλά κρατεί εδώ, όπως και στην ακριτική Νίσυρο, όπου παίρνει άλλη μορφή και πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει η περίφημη καλαντήρα. Αξίζει να δείτε το σχετικό περίφημο βιντεάκι του Νίκου (http://tera-amou.pblogs.gr/), όπου μαγνητοσκοπεί τα κάλαντα του Λαζάρου στο νησί του την περασμένη χρονιά:
http://youtu.be/-Vw0j75kzgw

Υ.Γ. Για περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τις Λαζαρίνες του Πηλίου και τ'άλλα έθιμα της ημέρας σε παλαιότερες εγγραφές μου:

Λαζαρίνες στο βουνό του Χείρωνα..
Λαζαρίνες του Πηλίου κι άλλα έθιμα λαζαρικά..
Λαζαρίνες, Λάζαροι και Λαζαράκια..
Λαζαρίνες του Πηλίου



Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

στιγμές χαμογελαστές κι ανοιξιάτικες...

για τη Μάνια.........



Άνοιξη στο βουνό των Κενταύρων κι ο ήλιος μας χαμογελά! Αν κι ακόμη ο χειμώνας δεν τό'βαλε κάτω και μας κλείνει το μάτι με το που σουρουπώνει, την ώρα που ο καπνός ξαναρχίζει να γαργαλά ντροπαλά καμινάδες και μπουριά και να χάνεται στη σκοτεινιά της νύχτας... Όμως, η κυκλική τροχιά της ζωής ξαναστέλνει τον ήλιο κοντά μας με τη χαραυγή κι όλη πλάση θαρρείς γεννοβολά για να τον φτάσει, για να γευτεί ένα ζεστό άγγιγμά του... Μέσα σε λίγες μέρες όλα αλλάξαν μορφή. Ο τόπος γέμισε πρασινάδα, τα πουλιά τραγουδούν με κέφι κι αν χαρίσεις στην πάρτη σου δυο στιγμές -μόνο τόσες- κι επιτρέψεις στην ψυχή σου να γευτεί τ'αρώματα, να λευτερωθεί απ'τα δεσμά, είναι -έστω για τούτες τις στιγμές- σαν να κάνεις μακροβούτι σε μια θάλασσα από νέκταρ...

Μικρές στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς... με ή χωρίς αιτία σοβαρή... εξάλλου η σοβαρότητα είναι μια έννοια τα μάλα παρεξηγημένη!



Ο κούνελος τό'σκασε απ'τη μάνα του και τρύπωσε κάτω απ'το παχνί. Τ'αρνάκια τριγύρω τον κυττούν παραξενεμένα. Κι εσύ θες να γελάσεις με το ύφος τους, θες να τσακώσεις και με το φακό τη στιγμή, πρέπει να γραπώσεις όμως και τον συγχυσμένο κούνελο να τον επιστρέψεις στη φωλιά του. Και σαστισμένα γελάς, με τον κούνελο, με σένα, με τ'αρνάκια και με την άνοιξη που σου σφυρίζει κλέφτικα αναστατώνοντας αθόρυβα ψυχές ανθρώπων και ζώων...



Παραπέρα η Ελπινίκη, κοτζάμ γίδα πια (αν και παρέμεινε μικροκαμωμένη) με το καινούριο της.... αρνάκι! Καθώς η πρώτη γέννα της υπήρξε ατυχής, ανέλαβε το ρόλο της θετής μάνας σ'ένα ορφανό αρνάκι. Ε, μπορεί να το κυττούσε περίεργα στην αρχή, να τσινούσε και λίγο μόλις τη βάζαν να το θηλάσει, αλλά με τον καιρό -και τον καλό της χαρακτήρα, βεβαίως-βεβαίως- το δέχτηκε. Κι έτσι το αρνάκι βρήκε μια γίδα για μάνα. Είναι να μη χαμογελάς;



Ο "Καλορίζικος"μεγάλωσε -πότε πρόλαβε;!- και κάνει μαγκιές με τις φοράδες, τρελαμένος απ'το ανοιξιάτικο κάλεσμα, λεύτερος μες στα κτήματα με τα λιόδεντρα. Όχι πως καταφέρνει τίποτα -πιτσιρικάς ακόμη γαρ- αλλά καθώς μας βγήκε "πολλά" ερωτιάρης, θέλει κι αυτός να κάνει το κομμάτι του! Να φανεί.. να διαλαλήσει πως γίνεται αντράκι! Κι εγώ γελώ, κι ας φοβάμαι μην την φάει την κλωτσιά από καμιά θυμωμένη, έτσι που γκομενίζει ασύστολα κι απροκάλυπτα! Κι ο θυμός ζωγραφίζεται στο πρόσωπάκι του που αγριεύει, καθώς τίποτα δεν κατόρθωσε, κι άντε πάλι πρέπει να ξαναπαλεύει να δοκιμάσει, να προσπαθεί... χωρίς ούτε καλά-καλά να ξέρει τι θέλει να καταφέρει!

Η φύση μας χαμογελά...καμιά φορά μας περιπαίζει... μας τραμπαλίζει ψηλά... μας προσγειώνει ανώμαλα... κι άντε πάλι από την αρχή...



Οι ανεμώνες μας αποχαιρέτησαν για να δώσουν τη σκυτάλη στις πασχαλιές...



Τα χρώματα, όμως, δε χάθηκαν ' παρέμειναν για να θρέψουν καινούριες πινελιές....



Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης!

Όπως είχαν ξεμείνει δυο τζούρες καφέ στην κούπα μου, είπα ν'ανοίξω τον υπολογιστή και -τί μ'έπιασε;- να ψάχνω για αγριολούλουδα! Και τσουπ! πέφτω πάνω στο γνωστό μου βάσανο που συνήθως το ξετρυπώνω ανάμεσα στις φτέρες όταν μαζεύω τις πρώτες κορφάδες τους για μεζέ και ποτέ δε μου κάνει τη χάρη να ποζάρει στο φακό σενιαρισμένο! Χρόνια τό'βρισκα γερασμένο και κατσούφικο με τα πέταλά του ζαρωμένα -μες στην στραπάτσα ένα πράγμα- κι εκνευριζόμουν τόσο με τις κακομοιριασμένες πόζες του που μια χρονιά σκάλισα με μια πέτρα το χώμα, να κλέψω το βολβό του να τον μεταφυτέψω στον κήπο μου μπας και το πετύχω κάποτε φρεσκοανθισμένο! Τέλος πάντων, κάποτε τα κατάφερα -το πρόλαβα και στο βουνό ψάχνοντας για γαϊδαροουρές- αλλά, όπως και νά'χει, είναι τόση η χλωμάδα του και το πείσμα του να φυτρώνει κάτω από σκιές και άλλη τόση η τύχη μου να το συναντώ με τον ουρανό συννεφιασμένο και μουντό, που ακόμη δεν έχω πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα! Δε μ'έχει βασανίσει άλλο αγριολούλουδο τόσο, λέμε! Δεν έχει φωτογένεια!


Πρωί-πρωί, λοιπόν, πέφτω πάνω του! Και διαβάζω: "Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης"! Σώπα ρε! Κύττα να δεις και δεν του φαινότανε, έτσι ταπεινό κι αχρωμάτιστο νά'χει όνομα σκέτο μεγαλείο! Ερμοδάκτυλος! Εμ, το ίδιο είναι να σε λένε παπαρούνα, το ίδιο Ερμοδάκτυλο; Αφού δε μου βγαίνει να μην το γράψω με κεφαλαίο μπροστά! Και, φυσικά, αμέσως μ'έπιασε η περιέργεια! Και γιατί Ερμοδάκτυλος, λοιπόν; Κι έφαγα τον κόσμο να βρω μιαν εξήγηση! Αλλά δε βρήκα ικανοποιητική! Όλο προβλήματα μου προκαλεί τούτο το λέλουδο... άκρη δε βγάζω μαζί του. Έψαξα στο διαδίκτυο, άνοιξα μια στοίβα λεξικά και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι "το όνομα του γένους τούτου οφείλεται εις το ριγωμα αυτού που έχει δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου") και τίποτα παραπάνω! Απογοητεύτηκα... Περίμενα μύθους τρανούς να σχετίζουν το λουλούδι μου με το θεό Ερμή, κι αντ'αυτού ένα ξερό "έχει δήθεν το σχήμα" που επιβεβαιώνει κι ο Γεννάδιος ("Λεξικόν Φυτολογικόν") με το εξίσου λακωνικό κι αόριστο"βολβός ή ρίζα έχουσα δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού".


Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι και σίγουροι αν πρόκειται για το λουλούδι μου! Εγώ, πάλι είμαι, γιατί μου το φανερώνουν τα σημεία: πάντα σε μπελάδες με βάζει, αυτό θά'ναι. Για το μόνο που είναι σίγουροι είναι πως "εφημίζετο άλλοτε δια τας καθαρκτικάς της ιδιότητας"! Χαίρω πολύ! Αναφέρεται, λένε, το όνομα από τους αρχαίους και πιθανώς αντιστοιχεί στην Ίριδα την κονδυλόριζο ή στο Κολχικό το ποικιλόγραμμο (Γεννάδιος). Εμείς ψηφίζουμε, φυσικά, Ίριδα που είναι το δικό μου βάσανο! Και τώρα που το σκέφτομαι έτσι θά'ναι! Τί δουλειά έχει το Κολχικό, ανάμεσα στους δύο επίσημους αγγελιαφόρους των θεών, την Ίριδα και τον Ερμή; Αυτό ψηφίζει, εξάλλου, και το "ψαχτήρι".

Οπότε δε μου βγαίνει απ'το μυαλό, ότι το λέλουδό μου αυτό για κάποιον σημαντικό λόγο βαφτίστηκε έτσι και, δε μπορεί, κάποιες σημαντικές ιδιότητες ή μηνύματα κρύβει! Και ως είδος της Ίριδος και ως δάκτυλος του Ερμού, αφού ("Ομηρικό Λεξικό" Πανταζίδη), ο Ερμής "είναι μεν ο άγγελος των θεών, ως και η Ίρις, αλλ' αυτός αναφαίνεται μάλλον ως επιτετραμμένος, ως μεσολαβούν πρόσωπο, επομένως και ως προστάτης (Ω347).":

(Ομήρου Ιλιάς, απόδοση: Ι.Πολυλά)

Αγγελιαφόρος των θεών και προστάτης των ανθρώπων ο Ερμής οποίος και στη ραψωδία κ της "Οδύσσειας" δίνει "φάρμακον εσθλόν" στον Οδυσσέα για να τον προστατεύσει από τα "μάγια" της Κίρκης:

"μα ως το λαγκάδι το άγιο εδιάβηκα και κόντευα να φτάσω
στης Κίρκης πια το αρχοντοπάλατο της πολυφαρμακούσας,
εκεί μου απάντηξε ο χρυσόραβδος Ερμής [...]
Για πού τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ΄ ακρόβουνα μονάχος [...]
Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακηώρα να μη σέ ΄βρει."
(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ε, δε μπορεί ο Ερμοδάκτυλός μου (< Ερμής+δάκτυλος, όπου δάκτυλος "εκ της ρίζης "δικ-" ή "δεκ-", του δείκνυμι και δέχομαι" [Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος"]), να μην έχει καμία, μα καμία σχέση με όλα αυτά! Σίγουρα κρύβει έναν καλό μύθο... έστω κι αφανέρωτο, έστω κι αν μοναχά με τη φαντασία μας μπορέσουμε να υποθέσουμε....

Σημείωσις 1η:
Αναφέρει το "Μεγάλο Ετυμολογικό":



Σημείωσις 2α:
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα και το εξής σχετικό ενδιαφέρον κείμενο της Καλής Δοξιάδη (πηγή: http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=779) :
"Στην Κέρκυρα τη λένε "κουκούγερο", που θα πει "μασκαράς" γιατί ανθίζει τιςαπόκριες. Όπως και σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας - τα νησιά του Αιγαίου, την Δυτική Κρήτη, και τόπους της Μεσσηνίας - κουκούγεροι λέγονται οι "κακοί" μασκαράδες, οι άσκημοι, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα, τα κέρατα και τις προβιές ... εκείνοι που διώχνονται για κάθαρση πριν τη Σαρακοστή.
Έτσι δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο όταν εδώ στο χωριό μου εξήγησαν ότι λέγεται έτσι η καημένη γιατί «είναι τόσο άσκημη». Όλοι συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος της ασκήμιας της είναι το μουντό, ουδέτερο της χρώμα που «δεν ταιριάζει σε λουλούδι». Τα λουλούδια, μου είπαν, πρέπει να έχουν γλυκά ή ζωηρά χρώματα. Οπότε δε θεώρησα απαραίτητο να παρατηρήσω ότι βρίσκω το διακριτικό βελούδινο καφετί του χρώμα πολύ chic και όχι μόνον ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, αλλά όμορφο.
Μια άλλη εξήγηση για την τοπική ονομασία σίγουρα είναι το "μουτζουρωμένο" του πρόσωπο.
Η βοτανολογική ονομασία της ίριδας αυτής είναι Hermodactylus tuberosus. Έχει ύψος περίπου 20-25 εκατοστά και πολύ ελαφρύ γλυκό άρωμα. Είναι η δεύτερη άγρια ίρις που κάνει την εμφάνιση της στο τέλος του χειμώνα, δυο-τρεις εβδομάδες μετά την Iris unguicularis. Φυτρώνει σε σκιερές και υγρές γωνιές και λόγω του χρωματισμού της δύσκολα διακρίνεται... τόσο που όταν ξαφνικά την βλέπεις αισθάνεσαι ένα σκίρτημα ανακάλυψης.
Οι αρνητικοί συνειρμοί δεν περιορίζονται στη χώρα μας. Αγγλικά λέγεται "Widow Iris" ή 'Snake's Head Iris" [χήρα ή φιδοκέφαλη ίρις]. "


Δε μέλει να "ξεμπερδέψω", τελικά έτσι εύκολα με τούτο τον Ερμοδάκτυλο! Και, γιατί, παρακαλώ το λένε φιδοκέφαλη Ίριδα; "Τα λουλούδια του μοιάζουν ελαφρώς με ανοιχτά στόματα φιδιών", βρήκα σε μια αγγλική ιστοσελίδα. χμ... θα μπορούσε... Αν και πάλι η ονομασία τούτη θα μπορούσε να μας παραπέμψει στον Ερμή που κρατάει το γνωστό κηρύκειον, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο γύρω από την οποία ελίσσονται προς τα πάνω δύο φίδια με τα κεφάλια αντικρυστά! Όσο για το"Χήρα Ίριδα" αναφέρεται ότι ονομάζεται έτσι για τις μαύρες πινελιές του, καθώς λέγεται και "Μαύρη Ίριδα". Ε, ρε μπελά που βρήκα πάλι μ'αυτό το λέλουδο! Ψάχνω, ψάχνω και δεν λέω να σταματήσω...............

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τριγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!

σπαράγγι 

Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!

βεργί

Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."

βεργιά

Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."

σπαράγγια 

Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή...

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Γαϊδαροουρές και κούκοι!

Έχει μπει η άνοιξη για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα κι η φύση οργιάζει! Κι όχι μονάχα οργιάζει, όχι μονάχα ντύνει με το γιορτινό της πέπλο το τοπίο, αλλά φροντίζει και να μας χαρίζει απλόχερα τους νοστιμότερους τσιπουρομεζέδες! Είναι η εποχή δύσκολη, οι εργασίες ουκ ολίγες, το απρόοπτα πολλά κι όσο και να μεγάλωσαν οι φωτεινές ώρες της μέρας, δε μου αρκούν για να προλάβω όσα έχω στο πρόγραμμα να κάνω...

Πρώτες ξεπεταχτήκανε οι φτέρες, τρυφερές κορφούλες, νόστιμο σαλατικό και τραγανός μεζές στο τηγάνι! (βλέπε εδώ:φτέρες τηγανητές). Αμέσως μετά, δεν ήξερες κατά που να κάνεις να μαζέψεις αυτά τα αμέτρητα χορταρούδια του βουνού, πέρα φυσικά απ'τα κλασικά άγρια χόρτα που συλλέγαμε πλήθος απ'τις μέρες του χειμώνα (βλέπε εδώ:Μας φάγανε λάχανο!). Ανάμεσα απ'τα ξερά περσινά αγκάθια αρχίσαν να προβάλουν τα νια σπαράγγια, παραδίπλα οι τρυφερές βεργιές (βλέπε εδώ: Άγρια σπαράγγια και βεργιά!), στις τσιτσιραβιές σκάσανε οι κορφούλες (βλέπε εδώ:τσιτσίραβα), οι κούκοι πανέμορφοι χρωματίσαν τα χωράφια και τις πλαγιές του βουνού κι ύστερα οι γαϊδαρονουρές ξεφύτρωσαν στα ψηλά ανάμεσα στα βράχια.... Τί να πρωτομαζέψεις, τί να πρωτοκαθαρίσεις, να πρωτοζεματίσεις, να το φτιάξεις τουρσάκι ή της ώρας μεζέ;


Κούκους λέμε τούτα τα πανέμορφα λουλούδια με τον βαθιά κρυμμένο βολβό, πολύτιμο σαλατικό σε λαδόξυδο κι αλατάκι, αφού τον ζεματίσεις λίγες φορές ώστε να χάσει την έντονη πικρίλα του. Στην Κρήτη τους λένε "ασκορδουλάκους" (Ασκορδουλάκοι (βολβοί) σαλάτα), κι αλλού αλλιώς, καθώς πλήθος είναι τούτες οι πανέμορφες τοπικές ονομασίες.


Οι γαϊδουροουρές, πάλι, δεν ξέρω πως αλλιώς λέγονται και που αλλού φύονται κι αν τις τιμούν οι ντόπιοι, καθώς κι εγώ ομολογώ πως φέτος τις γνώρισα και πως ακόμα κι εδώ, ελάχιστοι τις ξέρουν και τις μαγειρεύουν. Φυτρώνουν ψηλά στο βουνό σε λίγα μέρη, συνήθως ανάμεσα σε βραχάκια απότομα. Μοιάζουν με ουρές γαϊδάρου τα πράσινα πλοκάμια τους, εξ ου κι ονομασία... ουδεμία σχέση, και πάλι, με δίποδους γαϊδάρους που μας κυβερνάνε...


Για τούτα τα χορτάρια, διάβασα στο "Γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου" του Κώστα Λιάπη πως είναι "είδος χορταρικού που τρώγεται βραστό σα σαλατικό", αλλά εμένα με μάθανε να τους φτιάχνω τηγανητούς είτε μ'αλευράκι (νηστίσιμους), είτε με κουρκούτι από αυγό κι αλεύρι.



Καταρχάς, λοιπόν, τις καθαρίζεις και τις ρίχνεις σε βραστό νερό για λίγα μόνο λεπτά μέχρι να μαλακώσουν. Ύστερα τις αλευρώνεις και τις πετάς στο τηγάνι με αρκετό λαδάκι, γυρίζοντάς τες συχνά, για να μην καούν από τη μια μεριά. Μόλις τις βγάζεις στο πιάτο πασπαλίζεις με αλατάκι και λίγες σταγόνες κρασόξυδο. Τούτες τις αλευρωμένες μπορείς να τις κάνεις κι ομελέτα, ρίχνοντας από πάνω, καθώς τηγανίζονται, και τα χτυπημένα αυγά. Αντίστοιχα, μπορείς να τις τηγανίσεις βουτώντας τις στο κουρκούτι, σε χυλό δηλαδή, από αυγό κι αλευράκι και λίγο νερό. Είναι ένας πολύ ιδιαίτερος μεζές!


Άνοιξη... η μάνα γη τίκτει τους καρπούς της.. δε χρεωκόπησε ακόμη.. ή, μάλλον, δεν καταφέραμε ακόμη να τη χρεωκοπήσουμε κι αυτήν, παρ'όλους τους ψεκασμούς, τ'απόβλητα (πυρηνικά και μη), το σκουπιδολόι και τις συνεχείς τσιμεντοποιήσεις... δεν ξέρω γι'αργότερα, αν κατορθώσουμε ν'αφανίσουμε την ίδια τη ζωή.. ούτε γνωρίζω πόσο σύντομα θα μας απαγορεύσουνε (πληθαίνουν παγκοσμίως κάτι τέτοιοι νόμοι) να βγαίνουμε στη φύση να μαζέψουμε χαμόμηλα.. Προς το παρόν, εμείς χρεωκοπήσαμε, το είδος μας αυτό το εξαιρετικό, που δεν ξέρει πια να ξεχωρίσει ένα ραδίκι απ'την αγριάδα, δεν ξέρει να τραφεί από κείνα που τζάμπα του δωρίζει η φύση για να το θρέψει, εκείνα με τα οποία γενεές γενεών μεγάλωσαν και μεστώσανε... Το είδος μας που, μέσα σε μια-δυο γενιές, σταμάτησε ξαφνικά να μαθαίνει στα τέκνα του πως να επιβιώσουνε (καθήκον που ούτε η "άμυαλη" γάτα δε διανοήθηκε ποτέ να αμελήσει), κι ας έρχονται εποχές ιδιαίτερα δύσκολες, αλλά αρκείται στο να τους παρέχει όλο και περισσότερα άχρηστα υλικά αγαθά κι εξίσου άχρηστη και ανούσια πληροφόρηση... Το είδος μας που μέσα σε ελάχιστα χρόνια έσβησε τη μνήμη και τη γνώση αιώνων...Χρεωκοπήσαμε.. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε και τους πολιτικούς που μας χρεωκόπησαν σαν έθνος...


Εδώ, ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ σχετικό με την "χρεωκοπία" μας,απ'το http://debtocracy.gr: "Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα ντοκιμαντέρ με παραγωγό το θεατή. Το Debtocracy αναζητά τα αίτια της κρίσης χρέους και προτείνει λύσεις που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης."


Αξίζει να το δείτε!

κι εδώ: http://elegr.gr/ για περαιτέρω ενημέρωση κι υπογραφές "για σχηματισμό επιτροπής λογιστικού ελέγχου"...

Αξίζει να υπογράψετε!

Υ.Γ. Τόση ομορφιά στη φύση αναζητώντας κρυμμένους καρπούς ανάμεσα στα άγρια λουλούδια της..


Καλημέρες σας!


Τρίτη 5 Απριλίου 2011

η άνοιξη αντιστέκεται...

Μπαίνει η άνοιξη στο βουνό του Χείρωνα.. ίσως λιγάκι καθυστερημένη φέτος, λίγο μουντή, λίγο παραπάνω βροχερή.. όμως μπαίνει η άνοιξη... σταθερά, όπως κάθε χρονιά.. τα πουλιά ξεκινούν το τραγούδι τους, τα γατιά κυνηγούν το ταίρι τους, τα βλασταράκια αναζητούν τον ήλιο και τ'αγριολούλουδα κεντούν σαν στολίδια τη γη που μας θρέφει.. Τίποτα δεν τα σταματά, τίποτα δεν τα φυλακίζει -εκεί, τουλάχιστον που ακόμα η φύση αναπνέει- τίποτα δεν τα εμποδίζει να πανηγυρίσουν την επιστροφή του Ήλιου, τον ερχομό της άνοιξης... Μονάχα εμείς, μαραζωμένοι και μελαγχολικοί, ντυμένοι στη γκρίζα φορεσιά που μας χαρίσανε (με τί αντάλλαγμα είπαμε;και ποιός μας ρώτησε τελικά;), προσπερνάμε μουδιασμένα, φυλακισμένοι στις μαύρες σκέψεις μας, τρελαμένοι απ'το μαύρο άγχος, στριφογυρίζοντας μάταια στο περιφραγμένο "πάρκο" που, πάντα "φιλάνθρωπα" μας χτίσανε...

Αν μπορούσαν να απευθυνθούν σ'εμάς τ'αγριολούλουδα (ναι, εκείνοι οι σπόροι που χωρίς φροντίδα καμιά, κάθε χρόνο, επιμένουν να φυτρώνουν σθεναρά σαν ελεύθεροι μικροί αντάρτες του βουνού..), ίσως και να δακρύζανε..


ίσως και να μας ειρωνευότανε λιγάκι η ομορφιά τους (όπως μου είπε και μια φίλη..)


ίσως πάλι να μας βάζαν τις φωνές (τρομπέτες λιλιπούτειες στ'αυτιά μας..)


ίσως να γίνονταν σύμμαχοί μας..


Πώς καταντήσαμε έτσι αμέτοχοι της ίδιας μας της μοίρας; Πώς επιτρέψαμε να μας καταντήσουν σκλάβους, εμάς που οι σπόροι τους γένους μας παλεύαν πάντα για τη λευτεριά; Πώς τους αφήσαμε να μας πιάσουν στον ύπνο; Στον ύπνο της λήθης, του φόβου, του εγκλωβισμού και της απελπισίας.. που κάποιοι μεθοδικά μας πλασάρανε;

Το σύνταγμά μας το διαγράψανε...




Την ελευθερία μας την παραχώσανε σ'επίχρυσο κλουβί.. Μια άλλη χούντα βαφτισμένη δημοκρατία..




Και το φακέλωμα καλά κρατεί, με κάθε λογής κεκαλυμμένους όρους και τερτίπια... όπως η περίφημη κάρτα του πολίτη που έρχεται τάχα για να μας σώσει απ'τη γραφειοκρατία και δεν ξέρω τί άλλο...

.. γιατί αλλάξανε ακόμη και το νόημα των λέξεων... γίναν "δημοκράτες" οι χουντικοί και "σοσιαλιστές" οι φεουδάρχες... γίναν "οικολόγοι" αυτοί που ουδέποτε σκαλίσαν ένα μέτρο γης, ουδέποτε απιθώσαν με ευλάβεια ένα σπόρο στο χώμα.. αυτοί που καβαλώντας ένα ποδήλατο, υπέγραψαν τη θανατική καταδίκη της Σερβίας με ουράνιο... γίναν "αριστεροί" οι κουλτουριάρηδες καναπεδοφιλόσοφοι... γίναν "διανοητές" οι ανοήμονες και "καταξιωμένοι συγγραφείς" οι καταγράφοντες την άρρωστη ψυχοπαθολογία τους ή σαπουνόπερες του σωρού.. γίναν "καθηγητάδες" οι ανίδεοι κι αμόρφωτοι με τις άρπα κόλλα μεταφράσεις ξένων συγγραμμάτων ..."μεγάλοι καλλιτέχνες" οι κωλογλύφτες του κυκλώματος ή οι τερατολάγνοι..  γίναν "υπουργοί" τα λαμόγια και "κυβερνήτες" οι δωσίλογοι... γίναν "δημοσιογράφοι" τα ξεπουλημένα τσιράκια των μεγαλοκαρχαριών.. γίναν "σωστοί πολίτες" οι σπιούνοι που τρέχουν να καρφώσουν το καφενείο του χωριού στο υγειονομικό γιατί ένας απ'τους παππούδες τόλμησε να φουμάρει με το καφεδάκι...

Οι ήρωες βαφτίστηκαν "gay", συμφεροντολόγοι ή αγράμματοι χωριάτες σε παροξυσμό..

Ο ελληνικός λαός βαφτίστηκε σύσσωμος κλέφτης και ακαμάτης...

Οι αγνοί πατριώτες βαφτίστηκαν εθνικιστές, φασίστες, ρατσιστές κι ακροδεξιοί..

Οι εναπομείναντες επαναστάτες βαφτίστηκαν επικίνδυνοι αλήτες..

κι όσοι διεκδικούν το αυτονόητο δίκιο τους βαφτίστηκαν παράνομοι..

ενώ οι εγκληματίες μας το παίζουν είτε "επαναστάτες" είτε "ανθρωπιστές"..

Ο ομορφότερος τόπος υποθηκεύτηκε για 30 αργύρια, ένας ολόκληρος λαός έγινε σκλάβος για ένα κωλόχαρτο που κάποιοι, χωρίς να φοβούνται ούτε καν την καταγραφή της ιστορίας, πασαλείψαν με τις τιποτένιες τζίφρες τους...

Μπαίνει η Άνοιξη... η φύση αναγεννιέται..η φύση ανασταίνεται.. αργά και σταθερά, μετά από κάθε βαρυχειμωνιά... όσο χιόνι κι αν σκεπάσει το κορμί της.. όσες πλημμύρες κι αν κατακλύσουν τα στέρνα της.. όσος παγετός κι αν στοιχειώσει τους σπόρους της.. αντιδρά κι ανασταίνεται.. Εμείς..; Ας αντιδράσει καθένας απ'το μετερίζι του.. κι ύστερα όλοι μαζί.. Μόλις ανθίσει ένα λουλούδι θα τρέξουν από κοντά κι οι πεταλούδες..

Κυριολεκτικά μας γαμήσανε το ηθικό κι ίσως είναι το πρώτο που πρέπει να μπούμε στη διαδικασία να διασώσουμε..

Κι έτσι για να κλείσω τούτη την εγγραφή...

Η Τάνια Τσανακλίδου με τους μουσικούς της βγήκε στους δρόμους, να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, να τραγουδήσει .. να εμψυχώσει τον κόσμο.. Ας την ακούσουμε..



κι ας κάνεις ο καθείς ό,τι μπορεί... αρκεί να αντιστέκεται... :)

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Το χοντρό μπιζέλι...

..χορεύει τσιφτετέλι..!


Μπήκε ο Μάιος κι ο καιρός δε λέει να "στρώσει", τα μπουμπούκια διστάζουν να ξεπεταχτούν και τα κηπευτικά καθυστερούν να μεστώσουν... Ίσα που μάζεψα μια χούφτα μπιζέλια από τον κηπάκο, ενώ πέρσι τέτοια εποχή γέμιζα κατσαρόλες! Τούτα τα μπιζέλια είναι από τα λίγα ανθεκτικά ζαρζαβάτια, που παρέα με τα σκληροτράχηλα κουκιά, έχοντας αντιμετωπίσει έναν τσουχτερό χειμώνα εδώ στο βουνό, στολίζουνε τους μπαξέδες μας τους μήνες της άνοιξης...

Το λουλούδι τους πανέμορφο και ντελικάτο, στις αποχρώσεις του μενεξεδί, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπέροχα άνθη των αγριολούλουδων..


Το μπιζέλι, λοιπόν, το παραμυθιού, (εκείνου ντε, με την πριγκίπισσα που ντυμένη φτωχικά και μουσκεμένη από τη βροχή βρέθηκε στο κατώφλι ενός πρίγκιπα κι η παμπόνηρη μέλλουσα πεθερά της για να διαπιστώσει αν όντως κρατάει από αρχοντική γενιά κι αξίζει για σύζυγος του γιόκα της, παράχωσε κάτω από είκοσι στρωσίδια της ένα βολάκι μπιζελιάς και, καθώς το επόμενο πρωινό η γαλαζοαίματη κοπελιά παραπονέθηκε πως δε μπόρεσε να κοιμηθεί γιατί κατιτίς την ενοχλούσε, πήρε επάξια τη θέση της νυφούλας!!!), οφείλει τη σημερινή ονομασία του στο αρχαιοελληνικό "πίσον" που μετονομάστηκε στα λατινικά σε "pisum" για να καταλήξει στο ιταλικό "pisello" και στο μεταγενέστερο ελληνικό "πιζέλιον" ή "μπιζέλιον"!

Αναφέρει ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828) στο "Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης":

Πίσον, το ' και πίσος, πισός, πίσσος, ο. Είδος οσπρίου, εν τη συνηθεία, πισέλιον, και μπιζέλιον. (πιθαν. παρά το, πτίσσω)

όπου:

πτίσσω, ίσω: Ξεφλουδίζω τα γεννήματα ή τα όσπρια δια κοπανίσματος ή χειρομύλου. Και, κοπανίζω, συντρίβω, ποιώ τι λεπτόν....

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..


του λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου:

"Η Πρωτομαγιά των ελληνικών λαϊκών παραδόσεων, όπως γιορτάζεται απ'τα παλιά ως τα νεότερα χρόνια, είναι ένα κράμα στοιχείων και επιδράσεων, που κρατούν από τα κάθε είδους Ανθεστήρια των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, και φτάνουν στις νεοελληνικές γιορτές της Άνοιξης, από την Πρωτομαρτιά ως το Μάη. Ο κεντρικός άξονας των στοιχείων αυτών είναι η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της Βλάστησης, η μαγικές ενέργειες για την τελείωσή της και η προσπάθεια "μετάληψης" από τις δυνάμεις της.[...]

Αρχίζουν από την ανθρώπινη παιδιάστικη χαρά, που γεννάει η θαυμαστή βλάστηση της γης κι η ωραία ανθοφορία της. [...]

Προχωρούν στη λατρεία της βλάστησης και της νέας παραγωγής, που την προσωποποιούν με τα διάφορα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" (τα νεκραναστημένα παιδιά), ή με τους "Μάηδες" των χωριών μας, που την εκβιάζουν να φέρει την καλή σοδειά, φορτώνοντας με στάχια και με φρούτα τα κλαδιά αυτά, όπως έκαναν κι οι αρχαίοι Έλληνες με το κλαδί της "Ειρεσιώνης". Δείγμα τέτοιας λατρείας είναι κι η πομπική περιφορά που γίνεται, με τα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" ή με τις "Νυφούλες του Μάη", από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, συντροφευμένη μάλιστα με ευχές και με δώρα που θυμίζουν τα κάλαντα.

Γίνονται έπειτα ενέργειες μαγικές, που πάνε να δώσουν στους εορταστές τη νεανικότητα και τη μακροζωία της Φύσης. Τα κλαδιά και τα λουλούδια κόβονται από τους αγρούς και κουβαλιούνται στα σπίτια, για να κρεμαστούν στις αυλές και στις πόρτες ή στήνονται κάπου στη μέση του χωριού, για να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη χλοερότητα, τη δροσιά και την άνθισή τους. [...]




Δε θα περιγράψω εδώ τα πολλά πρωτομαγιάτικα έθιμα, που έχουμε σ'όλη την Ελλάδα. Θα περιοριστώ σε κείνα που γίνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κεφαλονιά, όπως τα γνώρισα μικρός ή όπως τα είδα να συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια. [...]

Όπως λοιπόν γίνεται και στην Ελλάδα, η Πρωτομαγιά αρχίζει στην Κεφαλονιά από την παραμονή της. Η παραμονή είναι γενικά μια χαρούμενη προπαρασκευή, που τη ζούμε πιο έντονα από τη γιορτή, γιατί μας δίνει την προσδοκία και τη συμμετοχή, μέσα σε άνετα χρονικά περιθώρια. Έπειτα μας χρειάζεται η παραμονή της Πρωτομαγιάς, για να φτιάξουμε το μεγάλο στεφάνι, που θα βρεθεί κρεμασμένο το ξημέρωμα, να πάρει τη νυχτερινή δροσιά πριν το ζεστάνει ο ήλιος.

Βγαίνουν τ'απόγιομα τα κορίτσια στους κήπους, δανείζονται φιλικά τα ποικιλόχρωμα λουλούδια, και δίνει το ένα σπίτι στο άλλο ό,τι εκείνο δεν έχει, αρχίζοντας από την πρασινάδα και τον κισσό και φτάνοντας στο τριαντάφυλλο. Είναι τούτος ο δανεισμός των λουλουδιών μια συνεργασία του χωριού, στην κοινή μαγική πράξη του μαγιοστέφανου, που όσο κοινότερη γίνεται, τόσο πιο καλό αποτέλεσμα θα φέρει. Τα λουλούδια πάνε κι έρχονται μέσα στα κάνιστρα και στους δίσκους: Βιολέτες πολύχρωμες, τριαντάφυλλα, κρίνοι, γαρούφαλα και ροζαμάπες, μοσκιές και φίντες, αρμπαρόριζες, άσπρες μαργαρίτες και νεραντζάνθια, φρέζιες κι αγιοκλήματα... Στο μεταξύ θα γυρίσουν από τα χωράφια τους οι άντρες του σπιτιού (ή άλλα κορίτσια) και θα φέρουν μαζί τους την αγροτική ανθοδέσμη, σπάρτα ιδιαίτερα και μαργαρίτες κίτρινες ("τσουτσουμίδες" του κάμπου) και στάχυα από τα νέα σπαρτά, θα φέρουν και μια χοντρή αμπελίσια βέργα για το μεγάλο στεφάνι του Μάη, μια βέργα από εκείνες του κλαδέματος, που τις έχουν φυλαγμένες επίτηδες, όπως τις φυλάγαμε παλιότερα για τα στεφάνια του γάμου.

Το μαγιοστέφανο φτιάχνεται μπροστά στις πόρτες και στις λότζες των σπιτιών με κοινή συνεργασία της γειτονιάς, όπως γίνεται στις βεγγέρες. Το φτιάχνουν οι κοπέλες με τη βοήθεια των μικρών, ενώ οι μεγάλοι παραστέκουν και λένε τα αστεία τους. Οι γριές εξηγούνε από κοντά τη σημασία που μπορεί να έχει για τη ζωή και την τύχη του κοριτσιού το κάθε λουλούδι. Κι οι νοικοκυρές πάνε και φέρνουν από μέσα τους απαραίτητους "καρπούς", σκόρδο και κρεμμύδι, για το βάσκανο μάτι, κι έπειτα κανένα ρόγδι ή και πορτογάλι και μέσπολες, για να μπουν στο στεφάνι, απ'τη νέα σοδειά.

Έτοιμος ο "Μάης", θα δεθεί στον κόμπο της βέργας του με μια κόκκινη κορδέλα (το κόκκινο χρώμα φέρνει υγεία), και θα κρεμαστεί στην πόρτα ή το παράθυρο, πάνω στο ξύλινο θυρόφυλλό τους, να 'κουμπάει με ζεστασιά στο σπίτ και να του φέρνει, από την έξω ζωή, μαγεία και δύναμη, όσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί. Τα στεφάνια είναι απαραίτητα εκεί που ζουν κορίτσια. Μπορεί να κρεμάσουν και περισσότερα στο σπίτι, αν το ζητήσουν. Όπου όμως είναι αγόρια, θα κρεμάσουν γι'αυτά ανθοδέσμες σκέτες ("φούντες" ή "μποκέδες"), με την ίδια ποικιλία λουλουδιών και με την κορδέλα την κόκκινη...

"Και του χρόνου! Καλό μας Μάη! Με το καλό ναν τον κάψουμε τ'Άι-Γιαννιού!". Είναι οι ευχές που ακούονται εκείνο το βράδυ, την ώρα που όλα ετελείωσαν, κι οι άντρες κερνιούνται στη γειτονιά με κανένα κρασί. Οι κοπέλες, πριν κοιμηθούν, μπορεί να πουν και τούτο το Μαγιάτικο τραγούδι:

Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη με τα ρόδα,

όλον τον κόσμο γιόμισες με λουλούδια και μ'άνθια

κι εμένα με περίπλεξες στης λεμονιάς τα φύλλα!...

Ξημέρωσε. Σηκώνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι, κορίτσια και νέοι, αντρόγυνα και παιδιά, να βγούνε πρωί στον κάμπο, να προφτάσουν τον ήλιο, να προφτάσουν τον κούκο και το γάιδαρο, να δούνε τα χρώματα της αυγής, να βρούνε τα λουλούδια και τα κλαδιά αξύπνητα με τη δροσιά τους και το κυριότερο, να βρέξουν τα χέρια, τα μαλλιά και το πρόσωπο με τη δροσιά αυτή, να πιουν απ'τη δρόσο των ασταχυών και να πάρουν δύναμη, φρεσκάδα και ξανάνιωμα... να γίνουν καλά για πάντα από τον πονοκέφαλο. Τα τραγούδια τους τώρα ανακατεύονται με τα πρωινά κελαηδήματα των πουλιών:

Ελάτε όλοι να μάσουμε, ω νιες και νιοι, το Μάη

τώρα που η Άνοιξη σε μας γλυκά χαμογελάει...

[...]

Ω, εκείνοι οι χοροί των γλεντιών, έξω στη φύση, πόσο είναι πάντα γραφικοί και ταιριασμένοι με την κίνηση των λουλουδιών και των κλαδιών και των σπαρμένων! Πόσο φυσικοί φαίνονται οι άνθρωποι στις κινήσεις τους, έτσι καθώς πιάνονται αλυσιδωτοί και ρυθμοπατούν αλαφροβήματοι στη μαλακιά γη! [...]"

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

(για περισσότερα, βλέπε:

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
 και Πρωτομαγιάτικα... )

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

πρωινή συναυλία...

Σήμερα με ξυπνήσαν τα πουλιά της ρεματιάς... Άργησε να ξημερώσει, καθώς ο ήλιος νωχελικά ανέβηκε στ'άρματά του και κίνησε ν'ανατείλει εν μέσω συννέφων κι ενός γκρίζου ουρανού που σκεπάζει επίμονα το βουνό των Κενταύρων.. Απ'τις σχισμές των παραθυρόφυλλων ένα πολύ αχνό, απροσδιόριστο φως μ'εμπόδιζε να καταλάβω αν η καινούρια μέρα πράγματι μας καλωσόριζε ή αν το σκοτάδι της νύχτας δεν είχε ακόμα εντελώς διαλυθεί... Όμως τα πουλιά της ρεματιάς επέμεναν και διαλαλούσαν πανηγυρικά το καλημέρισμά τους!.. Καιρό είχα ν'ακούσω τόσο έντονα το τραγούδι τους, τόσο δυναμικά, που επεσκίαζε ακόμη κι αυτό το βουητό του νερού της ρεματιάς που ορμητικά ξεχύνεται προς τα χαμηλά, ν'ανταμώσει τη μάνα του, τη θάλασσα...


Ένα απ'τα πιο όμορφα ξυπνήματα.. Καιρό είχα να σηκωθώ έτσι χαμογελαστή και με τα μάτια μισόκλειστα ακόμη από τον ύπνο, ν'ανοίξω με με αγωνία το παράθυρο, να ξεχυθούν οι νότες στο σπιτικό, να το καλημερίσουν... Τόσο όμορφα, που θα παραβλέψω το γεγονός, ότι ο λαιμός μου δεν ξύπνησε με τις ίδιες διαθέσεις, αλλά άρχισε να με γαργαλάει ενοχλητικά, για να μου υπευθυμίσει ότι δεν πρόκειται να ανήκω σ'εκείνους τους τυχερούς που θα γλυτώσουνε την αξέχαστη συντροφιά της εαρινής ίωσης..


Μπήκε ο Απρίλης σήμερα.. Μπήκαμε, λοιπόν, για τα καλά στην άνοιξη, αν κι άνοιξη δεν αποφασίζει ακόμη να κυριαρχήσει δυναμικά στο βουνό μας! Ακόμη τα ξύλα λαμπαδιάζουν στις μαντεμένιες ξυλόσομπες, ο γκρίζος τους καπνός χάνεται στο γκρίζο τ'ουρανού και τα μπουμπούκια των λουλουδιών διστάζουν να απλώσουν τα πέταλά τους... Μονάχα κάτι τολμηρά αγριολούλουδα, οι σκληραγωγημένες καμέλιες και τίποτα βιαστικά δεντράκια που βαρέθηκαν τόσους μήνες να στέκονται ξεγυμνωμένα και θλιβερά, ξεσηκώθηκαν να χρωματίσουν το χειμερινό τοπίο... Τα αγέρωχα πλατάνια του χωριού μόλις και πέταξαν τα πρώτα μικροσκοπικά φυλλαράκια τους...


Καλό μας μήνα, όμορφον Απρίλη!