"... ο Ιωσήφ και η Μαρία πήραν το μικρό Χριστό σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του και τον πήγαν στον ναό στα Ιεροσόλυμα αφ'ενός για να τον αφιερώσουν στο Θεό κι αφ'ετέρου για να τελέσουν τη θυσία καθαρμού της λεχώνας. Εκεί συνάντησαν τον Συμεών, ένα γέροντα ο οποίος γνώριζε εξ αποκαλύψεως ότι δε θα πέθαινε πριν δουν τα μάτια του τον Μεσσία. Κι αυτή ήταν η μοναδική έγνοια και προσμονή του. Στο πρόσωπο του Ιησού αναγνώρισε τον Αναμενόμενο... Η φράση του "νυν απολύεις τον δούλον Σου, Δέσποτα" πέρασε από την εκκλησιαστική παράδοση στο λαϊκό λόγο και σκιαγράφησε το ανθρώπινο δέος μπροστά στις ενορατικές μαρτυρίες που επαληθεύονται. Η "υπάντηση" (συνάντηση) με τον Συμεών εορτάζεται από τον χριστιανικό κόσμο ως Υπαπαντή.[...] Η βρεφοκρατούσα Παναγιά, η αγιογραφική αποτύπωση της αιώνιας μάνας, εμπνέει το σεβασμό και το δέος, ιδιαίτερα των γυναικών που συχνά ταυτίζονται με το θεϊκό πρότυπό τους.", καταγράφει ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό πόνημά του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ).
Ο Νίκος Ψιλάκης παρατηρεί, ανατρέχοντας στην αρχαιότητα: "Η εκροή αίματος, ακόμα και εκείνου της γέννας, δημιουργεί ένα πλαίσιο απομάκρυνσης από την έννοια του ιερού. Σύμφωνα με τις πανάρχαιες δοξασίες, κάθε μορφής επαφή με το χυμένο αίμα αποτελεί μίασμα που πρέπει να εξαλειφθεί μέσα από καθαρτήριες πρακτικές και τελετουργίες. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχε καθιερωθεί μια τελετή καθαρμού τόσο του βρέφους και της μητέρας όσο και όλων των υπολοίπων που είχαν έρθει σε επαφή με το αίμα της γέννας. Στην ουσία επρόκειτο για μια τελετουργία "περάσματος", μία μυητική διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα τη μετάβαση από ένα αρχικό στάδιο σε ένα άλλο. Τα ελληνικά "Αμφιδρόμια" αναδεικνύαν την ιερότητα και την καθαρτήρια δύναμη της πυράς' η μητέρα και το παιδί στην αγκαλιά της, αλλά και όλοι όσοι είχαν μιανθεί με το αίμα της γέννας, έτρεχαν γύρω από την εστία του σπιτικού. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι στο σπίτι που είχε αποκτήσει παιδί και η γιορτή αυτή (το "τεσσαρακοσταίον") σηματοδοτούσε την πλήρη κάθαρση της γυναίκας από τα απεκκρίματα του τοκετού. Εν ολίγοις ο ιερός αριθμός σαράντα αποτελούσε σταθμό στη ζωή της λεχώνας και της οικογένειας." Όσο για τον "εβραϊκό κόσμο": "Η λεχώνα έπρεπε να θυσιάσει ένα αρνί ή, αν δεν είχε τους πόρους, να προσφέρει "....ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών". Επιπλέον, υπήρχε: "η υποχρέωση κάθε εβραϊκής οικογένειας να προσφέρει στο Θεό το πρωτότοκο αρσενικό παιδί της (με τη γέννηση του οποίου ανοιγόταν η μήτρα)." [...] "Η εικόνα της Θεοτόκου που παραδίδει το μικρό Χριστό στο γέροντα Συμεών δεν απέχει από την οικεία προς τους Έλληνες εικόνα της κουροτρόφου."
"Η δεσποτική αυτή γιορτή έχει πάρει, στη λαϊκή παράδοση, θέση θεομητορικής. Λένε συνήθως: "Της Παναγίας της Παπαντής".... ενώ πρόκειται για την υπαπαντή, δηλ. υποδοχή του μικρού Χριστού στον ναό. Είναι όμως και πρωταρχικός ο ρόλος της Παναγίας στη σκηνή αυτή της Υπαπαντής, αφού "σαραντίζει", ύστερα από τη λοχεία της.", σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Συμπληρωματικά της Άνοιξης και του Χειμώνα", εκδόσεις Φιλιππότη) και συνεχίζει: "Η γιορτή λέγεται λαϊκά: Παπαντή, Αποπαντή και Παπαντούλα. Στην Καππαδοκία την έλεγαν και "Αγκάλη Συμεών" από τα σχετικά τροπάρια."
Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας) συμπληρώνει: "Η Υπαπαντή... στη γλώσσα του λαού έγινε "Αποπαντή" και τέλος "Πακουή" ή "Πακού", δηλ. η αγία που ακούει, η Παναγία. Λέγεται και Παναγία η "Μυλιαργούσα", επειδή οι μύλοι αργούν' "και να τους βάλεις μπροστά, σταματούν και δεν αλέθουν" (Κρήτη). Οι γεωργοί τιμούν τη γιορτή: τη "φυλάνε για το χαλάζι" (Αιτωλία) και κάμνουν "προβλέψεις σχετικά με τον καιρό". Π.χ. Ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, θα κάνει σαράντα μέρες ύστερα (Αιτωλία) ή όλον τον Φεβρουάριο (Μάτραι Θράκης)..."
Ενώ ο Δημήτριος Λουκάτος αναφέρει σχετικά: "Εποχικά η ημέρα της Υπαπαντής ανήκει στις γεωργικές γιορτές, που τις προσέχουν και τις σέβονται οι αγρότες. Εύχονται την καλή βλάστηση και φοβούνται το χαλάζι, γι'αυτό και τηρούν την αργία της με αυστηρότητα: "Κι οι μύλοι αργούν κι οι δούλοι αργούν κι οι γαϊδάροι σχόλην έχουν". Απ'αυτό η Παναγία της ημέρας λέγεται και "Μυλιαργούσα".
Στην Κρήτη, όμως, η γιορτή της Υπαπαντής γιορτάζεται και με την παράξενη επωνυμία "Παναγιά η Αρκουδιώτισσα"! Ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ) μας πληροφορεί σχετικά με τη "λαϊκή παράδοση, που έχει συνδέσει την ημέρα της Υπαπαντής με την αρκούδα": "Στις δύο Φεβρουαρίου, λένε, οι αρκούδες βγαίνουν από τη φωλιά τους και, αν είναι καλή μέρα, αυτό αποτελεί προμήνυμα κακοκαιρίας ("Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας"). Τότε βγαίνουν κι από τη φωλιά τους τα αρκουδάκια για να λιαστούν. Στην Κύπρο σύμφωνα με παράδοση που κατέγραψε το 1938 ο Ξενοφών Φαρμακίδης, λένε πως "εις ταις δύο του Φεβράρη γίνεται το ήλιασμαν της αρκού(δ)ας". Στα χωριά των Χανίων λένε πως αυτή τη μέρα ήταν λιακάδα και καθόταν η Παναγιά στην πόρτα ενός σπηλαίου. Στα χέρια της κρατούσε το μικρό Χριστό. Πέρασε ο Άι Γιάννης και της είπε "Μέσα το αρκουδάκι σου", εννοώντας πως ο υπόλοιπος μήνας θα ήταν βροχερός. Στη Σητεία λένε πως η "αρκούδα λιάζεται στις δύο Φεβρουαρίου."."
Μεταξύ πολλών άλλων πολύτιμων πληροφοριών, αναφέρει ακόμη: "Οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις αποτελούν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εορτής: "Όντον είναι καλή μέρα της Υπαπαντής έχει πολύ χειμώνα πίσω". [...] Στην Κουνουπίτσα Κισάμου: "Την ημέρα της Παναγιάς της Αρκουδιώτισσας λιάζαμε τα παπλώματα και τα άλλα χειμωνιάτικα ρούχα. [...] Η γιαγιά μου η Θεανώ κρεμούσε το μποξά της πάνω σε ένα αθάνατο. Μου έλεγε: Πάρε το μποξά μου να τον απλώσεις στον ήλιο να λιαστεί, να λιάσει κι η αρκούδα το αρκουδάκι της, να λιαστεί κι η Παναγιά. Εκείνη τη μέρα τρώγαμε πάντα μέλι. Η μάνα μου έκανε μυζηθρόπιτες με κουρουπιαστή μυζήθρα, εκείνη που την έκρυβε στο χώμα το καλοκαίρι και την άφηνε εκεί κρυμμένη μέχρι το χειμώνα...". Από την άλλη, "αν βρέχει της Υπαπαντής θα γίνουν καλύτερα τα σπαρτά: "Παπαντή καλοβρεμένη κι η κοφίνα γεμισμένη."."
Παραδόσεις για την Υπαπαντή, όμως, μας μεταφέρει κι ο Δημήτριος Λουκάτος στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών" (Ακαδημία Αθηνών), όπου για την εικόνα της παραδίδεται ότι "σε έναν τράφο μέσα ήτανε λόγγος και εφύλαε γίδες κάποιος κι εβρεχόντανε το μούσι τση γίδας από νερό, που δίψαε κι αυτός ο βοσκός, και κοίταε να δει, γιατί βρέχεται η γίδα και την παρακολούθησε σε μία σγούρνα πό'πινε, κι εκεί έβρηκε την εικόνα τση Παπαντής. Την πήγανε στον Αγι'Αντρέα τση Λάκκας, μα η εικόνα έφυε και πήγε πάλι στη θέση της, εκεί που βρίσκεται τώρα." Επίσης, λέγεται ότι "για την καλή γέννα, φέρνουν από την Παπαντή γαρούφαλλο από το θρόνο της (το βάνουνε στο νερό κι αυτό ανοίγει)."
[* Οι εικόνες από το βιβλίο "Εκφρασις της Ορθοδόξου εικονογραφίας" υπό Φωτίου Κόντογλου]
Ο Νίκος Ψιλάκης παρατηρεί, ανατρέχοντας στην αρχαιότητα: "Η εκροή αίματος, ακόμα και εκείνου της γέννας, δημιουργεί ένα πλαίσιο απομάκρυνσης από την έννοια του ιερού. Σύμφωνα με τις πανάρχαιες δοξασίες, κάθε μορφής επαφή με το χυμένο αίμα αποτελεί μίασμα που πρέπει να εξαλειφθεί μέσα από καθαρτήριες πρακτικές και τελετουργίες. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχε καθιερωθεί μια τελετή καθαρμού τόσο του βρέφους και της μητέρας όσο και όλων των υπολοίπων που είχαν έρθει σε επαφή με το αίμα της γέννας. Στην ουσία επρόκειτο για μια τελετουργία "περάσματος", μία μυητική διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα τη μετάβαση από ένα αρχικό στάδιο σε ένα άλλο. Τα ελληνικά "Αμφιδρόμια" αναδεικνύαν την ιερότητα και την καθαρτήρια δύναμη της πυράς' η μητέρα και το παιδί στην αγκαλιά της, αλλά και όλοι όσοι είχαν μιανθεί με το αίμα της γέννας, έτρεχαν γύρω από την εστία του σπιτικού. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι στο σπίτι που είχε αποκτήσει παιδί και η γιορτή αυτή (το "τεσσαρακοσταίον") σηματοδοτούσε την πλήρη κάθαρση της γυναίκας από τα απεκκρίματα του τοκετού. Εν ολίγοις ο ιερός αριθμός σαράντα αποτελούσε σταθμό στη ζωή της λεχώνας και της οικογένειας." Όσο για τον "εβραϊκό κόσμο": "Η λεχώνα έπρεπε να θυσιάσει ένα αρνί ή, αν δεν είχε τους πόρους, να προσφέρει "....ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών". Επιπλέον, υπήρχε: "η υποχρέωση κάθε εβραϊκής οικογένειας να προσφέρει στο Θεό το πρωτότοκο αρσενικό παιδί της (με τη γέννηση του οποίου ανοιγόταν η μήτρα)." [...] "Η εικόνα της Θεοτόκου που παραδίδει το μικρό Χριστό στο γέροντα Συμεών δεν απέχει από την οικεία προς τους Έλληνες εικόνα της κουροτρόφου."
"Η δεσποτική αυτή γιορτή έχει πάρει, στη λαϊκή παράδοση, θέση θεομητορικής. Λένε συνήθως: "Της Παναγίας της Παπαντής".... ενώ πρόκειται για την υπαπαντή, δηλ. υποδοχή του μικρού Χριστού στον ναό. Είναι όμως και πρωταρχικός ο ρόλος της Παναγίας στη σκηνή αυτή της Υπαπαντής, αφού "σαραντίζει", ύστερα από τη λοχεία της.", σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Συμπληρωματικά της Άνοιξης και του Χειμώνα", εκδόσεις Φιλιππότη) και συνεχίζει: "Η γιορτή λέγεται λαϊκά: Παπαντή, Αποπαντή και Παπαντούλα. Στην Καππαδοκία την έλεγαν και "Αγκάλη Συμεών" από τα σχετικά τροπάρια."
Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας) συμπληρώνει: "Η Υπαπαντή... στη γλώσσα του λαού έγινε "Αποπαντή" και τέλος "Πακουή" ή "Πακού", δηλ. η αγία που ακούει, η Παναγία. Λέγεται και Παναγία η "Μυλιαργούσα", επειδή οι μύλοι αργούν' "και να τους βάλεις μπροστά, σταματούν και δεν αλέθουν" (Κρήτη). Οι γεωργοί τιμούν τη γιορτή: τη "φυλάνε για το χαλάζι" (Αιτωλία) και κάμνουν "προβλέψεις σχετικά με τον καιρό". Π.χ. Ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, θα κάνει σαράντα μέρες ύστερα (Αιτωλία) ή όλον τον Φεβρουάριο (Μάτραι Θράκης)..."
Ενώ ο Δημήτριος Λουκάτος αναφέρει σχετικά: "Εποχικά η ημέρα της Υπαπαντής ανήκει στις γεωργικές γιορτές, που τις προσέχουν και τις σέβονται οι αγρότες. Εύχονται την καλή βλάστηση και φοβούνται το χαλάζι, γι'αυτό και τηρούν την αργία της με αυστηρότητα: "Κι οι μύλοι αργούν κι οι δούλοι αργούν κι οι γαϊδάροι σχόλην έχουν". Απ'αυτό η Παναγία της ημέρας λέγεται και "Μυλιαργούσα".
Στην Κρήτη, όμως, η γιορτή της Υπαπαντής γιορτάζεται και με την παράξενη επωνυμία "Παναγιά η Αρκουδιώτισσα"! Ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ) μας πληροφορεί σχετικά με τη "λαϊκή παράδοση, που έχει συνδέσει την ημέρα της Υπαπαντής με την αρκούδα": "Στις δύο Φεβρουαρίου, λένε, οι αρκούδες βγαίνουν από τη φωλιά τους και, αν είναι καλή μέρα, αυτό αποτελεί προμήνυμα κακοκαιρίας ("Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας"). Τότε βγαίνουν κι από τη φωλιά τους τα αρκουδάκια για να λιαστούν. Στην Κύπρο σύμφωνα με παράδοση που κατέγραψε το 1938 ο Ξενοφών Φαρμακίδης, λένε πως "εις ταις δύο του Φεβράρη γίνεται το ήλιασμαν της αρκού(δ)ας". Στα χωριά των Χανίων λένε πως αυτή τη μέρα ήταν λιακάδα και καθόταν η Παναγιά στην πόρτα ενός σπηλαίου. Στα χέρια της κρατούσε το μικρό Χριστό. Πέρασε ο Άι Γιάννης και της είπε "Μέσα το αρκουδάκι σου", εννοώντας πως ο υπόλοιπος μήνας θα ήταν βροχερός. Στη Σητεία λένε πως η "αρκούδα λιάζεται στις δύο Φεβρουαρίου."."
Μεταξύ πολλών άλλων πολύτιμων πληροφοριών, αναφέρει ακόμη: "Οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις αποτελούν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εορτής: "Όντον είναι καλή μέρα της Υπαπαντής έχει πολύ χειμώνα πίσω". [...] Στην Κουνουπίτσα Κισάμου: "Την ημέρα της Παναγιάς της Αρκουδιώτισσας λιάζαμε τα παπλώματα και τα άλλα χειμωνιάτικα ρούχα. [...] Η γιαγιά μου η Θεανώ κρεμούσε το μποξά της πάνω σε ένα αθάνατο. Μου έλεγε: Πάρε το μποξά μου να τον απλώσεις στον ήλιο να λιαστεί, να λιάσει κι η αρκούδα το αρκουδάκι της, να λιαστεί κι η Παναγιά. Εκείνη τη μέρα τρώγαμε πάντα μέλι. Η μάνα μου έκανε μυζηθρόπιτες με κουρουπιαστή μυζήθρα, εκείνη που την έκρυβε στο χώμα το καλοκαίρι και την άφηνε εκεί κρυμμένη μέχρι το χειμώνα...". Από την άλλη, "αν βρέχει της Υπαπαντής θα γίνουν καλύτερα τα σπαρτά: "Παπαντή καλοβρεμένη κι η κοφίνα γεμισμένη."."
Παραδόσεις για την Υπαπαντή, όμως, μας μεταφέρει κι ο Δημήτριος Λουκάτος στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών" (Ακαδημία Αθηνών), όπου για την εικόνα της παραδίδεται ότι "σε έναν τράφο μέσα ήτανε λόγγος και εφύλαε γίδες κάποιος κι εβρεχόντανε το μούσι τση γίδας από νερό, που δίψαε κι αυτός ο βοσκός, και κοίταε να δει, γιατί βρέχεται η γίδα και την παρακολούθησε σε μία σγούρνα πό'πινε, κι εκεί έβρηκε την εικόνα τση Παπαντής. Την πήγανε στον Αγι'Αντρέα τση Λάκκας, μα η εικόνα έφυε και πήγε πάλι στη θέση της, εκεί που βρίσκεται τώρα." Επίσης, λέγεται ότι "για την καλή γέννα, φέρνουν από την Παπαντή γαρούφαλλο από το θρόνο της (το βάνουνε στο νερό κι αυτό ανοίγει)."
[* Οι εικόνες από το βιβλίο "Εκφρασις της Ορθοδόξου εικονογραφίας" υπό Φωτίου Κόντογλου]



