Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Αποχαιρετώντας τον Οκτώβρη...



Να ζεις στο βουνό, ν'αποζητάς να ρουφήξεις τις ανασαιμιές του κι η ανάσα να κόβεται...ξανά και ξανά... να γίνεται ρόγχος... Τούτο το κίτρινο του Οκτώβρη μπορείς να το βαφτίσεις χρυσάφι, μπορείς κι αρρώστια. Δε μ'αρέσει να ζωγραφίζω με λέξεις εικόνες που θυμίζουν αρρώστια, προτιμώ να θυμίζουν το χρυσό του ήλιου. Όπως δε συμπάθησα ποτέ κάτι σύγχρονους ζωγράφους που με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία αποτυπώνουν στον καμβά τους σταλαγμίτες της μαυρισμένης τους ψυχής. Γιατί ν'αναπαράγεις μια ψυχή μαύρη; Γιατί να την προβάλεις σ'έναν κόσμο που'χουν, έτσι κι αλλιώς, βαλθεί να του στερήσουν την ομορφιά των χρωμάτων και των αποχρώσεων, που τον βομβαρδίζουν διαρκώς με μαύρα στοιχειά κι αρρωστημένους δαίμονες; Τί νόημα έχει; Σε ποιά ομορφιά, σε ποιά αρμονία οδηγεί; Τί το καλύτερο μπορεί να μας φέρει;
Αναζητώντας του ήλιου τη χρυσή ανταύγεια σ'ένα κιτρινισμένο βουνό, αναζητώντας την ανάσα μου στις πνιγερές αναθυμιάσεις του τελευταίου εννιάμηνου... Δε λέει να κοπάσει, δε λέει ν'αλλάξει ρότα, να μ'αφήσει να νιώσω τ'αρώματα γύρω μου, να πετάξω για λίγο στο γαλάζιο τ' ουρανού, να περπατήσω τα μονοπάτια μου. Βαράει αλύπητα και συνεχόμενα από όλες τις κατευθύνσεις -να μην ξέρεις κατά που να κάνεις, ένα πράγμα- κι ύστερα καραδοκεί με το μαχαίρι ακονισμένο να χαϊδεύει χαιρέκακα το λαιμό με το που ξεγλυστράς να πάρεις μιαν ανάσα... Και γκαστρωμένη νά'μουνα θά'χα γεννήσει! Εννιά μήνες τώρα... Οι μυρωδιές του μούστου ανακατώθηκαν με του νοσοκομείου, η αλμύρα της θάλασσας με τα φαρμάκια, τα κελαρίσματα των αηδονιών με το βουητό των τομογράφων... Κι όλη τούτη η αγωνία, η ατέρμονη μοναχική αγωνία για αποφάσεις αδιέξοδες με αποχρώσεις δυσδιάκριτες κι ανακατωμένες, κι ο φόβος, ο διάφανος τούτος φόβος που χωράει σ'όλα τα χρώματα κι απ'ανάμεσα κι ο θυμός με τ'άδικο, μ'όλη τούτη τη μαυρίλα, τούτους τους διαόλους- φορείς που κυβερνούνε τη ζωή μας και τους χρυσοπληρώνουμε για να μπλέκουμε στα δίχτυα τους, είτε ονοματίζονται δημόσιοι, είτε καμαρώνουν ως ιδιωτικοί.... Τί κρασί να περιμένω καθώς θ'ανοίξω την κάνουλα του βαρελιού; Από σταφύλια φέτος τόσο ταλαιπωρημένα όσο και τα χέρια που τα φρόντισαν και τα τρύγησαν, όσο κι η ψυχή που τα νοιάστηκε; Τί αρώματα, τί γεύση; Μοναχά μην χάσει την δύναμή του και ξυδιάσει, μην ηττηθεί...
Ότι ένας βλαμμένος νταλικιέρης που πριν εννιά μήνες έπεσε καταπάνω μου θα μού'φερνε ένα τέτοιο σερί αγωνίας και γκαντεμιάς -για να μην το ονοματίσω καθώς θά'πρεπε και ξεκάθαρα και σκοτεινιάσω κι άλλο το τοπίο- δε θα το πίστευα ποτέ! Πότε γεννήθηκες ρε "φίλε", πού είχες τ'άστρα σου; Τί σ'έπρωξε κατά πάνω μου κι είχες κι από πάνω την ανυπέρβλητη δύναμη της αναισθησίας σου να χαζογελάς καθώς κόντεψες να μας ξεκάνεις; Απορώ... Όλα τ'άλλα δοκιμασίες της ζωής είναι, αλλά με την αναισθησία πάντοτε θ' απορώ...
Απεγνωσμένα ψάχνω πινελιές από την πλάση γύρω μου να ξορκίσω το πνιγηρό αδιέξοδο, να φωτίσω τούτο τον ίσκιο που βάρυνε τόσο τη μορφή μου, να σταλάξω έστω δυο-τρεις σταγόνες γελαστές σ'ένα κείμενο του φθινοπώρου να μη φαντάζει θλιβερό. Τουλάχιστον, τούτες τις τελευταίες μέρες, έχω τον ήλιο σύμμαχό μου να χαρίζει απλόχερα τη χρυσοκίτρινη λάμψη του στο καφεδί φύλλωμα της αποσύνθεσης του φθινοπωριού... Να με βοηθά ν'ανατρέχω ασθμαίνοντας στα λόγια του Σωκράτη....

"[Η ψυχή]... γαληνεύουσα τα πάθη της, ακολουθούσα τον στοχασμόν και πάντοτε συγκεντρωμένη εις αυτόν, προσηλωμένη εις την θέαν του αληθούς και του θείου και του υπερβαίνοντος την συνήθη αντίληψιν και τρεφόμενη απ' εκείνο, πιστεύει και ότι έτσι πρέπει να ζη έως ότου αν ζη και ότι αν αποθάνη, έρχεται εις ό,τι είναι συγγενές προς αυτήν και όμοιόν της, απηλλαγμένη πλέον από τα ανθρώπινα κακά." 
(Πλάτωνος, "Φαίδων" -απόδοση από το αρχαίο κείμενο: Ε.Παπανούτσος)

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..

Σήμερα (3 Νοεμβρίου), ο λαός μας γιορτάζει τον   Άη-Γιώργη τον "μικρό" ή τον "φτωχό", όπως τον ονομάτισε, για να τον διακρίνει από τον Άη-Γιώργη, το "μεγάλο", τον Τροπαιοφόρο που την άνοιξη τον τιμά και τον πανηγυρίζει όλη η Ελλάδα. Ουσιαστικά, όμως, τη σημερινή ημέρα η εκκλησία μας μνημονεύει την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Τούτος, λοιπόν, ο Αη-Γιώργης, ο "μικρός", κατέληξε και ξεχασμένος, πλέον καθώς επικρατεί η γιορτή του Απριλίου. Κι όμως, ο λαός μας είχε βρει και για αυτόν θέση στο γιορτάσι του, τότε που τις ημέρες τις χρωματίζανε κάθε λογής έθιμα και εποχιακές ασχολίες! Τον βάφτισε, λοιπόν, "Σποριάρη", μιας και σε πολλές περιοχές της χώρας μας γίνεται η σπορά τη μέρα της γιορτής του, αλλά και "Μεθυστή", καθώς σε κάποια μέρη του τόπου μας ανοίγουν τα βαρέλια με το καινούριο κρασί αυτή τη μέρα.


Αναφέρει ο λαογράφος μας, Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Ορόσημο για τα καινούρια κρασιά, πιο βιαστικό κι επίσημο, είναι, όπως είδαμε, ο άι-Δημήτρης. Όπου όμως υπάρχει εκκλησιά του άι-Γιώργη, προτιμούν αυτόν για τα κρασιά τους, πολύ περισσότερο όταν τον γιορτάζουν και τον Νοέμβρη. Π.χ. στην Κρήτη:

Πάντα τσι τρεις του Νοεμπριού και τσ' εικοστρείς τ' Απρίλη, πανηγυράκι γίνεται στ' Άι-Γιωργιού τη χάρη...

Ο καιρός στην Κρήτη είναι "καλός" και τον Νοέμβρη. Γι' αυτό και στα ξωκλήσια της του άι-Γιώργη (όπως π.χ. κοντά στο Ρέθυμνο) οι πανηγυριστές παίρνουν μαζί τους μπότσηδες ή νταμιτζάνες, με "νιο κρασί" και καλοπίνουν. (Α.Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Ρέθυμνο 1954)

Πιο τελετουργικά τα πράγματα στη Δωδεκάνησο. Σε περιγραφή του, από το χωριό Σπώα Καρπάθου, ο τώρα Πρωτοπρεσβύτερος στην ελληνική Αγία Τριάδα του Μόντρεαλ (Καναδά), Κωνσταντίνος Χαλκιάς, γράφει για το 1975: Μεταξύ των πολλών εθίμων, των διατηρηθέντων μέχρι σήμερον εις το χωριό μας, είναι και το άνοιγμα των κρασιών κατά την ημέραν αυτήν (3 Νοεμβρ.). Διό και ονομάζεται η ημέρα: τ' Άι-Γιωργιού του Μεθυστή... Είναι εξόχως λαμπρόν, αλλά και λίαν συγκινητικόν το θέαμα, καθ' ην στιγμήν καταφθάνουν εις την Τάβλαν (στο πανηγυρικό τραπέζι, με το άφθονο κρέας και τα φαγητά για όλους τους πανηγυριστές, από τον Δεσπότη και τους επισήμους, ως τους άγνωστους ξένους και τον παραμικρό χωριανό) αι γυναίκες του χωριού μας, με τις λαϋνες, τους μαστραπάδες και τις τσότρες, γεμάτες από κρασί, που πήραν από τα κιούπια και τα πανωπίθια (μεγάλα πιθάρια), που άνοιξαν για την εορτήν του αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού μας. Όλοι ανεξεραίτως οι προσκυνηταί είναι υποχρεωμένοι να γευθούν τα κεράσματα των γυναικών όλων, που, τα ευλογημένα, υπερβαίνουν πολλάκις τα 40-50! Άκεφος ή αμέθυστος, την ημέραν αυτήν, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς εις τα Σπώα... (βλ.Νισυριακά Χρονικά-εκδ. Εταιρίας Νισυριακών Μελετών, τομ.5, Αθ.1976)"


Αλλά, όπως είπαμε, τούτος ο Άη-Γιώργης, εκτός από Μεθυστής, είναι και Σποριάρης. Έτσι, κάποιες συνήθειες της μέρας της εορτής του αποβλέπουν στην αφθονία της καρποφορίας. Καταγράφει ο γνωστός λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), σχετικά:

"Στη Λάρδο της Ρόδου, για παράδειγμα,

οι γεωργοί βάλουν σε μια σκάφη το σπόρο και ανάφτουν τρία κεριά. Μέσα στο σπόρο ανακατεύουν διαφόρους καρπούς και λίγο σιτάρι, που το είχαν φυλαγμένο στο σακουλάκι της περασμένης αρχιχρονιάς. Από τη σκάφη αυτή βάλλουν λίγο σπόρο στο δισάκι και μαζί ένα ρόδι, που θα το φάγουν σαν 'ποσπείρουν. (Αν.Βρόντης, Λαογρ.ΙΑ', ΙΒ' 1934, 1938-48)).

Ιδιαίτερα το ρόδι, ως σύμβολο της αφθονίας, δεν λείπει από τη σποροσακούλα του γεωργού. Στην Επίδαυρο την ημέρα που θα σπείρουν

βαίνουν μέσα στο σακί το σπόρο (που βλογήθηκε του Σταυρού στην εκκλησία), ένα ρόιδο αλάκερο και το πρωί πρωί για να μην κάμουν κακό απάντημα, πάνε στο χωράφι. Ζεύουν τα βόδια και, πριν αρχινήσουν το σπόρο, παίρνουν το ρόιδο και το βαράν απάνω στο ενί (υνί) του αλετριού, ανακατεύουν κάμποσα σπειριά ρόιδο με τον σπόρο στην ποδιά τους, και τον πετάνε λέγοντας Καλά μπερκέτια! Άμα ρίξουνε μια σποριά, δηλαδή ένα στρέμμα, κάθουνται και τρώνε τ'άλλο ρόιδο κι ευκείωνται.(Ευαγγελίδης, Λαογρ.Γ', 1911)

Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας

όταν πρωταρχίσουν να σπείρουν, βάζουνε μεσ' στο σπόρο καρύδια, ρώγες από σταφύλι κι ένα ρόιδο. Τα σπέρνουν μαζί με το σπόρο χάμω στη γη και λένε: Να γένει το γέννημα γλυκύ σαν το σταφύλι, τσουπωτό σαν το ρόιδο και αφράτο και άσπρο σαν το καρύδι.(Επετηρίς Βουρβούρων 1939) "


Και, προσθέτει, ο Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Όσο για το "Σποριάρη" άγιο Γεώργιο, τον έχουν ευλογητή (και ενθυμητή) της σποράς τους όλοι οι Δωδεκανήσιοι, και οι (νοτιότεροι) Κύπριοι.

"Μεταχριστιανικόν Τριπτόλεμον" ονομάζει τον Νοεμβριανό Άι-Γιώργη, ο παλιός Ρόδιος λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης. Σκορπίζει, λέει, κι αυτός στους κόλπους της γης τα δώρα της Δήμητρας. Την ημέρα της γιορτής του οι Ρόδιοι χωρικοί βγαίνουν για σπορά:

Από το πρωί, νυχάτα, σηκώνεται κάθε νοικοκυρά και θυμιάζοντας (λιβανίζοντας) βάλλει τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι, που χρησιμοποιούν οι γεωργοί στη σπορά. Μαζί με τον σπόρο βάλλουν ένα σκόρδο, κρομμύδι, καρύδι.... σησάμι, κι ακόμα ένα ρόδι, που το τρώγουν οι γεωργοί σαν αποσπείρουν, λέγοντας: "Όσα κλωνιά, τόσα κιλά (χωρητικότητας)". Στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα, πηγαίνουν πεντάρτι (αρτοκλασία με 5 άρτους) που το φτιάχνουν με κοινόν έρανον σταριού (οι γειτόνισσες).

Και κάτι που προσέχουν ομοιοπαθητικά: Ίσαμε ν'αποσπείρουν, πολλοί από τους γεωργούς δεν ξυρίζουνται.

Στην Κύπρο, τ'άι-Γιωργιού του Σπόρου, εκτός από το ξεκίνημα της σποράς οργανώνουν ζωοπανήγυρη, την ημέρα αυτή, (κοντά στη Λάρνακα) και παρακαλούν τον άγιο να βρέξει για τα οργώματα και για το χορτάρι - τροφή των ζωντανών τους. (Κυπριακά χρονικά, τομ.4)."


* Και, μιας και αναφέρθηκε ο Τριπτόλεμος, ας τον θυμηθούμε κι αυτόν.. ας προστρέξουμε λίγο στην πολύτιμη ελληνική μυθολογία μας που πολλά πλούτη κρύβει.. Αναφέρει το "Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων" υπό Νικολάου Λωρέντη (1837):









Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ο γερο-Πλάτανος..



Όταν ήμουν πολύ-πολύ πιτσιρίκα, μεγαλώνοντας μεν στην Αθήνα, αλλά όλες μου τις διακοπές και τα καλοκαίρια ξαμολυμένη στο χωριό στο Πήλιο, είχα πλάσει μια εικόνα για την επαρχία και την εξοχή μέσα από τα δικά μου παιδικά μάτια.. Δε μπορούσα, λοιπόν, να διανοηθώ, ότι υπάρχει χωριό χωρίς πλατεία -μια πλατεία ευρύχωρη για να κυνηγιόμαστε τα παιδιά, πλαισιωμένη από τσιπουράδικα για να απολαμβάνουν οι μεγάλοι- και πλατεία χωρίς πλάτανο στο κέντρο της! Ο πλάτανος, λοιπόν, ήταν το σήμα κατατεθέν! Γιατί πως αλλιώς θά'χαμε δροσιά, ντάλα καλοκαίρι, να τσιμπολογάμε στο καταμεσήμερο πικάντικα μεζεδάκια; Πού θα στηνόταν ο κυκλικός χορός στο πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής, αν όχι γύρω από το γέρικο και σκληροτράχηλο κορμί του; Πού θα βλέπαμε τις ανακοινώσεις του χωριού, αν όχι καρφιτσωμένες στις γερές πλάτες του; Πού θα συναντιόμαστε και πού θα ξαποσταίναμε από το τρεχαλητό, αν όχι στο παλιό πράσινο παγκάκι που τον κύκλωνε; Από που θα ξεκινούσε το κρυφτό, πού αλλού θα στεκόταν να μετρήσει εκείνος που τα "φυλάει"; Πού θα χορταίναμε τη δίψα μας, αν όχι στη βρυσούλα πλάι του, με το παγωμένο νερό που κατηφόριζε απ'το βουνό και δρόσιζε τα αιωνόβια ποδαράκια του; Ο πλάτανος, επομένως, ήτανε αναπόσπαστο κομμάτι της πλατείας του χωριού, ένα και το αυτό να το πούμε, κι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του μικρόκοσμου των παιδικών μας χρόνων...


Εκείνος, λοιπόν, ο γερο-πλάτανος, των παιδικών μου χρόνων, πάει και τελείωσε.. Δεν είναι πολλά χρόνια, καθώς ψιλοαρρώστησε, ο δήμαρχος -ελαφρά τη καρδία- αποφάσισε να τον καρατομήσει! Εμένα φυσικά, κανείς δε μου το βγάζει από το νου, ότι ο πλάτανος μπορούσε να σωθεί.. με λίγη φροντίδα.. με ένα κλάδεμα του κλαριού που πήγαινε να ξεραθεί.. με λίγο παραπάνω νοιάξιμο τέλος πάντων.. να του δοθεί μια ευκαιρία!.. Ο πλάτανος, λοιπόν, κόπηκε.. το περιμμετρικό παγκάκι ξυλώθηκε κι η παλιά μαρμάρινη βρυσούλα απέμεινε μονάχη δίπλα στο χοντρό κούτσουρο.. Φαίνεται η μελαγχολική παρουσία της κι η κραυγαλέα μοναξιά της ενόχλησε τους "αρμοδίους", έτσι την ξεπαστρέψανε κι αυτή και χτίσαν μια καινούρια σε μιαν άκρη, να στέκει έτσι βουβή, να μη βγάζει μάτι, να μη σε καλεί να δροσιστείς, να μη σε πείθει για το γάργαρο νερό της, να τρέχει ο κόσμος να αγοράζει τα εμφιαλωμένα από τα περίπτερα.. ναι εδώ, στο βουνό των Κενταύρων και των πλατανιών, παρέα με τα πλαστικά βιομηχανοποιημένα μπουκάλια...Στη θέση του γερο-πλάτανου μπήκανε κι άλλα τραπεζάκια απ'τις ταβέρνες, κι άλλες καρέκλες, κι άλλα τραπεζομάντηλα, να εξυπηρετήσουν τους τουρίστες της "φουλ σεζόν".. Ο χώρος για να παίξουν τα παιδιά στένεψε.. μπλέκονται στα πόδια των σερβιτόρων.. αλλά έτσι κι αλλιώς, πόσα παιδιά σήμερα παίζουν; Τα περισσότερα κάθονται στην ταβέρνα και ασχολούνται με τα "games" στο κινητό! Έτσι δεν έχουν και φόβο να γδάρουν τα γόνατά τους ή να λερώσουν με χώματα τη μπλούζα τους.. μοναχά το μυαλό κι η ψυχή τους κινδυνεύει, αλλά ποιός νοιάζεται για αυτά!

Άντε, να μην τα περιγράφω και τόσο τραγικά.. Ευτυχώς, ο διπλανός πλάτανος στη μια άκρη της πλατείας, εκείνος που τότε είχε ένα λυγερό κορμάκι και δειλά ξεπρόβαλλε τα τρυφερά κλαρούδια του, άρχισε να απλώνει, να θεριεύει και να μας αγκαλιάζει προστατευτικά με το φύλλωμά του! Κι έτσι δεν έμεινε η πλατεία χωρίς πλάτανο.. ούτε εγώ χωρίς τις αγκάλες του για να γευτώ το πατροπαράδοτο τσιπουράκι.. Κι όσο νά'ναι, κάποια παιδάκια τριγυρνούν ακόμη κάτω από την σκιά του... Μπορεί να τον θυμούνται κι αυτά όταν μεγαλώσουν.. σαν τον πλάτανο των παιδικών τους χρόνων.. Άσε που ο καημένος, ανέλαβε ως νέος πληροφοριοδότης, να δέχεται υπομονετικά τα τσιμπίματα της πινέζας και των συραπτικών για να φιλοξενεί στο κορμί του τα ενημερωτικά φυλλάδια για τις εκδηλώσεις! Όπως φαίνεται, κάποια πράγματα δυσκολεύονται περισσότερο ν'αλλάξουν..


Ο πλάτανος ή, μάλλον, η πλάτανος κατά τους αρχαιότερους, πήρε την ονομασία της "εκ του πλατύς, δια τα πλατέα αυτής φύλλα" (Liddell-Scott, "Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") κι ίσως ακόμη για το φουντωτό και "πλατύ" φύλλωμά του που μας χαρίζει μεγάλη σε έκταση σκιά... Τούτη τη σκιά που προστάτευε και δρόσιζε από αρχαιοτάτων χρόνων το λαό μας.. Τούτη την πλάτανο που κάποτε στόλιζε και τη σημερινή τσιμεντένια πρωτεύουσά μας...



(Πλάτωνα, "Φαίδρος", απόδοση Ν.Αχειμάστου)

".. Θα χαίρεσαι τα καλοκαίρια, όταν σιγά στον άνεμο θροούνε αντικρυστά στου πλάτανου και της φτελιάς οι κλώνοι.." λέει κι ο Αριστοφάνης στις "Νεφέλες" (η απόδοση του Κώστα Βάρναλη).

Όπως αναφέρει και το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":

"Σημαντικήν θέσιν εις την Ελληνικήν Μυθολογίαν, αλλά και εις την ιστορίαν της αρχαιότητος, κατέχει η πλάτανος. Υπό την πλάτανον ανεπαύετο η ωραία Ελένη, πλάτανον εφύτευσεν ο Μενέλαος εις Καρύας, την "Μενελαϊδα", υπό τον πλάτανον των Δελφών παρώτρυνε η Λητώ τα τέκνα της, Απόλλωνα και Άρτεμιν εις την εξόντωσιν του Πυθώνος, υπό τον πλάτανον της Αυλίδος εθυσίασεν ο Αγαμέμνων, πληροφορηθείς την νίκην και το τέλος του Τρωικού πολέμου. Ιστορική είναι η πλάτανος του Ασκληπιού εις Κω, η πλάτανος της Δαμασκού, ιερόν δένδρον των Μωαμεθανών, η πλάτανος του Αλή πασά εις την αγοράν των Ιωαννίνων και η πλάτανος της Άρτας, από των κλάδων των οποίων απηγχονίσθησαν εκατοντάδες Ελλήνων, η πλάτανος του Αιγίου, τας κουφάλας της οποίας εχρησιμοποίει ο Ανδρ.Λόντος ως πειθαρχείον, αι πλάτανοι των Κομποτάδων της Λαμίας, υπό την σκιάν των οποίων συνεσκέφθησαν δια την άμυναν κατά της επιδρομής του Δράμαλη οι Αθ.Διάκος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας, ο γερο-πλάτανος του Ναυπλίου, υπό τον οποίον ο Καποδίστριας εδέχετο τους προύχοντας κατά την ημέραν του Πάσχα, η αιωνόβιος πλάτανος της μονής της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων όπου εδόθη ο όρκος των αποφασισμένων δια την ελευθερίαν ή τον θάνατον υπόδουλων Ελλήνων και πλείσται άλλαι.


("Ωγυγία", Αθανασίου Σταγειρίτη)

Φυσικά, ο μεγαλειώδης κι εντυπωσιακός πλάτανος, δε θα μπορούσε να μείνει έξω από την παροιμιολογία του λαού μας:

"Χαιρέτα μας τον πλάτανο (και τον καπιτά Αναστάση)", (ως επιφώνημα προδήλου ή προβλεπομένης αποτυχίας άλλου) / "ήσκιο πού'χεις πλάτανε, μα πείνα που δεν χορταίνεις" (ευάρεστος ή εν ανέσει αδράνεια, αλλά προτεινομένη επάγεται πτωχείαν) / "μέγας είσαι πλάτανε και θαυμαστά τα πλατανόφυλλά σου" (ειρωνική έκφρασις επί λόγων ή πράξεων αξιογέλαστων, ως παρωδία της φρ. "Μέγας είσαι Κύριε...")

(Δημητράκου, "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης")

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

το σπήλαιο και οι δεσμώτες


Πλάτωνος Πολιτεία

«-Ύστερα απ'αυτά παράστησε τώρα την ανθρώπινη φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα που θα σου ειπώ: Φαντάσου σαν μέσα σ'ένα σπήλαιο, κάτω απ'τη γη, που να έχει την είσοδό του ανοιγμένη προς το φως σ'όλο το μάκρος της ' ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκουνται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι απ'τα πόδια και τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω την κεφαλή τους εξαιτίας τα δεσμά τους ' και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερά τους να υπάρχει αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς κι ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ένας δρόμος προς τα επάνω ' και πλάι στο δρόμο φαντάσου ακόμα παράλληλά του χτισμένο ένα μακρύ τοιχαράκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός απ'τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των.

-Τα φαντάζομαι όλα αυτά.

-Φαντάσου τώρα ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι κάθε λογής αντικείμενα καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα ή ό,τι άλλο, που να ξεπερνούν όλα αυτά πιο ψηλά από το τοιχαράκι, κι αυτοί που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους κι άλλοι να σωπαίνουν.

-Πολύ παράξενη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες.

-Και μ'όλα αυτά όμοιοι με μας ' και πρώτα πρώτα νομίζεις πως αυτοί οι δεσμώτες έχουν ιδεί ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους τριγυρνούς των τίποτε άλλο, εκτός από τις σκιές που πέφτουν από τη λάμψη της φωτιάς επάνω στο αντικρινό τους μέρος της σπηλιάς;

-Και πώς να δουν, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν ακίνητα τα κεφάλια όλη τους τη ζωή;

-Ακόμα και από τα αντικείμενα που περνοδιαβαίνουν, άλλο τίποτα από τις σκιές των;

-Τι άλλο βέβαια;

-Κι αν θα μπορούσαν να μιλούν μεταξύ τους, δε νομίζεις να πιστεύουν πως τα ονόματα που δίνουν στις σκιές που βλέπουν να διαβαίνουν εμπρός τους, αναφέρονται σε αυτά τα ίδια τα αντικείμενα;

-Αναγκαστικά.

-Κι αν ακόμα η φυλακή τους έστελνε αντίλαλο από αντικρύ τους, όταν θα μιλούσε κανείς απ'όσους περνούν, νομίζεις πως τίποτα άλλο θα φανταζόνταν, παρά ότι η σκιά είναι εκείνη που μιλά;

-Τι άλλο βέβαια;

-Και εξάπαντως, τίποτα άλλο οι τέτοιοι δε θα πίστευαν αληθινό, παρά μονάχα εκείνες τις σκιές.

-Ανάγκη πάσα.

-Σκέψου τώρα, τι θά'πρεπε να συμβεί φυσικά μ'αυτούς, αν κανείς ήθελε τους λύσει απ'τα δεσμά τους και τους θεραπεύσει απ'την πλάνη και την άγνοιά τους ' κάθε φορά που θα λυνόνταν ένας και θ'αναγκάζονταν έξαφνα να σηκωθεί και να στρέψει το λαιμό του και να περπατήσει και να κοιτάξει προς το μέρος της φωτιάς, και πονούσε ενώ έκανε όλα αυτά και δε μπορούσε απ'το ακτιδοβόλισμα της φωτιάς να δει καθαρά εκείνα που έβλεπε ως τότε τις σκιές των, τι νομίζεις πως θα πει, αν του έλεγε κανείς, ότι όσα έβλεπε τότε ήταν φλυαρίες και πως τώρα, γυρισμένος κάπως πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά, βλέπει σωστότερα, κι αν μάλιστα δείχνοντάς του το καθένα απ'όσα θα περνούσαν από μπρος του, τον ανάγκαζε ν'αποκριθεί τι είναι αυτό, δε νομίζεις πως θα έπεφτε σε μεγάλη απορία και θα νόμιζε πως εκείνα που έβλεπε τότε, ήταν αληθινότερα απ'αυτά που του δείχνουν τώρα;

-Και πολύ μάλιστα.

-Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε κανείς να στρέψει τα μάτια του στο ίδιο το φως, δε θα του πονούσαν τα μάτια και δε θά'φευγε για να ξαναγυρίσει πάλι σ'εκείνα που μπορεί να βλέπει και δε θα νόμιζε πως εκείνα είναι πραγματικώς καθαρότερα και αληθινότερα απ'αυτά που του δείχνουν;

-Έτσι βέβαια.

-Κι αν τέλος τον ξεκολλούσε κανείς από κει κάτω με τη βία, από ένα κακοτρόχαλο και ανηφορικό δρόμο και δεν τον άφηνε πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, άραγε δε θα τραβούσε μαρτύρια και δε θα αγανακτούσε όσο τον έσερναν, κι όταν θα'φτανε στο φως με πλημμυρισμένα τα μάτια του απ'τη φεγγοβολή, θα μπορούσε να δει και ένα καν από όσα εμείς τώρα λέμε αληθινά;

-Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστο εξαφνικά.

-Θα χρειάζονταν πραγματικώς, να συνηθίσει πρώτα, για να κατορθώσει να βλέπει καθαρά όσα είναι εκεί επάνω ' και στην αρχή θα μπορούσε να βλέπει ευκολότερα τις σκιές, έπειτα επάνω στα νερά τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων, και στερνά κι αυτά τα ίδια ' κατόπι απ'αυτά και όσα είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να στραφεί ή να κοιτάξει τη νύχτα ευκολότερα, με το φως του φεγγαριού και των άστρων, παρά την ημέρα με τον ήλιο και το φως του.

-Πώς όχι;

-Και τελευταία, θα μπορούσε να ιδεί, υποθέτω, και αυτόν τον ίδιο τον ήλιο, όχι μέσα στα νερά ή σε άλλη θέση τα είδωλά του, αλλά αυτόν καθαυτόν στη θέση του, και να παρατηρήσει τι λογής είναι.

-Αναγκαστικά.

-Ύστερα απ'αυτά θά'κανε τη σκέψη για αυτόν, πως αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τους ενιαυτούς, και διευθύνει σαν επίτροπος όλα στον ορατό κόσμο, και ο αίτιος, για να πούμε έτσι, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

-Είναι φανερό πως σ'αυτό το συμπέρασμα θα'φτανε σιγά σιγά.

-Και τι λοιπόν; Όταν θα θυμόταν την πρώτη του εκείνη κατοικία και τη σοφία που είχαν εκεί κάτω αυτός και οι συνδεσμώτες του, δε νομίζεις πως θα μακάριζε τον εαυτό του γι'αυτή τη μεταβολή και θα ελεεινολογούσε εκείνους;

-Και πολύ μάλιστα.

-Και αν υπήρχαν μεταξύ τους εκεί κάτω έπαινοι και τιμές και τίποτα βραβεία για κείνον που θα'χε ισχυρότερη όραση να βλέπει ό,τι θα περνούσε εμπρός του, και να θυμάται ποια συνηθίζουν να περνούν πρώτα, ποια κατόπι τους και ποια μαζί-μαζί και έτσι να ήταν σε θέση να μαντεύει καλύτερα από κάθε άλλο τίνος θα είναι η σειρά του να παρουσιαστεί, τι λες; θα είχε καμιά επιθυμία για όλα αυτά και θα ζήλευε εκείνους που έτσι ετιμούσαν εκεί κάτω και που αφέντευαν επάνω στους άλλους; η δε θα πάθαινε εκείνο που λέει ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, και θα προτιμούσε χίλιες φορές καλύτερα να ζει στον επάνω κόσμο και να δουλεύει κοντά σε έναν άλλο δίχως κλήρο άνθρωπο, παρά να έχει τις ίδιες τις ιδέες και την ίδια ζωή όπως εκεί κάτω;

-Κάθε άλλο κι εγώ παραδέχομαι πως θα προτιμούσε να πάθει, παρά να ζει μ'εκείνο τον τρόπο.

-Βάλε τώρα στο νου σου κι αυτό: αν ένας τέτοιος ήθελε ξανακατέβει πάλι εκεί και ξανακαθίσει στο θρονί του, δε θα γέμιζαν τα μάτια του ξανά σκοτάδι, καθώς θα'ρχόταν ξαφνικά απ'τον ήλιο;

-Και πολύ βέβαια.

-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;

-Χωρίς άλλο.

-Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε μου Γλαύκων, πρέπει να την εφαρμόσεις σ'όλα που λέγαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις αυτό τον κόσμο, που βλέπουμε, με την όραση, με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και την αντιλαμπή της φωτιάς μες σ'αυτήν με τη δύναμη του ήλιου ' αν ακόμα δεχτείς, πως εκείνος ο δεσμώτης που ανεβαίνει εδώ πάνω και βλέπει όσα βλέπει, παρασταίνει το ανέβασμα της ψυχής από τον ορατό στο νοητό κόσμο, θα είσαι μέσα σε κείνο που πιστεύω εγώ τουλάχιστο, αφού αυτό επιθυμούσες ν'ακούσεις. Κι ο Θεός πια το ξέρει, αν τυχαίνει να είναι αληθινή η ιδέα μου. Οπωσδήποτε για μένα έτσι φαίνονται πως είναι αυτά: πως μέσα στο νοητό κόσμο τελευταία που παρουσιάζεται είναι η ιδέα του αγαθού, μόλις και μετά βίας ορατή ' όταν όμως μια φορά τη δει κανείς, δε μπορεί να μη συμπεράνει πως αυτή είναι γενικώς η αιτία του κάθε καλού και ωραίου, πως αυτή είναι που γέννησε και μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και μέσα στον νοητό αυτή είναι η δέσποινα που χαρίζει την αλήθεια και το νου, και ότι σ'αυτήν πρέπει να αποβλέπει όποιος το έχει σκοπό με φρόνηση να κυβερνηθεί και στον ιδιωτικό του και στο δημόσιο βίο.

-Συμμερίζομαι κι εγώ τη γνώμη σου, με τον τρόπο τουλάχιστο που μπορώ.

-Έλα τώρα λοιπόν να συμμεριστείς κι αυτήν ακόμα τη γνώμη και να μην παραξενεύεσαι, αν όσοι έφτασαν ως εδώ δε βρίσκουν πια ευχαρίστηση να καταγίνουνται με τις συνηθισμένες ανθρώπινες ασχολίες, αλλά αισθάνονται την ανάγκη να ζουν πάντα εκεί επάνω οι ψυχές των ' και είναι φυσικό να γίνεται έτσι, αν πάλι είναι σύμφωνο κι αυτό με την εικόνα που είπαμε πριν.

-Είναι βέβαια φυσικό.

-Τι λοιπόν; Σου φαίνεται τίποτα παράξενο, αν ένας που κατεβαίνει από κείνη τη θεϊκιά θεωρία στις ανθρώπινες αθλιότητες, δε γνωρίζει πώς να φερθεί και φαίνεται φοβερά γελοίος, καθώς δε βλέπει ακόμα καλά πριν συνηθίσει οπωσδήποτε με το σκοτάδι αυτού του κόσμου, και αναγκάζεται, ή στα δικαστήρια ή όπου αλλού, να υποστηρίζει την ιδέα του για τις σκιές του δικαίου και για τα είδωλα που παρασταίνουν οι σκιές και να πολεμά τις δοξασίες που έχουν για τη δικαιοσύνη όπου ποτέ του ποτέ δεν την είδαν;

-Μα καθόλου βέβαια παράξενο.

-Αλλά αν έχει κανείς νου, θα μπορούσε να θυμηθεί, πως είναι δυο ειδών και από δυο αφορμές προέρχεται η διατάραξη της όρασης: όταν μεταβαίνει κανείς από το σκοτάδι στο φως, και όταν από το φως στο σκοτάδι. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να παραδεχτεί πως γίνεται και με την ψυχή και όταν δει καμιά να τα χάνει και να μη μπορεί να διακρίνει κάτι καθαρά, να μη γελά χωρίς λόγο, αλλά να εξετάζει τι από τα δύο συμβαίνει, τάχα επειδή ήρθε από φωτεινότερη ζωή έχουν σκοτισθεί τα μάτια της που δεν ήταν συνηθισμένα στο σκοτάδι, ή μήπως, αμάθητη στο περισσότερο, έφτασε σε πολύ δυνατότερο φως και έχουν γεμίσει τα μάτια της από ζωηρότερη φεγγοβολή; Και τότε βέβαια τη μια θα τη μακαρίσει για το πάθημά της και τη ζωή της και την άλλη θα την ελεεινολογήσει, κι αν είχε τη διάθεση να γελά μαζί της, το γέλιο του θα ήταν λιγότερο καταγέλαστο, παρά αν γελούσε με την ψυχή που έχει φτάσει από το επάνω εκεί φως.

-Πολύ λογικά τα λες.

-Πρέπει λοιπόν, αν είν'αυτά αληθινά, να παραδεχτούμε πως η παιδεία δεν είναι τέτοια όπως τη λένε πως είναι μερικοί που την έχουν επάγγελμά τους. Γιατί ισχυρίζονται πως επιστήμη δεν υπάρχει μέσα στην ψυχή αλλά αυτοί τη βάζουν, όπως σαν να βάζουν σε τυφλούς την όραση.

-Αυτό πραγματικώς λένε.

-Ενώ ο δικός μας τώρα ο λόγος θέλει να πει, πως ο καθένας έχει μέσα στην ψυχή του τη δύναμη να μαθαίνει και το κατάλληλο για τη μάθηση όργανο ' και όπως, αν δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά, θα έπρεπε να στρέφει κανείς το μάτι του με όλο μαζί το σώμα του από το σκοτεινό στο φωτεινό, έτσι πρέπει να στρέφει γύρω κι αυτή τη δύναμη και το όργανό της με όλη μαζί την ψυχή του από εκείνο που γίνεται προς το καθαυτό ον, ώσπου να κατορθώσει επιτέλους να ατενίζει, χωρίς να υποφέρει, το φωτεινότατο του όντος, που εμείς λέμε πως αυτό είναι το αγαθό ' δεν είναι έτσι;

-Ναι.

-Αυτής λοιπόν της περιστροφής θα ήταν τέχνη η παιδεία, με ποιο τρόπο να καταφέρει να μεταστραφεί όσο μπορεί ευκολότερα και ωφελιμότερα η ψυχή, όχι για να της βάλει κανείς μέσα της τη δύναμη να βλέπει, γιατί αυτή την έχει, αλλά για να διορθώσει την κατεύθυνσή της, που δεν είναι σωστά στραμμένη ούτε βλέπει εκεί που έπρεπε.»

(Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)