Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καμπούρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καμπούρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!

 "`Αι-Τρύφωνας τριβ', Υπαπαντή πλαθ' κι ο Συμεών σημνειών'",

έλεγε ο λαός μας αναφερόμενος στις τρεις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, τα "Συμόγιορτα", που αφορούν τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη. 

Την πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου τιμάμε τον Άγιο Τρύφωνα (βλέπε και: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών), προστάτη των αμπελιών και των κηπευτικών, στις δύο του μηνός τη μέρα της Υπαπαντής του Χριστού (βλέπε: Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)) και στις τρεις τον Άγιο Συμεών (βλέπε: Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)).

 


Σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος για τον Άγιο Τρύφωνα των αμπελιών που τιμάται σε όλη την ελληνική ύπαιθρο:

"Αγαπημένος λαϊκός και γεωργικός άγιος. Κατά το συναξάρι του, φτωχός χηνοβοσκός, με το ελληνικότατο αυτό όνομα, ζούσε στη Μ.Ασία (κοντά στην Νίκαια) στα τελευταία χρόνια των χριστιανικών διωγμών. Νέος, που είχε προσχωρήσει στην νέα θρησκεία, εμαρτύρησε με βασανιστήρια κι αποκεφαλίστηκε.

Η λατρεία του αγίου Τρύφωνα άρχισε από νωρίς αφού ήδη τον 6ο αιώνα είχε δύο ναούς στην Κωνσταντινούπολη κι ένα μοναστήρι. [...] Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό όνομα του αγίου καθώς και η νεαρή ηλικία του συσχετίσθηκαν με τη λέξη "τρυφερός", κι άπλωσαν τη λατρεία του ώστε, μαζί με την κατάλληλη γεωργική εποχή της γιορτής του, να θεωρείται προστάτης στη βλάστηση και στην καλλιέργεια, ιδαίτερα στους κήπους και στα αμπέλια, που, αρχές Φεβρουαρίου, μπουμπουκιάζουν ή κλαδεύονται.

Στην Υμνογραφία του αγίου ακούγονται φράσεις που βοηθούν τις αντιλήψεις αυτές ("ἔσπευσας πρὸς τὸ σκάμμα" και "κατήρδευσας τὰ τῆς ἐκκλησίας βλαστήματα"), αλλά σημαντικότερες είναι οι ευχές κι οι εξορκισμοί που διαβάζονται στα αμπέλια και στα χωράφια, στο όνομα του αγίου Τρύφωνα [...] Ο άγιος φέρεται να διώχνει τα βλαβερά ζωύφια από τις καλλιέργειες των ανθρώπων (σκουλήκια, κάμπιες, κανθάρους, ακρίδες, σαλιγκάρια, αρουραίους, κλπ) με τον εξορκισμό. 

"Ὁρκίζω ὑμᾶς... μὴ ἀδικήσετε τὴν ἄμπελον, μήτε τὸν κῆπον τῶν δένδρων τε καὶ λαχάνων... ἀλλά ἀπέλθετε εἰς τὰ ἄγρια ὄρη, εἰς τὰ ἄκαρπα ξύλα, εἰς ἅ ἐχαρίσατο ὑμίν ὁ Θεὸς ττὴν καθημερινὴν τροφήν." ("Μικρό Ευχολόγιο"). 

Δεν έχει, νομίζω, μελετηθεί (ειδικά κι αντικειμενικά) η ψυχολογική συμπαράσταση που έδειξε πάντα η Εκκλησία (ήδη με τα λόγια του Χριστού) στον κοπιώντα γεωργό. Με τις ευχές, τις ευλογημένες σπορές ή απαρχές, και με τις λιτανείες της, στις τραγικές ώρες της ανομβρίας, του παραστάθηκε και τον ενθάρρυνε να αισιοδοξεί, να ελπίζει και να αγωνίζεται.

 

Στην εικονογραφία του ο άγιος Τρύφωνας παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, κάποτε μάλιστα δείχνεται στο βάθος της εικόνας και κάποιος γεωργός, που τιμωρήθηκε (του κόπηκε η μύτη) επειδή δεν ετήρησε την αργία της γιορτής του. Η σχετική παράδοση διηγείται:

"Οι σταφιδοπαραγωγοί στη μνήμη τ'άι Τρυφώνου έχουν μικρή σχόλη, γενικό εκκλησιασμό, αποφεύγουν δε αυστηρά όχι μόνο να πατήσουν σε χτήμα (για κλάδεμα), αλλά και να πιάσουν κλαδευτήρι στο χέρι τους... Κάποιος που μαγάρισε τη μνήμα του αγίου και δούλεψε στ'αμπέλι έκοψε τη μύτη του. Κι ένας που το διηγόταν, και κρατούσε, την ημέρα αυτή, κλαδευτήρι, έκαμε να δείξει πώς, κι έκοψε τη δική του." (Ηλεία 1963, Ντίνος Ψυχογιός). 

Από παρετυμολογία του ονόματός του: Άγιος Στρίφωνας, παλιότερα δεν έστριφαν γνέμα για ύφανση οι νοικοκυρές. Ο Δ. Καμπούρογλου διηγείται για την τουρκοκρατούμενη Αθήνα ότι φοβούνταν οι γυναίκες "να στριφώσουν" νήμα ή ρούχα, γιατί μπορούσαν να πάθουν και προσωπικό στρίφωμα. 

Άλλη αγροτική παρετυμολογία συναντούμε στη Δ.Μακεδονία όπου για να τους βοηθάει ο άγιος στην καλή βλάστηση του τριφυλλιού (για τα ζώα τους) τον λένε άγιο Τρίφυλλα. (Μ.Καλινδέρη, "Ο βίος της Βλάτσης") [...]

Χαρακτηριστικό είναι το πειραχτικό ανέκδοτο (φώνημα) που λένε για τους Βυτινιώτες, με το συχνό όνομα του αγίου στον τόπο τους (*είναι πολιούχος στη Βυτίνα της Αρκαδίας):

"Ε! Τρύφωνα! Να πεις του Τρύφωνα, να πάει στον Τρύφωνα, να πει του Τρύφωνα, να στείλει τον Τρύφωνα εδώ, που τον θέλουν." 

("Λαογραφία" 8, 1921) [...]" (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


 Κατά τον Γεώργιο Μέγα,

άγιος Τρύφωνας θεωρείται φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, καθώς πιστεύεται ότι έχει εξουσία εναντίον των ποντικών και της κάμπιας. Γι' αυτό και στις εικόνες του παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, ενώ στο κόλλυβο που παραθέτουν στην εκκλησία οι Αγχιαλίτες κ.α. "είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Τρύφος με το σταφύλι". Κηπουροί κι αμπελουργοί κάνουν στην εκκλησία αγιασμό και αρτοκλασία με κόλλυβα. Από τον αγιασμό αυτόν δεν πίνουν, ούτε τον παίρνουν μέσα στο σπίτι, αλλά μόνο ραντίζουν αμπέλια και κήπους.

Πολλές και διάφορες είναι οι τοπικές συνήθειες. Π.χ. στην Ήπειρο κάμνουν κουλούρες και τις κυλούν στ'αμπέλια, τα χωράφια και τους κήπους τραγουδώντας:

Τρύφωνα πολύκαρπε,

έλα δω στ'αμπέλι μου

και στο χωραφάκι μου,

να φάμε και να πιούμε.

Στη Στενήμαχο έσφαζαν βόδι (κουρμπάνι), "για να ευχαριστήσουν τον άγιο", και μοίραζαν τα κομμάτια στους κατοίκους. Μετά τη λειτουργία γινόταν κι αγώνας πάλης στην πλατεία. "Παλεύουν δυο αντρειωμένοι κι όποιος νικήσει παίρνει βραβείο ένα αρνί". Στον Δρυμό της Μακεδονίας ταυτόχρονα με το ράντισμα παραχώνουν και το "κλικούδ' τ' καλλ'κάτζαρου" (που θυμνιάζεται Χριστούγεννα, αϊ-Βασίλη και Φώτα) και το κόκκινο αυγό της Μ.Πέμπτης' τα κόβουν μικρά μικρά κομματάκια και τα θάβουν στ' αμπέλια και στα γεννήματα." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

Περισσότερες πληροφορίες για τα κουρμπάνια της Στενημάχου μας δίνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Αικατερινίδης στη μελέτη του για τις ζωοθυσίες:

 

 Μεταφερόμαστε και στην Κρήτη με την σπουδαία πένα του Νίκου Ψιλάκη:

"[...]Γύρω από τον Ψηλορείτη, σε περιοχές όπου ευδοκιμεί και καλλιεργείται το αμπέλι, ο εορτασμός του Αγίου αποτελούσε ξεχωριστό γεγονός. [...]πολλές αμπελουργικές οικογένειες δεν έστρωναν τραπέζι τη μέρα της γιορτής του αν δεν είχαν φτιάξει κάποιο γλύκισμα ή φαγητό με προϊόντα αμπελιού. Φυσικά υπήρχε πάντα κρασί στο τραπέζι, όπως υπήρχε σταφιδόψωμο ή πετιμεζόπιτα. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που μπορούσε να δει κάποιες γυναίκες έξω από τους ναούς του Αγίου Τρύφωνα, κατά την ημέρα της εορτής του, να κερνάνε μουστοκούλουρα (συνήθως τα ζύμωναν με πετιμέζι) ή σταφιδόπιτα.[...]

Η επικοινωνία των ανθρώπων της υπαίθρου με τον Άγιο αποτελεί σε αρκετές περιπτώσεις μια εθιμική πρωτοτυπία. Φροντίζουν να πάνε στην εικόνα του, μπροστά στα μάτια του, δείγματα των εντόμων που απειλούν την παραγωγή. Τελευταία μαρτυρία για το εντυπωσιακό αυτό έθιμο έχουμε από ένα μικρό χωριό του Μεραμπέλλου, τα Έξω Λακώνια, όπου το 1925, για τελευταία φορά, κρέμασαν κάμπιες στην εικόνα του! Ο πληθυσμός των βλαβερών εντόμων είχε αυξηθεί εκείνη τη χρονιά τόσο που απειλούσε να καταστρέψει ολόκληρη την παραγωγή του χωριού.[...]


Στην Κνωσσό διατηρείται ακόμη και σήμερα η παμπάλαια συνήθεια της προσφοράς λατρευτικών απαρχών κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Τρύφωνα. Παλαιότερα οι περβολάρηδες από το Μακρύ Τοίχο προσέρχονταν στον ναό για να πάρουν τον καθιερωμένο αγιασμό κρατώντας μικρή ποσότητα από τα γεννήματα που είχε το περιβόλι τους: λάχανα, κουνουπίδια, καρότα, πράσα, ματσάκια μαϊντανό, σέλινο, πορτοκάλια, λεμόνια...Γέμιζαν ένα μεγάλο πανέρι και το εναπόθεταν κάτω από την εικόνα του Αγίου, δίπλα ακριβώς από το χώρο που γινόταν ο καθιερωμένος αγιασμός. Όσα δε χωρούσαν στο πανέρι τα άφηναν δίπλα ή τα παρέδιδαν στους επιτρόπους. Και ήταν μεγάλη ευλογία για τον κάθε περβολάρη να πάει στη χάρη του Αγίου λίγα από τα προϊόντα του.[...]" (Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Ενώ κι ο Δημήτριος Λουκόπουλος μας επιβεβαιώνει πως και οι γεωργοί της Ρούμελης δεν αγνοούσαν τη μέρα τούτη:


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά)

Κάλαντα, Αθήνα 1950-60-Βούλα Παπαϊωάννου
 

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε έθιμα και παραδόσεις ο νους μας πάει στην ύπαιθρο και στην επαρχία. Έτσι σπάνια κανείς πετυχαίνει αναφορές για τα της πρωτευούσης. Προφανώς γιατί τα περισσότερα σβήσανε νωρίς... Ας πάρουμε μια "λαογραφική γεύση", λοιπόν, από τον εορτασμό του Δωδεκαημέρου στην παλιά Αθήνα από την πένα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) και τα σπουδαία έργα του "Αἱ παλαιαὶ  Άθῆναι" και "Ἰστορία τῶν Ἀθηναίων -Τουρκοκρατία" (τρίτομο):

Νικηφόρου Λύτρα-Τα κάλαντα (1872)

"Τὸ Δωδεκαήμερον ἤρχιζεν ἀπό τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἐτελείωνε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. Κατ' αὐτὸ ἰδίως ἐσωρεύθησαν αἱ πλεῖσται θρησκευτικαὶ προλήψεις, δοξασίαι, δεισιδαιμονίαι καὶ ἐορτασμοί. Ἐλέγετο δὲ κοινῶς "τοῦ Κολοβελονίου" ' διότι κατ' αὐτὰς τὰς ἠμέρας ἤρχοντο οἱ καταχθόνιοι οὖτοι Δαίμονες [...] " ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

(Δ.Γρηγορίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")


 "Τότε ἐπέρχεται η στρατιὰ τοῦ Βάκχου, ἠ ὁποία ἀοράτως κρυφοζῇ εἰς τοὺς δρυμοὺς καὶ εἰς τὰ κάρκαρα [...], τότε τὰ μεσάνυχτα τῆς παραμονῆς ἐπέρχοναι κατὰ τῆς πόλεως διὰ νὰ παρενοχλήσουν ἰδίως τοὺς αὐστηροὺς τηρητὰς  τοῦ νἐου θρησκεύματος: τὶς γρῃές. Ἅν δὲ εἰσέρχονται διὰ τῆς καπνοδόχης, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πορτίτσα εἶναι ἀσφαλῶς κλεισμένη καὶ Σταυρὸς διὰ κατραμίου εἰς τὸ ὑπέρυθρον σχηματισμένος. [...] Καὶ ἐν τούτοις τὸ ὄρθιον καὶ εἰδικὸν ξύλον τὸ ὀποῖον τοποθετεῖ ἡ γραῖα εἰς τὴν παραφωτιὰν, δίδουσα κ' εἰς αὐτὸ τοῦ Καλικαντζάρου το ὄνομα: Κολοβελόνη ἐν Ἀθήναις ἀποκαλουμένου -ὡς ἀπεδείξαμεν ἀλλοτε [...] πρόκειται περί τῆς αὐτῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ αἰχμηρὰ φύλλα ἔχον δένδρον: ὁ Κέντρος λέγεται καὶ Κάντζαρος- τὸ ξύλον αὐτὸν τῆς παραφωτιὰς καιόμενον δημιουργεῖ πολύτιμον τέφραν τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς περισυλλέγουσα ἡ γρῃὰ ραντίζει μὲ αὐτὴν τὸ ἀμπελάκι της." ("Αι παλαιαί Αθήναι")

καλικάντζαροι

"Τότε, ὅλες ᾑ ψυχαὶς, καλαὶς καὶ κακαίς, εἶναι στὴ γῆ - λύμα τὰ δαιμόνια. ᾙ καλαὶς βλέπουν τοὺς συγγενεῖς των ποῦ τοὺς ἔχουν ἀποθυμίσῃ καὶ ᾑ κακαὶς εἶναι οἱ κολοβελόνηδες. Εἴχαν δὲ καὶ ἄσβυστο-ἀκοίμητο- καντῆλι διὰ τῂς ψυχαὶς καὶ δεν ἐνυκτέρευον ' μιὰ πεθερὰ ὄμως δὲν 'μποροῦσε νὰ βλέπῃ τὴ νύφη της νὰ κάθεται τὸ βράδυ σταυροχεριασμένη καὶ τῆς λέει "ἔλα νύφη νὰ ξεμματίσωμε κουκιὰ" καὶ καθήσανε στὴν παραφωτιὰ ' μόνε βλέπουν εὐθὺς καὶ κατεβαίνουν ἀπό τὰ κεραμίδια δύο ἄγριοι κολοβελόνηδες' ὁ ἕνας κρατοῦσε ματσοῦκι καὶ ὁ ἄλλος καλάμι. Καὶ ἐκεῖνος ποῦ κρατοῦσε τὸ καλάμι ἐδειρε τὴ νύφη χωρὶς νὰ πονέσῃ καὶ πολὺ, καὶ ὁ ἄλλος ποῦ κρατοῦσε τὴν ματσοῦκα κατασκότωσε τὴ γρηὰ στὸ ξύλο. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τῆς ποινῆς ἐτραγώδουν διὰ φωνῆς δαιμονιώδους τὸ ἆσμα:

"Παρωρίταις εἴμαστε,

παράωρα γυρίζομε

κουκκιὰ δὲν ξομματίζομε.

Βάρα τὴ γρηὰ μὲ τὴ ματσοῦκα

καὶ τὴν νειὰ μὲ τὴν καλάμα.""

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ' & Α"')

Κάλαντα, Αθήνα 1950-Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος

 

" Τὸ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ψαλλόμενον ὑπὸ τῶν παίδων ἐν Ἀθήναις ᾇσμα δὲν εἷναι τὸ γνωστὸν: "Καλὴν ἐσπὲραν ἄρχοντες, κ.τ.λ.", ἀλλ' ἕτερόν τι ἔχον οὕτω: 

Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ κόσμου,

ὀποῦ 'γεννήθη ὅ Χριστὸς νὰ σὠσῃ τοὺς ἀνθρὠπους.

Στὸ μέλι ἐγεννήθηκε, στὸ γάλα ἀναθράφη.

Τὸ μέλι τρῶν' οἱ ἀρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες.

.............................................................................

Καὶ βάλε τὸ χεράκι σου στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη' 

ἀν εἶναι χίλια, δός μάς τα, κι' ἀν εἶν' καὶ δυὸ χιλιάδες

ἀν εἶναι τρεῖς καὶ τέσσαρες, κι' αὐτὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι.

Σ'αὐτὸ τὸ σπῆτι ποὔρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραϊσῃ

κι' ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσῃ." *

 ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

[* π.β. : ευχετήρια κάλαντα Φώτων στο Πήλιο- "καλησπερίσματα" ]

κάλαντα-μοιρασιά, Αθήνα 1950-Δημήτρης Χαρισιάδης

"Τὴν ἥμέραν τοῦ Ἀγίου Βασιλείου κατ' ἐξαίρεσιν δὲν ἐσκούπιζον, ἔκρυπτον μάλιστα τὴν σκοῦπα, τὸ θυμάρι ὅπως τὴν ἔλεγον, καὶ οὔτε ἀνέφερον τὸ ὄνομὰ του. 

Ἐπήγαινον δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρύπτοντες εἰς τὰ θυλάκιά των ἔν ρόδι καὶ ἐπιστρέφοντες ἐσπαζον τοῦτο εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς λέγοντες: "Χρόνια πολλὰ κι' εὐτυχισμένα".

Τὴν μεσημβρίαν ἔκοπτεν ὁ οἰκοδεσπότης τὴν βασιλόπητταν εἰς τὰ τέσσερα σταυροειδῶς. 

Μετὰ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ τὸ τραπέζι ἐστρώνετο ἐκ νέου καὶ ὅστις τοὺς ἐπεσκέπτετο ἐλάμβανε κάτι ἐξ αὐτοῦ, συνήθως γλύκισμα.

Δῶρα ἄλλα πλὴν χρυσῶν νομισμάτων δὲν ἐδίδοντο. Χάριν τῆς ἐπικρατούσης κατὰ την ἡμέραν ταύτην ἐλευθεριότητος ἔλεγον τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν, "Ὀ Άϊ Βασίλης κάμπος μὲ τὰ λουλούδια"." ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

 

Σπυρίδωνος Βικάτου - Χριστουγεννιάτικο δένδρο (προ 1932)

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

 

"Πολὺ χαρακτηριστικὴ εἷναι ἡ πρὸς τὸν Γεννάρην -Καλαντάρην- ἀπευθυνομένη ἰδίως προσφώνησι:

Κατὰ τὸ δεῖπνον δηλ. τῆς παραμονῆς τὰ κορίτσια τοῦ σπιτιοῦ τὴν πρώτην μπουκιὰ ποῦ ἔβαζαν εἰς τὸ στόμα των τὴν ἀπέσυρον μὲ τρόπον καὶ τὴν ἐφύλαττον μὲ προσοχή. Οἱ γεροντότεροι προσποιοῦντο ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνοντο τοῦτο. Ὅταν δὲ ἐπήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν αἱ κόραι, ἐτοποθέτουν τὴν μπουκιά των αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν των. Μὲ τὸ πρῶτον ὄνειρον -αὐτὸ ἧτο σημαντικὸν καὶ μυστηριῶδες- ἐξυπνοῦσαν, ἔπαιρναν τὴν μπουκιὰ ποῦ ἦτο κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι των, ἄνοιγον τὸ παράθυρον, τὴν ἐπετοῦσαν καὶ προσφωνοῦσαν ὡς ἐξῆς:                           

Ὥ Γεννάρη Καλαντάρη

καὶ καλὰ καλαντισμένε!

Ἐκεῖ στὴ Γέννα ποῦ θὰ πᾷς καὶ κεῖ ποῦ θὰ γυρίσῃς,

ἐκεῖ 'ναι ᾑ Μοίραις τῶν Μοιρῶν καὶ ἡ δική μου ἡ Μοῖρα.

Ἄν εἶναι πλούσια καὶ καλή, πές της νἀρθῇ να μ'εὕρῃ,

κι' ἄν εἶναι καὶ πεντάφτωχη, πάλι νἀρθῇ νὰ μ' εὕρῃ."

("Αι παλαιαί Αθήναι")

 

κουραμπιέδες -Βούλα Παπαϊωάννου

(Σημ. Τα κείμενα του Καμπούρογλου αφορούν, προφανώς, εποχές παλαιότερες εκείνων που απεικονίζουν οι φωτογραφίες (από το αρχείου Μουσείου Μπενάκη). Βέβαια εκείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι ραγδαία η εξέλιξη και οι αλλαγές στον κοινωνικό βίο, στα ήθη και στα έθιμα...)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Άγιε Ελευθέριε, ελευθέρωσέ μας!

 


"Όπως γυρίζει ο τροχός του Δεκέμβρη, τώρα μας φέρνει τη γιορτή του Αγίου Ελευθερίου στις 15 και του Αγίου Μοδέστου στις 18. Ο πρώτος λένε, προστατέυει τις έγκυες γυναίκες και τους δίνει "καλή λευτεριά", δηλαδή "καλή γένννα" κι ο δεύτερος είναι ο Άγιος των γεωργών." (Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

 


Ο Δημήτρης Λουκάτος συγκεντρώνει αρκετές παραδόσεις του λαού μας που αφορούν την μέρα τούτη και τον Άγιο Ελευθέριο:

"Είναι από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις Αγίου, που από μόνο το όνομά του (χωρίς κανένα συναξαρικό στοιχείο) έχει γίνει, στις λαϊκές δοξασίες, προστάτης στην κάθε έννοια "ελευθερίας" (παρετυμολογική εφαρμογή της λαϊκής "σημαντικής") των λέξεων, όχι μόνο από φυλακίσεις, αιχμαλωσία, καταδυνάστευση, αλλά, το ειδικότερο από την εγκυμοσύνη των γυναικών που πάντα θεωρήθηκε ένα δύσκολο και επικίνδυνο στάδιο απελευθέρωσης. 

"Καλή λευτεριά" 

ευχόμαστε στις έγκυες και 

"Αη Λευτέρη, λευτέρωσέ με, με το καλό" 

λένε οι ίδιες. 

Είναι ο Άγιος που μπορεί να δώσει κυρίως την ευτοκία.

Ο Ν.Γ. Πολίτης στην εκτενή "ανθρωπολογική" μελέτη του για την Ευτοκία ("Ωκυτόκια", περιοδ. λαογραφία, τομ.6, 1917-8, σελ.299-346) διαπιστώνει, ότι 

"είναι γενική καθ'όλην την Ελλάδα η πίστις, ότι η χάρις του Αγίου τούτου παρέχει εύκολον ον τοκετόν, δια τούτο αι επίτοκοι επικαλούνται την βοήθειαν αυτού, και τελεσφόρος θεωρείται η επίθεσις του εικονισματίου του επί των ωδινουσών".

 Και σημειώνει, ότι 

"εν Αθήναις, εις το παρά την Μητρόπολιν εκκλησίδιον του Αγίου, συρρέουσι, κατά την ημέραν της εορτής αυτού, αι έγκυοι και ανάπτουσι κηρία, προ της εικόνος αυτού, ομοίως δε και όπου αλλού υπάρχουσιν εκκλησίαι αφιερωμέναι εις αυτόν" (σελ.339-40). (σημ. Συνεχίζεται και σήμερα -1984- καθώς και στις νεότερες εκκλησίες Αγίου Ελευθερίου των Αθηνών, επίσης δε και στο Περιστέρι, στα Καμίνια, στο Χαλάνδρι στο Αμαρούσι.)

Ο Πολίτης δε δέχεται υπερβολικές απόψεις ότι η λατρεία του Αγίου Ελευθερίου αντικατέστησε την αρχαία θεότητα Ειλειθυία (βλ. Μια χιονισμένη καλημέρα...του Αγίου Ελευθερίου σήμερα ), επισημαίνει όμως ότι και στην αρχαιότητα οι έγκυοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη "ελευθερώνομαι", για τον αίσιο τοκετό και "ελευθέρια" έλεγαν τις ευχαριστίες τους στον θεό (σελ.342).

Ιδιαίτερες περιγραφές για την επίκληση του Αγίου Ελευθερίου από τις επίτοκες και για την αυστηρή τήρηση της αργίας της γιορτής του από σεβασμό και από φόβο ακόμα έχουμε σε όλες τις λαογραφικές περιγραφές για τα έθιμα του τοκετού. Ήδη ο Δ. Καμπούρογλου (πριν απ'τον Πολίτη) γράφει για τους παλιούς Αθηναίους: 

"Καλόν εθεωρείτο, όπως η εγκυμονούσα κάμει λειτουργίαν εις ερημοκλήσι, "ανοίξη 'ρημοκλήσι" (σημ. Υπάρχει και κάποια ευτοκική, ομοιοπαθητική μαγεία.). Ιδίως επροτιμάτο ο κατά τον ελαιώνα Άγιος Ελευθέριος. Την ημέραν της εορτής του την εφύλατταν πολύ αι γυναίκες και ουδέποτε "έπιαναν βελόνα στο χέρι". " (Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, "Ιστορία των Αθηναίων- Τουρκοκρατία, τομ.3, εν Αθήναις 1896, σελ.62)

Από την Κύπρο, ο γιατρός Ν.Γ. Κυριαζής ("Δημώδης Ιατρική", Κυπριακά Χρονικά, τομ.4, 1926, σελ17-8) μας πληροφορεί: 

"Αι ωδίνουσαι όταν βασανίζονται άνευ αποτελέσματος, ή και αποκάμνουσι, επικαλούνται την βοήθειαν του Αγίου λέγουσαι: "Άη Λευτέρη μου, και 'πολευτέρωσέ με!". 

Σε άλλη περίπτωση, 

"όταν κοπεί το νερόν του μωρού" (διαρραγεί το θυλάκιον) αι περί αυτήν γυναίκες λαμβάνουσι κερί της εκκλησιάς, δια να επισπευθεί ο τοκετός, και το επικολλούσι αναμμένον (ελεύθερο ως ένα σημείο) εις την θύραν του δωματίου λέγουσαι: "Άη Λευτέρη μου, χαρίζω σου τόσον!" (δηλαδή να βοηθήσει να γίνει ο τοκετός ώσπου να καεί το λιγοστό κομμάτι- σαν να ήταν κλεψύδρα). Αν, εν τω μεταξύ δεν έχει συντελεστεί ο τοκετός, αφήνουσι και άλλο μέρος του κηρίου ελεύθερον, επιλέγουσαι το αυτό και ελπίζουσαι να έχουν και τον τοκετόν... μέχρις ότου καεί ολόκληρον."

Στην Κρήτη (από ανέκδοτα κατάλοιπα "Το παιδί της Κρήτης", Μαρίας Λιουδάκη, 1940), σε δύσκολο τοκετό, οι γύρω γυναίκες, ή η μαμή (1938) έτριβαν το ραχοκόκκαλο της επίτοκης και της έλεγαν, σαν ξόρκι, το παρετυμολογικό δίστιχο: 

"Άη Λευτέρη, λευτέρωσέ το, και Άγιε Φανούρη, φανέρωσέ το."

Στη Λέσβο: Οι ετοιμόγεννες τάζουν στον άγιο Λευτέρη λειτουργιές για τη γιορτή του. Το ίδιο κάνουν και οι μαμμές, για να τους βγαίνουν καλά οι γέννες. Το παιδί που γεννιέται ύστερα από κακή γέννα οι μητέρες τους το ονομάζουν Λευτέρη σαν αφιέρωμα για την έπειτα υγεία του. (Π. Νικήτα, "Το λεσβειακό μηνολόγιο", 1953)

Στα χωριά της Κορινθίας, οι ετοιμόγεννες ζητούν από την εκκλησία την εικόνα του Αγίου Ελευθερίου να την έχουν στην ώρα της γέννας στο σπίτι τους.

Γνωστό είναι, ότι και πολλά μαιευτικά ιδρύματα και κλινικές, σε όλη την Ελλάδα, αναγράφουν για τίτλο τους τον Άγιο Ελευθέριο. 

Ο Άγιος Ελευθέριος [...] γεννήθηκε στη Ρώμη στον 1ον χριστιανικό αιώνα. Ορφανός από πατέρα, με μητέρα την Ανθία, που την είχε κατηχήσει στο χριστιανισμό ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, έγινε από νωρίς κληρικός ... Με τον διωγμό όμως του Αδριανού, ο Ελευθέριος εβασανίστηκε και εσφάχτηκε, μαζί του δε και η μητέρα Ανθία... 

Η Υμνογραφία του Αγίου λυρικότατα συντεθειμένη ... κάνει σε μία περίπτωση και μνεία της μεταθανάτιας ιδιότητάς του, του μαιευτικού βοηθού:

«Τῶν ἐπιτόκων γυναίων Πάτερ κηδόμενος, ἐλευθερίαν δίδως, τῷ Ναῷ σου φοιτώσαις….»

Το "ελευθέριος" έπαιξε το ρόλο του. Όχι μόνο για τις επίτοκες. Στη Χάλκη της Δωδεκανήσου υπάρχει εκκλησία Άγιος Ελευθέριος, που χτίστηκε το 1923, απ'τους Χαλκίτες ξενιτεμένους της Αιγύπτου, με τον υπαινιγμό να ελευθερωθεί το νησί τους και όλη η Δωδεκάνησος από τους Ιταλούς. " (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη) 


Στη μελέτη του "Ωκυτόκια" ο Νικόλαος Πολίτης μας πληροφορεί ακόμη πως "εν Κρήτη πρωίας και εσπέρας θυμιατίζουσιν αι έγκυαι το εικόνισμα αυτού. Εν Κεφαλλονία εν δυστοκία ψάλλεται παράκλησις εις τον Άγιον, αν δ' η μήτηρ κινδυνεύση τεκούσα, δίδεται εις το βαπτιζόμενον το όνομα Ελευθέριος αν είναι άρρεν, Ελευθερία, εν είναι θήλυ, "επειδή εις τον φερώνυμον Άγιον αποδίδεται ως επί το πλείστον η από του κινδύνου σωτηρία και ο αίσιος τοκετός". [...]  

Ο Άγιος θεωρείται προστάτης και βοηθός των κυουσών, διότι το όνομά του υποτίθεται εμφαίνον ότι παρέχει εις τας εγκύους καλή λευτεριά, αίσιον τοκετόν, ότι λευτερώνει αυτάς. Ότι τοιαύτη σημασία είχε και εν τη αρχαία ελληνική η λέξη ελεύθερος και τα εν τούτοις παράγωγα συνάγεται μετά πιθανότητος εκ των εξής τεκμηρίων: Η θεσσαλική επιγραφή: "Άπλουνι Τεμπείτα Αισχυλίς Σατύρου ελευθέρια" φαίνεται ότι αναφέρεται εις ανάθημα γυναικός επί αισίω τοκετώ. Το παρ' Υγίνω όνομα της θυγατρός του Διός και της Ήρας Libertas αντί του Lucina, ως εικάζεται ο M. Schmidt, προέρχεται εκ μεταφράσεως του Ελευθερία. Η Άρτεμις παρά Λυκίοις ελέγετο Ελευθέρα, κατά τον Αρτεμίδωρον, εν επιγραφαίς δε των λυκιακών πόλεων Μύρων, Σούρας και Κυανέων αναφέρεται θεά Ελευθέρα." 

Ο Νικόλαος Πολίτης, αναφέρει, μάλιστα, και έναν υποτιθέμενο Άγιο Αύκουλα, ως "ανύπαρκτο Άγιο, πλασθέντα εν Λιβισίω της Λυκίας εξ επικλήσεως τους Αγίου Ελευθερίου. Ευχή των Λιβισίων: "Άη μου Λιφτέρη μου, λιφτίρωσι την, Αή μου Αύκουλα ηυκόλυνί την". Τα "Αύκουλα" (τα εύκολα, τα ευκολύνοντα τον τοκετόν) είναι το όνομα μοναστηρίου κειμένου προς Δ. του Λιβισίου, έχοντας δε δύο παρεκκλήσια του Αγίου Ελευθερίου. Το έτερον τούτον υποτίθεται ότι είναι του Αγίου Αύκουλα." (Ν.Γ. Πολίτης, "Ωκυτόκια", Λαογραφικά Σύμμεικτα Β')

Άγιος Ελευθέριος Μητροπόλεως 1862μ.Χ.*

*Στην ιστοσελίδα http://www.byzantineathens.com πληροφορούμαστε για το Ναό του Αγίου Ελευθερίου στην πλατεία Μητροπόλεως πως "ο ναός πιθανολογείται ότι έχει κτισθεί πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού, που ήταν αφιερωμένος στη Θεά του τοκετού Ειλειθυία" και πως, ενώ "αρχικά η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο, το Γοργοπήκο του Αθηναϊκού λαού, δηλαδή τη Θεοτόκο που γρήγορα και αποτελεσματικά ακούει τις προσευχές των πιστών", το "1863 μ.Χ., ο ναός αφιερώνεται στον Άγιο Ελευθέριο με αφορμή την έξωση του Όθωνα και την λήξη της Βαυαροκρατίας στην Ελλάδα."

 Αλλά και ο Νίκος Ψιλάκης καταγράφει για την Κρήτη:

"Οι εγκυμονούσες προστρέχουν στις εικόνες του Αγίου Ελευθερίου για να τις ελευθερώσει, όπως και στου Αγίου Σπυρίδωνος επειδή φοβούνται τα κάθε λογής σπυριά. Και στις δύο περιπτώσεις η παρετυμολογία των ονομάτων καθορίζει το λατρευτικό πλαίσιο των εορτών. Τα έθιμα αυτά. όπως και η υποχρεωτική αργία των εγκύων κατά τις ημέρες των αγίων Ελευθερίου και Σπυρίδωνος, είναι πανελλήνια. Στα Χανιά η εορτή του Αγίου ελευθερίου ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Στο παλιό μοναστήρι στις Μουρνιές μαζεύονταν οι εκάστοτε εγκυμονούσες και από τη λατρευτική εικόνα του Αγίου κρέμονταν τάματα που μαρτυρούσαν την ιδιότητά του ως ελευθερωτή. Σ'αυτό τον ναό βαφτίστηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και, πιθανόν, οφείλει το όνομά του στην ευρύτατη διάδοση της λατρείας του αγίου Ελευθερίου ανάμεσα στους κατοίκους του ιστορικού χωριού. Η σύνδεση του ονόματος του αγίου με την ελευθερία φαίνεται να αποτελεί κλήρονομιά από την μακρινή αρχαιότητα. Στην αρχαία Κρήτη η θεά που ελευθέρωνε από τους πόνους του τοκετού ονομαζόταν Ελεύθια, άλλη ονομασία της θεάς Ειλειθυίας. Η λατρεία της θεάς των τοκετών ήταν διαδεδομένη στην Κρήτη, στα ιερά σπήλαια της Αμνισού και της Ινάτου." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρητη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Χρόνια πολλά και καλά!

και

Καλή Λευτεριά!

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

-Είναι για τον Άγι' Αντώνη!

Μες στην καρδιά του χειμώνα, 17 του Γενάρη, γιορτάζει ο Άγιος Αντώνιος. Κι όπως ήταν φυσικό, στο νου του λαού μας, οι μεγάλες παγωνιές της εποχής τούτης συνδυάστηκαν με το όνομά του. 

"Προσοχή στο χειμώνα!

Σ'τσι δεκαφτά του Γεναριού

είναι, κυρά μ', τ'Αγι-Αντωνιού.

Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,

είν' η φούρια του χειμώνα!"

έτσι ξεκινάει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") την αναφορά του στον Άγιο Αντώνιο... Και συνεχίζει:

"Το ανώτατο όμως αυτό κρύο σημαίνει και κάποιο ξεθύμασμα. Γι'αυτό και κάποτε παρηγορούν:

Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα

δώσ' του φουστανιού σ'αέρα!

όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε και το αρχόμενο Καρναβάλι."

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδ. Καρμάνωρ): "Δύσκολοι καιροί για τους βοσκούς. Ωστόσω, δεν πρέπει να χιονιστούν τα κοπάδια τους: "ήταν μεγάλη ντροπή να χιονιστούν τα πρόβατα, ήταν σαν ξεγιβέντισμα. Ο βοσκός έπρεπε να το ξέρει και να το είχε προβλέψει. Γι' αυτό και λέγανε:

Ε, Αντώνη Μπαρμπαντώνη

που τα ψάρυνες τα όρη

τσι κορφές και τσι Μαδάρες

τσι βοσκούς τσι κερατάδες.""

Σε πολλές περιοχές του τόπου μας αποτελούσε σημαντική αργία ή μέρα τούτη. Σημειώνει ο Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας", τεύχος 3ο: "Τιμωρία των μη τηρούντων την αργίαν. Πρβλ. την κατάραν: "που να σε κάψει τ'Αγιαντωνιού το χαλάζι" και την παροιμίαν: "Κάλλια τ'Αγιαντωνιού φωτιά, παρά τ'ς αγάπης κρίση". "

Ακόμη και στην παλιά Αθήνα τηρούσαν με ευλάβεια την αργία του, καθώς:

"Του Αγίου Αντωνίου εγύριζαν τα μεντέρια (στρώματα του καναπέ) και εσάρωναν όλον το σπίτι' άλλην εργασίαν δεν έκαμνον", καθώς:

Κόρη 'ζύμωσε, ξαγκωνιάστηκε'

κόρη έπλινε, ξεχεριάστηκε'

κόρη λούστηκε, 'κάη η κορφή της'

κόρη ξήλωσε, σπυριά φύτρωσε'

κόρη σάρωσε, λογάρι ευρήκε"

(Δ.Γρ.Καμπούρογλου, "Ιστορία των Αθηνών", Τόμος Γ)

Είναι όμως και δαιμονοδιώκτης ο άγιος, γι' αυτό λέγανε για τους τρελούς ή ιδιότροπους, πως "είναι για τον Άγι-Αντώνη" (Πολίτης, Παροιμ.Α 227)."

Δεν ξέρω κατά πόσον τούτες οι δυσχερείς συνθήκες του χειμώνα που σημαδεύαν τη μέρα του εορτασμού του και που, συνήθως, ταλαιπωρούν λιγουλάκι το νευρικό μας σύστημα και σκοτεινιάζουν τη διάθεσή μας ή η θρησκευτική παράδοση που αναφέρει πως σε κανέναν άλλον άγιο δεν έκανε τόσες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, συνέβαλαν στο να θεωρηθεί προστάτης κάθε είδους νευρασθένιας!  

Ο Γεώργιος Μέγας στην προαναφερθείσα μελέτη του, αναφέρει: "Θεραπεία των δαιμονιώντων δι' αυστηράς 40ημέρου νηστείας και δια προσδέσεως αυτών δια των ιερών αλύσεων εν τω ναώ του Αγίου (Βέροια)". Ενώ ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη") παρατηρεί: "Στην Κρήτη, όπως και σε άλλες ελληνικές περιοχές, ο Άγιος Αντώνιος θεωρείται πολέμιος των πειρασμών, άρα και εκείνος που μπορεί να απαλλάξει τους δαιμονισμένους από την αρρώστιά τους. Οι εξορκισμοί στους ναούς και στα μοναστήρια με επίθεση της εικόνς του πάνω στα κεφάλια των ασθενών αποτελούσαν συνηθισμένη πρακτική σε παλαιότερες εποχές. [...] Ωστόσω στην Κρήτη είναι ο προστάτης από τα συνηθισμένα νοσήματα του χειμώνα, κρυολογήματα, συνάχι, γρίπη. Και, σε πολλές περιοχές θεωρήθηκε ιατρός των πασχόντων από νοσήματα των αρθρώσεων. Φημισμένος ήταν ο σπηλαιώδης ναός-καθολικό του παλιού μοναστηριού στο Βένι Ρεθύμνου [...] πολλοί ασθενείς ανέβαιναν παλαιότερα στο βουνό του Αγίου Αντωνίου στο Βένι ξυπόλυτοι. Ακόμα και παράλυτοι σέρνονταν στη γη ή τους σήκωναν πεζοί και τους μετέφεραν στο σπήλαιο. Κι ας πέφτει η γιορτή του στο καταχείμωνο. [...] Στο χωριό Άι Γιάννης Καμένος ο ασθενής παίρνει χώμα από το σπήλαιο του αγίου αντωνίου, το βάζει στο μέλος που πάσχει και απαλλάσσεται από τους πόνους. Στα χωριά Γερακάρι και Πατσός Ρεθύμνου, ο Άγιος Αντώνιος πιστεύεται ότι θεραπεύει τις αναπηρίες. [...]"

Ο Άγιος Αντώνιος, όμως, συνδέεται και με τις φωτιές, τις φωτιές που ζεσταίνουν τα παγωμένα κορμιά μες στο καταχείμωνο, τις φωτιές που από αρχαιότάτων χρόνων αποτελούσαν ένα είδος καθαρμού από αρρώστιες και δαιμόνια: 

"Η φωτιά του Αγίου Αντώνη να σε κάψει" και "Φωτιά του Αγίου Αντώνη είναι" , παραθέτει ο Νικόλαος Πολίτης στις "Παροιμίες" του. (τόμος Β). 

Μας πληροφορεί κι ο Νίκος Ψιλάκης στο περίφημο προαναφερθέν βιβλίο του: "...ο Άγιος Αντώνιος εορτάζεται στην Κρήτη με μεγάλες φωτιές που ανάβουν οι πιστοί έξω από τους σπηλαιώδεις ναούς του. Οι παλιοί ασκητές και μοναχοί των Αστερουσίων πίστευαν ότι "με τη φωτιά πολεμούσαν το χειμώνα, πιθανότατα προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις καιρικές συνθήκες με τα ίχνη μιας τελετουργίας που κινείται στις παρυφές της θρησκείας, ξεχασμένης πια. [...] " 

Είναι εντυπωσιακό, μάλιστα, ένα ανάλογο έθιμο στο San Bartolome de Pinares της Ισπανίας, όπου την παραμονή της γιορτής του Αγίου, καβαλάρηδες περνούν μέσα από τη φωτιά, με σκοπό τον καθαρμό και τη διασφάλιση της υγείας τους! 


"Κόψε ξύλο, κάμε Αντώνη" καταγράφει, ακόμη, ο Πολίτης, ενώ ο δικός μας πηλιορείτης λαογράφος Κώστας Λιάπης, στο νέο του βιβλίο "Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", μας παραδίδει την παροιμία παραλλαγμένη, αλλά και εμπλουτισμένη:

"Κόψι κλήμα φκιάσι (φτιάσε) Αdών'

κι απού πλάτανου Μανώλ'

κι αν ρουτάς κι για του Γιάνν'

όποιου ξύλου κόψεις κάν'.", 

επεξηγώντας μας: "Χιουμοριστικό παροιμιακό τετράστιχο που λέγεται με δόση ειρωνίας για τους Αντώνηδες και Μανώληδες και σαρκασμού για τους Γιάννηδες."


Τέλος, ένα πανέμορφο έθιμο ανθρωπομορφικών άρτων, μας περιγράφει και πάλι ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"). Ιδού κάποια αποσπάσματα:  "Στα δυτικά Σφακιά ο Άγιος Αντώνιος γιορτάζεται με ένα εντυπωσιακό, όσο και μοναδικό έθιμο: με τους ανθρωπομορφικούς άρτους που ζυμώνουν οι γυναίκες και τους πηγαίνουν στην εκκλησία. [...] Σύμφωνα με ην τοπική παράδοση, ο Άγιος ήταν ασκητής, αλλά και γιατρός. Κι επειδή εκεί που ασκήτευε δεν είχε τίποτα να φάει, του πήγαιναν ψωμί και το άφηναν εκεί για να το βρει. Όποιος είχε πρόβλημα υγείας έφτιαχνε ένα ψωμί στο σχήμα του μέλους που πονούσε. Πίστευαν, δηλαδή, ότι οι άρτοι αποτελούσαν μέσον μυστικής επικοινωνίας των πιστών με τον Άγιος Αντώνιο. Κι εκείνος έβλεπε το αφιέρωμα και καταλάβαινε. Αν ο άρτος είχε σχήμα ποδιού, γιατρευε με τη δύναμη της πίστης το πόδι του δωρητή.[...] Το ζύμωμα ανθρωπομορφικών άρτων αποτελεί γνωστή λατρευτική πρακτική από την αρχαιότητα, όπως συνηθισμένη ήταν και η προσφορά σε ιερά μεταλλικών ή πήλινων μελών. [...] Σ'αυτόν τον Άγιο που γιορτάζει μέσα στο καταχείμωνο οι Σφακιανοί συνήθιζαν να κουβαλούν τα μοναδικά τάματά τους: ψωμιά σε σχήματα ανθρώπων και ανθρωπίνων μελών. Πάνε δεκαετίες από τότε που έφερναν και άρτους ζωόσχημους. Έτσι γιατί σ'αυτές τις κοινωνίες η οικολογία δεν είναι μόδα, αλλά ανάγκη. Κι ο σεβασμός στο ζωντανό είναι σεβασμός στη ζωή."



Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες!

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρά Σαρακοστή, οι κούνιες κι άλλα έθιμα των ημερών...



Με στόμα ανύπαρκτο -λόγω της νηστείας- με τα χέρια σταυρωμένα -λόγω της προσευχής- και με ποδαράκια επτά -να συμβολίζουν τις επτά βδομάδες απ'τις Απόκριες μέχρι την Ανάσταση- η κυρά Σαρακοστή υπήρξε, τρόπον τινά, η "βασίλισσα" του νηστίσιμου Σαραντάμερου (ουσιαστικά πενηνταήμερου όμως) που ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα. Επικράτησε η συμβολική ονομασία Σαρακοστή, σε αναλογία με το σαρανταήμερο που νήστεψε ο Χριστός στην έρημο μετά τη βάφτισή του, όμως, καθώς συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν και η νηστεία της Μεγαλοβδομάδας, οι μέρες πλησιάζουν τις πενήντα.

Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει πως κάποτε "τις τρεις πρώτες μέρες η νηστεία ήταν απόλυτη. Ούτε ψωμί ούτε νερό! Συνήθως γυναίκες, νέες και γριές, τηρούν το "τριήμερο" και αυτές τις τιμούν με το να τους παραθέτουν την Καθαρά Δευτέρα τραπέζι με ειδικά φαγητά (καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια και πετιμέζι) και με την προσφορά δώρων (μαντίλια, μαξιλαρόπανα, κτλ)." Ο Φίλιππος Βρετάκος, όμως, ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") παραθέτει και μια διευκρινιστική φράση του Δ.Καμπούρογλου ("Ιστορία των Αθηνών"), πως "μόνον σαν εβουτούσε ο ήλιος έτρωγαν λιγάκι ψωμάκι με νερό, όσα για ζωή".

Συνεχίζει ο Γεώργιος Μέγας, "άλλοτε, που έλειπαν τα ημερολόγια και ήθελαν να έχουν κάποια αντίληψη του χρόνου στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, οι άνθρωποι του λαού είχαν βρει ένα εύκολο μέσο' παρίσταναν τη Σαρακοστή εικονικά σαν Καλόγρια.


Έπαιρναν μια κόλλα χαρτί κι εσχεδίαζαν με το ψαλίδι μια γυναίκα. Η κυρά Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία' τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 εβδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο κόβουμε κι ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι το κόβουμε το Μεγάλο Σάββατο, το βάζουμε μέσα σ'ένα ξερό σύκο ή καρύδι κι όποιος το βρει του φέρνει γούρι! (Χίος)
Στον Πόντο:
παίρνουν μια πατάτα ψημένη ή ένα κρεμμύδι, μπήγουν επάνω ακτινοειδώς 7 φτερά κότας, το δένουν από το ταβάνι και κρέμεται όλη τη Σαρακοστή. Μια μια βδομάδα που περνάει, βγάζουν από ένα φτερό. Λέγεται "κουκουράς" και είναι το φόβητρο των μικρών."
Άλλοτε, πάλι, κι αλλού, την κυρά Σαρακοστή την πλάθαν με ζυμάρι, γι'αυτό και μας έχει διασωθεί το τραγουδάκι:
Την Κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν
με αλεύρι και νερό!
Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι της σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό!
Και μετρούσαν τις ημέρες
με τα πόδια της τα εφτά
κόβαν ένα τη βδομάδα,
μέχρι να ρθει η Πασχαλιά!

Αναφέρει ακόμη ο Μέγας: "Τη Σαρακοστή επικρατούν και διάφορες συνήθειεςκοινωνικής μάλλον μορφής, όπως η διανομή ειδικών φαγητών σε γείτονες και παιδιά, το τραγούδημα των ξένων, οι κούνιες, κτλ. Π.χ. στη Σινώπη συνηθίζεται το"ξινοφάι": ρεβίθια, φασόλια, κάστανα, σταφίδες, βράζονται πολύ, μαζί με πληγούρι ή κουρκούτι, ζάχαρη και πετιμέζι μελωμένο κι έπειτα τσιγαρίζονται με κρεμμύδι και λάδι. Το μοίραζαν τη Μεγάλη Σαρακοστή σ'όλη τη γειτονιά για ψυχκιό. ΣτηνΑμοργό, μόλις μπει η Σαρακοστή ζυμώνουν και κάνουν ανθρωπάκια με μύτη, με στόμα, με μάτια και τα δίνουν στα παιδιά' αυτοί είναι οι Λάζαροι."

Παρατηρούμε πως έθιμα, όπως τούτα τα λαζαράκια, αλλά και οι λαζαρίνες, που εξακολουθούν να επιζούν σήμερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το Σάββατο του Λαζάρου, παλαιότερα λάμβαναν χώρα και καθ'όλη την περίοδο της Σαρακοστής. Ο Μέγας αναφέρει ακόμη: "Στα Βέντζια της Δ.Μακεδονίας από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι του Λαζάρου τα κορίτσια τραγουδούν το Λάζαρο. Μόλις εμφανιστεί ξένος στο χωριό, όλα τα κορίτσια, μικρά και μεγάλα, τον επισκέπτονται στο σπίτι όπου κόνεψε και τον τραγουδούν (τραγούδια της ξενιτιάς, εγκωμιαστικά, κλπ). Στην Κάρπαθοόλες τις Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι των Βαϊων και τη γιορτή του Ευαγγελισμού
οι κόρες κάνουν κούνια σε κάποιο ευρύχωρο σπίτι και τραγουδούν τα "καλημεριστά", ήτοι δίστιχα εγκωμιαστικά των νέων, που ανεβαίνουν στην κούνια ή των ξενιτεμένων. Συγχρόνως οι προκαθήμενοι νέοι και νέαι παίζουν ένα παιγνίδι, το "στρόπο"' δηλαδή με μίαν χονδρήν μανδήλαν συνεστραμμένην ένας νέος κτυπά μίαν νέαν της αρεσκείας του όπου τύχη, έως ου αύτη στέρξη και ανοίξη το χέρι της και δεχθή εις την παλάμην τρία ισχυρά κτυπήματα. Η κόρη με την σειράν της κάμνει το ίδιον εις όποιον νέον θέλει, ιδία όποιον συμπαθεί. ("Σύμμεικτα Καρπάθου")
Συχνές είναι τη Μεγάλη Σαρακοστή οι ολονυχτίες, οι αγρυπνίες στις εκκλησίες. Για τις αγρυπνίες αυτές τα παλιότερα χρόνια οι κάτοικοι ξυπνούσαν από τον"Τουμπακάρη", που τριγύριζε στους δρόμους χτυπώντας τα τύμπανα. Ως ανταμοιβή έπαιρνε το Πάσχα κουλούρια, αυγά και τυρί. (Σκύρος)."

Μας πληροφορεί ο Βρετάκος: "Εκάστην Τετάρτη και Παρακευή της Μεγάλης Σαρακοστής γίνεται λειτουργία, η οποία λέγεται των "Προηγιασμένων" ή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λέγεται δε ούτω διότι έχουν προηγιασθή τα δώρα από την λειτουργίαν του Σαββάτου ή της Κυριακής. Κατά τας ημέρας αυτάς των Προηγιασμένων, όσοι εκ των Χριστιανών επιθυμούν, δύναται να κοινωνήσουν."Σήμερα, σε μας τουλάχιστον τούτο γίνεται πλέον μια Τετάρτη ή Παρασκευή και όχι καθ'όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής.
Όσο "ως προς το διατί επεβλήθη η νηστεία", ο Βρετάκος αναφέρει και την άποψη κάποιων που "υποστηρίζουν ότι επεβλήθη δια λόγους υγιεινής και όχι θρησκευτικούς προς αποτοξίνωσιν του ανθρωπίνου οργανισμού. Εις την επίρρωσιν της γνώμης των αυτής λέγουν: Η νηστεία ωρίσθη εις τοιούτον χρόνον εκάστης εποχής του έτους, ώστε τα φαγητά από τα οποία απέχει κατ'αυτήν ο άνθρωπος να δύναται να αντικαταστήση αυτά δι' άλλων τοιούτων της εποχής της νηστείας."
Ακόμη καταγράφει πως: "Ο λαός όταν θέλη να χαρακτηρίση μίαν γυναίκα ως υψηλήν και αδύνατην, λέγει περί αυτής: "είναι σαν μακρυά Σαρακοστή ή Σαρακοστιανή" (κατ'αντίθεσιν προς την Πασχαλινήν, που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της). Είς την Μεσσηνίαν έχουν την παροιμίαν "Από μπρος Σαρακοστή κι από πίσω Πασχαλιά" όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν μίαν γυναίκα ότι είναι άσχημη μεν, αλλά με πλούσια μαλλιά. Παρόμοιαν παροιμίαν είχον και οι Βυζαντινοί: "Από μπρος Τεσσαρακοστή και όπισθεν Πάσχα". "

Φυσικά, εκτός όλων τούτων, κατά τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ψάλλονται οι "Χαιρετισμοί της Παναγιάς" (την τελευταία δε, ολόκληρος ο "Ακάθιστος Ύμνος"), ενώ το πρώτο Σάββατο, των Αγίων Θεοδώρων, θεωρείται κι αυτό "Ψυχοσάββατο".

Καλή Σαρακοστή!