Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!

"Σαράντα φάε,
σαράντα πιές,
σαράντα δώσ' για την ψυχή σ'!"

"Τί δίναν λοιπόν τη μέρα εκείνη;" απόρησα. "Έδωναν φαγητό σε τρία πιάτα' τραχανά και μπουμπάρι, σε τρία σπίτια στη γειτονιά.", θυμήθηκε.
"Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός." αναφέρει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") και συνεχίζει: "Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της μέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή μαγική σημασία του αριθμού 40. Συνηθίζονται οι σαραντόπιτες, δηλαδή πίτες με 40 φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών."

Εμείς εδώ, στα χωριά του Πηλίου, είχαμε τα 40 κλαράκια με τα οποία φτιάχναν οι κοπέλες το μαγικό γεφύρι απ'όπου στ'όνειρό τους θα περάσει ο γαμπρός. Πάνω σ'ένα αυλάκι σε σταυροδρόμι. Πάντα στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι με τις ιδιαίτερες αυτές δυνάμεις (κι ύστερα μου λες για φενγκ σούι!) από την προχριστιανική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Βάζανε, που λες, τούτα τα κλαράκια "ασκάλα", να φτιάξουν το γεφύρι πάνω στ'αυλάκι. Έχουμε τέτοια αυλάκια ποτιστικά παντού στα καλντερίμια μας. Κι ύστερα κάνανε μετάνοιες στα εικονίσματα του σπιτιού. Όλα τούτα την παραμονή. Και σαν ξημέρωνε των Αγίων Σαράντα, θά'βλεπαν στον ύπνο τους το γαμπρό πάνω στο γεφύρι. Στην καλύτερη μάλιστα, θα το διαβαίνανε και μαζί. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Όμως οι αγωνιώδεις προσπάθειες τούτη τη μέρα για το μάντεμα του γαμπρού δε σταματούσαν εδώ. Φτιάχνανε και τις "αρμυρόκ'λουρες". Ας δώσω το λόγο στον τοπικό μας λαογράφο Κώστα Λιάπη ("Ώρες του Πηλίου"): "Το γλυκό βασανάκι του μαντέματος του γαμπρού έχει στο Πήλιο και τις ... αλμυρές προεκτάσεις του. Έτσι στα χωριά του Νοτίου Πηλίου τ'Άη Σαράντα (Αγίων Σαράντα) και στα "πίσω" χωριά του Ανατολικού Πηλίου στ' Άη Φανούρ' (Αγίου Φανουρίου) θα συναντήσουμε και το ... νόστιμο έθιμο της "αρμυροκουλούρας". Το απόγευμα λοιπόν της παραμονής τούτων των γιορτών τα κορίτσια της παντρειάς συνηθίζουν και σήμερα ακόμα -όχι βέβεια πια στην ίδια έκταση που συνήθιζαν παλιότερα- να παίρνουν από τρία "πρωτοστέφανα" από ένα "πλόχειρο" αλάτι. Τούτο τ'ανακατεύουν μ'αλεύρι που το ζυμώνουν και πλάθουν μ'αυτό μια μικρή "κ'λουρίτσα". Την "κ'λουρίτσα" αυτή, γνωστή σαν "αρμυροκουλούρα" την ψήνουν στη χόβολη και την τρώνε πριν πέσουν να κοιμηθούν δίχως βέβαια να ξεχάσουν να παρακαλέσουν τους Αγίους Σαράντα ή τον Άγιος Φανούριο, κατά την περίπτωση, να τους στείλει στον ύπνο τους το νερό που αποζητούν τα φλογισμένα σπλάχνα τους, με το παλικάρι φυσικά που τους πέφτει απ'την τύχη για μελλοντικός σύζυγός τους."

έργο του Θεόφιλου
Ο Μέγας μας πληροφορεί και για την Αθήνα: "έφτιαγναν πίτες με σαράντα φύλλα, άλλοι έφτιαχναν σαράντα κουταλίτες' αφού έτρωγαν και έπιναν καλά συγγενείς και φίλοι, έφερναν και τρεις βόλτες γύρω απ'το τραπέζι και έσερνε το χορό ο μεγαλύτερος της συντροφιάς τραγουδώντας: Ας χορέψουμε κι ας είναι, των αγιώ Σαράντων είναι. Ύστερα ευχότανε ο ένας στον άλλον χρόνια πολλά και καλά." Πάντως, καλύτερα από μας μου φαίνεται περνούσανε...
"Στο Μανιάκι", συνεχίζει, "καρφώνουν στα χωράφια λαλαγγίδες με ξυλάκι για τους διαβάτες. Όσα χωράφια έχουνε, τόσες καρφώνουνε." Και, ακόμη:

(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Είναι, λοιπόν, κι άγιοι της βλάστησης. "Σαράντα δέντρα φύτεψε.." συνεχίζει το τραγουδάκι μας εδώ. "Σαράντα σπείρε, σαράντα φύτεψε, σαράντα θέρισε" λέει άλλο στιχάκι. Γιατί πιστεύαν πως ό,τι κι αν φύτευες τούτη τη μέρα θα πρόκοβε πολύ.
Των Αγίων Σαράντα σήμερα κι ο "μαγικός" αριθμός 40... που τρυπώνει μέσα στη Σαρακοστή, στο σαράντισμα των νεογέννητων αλλά και στα σαρανταήμερα του θανάτου. Ακόμη και στα σαράντα παλικάρια...

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην ιερότητα του αριθμού σαράντα φαίνεται να οφείλονται οι δοξασίες που είναι γνωστές στην ανατολική Κρήτη και σχετίζονται με τις μαγικές ιδιότητες των φυτών. Την ημέρα των Αγιων Σαράντα διάλεγαν οι "μύστες" των θεραπευτικών συνταγών για να πλουτίσουν το οπλοστάσιό τους [...] Πίστευαν πως τα θεραπευτικά βότανα που μπορούσαν να μαζέψουν τη μέρα αυτή ήταν πιο αποτελεσματικά για ορισμένες περιπτωσεις ασθενειών." Και προσθέτει παρακάτω:"Τα σαράντα κύματα που περνούσαν από τα πόδια όσων τηρούσαν κάποιες, αρχαιότερες κατά πως φαίνεται, συνήθειες, εξασφάλιζαν ισχυρή προστασία απέναντι σε νοσήματα, αλλά και προστασία από το φόβητρο του παλιού καιρού, το κακό μάτι. Μερικοί, μάλιστα, έπαιρναν νερό από σαράντα κύματα και το κρατούσαν σε μπουκάλι για σαράντα ημέρες προσκειμένου να βάζουν λίγο στο πρόσωπό τους για να μην τους "φταρμίζουν"".

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Τα νυχτέρια...


γραμμένο από το χέρι της πηλιορείτισσας Μαρίας Α. Γιαννιού ("Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής") πριν κάποια χρόνια...

"Όταν βράδιαζε και η νύχτα άπλωνε σιγά-σιγά το σκοτάδι, όλες οι κοπέλες της γειτονιάς, μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι για το νυχτέρι να φτιάσουν τα προικιά τους -πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Την ημέρα δούλευαν στα χωράφια, στα αμπέλια. Τα προικιά τα κάναν τη νύχτα... με γέλια, με τραγούδια, με πειράγματα περνούσαν την ώρα τους. Η μια κεντούσε, η άλλη έπλεκε, γνέθαν να υφάνουν σεντόνια, άλλη ύφανε τις καρπέτες, τα κιλίμια. `Επλεκαν δαντέλες για σεντόνια, για μαξιλάρια και λέγανε «ποιος θα είναι αυτός ο τυχερός που θα κοιμηθεί πάνω στο μαξιλάρι;».
Περίμεναν να έρθει η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων (βλ. Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού), να βάλουν σιτάρι κάτω από το μαξιλάρι τους να ιδούν το γαμπρό. Να γίνει γάμος, να πάρουν κουφέτο από την τσέπη του γαμπρού, να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους, να ιδούν στον ύπνο τους το γαμπρό και τα βράδια στο νυχτέρι να τα λένε, να γελούν...
Στη γιορτή των Αγίων Σαράντα (βλ. Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!)γύριζαν γύρω από το σπίτι, μάζευαν ξυλαράκια, πήγαιναν σε ένα αυλάκι και κανένα γεφυράκι, βάζανε μετάνοιες και παρακαλούσαν τους Αγίους να περάσει ο γαμπρός πάνω από το γεφύρι, να τον ιδούν στον ύπνο τους. Και λέγοντας όλα αυτά και τραγουδώντας, το αδράχτι στριφογύριζε και οι βελόνες και ο κορσές πάλευαν στα δάχτυλα των κοριτσιών και το χτένι στον αργαλειό χτυπούσε σα να συνόδευε το τραγούδι τους. Και άρχιζαν τα κουτσομπολιά: «Τα μάθατε; Ο Γιάννης αγαπάει τη Λενιώ. Αν δεν του τη δώσουνε, θα την κλέψει." Και μια νύχτα έγινε απαγωγή. Τους κυνηγούσαν να τους πιάσουν. Ο Γιάννης έτρεχε μπροστά και η Λενιώ από πίσω και φώναζε «Γιάννη μ' , Γιάννη μ' , εσύ δρομάς κι εγώ δε βλέπω. Παντρειά ήταν αυτή απόψε;». Και λέγοντας και τραγουδώντας, η ώρα περνούσε και γύριζαν στα σπίτια τους με την ευχή να ανταμώσουν το άλλο βράδυ, να συνεχίσουν το νυχτέρι τους, να γελάσουν, να τραγουδήσουν...
Πλέκοντας και κεντώντας τα προικιά τους, έπλεκαν και κεντούσαν τα όνειρά τους, τα όνειρα που κάνει κάθε κοπέλα για τη ζωή της."