( *"Διηγήματα των Χριστουγέννων", Καρκαβίτσας- Μωραϊτίδης- Κόντογλου- Παπαδιαμάντης, εκδόσεις: Αρμός, εικονογράφηση: Γιώργος Κόρδης)
στὸ βουνὸ τῶν Κενταύρων, στὰ μονοπάτια τοῦ Χείρωνα... (παραδόσεις κι έθιμα, Θεός και φύση, μυθολογία και γλώσσα, σκέψεις κι εικόνες...)
Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023
Χριστούγεννα στη σπηλιά - Φώτη Κόντογλου
( *"Διηγήματα των Χριστουγέννων", Καρκαβίτσας- Μωραϊτίδης- Κόντογλου- Παπαδιαμάντης, εκδόσεις: Αρμός, εικονογράφηση: Γιώργος Κόρδης)
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022
Άγιος Μάμας, ο προστάτης των βοσκών (παραδόσεις, έθιμα και πανηγύρια)
Εικονιζόμενος καβάλα σ'ένα λιοντάρι με μια γκλίτσα στο χέρι, ο νεαρός άγιος και μάρτυρας Άγιος Μάμας θεωρείται ο κατ'εξοχήν προστάτης των βοσκών και των κοπαδιών τους, αλλά και των υιοθετημένων παιδιών. Έζησε την εποχή των διωγμών (3ο αι.μ.Χ.) κι αφού οι γονείς του κυνηγήθηκαν και πέθαναν στη φυλακή, υιοθετήθηκε, βρέφος ακόμη, από μία Χριστιανή, την οποία καλούσε συνεχώς "μάμα" κι έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του. (ή "Eν δε τω τετυπωμένω Ωρολογίω γράφεται, ότι ο Άγιος ούτος μετά την γέννησίν του έμεινεν άφωνος πέντε χρόνους. Έπειτα ελάλησε ρωμαϊστί: ήτοι λατινιστί την λέξιν ταύτην Mάμα. Διά τούτο και ωνομάσθη Mάμας."*) Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών μαρτύρησε και θανατώθηκε για την πίστη του.
"Στις 2 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του.
"Το τάζω", μου είπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"."
(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις "Δωδώνη")
![]() |
| Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", τ.Α' |
"Στις εικόνες του ο Άγιος Μάμας παριστάνεται συνήθως να ιππεύει πάνω σε λιοντάρι. Κατά την παράδοση, όταν ο βοσκός Μάμας κατέβαινε από το βουνό στην πόλη να παρουσιαστεί στον Διοικητή, κρατώντας να του προσφέρει κι ένα πρόβατο, υποχρεωτικό δώρο, κουράστηκε στο δρόμο, και τότε παρουσιάστηκε ένα λιοντάρι που τον πήρε στην ράχη του. Οι συμβολιστές ερμηνεύουν την παράσταση, ότι σημαίνει την αγιότητα μαζί και την δύναμη του Χριστιανισμού." (Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)
Μια αντίστοιχη παράδοση από την Κύπρο, αναφέρει:
"Στην Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ' όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε."
Υπάρχει, όμως, και η παράδοση που συνδέει το λιοντάρι με τα βασανιστήρια που υπέστη. Όταν, λένε, σώθηκε εκ θαύματος από τα βασανιστήρια που του έκαναν για να αλλαξοπιστήσει, ο έφηβος μάρτυρας βρέθηκε να ζει στα βουνά παρέα με λιοντάρια κι άγρια θηρία που εξημέρωσε. Τόσο πολύ που τα ελάφια κάθονταν και τα άρμεγε για να τραφεί. Τότε εξαπλώθηκε η φήμη του και κόσμος τον επισκεπτόταν. Οπότε οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον ξαναέπιασαν για να τον βασανίσουν. Τον έριξαν σε άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, αλλά εκείνα δεν τον πείραξαν. Κι ένα λιοντάρι τον δέχτηκε στη ράχη του για να τον μεταφέρει μακριά...
"Η λατρεία του παραμένει αξιόλογη στην Κύπρο. Στον ναό του της Μόρφου δείχνουν την λάρνακα του λειψάνου του, που έφτασε, λέει, μόνη της εκεί, πλέοντας απ'τη Μ.Ασία. Για την εκκλησία του αναφέρεται, ότι, όταν χτιζόταν, οι πέτρες συγκεντρώνονταν μόνες τους αποβραδίς. Επίσης, ότι στο πανηγύρι του ο Άγιος έστελνε εφτά αγριόγιδα να τα θυσιάσουν και να φάει ο κόσμος. [...]
Έχουμε εκκλησίες του στη Χίο, Σκύρο, Κάρπαθο, Κάλυμνο, Μήλο, Νάξο, Σπέτσες, Κύθηρα καθώς και χωριά με το όνομά του στην Κρήτη, στην Τροιζηνία και στη Χαλκιδική. Έχουν και στην Πίνδο οι τσοπάνηδες την εικόνα του (Χαλίκι Ασπροποτάμου) και την λιτανεύουν στις στάνες όταν πέσει αρρώστια στα πρόβατα.
Οι μητέρες επικαλούνται τον Άγιο Μάμα για τα παιδιά."
(Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)
"Στον εορτασμό του Αγίου Μάμα, αγίου κατεξοχήν ποιμενικού, επικρατεί ο κυπριακός τόνος, ακόμα και με μια παραλλαγή της γνωστής παραδόσεως για το θεόπεμπτο θύμα:
"Ο άης Μάμας ήταν βοσκός ' είχε πολλά χτηνά και όταν αποφάσισε κι έγινε άγιος, το κοπάδι του έμεινε ελεύθερο μέσα στα δάση και οι αίγες του έγιναν αγρινά και βρίσκονται ακόμα στο Τρόοδος. Την ημέρα που εγινότανε η εορτή του ερχότανε από το κοπάδι του τρία χτηνά και έπρεπε να σφάξουν τα δύο και το άλλο να το ξαπολύσουν. Σε μίαν εορτή τα έσφαξαν και τα τρία και από τότε δεν ξανάρθαν." (Κυπρ.11)
Ο ποιμενικός χαρακτήρας τους αγίου τονίζεται και στη μαρτυρία της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Σκύρου: "Είναι τσοπάνης και στην εικόνα του τον ζωγραφίζουν με το στραβοράβδι στο χέρι. (σημ. Η παράσταση αυτή είναι σύμφωνη με το συναξάρι του αγίου ότι ήταν βοσκός. Π.Β. Φ.Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, τ.Α': "Μάμας, νέος αγένειος, κρατών μικράν έλαφον και ποιμενικήν ράβδον"). Οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά, νά'χει κι εκείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους..."
Από την ίδια σκυριανή πληροφορία έχουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο τελέσεως της θυσίας: "Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω από την καρυδιά. Γυρίζουν το κεφάλι του αρνιού κατά το ιερό της εκκλησίας, τ'ακουμπούν στο πεζούλι, πάνω από το μεγάλο άγνε (λυγαριά) και το σφάζουν, προσέχοντας το αίμα να τρέξεις μες στο αυλάκι το νερό. Το νερό του άι-Μάμα είναι σαν αγίασμα, βγαίνει κάτω απ'το ιερό της εκκλησίας. Έπειτα το κρεμούν από την καρυδιά... το κόβουν, το μαγειρεύουν όταν θα απολύσει ο εσπερινός, ο παπάς ευλογεί το τραπέζι και κάθονται όλοι και τρώνε, τραγουδούν και διασκεδάζουν". " (Γεωργίου Αικατερινίδη, "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", Δελτίον ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας)
Σήμερα, όλη αυτή η τελετουργία της θυσίας του ζώου (που μας "ξενίζει" κι "αγριεύει" συχνά) παραλείπεται μεν, αλλά δεν παραλείπεται το κοινό συμπόσιο που ακολουθεί τις θρησκευτικές πανήγυρεις είτε από κοινά καζάνια που μαγειρεύεται το κρέας συνήθως έξω από τους ναούς, είτε ακόμη και στις ταβέρνες της πλατείας του χωριού. Στα Αφροδίσια της Χίου ανήμερα του Αγίου Μάμα, προστάτη του χωριού, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, οι πιστοί συγκεντρώνονται στην πλατεία του σχολείου όπου παρατίθεται κατσικοπίλαφο, πανηγυρικό γεύμα το οποίο έχει παρασκευαστεί σε τέσσερα μεγάλα καζάνια από τους χωριανούς. Το βράδυ ακολουθεί γλέντι με ορχήστρα και μεζέδες που, και πάλι, ετοιμάζονται από τους χωριανούς για όλον τον κόσμο που παρευρίσκεται. Οι προετοιμασίες, μάλιστα, για τούτο το πανηγύρι ξεκινούν μια βδομάδα πριν με καθάρισμα και "άσπρισμα" όλου του χωριού. (βλ.: Πανηγύρι Αγίου Μάμα Αφροδισίων Χίου)
Στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, εκτός από το θρησκευτικό πανηγυρισμό, πραγματοποιείται μεγάλη εμποροπανήγυρις. Σημειώνει ο Δημήτρης Κουρμπέτης ("Το χωριό Άγιος Μάμας Χαλκιδικής"):
" Η εκκλησία του Αγίου Μάμαντος, σύμφωνα με την παράδοση, κτίσθηκε από μοναχούς του μετοχίου. Η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί που διέμεναν στο μετόχι έβλεπαν τις νύχτες ένα φως σαν καντήλι μέσα στη θάλασσα, έψαξαν και ανέσυραν τελικά από το βυθό την εικόνα του Αγίου Μάμαντος. Καθώς επέστρεφαν στο μετόχι τους, τα βόδια που έσερναν τον αραμπά με την εικόνα ακινητοποιήθηκαν καθώς ανέβαιναν το ύψωμα έξω από το μετόχι. Παρ’ όλες τις προσπάθειες έμειναν ακίνητα, οι μοναχοί θεώρησαν ότι ήταν θέλημα του Αγίου και έκτισαν εκεί ένα μικρό εκκλησάκι όπου τοποθέτησαν την εικόνα του. Η εκκλησία με το πέρασμα των χρόνων υπέστη κατεδαφίσεις και ανακαινίσεις. [...]
... μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η πανήγυρη του Αγίου Μάμαντος αποτέλεσε ένα έθος που έγινε θεσμός, ξεκίνησε δηλαδή ως μια τοπική αγορά στην αρχή του Φθινοπώρου ήδη από την βυζαντινή εποχή για να μετατραπεί με το πέρασμα των αιώνων στην πανήγυρη των 19ου και 20ου αιώνων. Ο χώρος προσφερόταν για αγοραπωλησία ζώων επειδή διέθετε νερό και ήταν ανοικτός και προσβάσιμος για ζώα και ανθρώπους. Ο χρόνος διεξαγωγής του στην αρχή του Σεπτέμβρη ιδανικός, μετά το τέλος της σποράς και των άλλων καλοκαιρινών γεωργικών ασχολιών, ενώ ταυτόχρονα άρχιζε η προετοιμασία για τη νέα γεωργική χρονιά, της σποράς αλλά και για το χειμώνα, χρόνος κατάλληλος για να αγορασθούν και να πουληθούν ζώα. Έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράλληλο με της γιορτές της πρώτης εβδομάδας του Σεπτέμβρη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας ήδη από τους 4ο και 5ο αιώνα μ. Χ., περιοχή απ’ όπου ελκύει την καταγωγή του και το πρόσωπο του Αγίου Μάμα. Η Άννα Μαράβα–Χατζηνικολάου στη μονογραφία της για τον Άγιο Μάμαντα αναφέρει ότι οι γιορτές στην Καισάρεια πολύ πιθανόν να άρχιζαν την 1η του Σεπτέμβρη, αρχή της Ινδίκτου. Η συγκομιδή είχε πια γίνει, αρχίζει ξανά η σπορά , ο νέος κύκλος και η Εκκλησία εύχεται για ευνοϊκούς ανέμους, καλές βροχές, ευφορία της γης. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα στην ομιλία του στη γιορτή του Αγίου Μάμαντα λέει: «η γαρ αυτή ημέρα ορίζει ημίν τον παρελθόντα κύκλον, και κεφαλή γίνεται πάλιν τω επερχομένω». [...]"![]() |
| Λιτάνευση εικόνας Αγίου Μάμα- Χαλκιδική |
Αλλά, ας μεταφερθούμε και στην Κρήτη, με τη μοναδική πένα του λαογράφου Νίκου Ψιλάκη:
"Μ'ένα ραβδί σαν κι αυτό που κρατούν οι βοσκοί στο ένα χέρι κι ένα αρνί στο άλλο ο Άγιος Μάμας, νέος, ωραίος, χωρίς γένεια αλλά με πρόσωπο σχεδόν παιδικό, εικονίζεται σε τοιχογραφίες ηλικίας πολλών αιώνων και σε φορητές εικόνες. η λατρεία του νεαρού Άγίου είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε όλο το νησί, κυρίως σε περιοχές με ακμάζουσα κτηνοτροφία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πάνω στον Ψηλορείτη των χιλιάδων αιγοπροβάτων γινεται ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής... ούτε που σε πολλά άλλα ψηλώματα θα δούμε ταπεινά εκκλησάκια αφιερωμένα στη χάρη του.[...]
Πιστεύεται ότι ήταν βοσκός. Και ότι ζούσε στα βουνά "όπως κι εμείς οι βοσκοί, δεν εκατέβαινε στα χωριά και στσι πόλεις. Ειντά 'θελα κατεβεί να κάνει; Τα οζά μας καταλαβαίνουνε πιο καλά." Λόγια βοσκού απ'την οικογένεια των Σκουλάσων στο πανηγύρι του Αγίου στον Ψηλορείτη το 1994. Παρακολουθώντας αυτό το εντυπωσιακό σε συμμετοχή πανηγύρι είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μερικές σπ΄τις πιο ενδιαφέρουσες λαϊκές απόψεις για την ταυτότητα του Αγίου!
" Είναι ο άγιος των φτωχών και δεν έχει να κάνει ούτε με τους δεσποτάδες, ούτε με άρχοντες, ούτε με δημάρχους, ούτε με κανέναν άλλον."
"Βοσκαρουδάκι στα όρη δεν ήτανε κι ας ήτανε κι αμούστακο που λέει και το τραγούδι; Κατέχει αυτός είντα ζωή κάνομε. Γι'αυτό όπου κι αν είναι βοσκός πρέπει να τον-ετιμά και να τον σέβεται."
"Το αρνί που κρατεί στην εικόνα άλλοι λένε πως το πήγαινε στο Διοικητή πεσκέσι, μα εγώ είχα ακούσει πως το πήγαινε στην εκκλησία και προπάτειε πολλές ώρες για να φτάσει. Όπου υπάρχει βοσκός πρέπει να κάνει το ίδιο, να βγάνει και τη μερίδα του Αγίου Μάμα και να πάει ένα τάξιμο στην εκκλησία."
"Μπορεί νά'τανε βοσκάκι μα εκάτεχε κι εγιάτρευε τα πρόβατα. Και του φέρνανε κι από άλλα κοπάδια, ξένα, και τα γιάτρευε κι αυτά. Και σήμερα άμα τάξεις στον Άγιο όλα πάνε καλά στο κοπάδι."
[...] Οι άντρες αναλαμβάνουν το ψήσιμο του περίφημου αντικρυστού και οι γυναίκες το μαγείρεμα σε μεγάλα καζάνια του κατεξοχήν εθιμικού φαγητού της ημέρας: κρέας κοκκινιστό με πατάτες. [...]
Τα τάματα που γίνονται προς τον Άγιο είναι σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα ζώα αιγοπροβατοειδή. Τα πηγαίνουν και τα δένουν στο κερκέλι της εκκλησίας. Τελευταία τα δένουν και σε κάποιο δένδρο που βρίσκεται δίπλα στον ναό. Συνήθως οι βοσκοί ζητούν από τον ιερέα να διαβάσει την ευχή: "Είναι άνθρωποι που έχουν προβλήματα, άλλου αρρώστησε το κοπάδι, άλλος το φέρνει για καλό. Διαβάζω την ευχή του Αγίου Μάμα."
[... ] λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γιορτή του Αγίου στο Σελί Ρεθύμνου. Παλιότερα οι βοσκοί της περιοχής έφερναν τα πρόβατα στην εκκλησία. Ο παλιός εφημέριος του χωριού, π.Στυλιανός Χριστοδουλάκης πρόλαβε το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από τον ναό γεμάτο πρόβατα κατά την ημέρα της γιορτής:
"Καθένας από μας είχε και μερικά πρόβατα, δεκαπέντε, είκοσι ή και παραπάνω, χώρια οι βοσκοί που είχανε πολλά. Τα φέρνανε όλοι στην εκκλησία. Αποβραδίς εφέρνανε τα κουδούνια, τα βάζαμε κάτω από το τραπέζι του αγιασμού και ευλογούνταν. Θυμούμαι και τριάντα ακόμα μπορεί και σαράντα λέρια μαζεμένα. Ο παπάς επήγαινε με τον αγιασμό και τα ράντιζε όλα. Στο τέλος ο κάθε βισκός έπαιρνε το αγιασμένο λέρι και το πετούσε στο κοπάδι του για να πέσει επάνω σε ένα πρόβατο. Σ'αυτό το φορούσε κιόλας. Τα παλιότερα χρόνια εφέρνανε πολλά πρόβατα, μπορεί και κάθε βοσκός να θεωρούσε υποχρέωσή του να φέρει από ένα αρνί στον άγιο. Μερικά τα έσφαζε η εκκλησία και μοίραζε το κρέας στους προσκυνητές κι άλλα έβγανε στη δημοπρασία. Ακόμη πηγαίνουν πρόβατα στον Άγιο Μάμα...".[...]"
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
Η παράδοση λέει πως ο Άγιος Μάμας άφησε την τελευταία του πνοή όταν - εφόσον απέτυχαν να τον εξοντώσουν με όσα βασανιστήρια δοκίμασαν- του καρφώσαν μια τρίαινα στα σωθικά... Στο "Συναξαριστή των Δώδεκα μηνών του ενιαυτού" του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου αναφέρεται για την 29η Ιουλίου: "Tη αυτή ημέρα ο Άγιος Mάρτυς Mάμας εν τη θαλάσση τελειούται. * Ως οία μύστης των αλιέων Mάμας/ Tολμά θαλάσσης εξερευνάν τα βάθη." (*πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού) Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η λάρνακα με τα οστά του πετάχτηκε στη θάλασσα κι έτσι έφτασε στην Κύπρο. Ίσως με όλα τούτα να συνδέεται και το έθιμο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες την ημέρα της εορτής του, όπου όλα τα παιδιά του νησιού ρίχνουν αυτοσχέδια μικρά καραβάκια με αναμμένα κεράκια στη θάλασσα στη μνήμη του Αγίου.
Στις Σπέτσες, ακόμη, τούτη την ημέρα πηγαίνουν τα άλογα στον ιερέα να τα αγιάσει, μιας και τον θεωρούν προστάτη και των ζώων αυτών. Το παραλιακό αυτό εκκλησάκι προς τιμή του Αγίου Μάμα λένε πως το έχτισε καπετάνιος του οποίου το καΐκι που κουβαλούσε μούστο έπεσε σε ξαφνική καταιγίδα ανάμεσα σε Σπέτσες και Κόστα, την παραμονή της ημέρας που γιόρταζε ο Άγιος. Εκείνος, όταν σώθηκε, έταξε να κτίσει εκκλησάκι στον Αγιο που τιμόταν την επόμενη μέρα χρησιμοποιώντας το μούστο αντί για νερό!
Χρόνια πολλά!
Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021
Παραμονή Χριστούγεννα- Φώτη Κόντογλου
Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021
Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας!
«Ἄπιθι, τέκνον, τῷ δοτῆρι γενήθητι καὶ ἀνάθημα καὶ εὐῶδες θυμίαμα. Εἴσελθε εἰς τὰ ἄδυτα, καὶ γνῶθι μυστήρια, καὶ ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον τερπνὸν καὶ ὡραῖον.»(β΄ τροπάριον Ἀποστίχων τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων)
να ταϊζουν ή να νίβουν τη βρύση με σπόρια "για να γέννουνται καλά τα σπαρτά", δηλαδή παίρνουν πολυσπόρια (σιτάρι, καλαμπόκι, κουκιά, φασόλια, κτλ) και πάνε στη βρύση, τα ρίχνουν μέσα και λένε: Όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιο. Κατόπιν παίρνουν νερό από τη βρύση και γυρίζουν. (Αιτωλία)
Είναι προσφορά των πρώτων καρπών που, όπως και κατά την αρχαιότητα, γίνεται την περίοδο της συγκομιδής. Βρασμένο σιτάρι με διάφορους καρπούς είναι και τα πολυσπόρια ή κόλλυβα, που τα βράζουμε τις ημέρες των ψυχών ως προσφορά στους νεκρούς. Τα πολυσπόρια λέγονται σε μερικές περιοχές και με το αρχαίο τους όνομα πανσπερμιά. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν πανσπερμία στη Δήμητρα και στους άλλους θεούς της ευφορίας της γης, στις ψυχές των νεκρών [...] και την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων, στους λεγόμενους Χύτρους, όταν ο Άδης ήταν ανοιχτός. Επίσης στα Πυανέψια, γιορτή της συγκομιδής των καρπών των δέντρων, τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριο-Νοέμβριο), μοίραζαν κουκιά (βλ. και: Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!, του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..)." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις: Οδυσσέας)
"Μεσοσπορίτισσα όπου λένε, το είπαν με το να μεσιάζει τότε η πρώιμη σπορά τους. Κι αυτή τη μέρα βασιλεύει η Πούλια, αν τύχει ξαστεριά. Κι όπως θα κάμει αυτήν την ημέρα, θα κάμει και τις σαράντα κατοπινές μέρες." (Δημήτρης Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις "Δωδώνη")
"Υπάρχει μάλιστα εις την Μακεδονίαν η γνώμη, ότι τα σπαρτά, τα οποία σπείρονται μέχρι τις 21 Νοεμβρίου, φυτρώνουν αμέσως, ενώ εκείνα που σπείρονται κατόπιν, δια να φυτρώσουν, πρέπει να παρέλθουν 40 ημέραι." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις: Οδυσσέας)
"Γιορτή-ορόσημο στον κύκλο του χρόνου. Η εκκλησία γιορτάζει τα Εισόδια της Θεοτόκου και ο ζυγολάτης τη μέση ή το τέλος της σποράς. Μεσοσπορίτισσα ή Αποσπορίτισσα η Παναγιά του Νοέμβρη χρωστά την προσωνυμία της στις αγροτικές δουλειές του φθινοπώρου και στη φάση στην οποία ευρίσκονται. Η ίδια η ονομασία αποτελεί και προειδοποίηση. Στις πρώιμες περιοχές ο αγρότης έπρεπε να έχει τελέψει με τη σπορά των δημητριακών καρπών. Στις άλλες έπρεπε να έχει σπείρει τα μισά του χωράφια και να τελειώσει τη σπορά μέχρι το τέλος του;ς φθινοπώρου. Σε γενικές γραμμές πίστευαν ότι η γιορτή της Παναγίας αποτελεί ορόσημο για όλες τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου.
Βρέχει τση Μεσοσπορίτισσας, όλο το χρόνο βρέχει.
Στις περισσότερες περιοχές του νησιού ήταν ημέρα αργίας. Κι όποιος την παραβίαζε θα γνώριζε τη θεϊκή τιμωρία, θα έπαιρνε μόλις το.... μισό καρπό από αυτόν που θα έσπερνε στο χωράφι, το μισό σπόρο. [...]
Στην ύπαιθρο παλιότερα η ημέρα των Εισοδίων ήταν μεγάλη γιορτή. [...] Φαίνεται πως υπήρχε κάποια παλιά, ξεχασμένη τώρα και δεκαετίες, συνήθεια να ευλογούνται στις εκκλησίες βρασμένοι δημητριακοί καρποί (πολυσπόρια), αλλά οι πληροφορίες που έχουν διασωθεί είναι συγκεχυμένες. Πιθανότατα απήχηση παλαιοτέρων εθιμικών προσφορών να αποτελεί η συνήθεια που επεβίωσε και μετά τα μέσα του εικοστού αιώνα στο Πισκοπιανό της Χερσονήσου, όπου όλες σχεδόν οι οικογένειες του χωριού μαγείρευαν φασουλόρυζο την ημέρα της Παναγιάς. [...] Οι Πισκοπιανοί, λοιπόν, τιμούσαν κατά το πρόσφατο παρελθόν μ'αυτόν τον ξεχωριστό τρόπο την πολιούχο τους Παναγιά. Ήταν τόσο διαδεδομένο και τόσο γνωστό το εθιμικό φαγητό της γιορτής της ώστε με τον καιρό ταυτίστηκε με την ίδια την εορτή της Θεοτόκου. Η φράση "πάμε στην Παναγία στο φασουλόρυζο" που ακουγόταν στα γυροχώρια μας δείχνει την ειδική σχέση της μεγάλης γιορτής του Νοεμβρίου με ένα έθιμο που μεταφέρει στο επίκεντρο του εορτασμού τον απόηχο των ξεχασμένων εθιμικών απαρχών. [...]" (Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
"Στα Φάρασα της Καππαδοκίας συνήθιζαν να βράζουν σιτάρι, αραποσίτι, ρεβύθια σ'ένα καζάνι, έβαζαν μέσα και σταφίδες, τσίκουδα και σπόρους από ρόδι. Απ'αυτό το βρασμένο πολυσπόρι μοίραζαν σ'όλα τα σπίτια του χωριού για το καλό. Στη Λευκάδα, την παραμονή της Μεσοσπορίτισσας, μουσκεύουν σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, μπιζέλια, φακές, κουκιά, ρεβύθια και ανήμερα της γιορτής τα βράζουν. Γίνεται νηστίσιμη σούπα. Τα λένε πολυσπόρια ή πολυκούκια της Μεσοσπορίτισσας. Αλλού τα λένε μπόλια ή μπούλια, αλλού μπουσμπουρέλια. Τα μπόλια των Σαρακατσάνων μαγειρεύονται στα Εισόδια της Θεοτόκου και στις 30 Νοεμβρίου στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα. Έβραζαν καλαμπόκι, σιτάρι, σταφίδες, φασόλια και τα έτρωγαν με ζάχαρη. [...]" (Νίκου & Μαρίας Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης", εκδόσεις Καρμάνωρ)
Τρίτη 29 Ιουνίου 2021
Νυχτερινό 6ο... (νύχτα βαθιά ή το τενεκεδάκι)
Κι είναι κάτι στιγμές που η απεγνωσμένη ανάγκη να γίνουν εικόνα οι σκέψεις που κλωθογυρίζουν μέσα σου νικά τις όποιες αναστολές περί ματαιότητας και την κούραση και τη θλίψη και το χρόνο που μετρά αντίστροφα και την νύχτα που κάλυψε εδώ και ώρες με το πέπλο της το βουνό (κι εδώ και μήνες την ψυχή σου...), ακόμη και τα βίτσια του χαλασμένου πλέον υπολογιστή με την επίμονη μπλε οθόνη....
Κι αν ρωτήσεις "ποιά εικόνα ονειρεύτηκες με τόσο πάθος να ζωγραφίσεις"; Αλίμονο, είναι τόσο ταπεινή! Ένα μοναχά παλιό και ξεχασμένο κονσερβοκούτι κάποιου άγιου γέροντα, κατά τον φίλο μου τον άγιο Παϊσιο, μοναδικό σκεύος στο καλύβι του για να βράσει το λιγοστό κολατσιό του και να πιει νερό. Πόσο ζήλεψα τη λευτεριά του! Τόσο πολύ που σκέφτηκα να αδειάσω κι εγώ το "καλύβι" μου απ'τα πολλά μπας κι οσφρηστώ για μια στιγμή, έστω και φευγαλέα, το άρωμά της! Και τότε συνέλαβα πόσα πολλά άχρηστα με κρατούσαν στη γη δεμένη, αναίτια, χωρίς να το αποζητώ, από μια, θαρρείς αρρωστημένη ασυνείδητη συνήθεια των σημερινών ανθρώπων, και βάραιναν τόσο δυσβάσταχτα τα φτερά μου. Τελειωμό δεν έχει το ξεσκαρτάρισμα... και πώς ύστερα να ξεσκαρτάρεις την ψυχή όταν δυσκολεύεσαι να ξεσκαρτάρεις ακόμη και τέσσερα ντουβάρια;
Κι έτσι ξεκίνησα την προσπάθεια να απεγκλωβιστώ, εστιάζοντας στο ποθούμενο, το παλιό κονσερβοκούτι, μοναδικό σκεύος μιας γαλήνιας ψυχής που είχε κερδίσει τη λευτεριά της! Τούτη την περιβόητη λευτεριά που άλλοι τη διαφημίζουν με τελάληδες στην αγορά, άλλοι την ανταλλάσσουν με τρύπιες χρυσές δεκάρες, κι άπαντες την εκπορνεύουν και την εξευτελίζουν, νταβατζήδες μιας κοινωνίας που, ενώ παραδόθηκε αμαχητί στη σήψη, βάλθηκε αυθαίρετα κι επιθετικά να βαφτίζει κάθε διαστροφή της ευλογία....
"Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πούχε στην εξουσία του. Είχε κι έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρει τη γνώμη του.
Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: «Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο-τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξει ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζεις, για να κάνεις το χρέος σου από τώρα». «Και τι είν’ αυτό το τρελλό νερό, βεζίρ εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό, αποκρίθηκε ο βεζίρης, λέγεται τρελλό νερό, επειδής όποιος το πιεί, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται και θα κάνει πράματα παλαβά κι ανάποδα απ’ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τούδωσε ο Θεός, κι έτσι θα πέσει στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κι εμείς, οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήσει τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τι θα κάνουμε, βεζίρ εφέντη;». «Είναι ανάγκη, πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κι εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τους κρέμασε στο λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για τη ζωή τους». Ο σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουνε καλό νερό στις στέρνες του παλατιού.
Στον διορισμένον καιρό, που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα νερό τρελλό και πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους και τα βλέπανε όλα ανάποδα, το καλό το λέγανε κακό, το γνωστικό το λέγανε τρελλό, το τρελλό το λέγανε σωστό, το δίκιο άδικο, το άδικο δίκιο.
Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κι έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους, και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό κόσμο.
Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτύτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πώς γινήκανε άδικοι και κακούργοι.
Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο.
Τότε βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: «Βεζίρ-εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ’ αυτούς τους παλαβούς και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος, κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή να πιούμε κι εμείς από το τρελλό νερό, για να γίνουμε τρελλοί σαν κι αυτούς, και μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ θα μας συγχωρέσει που θα χαθεί η αλήθεια, μ’ αυτό που θα κάνουμε».
Έτσι κ’ έγινε. Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης ήπιανε από το νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τους δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας.
Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιεί οι σημερινοί άνθρωποι, και γι’ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε, ή θα πιούμε κι εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»;" -Φώτης Κόντογλου "Μυστικά Άνθη"
Περασμένα μεσάνυχτα κι αγναντεύω το σκοτάδι. Η πνιγηρή ζέστη που δένει τόσο με τη πνιγηρή ατμόσφαιρα που αναδύεται από παντού, δε σου δίνει και πολλά περιθώρια να δραπετεύσεις. Μοναχά τούτο το κονσερβοκούτι τριβελίζει στη σκέψη μου σα μυστική διέξοδος. Ναι, διέξοδος προς το ξαλάφρωμα και τη λευτεριά -κορόιδευε εσύ, δε θα πειραχτώ! μοναχά θα ευχόμουν τόσο να μπορούσες κι εσύ να καταλάβεις...- προς το λυτρωμό από την ρημάδα την ανάγκη που πολλαπλασιάζεται, ίδια Λερναία Ύδρα, όσο την τροφοδοτείς, αλλά κι ακόμη περισσότερο προς το λυτρωμό από το φόβο που στοιχειώνει όλες τούτες τις πλαστές ανάγκες....
Με τα σημερινά κοσμικά κριτήρια ο γέροντας τούτος θα χαρακτηριζόταν λοξός ή θεόχαζος, με τα θρησκευτικά ίσως άγιος αναχωρητής... εγώ απλά απόψε βλέπω μοναχά τη λευτεριά που κέρδισε με τούτο το κονσερβοκούτι, όσα πάθη κι αν κουβαλούσε η ψυχή του. Τη λευτεριά που χάνω κι ίσως θα μπορούσα παλεύοντας να αξιωθώ να ψηλαφίσω κι εγώ. Μέσα σε τούτη την νύχτα να ρουφήξω μιαν ανασαιμιά της! Εξάλλου η λευτεριά ποτέ δε χαρίζεται, ούτε εξαγοράζεται, ούτε τιμολογείται -μην ακούς τους περίφημους πλασιέ και τελάληδες της εποχής! Ανήκει σε κείνες τις έννοιες τις ανώτερες, τις νοητές, που χλευάζουν οι "προοδευτικοί" τεχνοκράτες μας, γιατί δε χωράει και δε στέκεται στον πάγκο του μπακάλη, στην οθόνη του υπολογιστή ή στο μικροσκόπιο να τη δουν και να την μετρήσουνε. Γιατί γεννάει ήρωες, και τούτοι δεν κατοικούν στα θλιβερά τεφτέρια τους κι είναι πολύ μεγάλοι για να στριμωχτούν στη χλωμή ζωγραφιά του όποιου μυαλού τους. Είναι όμως τόσο ταπεινή που, χωράει, αν κι εσύ την αποζητήσεις, ακόμη και σ'ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι. Έστω και σα νυχτερινή σκέψη δική μου, σα μικρή ελπίδα, σαν κάποιος πρωτόγνωρος τρόπος σωτηρίας ή διαφυγής....
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021
Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!
Θεοφάνεια
Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...
Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):
"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]
Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]
Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν.
Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.
Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.
Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]
Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."
(Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)
![]() |
| Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ |
Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:
"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]
Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]
Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]
Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα. Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...
"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."
[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).
Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:
"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.
Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς.
Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ...
Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα.
Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων.
Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.
Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων.
Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"
Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες."
(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")
![]() |
| Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α' |
Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...
Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :
"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."
(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)
αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."
(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:
Καλή Φώτιση νά'χουμε!
Χρόνια πολλά!













































