Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

Την οργή των νεκρών να φοβάστε....

 



Ξημερώνει Ψυχοσάββατο... Δυο τρεις μέρες τώρα παλεύει να ντυθεί στα λευκά το τοπίο, μα θαρρείς ούτε τούτο το χιόνι δε δέχεται να καλύψει τις πομπές και τα σκοτάδια μας! Πασπαλίζει τις στέγες στα ψηλά, μα όσο πλησιάζει κι αγγίζει τα χαμηλά στέκεται μοναχά εδώ κι εκεί, φουσκώνει στους χωμάτινους αρμούς του καλντεριμιού, αλλά την πέτρα την αφήνει γυμνή.  Και μόλις θαρρείς φορτσάρει να γεμίσει τα κενά, γίνεται κάτι σαν γκρίζα νερουλιασμένη γρανίτα και χάνεται.

Πασπάλι ζάχαρης στο κόλλυβο, τούτο το χιόνι στη γη. Στο κόλλυβο όλων τούτων των ημερών που οι νεκροί ανασαίνουν.... Κι είναι το στάρι υγρό απ'τα δάκρυα και λεκιάζει με στάμπες την άχνη. Λες και ντράπηκε η ζάχαρη ν'αναμείξει τη γλύκα της με τόσο πόνο και βυθίζεται για να κρυφτεί....

Την οργή των νεκρών να φοβάστε....

Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"

Χορεύουν οι νιφάδες του χιονιού έξω απ'το παράθυρό μου... Πυκνές, αλλά αδύνατες. Δεν είναι εύκολο να αλλάξει το τοπίο... Θέλει στέρεους λυγμούς και ισχυρούς δεσμούς για να κρουσταλλώσουν τα κύτταρά τους... Χοροπηδούν ακόμη στα τυφλά χωρίς κατεύθυνση... Ίσα να σου θυμίσουν πως είναι το λευκό, ίσα να σκεπάσουν λίγο τη βρωμιά μπας κι ανασκαλίσεις λίγο τη μνήμη σου. Μπας και θυμηθείς  και γραπώσεις τούτο το άλφα το ανυπότακτο και κάνεις την λήθη σου ξανά α-λήθεια...

Πώς φτάσαμε ως εδώ; 

Πώς καταλήξαμε νεκροί;

"ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς." (Κατά Ματθαίον η22)


Πώς καταλήξαμε να νιώθουμε ζωή αυτό που ζούμε;

"οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων · καὶ ἰδοὺ ὥρμησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν." (Κατά Ματθαίον η32)


ἡ δ᾿ αἶψ᾿ ἐξελθοῦσα θύρας ὤιξε φαεινὰς
καὶ κάλει: οἱ δ᾿ ἅμα πάντες ἀιδρείῃσιν ἕποντο:
Εὐρύλοχος δ᾿ ὑπέμεινεν, ὀισάμενος δόλον εἶναι.
εἷσεν δ᾿ εἰσαγαγοῦσα κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε,
ἐν δέ σφιν τυρόν τε καὶ ἄλφιτα καὶ μέλι χλωρὸν

οἴνῳ Πραμνείῳ ἐκύκα: ἀνέμισγε δὲ σίτῳ
φάρμακα λύγρ᾿, ἵνα πάγχυ λαθοίατο πατρίδος αἴης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δῶκέν τε καὶ ἔκπιον, αὐτίκ᾿ ἔπειτα
ῥάβδῳ πεπληγυῖα κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ.
οἱ δὲ συῶν μὲν ἔχον κεφαλὰς φωνήν τε τρίχας τε

καὶ δέμας, αὐτὰρ νοῦς ἦν ἔμπεδος, ὡς τὸ πάρος περ.
ὣς οἱ μὲν κλαίοντες ἐέρχατο, τοῖσι δὲ Κίρκη
πάρ ῥ᾿ ἄκυλον βάλανόν τε βάλεν καρπόν τε κρανείης
ἔδμεναι, οἷα σύες χαμαιευνάδες αἰὲν ἔδουσιν.
(Ομήρου Οδύσσεια κ230-243)


"Τρέχει στὴ θύρα τὴ λαμπρὴ κι ἀνοίγει τότε ἡ Κίρκη,
καὶ τοὺς καλεῖ· καὶ μπήκανε χωρὶς νὰ στοχαστοῦνε·
ὅμως δὲν μπῆκε ὁ Εὐρύλοχος, φοβώντας κάποιο δόλο.
Τοὺς πῆρε καὶ τοὺς κάθισε σὲ θρόνους καὶ καθέδρες·
τυρὶ κι ἀλεύρια καὶ ξανθὸ μέλι τοὺς ἀναδεύει
μὲ κρασὶ Πράμνειο, κι ἔσμιξε κακόχυμα βοτάνια,
ποὺ πίνοντας τὴν πατρικὴ τὴ γῆς τους νὰ ξεχάσουν.
Καὶ σὰν τοὺς κέρασε, κι αὐτοὶ σὰν ἤπιαν, τότ' ἐκείνη
χτυπώντας τους μὲ τὸ ραβδὶ τοὺς κλεῖ στὶς χοιρομάντρες·
κι ἄξαφνα χοίρου κάνουνε φωνή, κορμί, κεφάλι
καὶ τρίχες, καὶ μονάχα ὁ νοῦς τοὺς ἔμενε σὰν πρῶτα.
Ἐκεῖ κλεισμένοι κλαίγανε, καὶ γιὰ νὰ φᾶνε ἡ Κίρκη
τοὺς ἔρριχνε πρινόκαρπους, ἀκράνια, βαλανίδια,
ποὺ οἱ χοῖροι οἱ χαμοκύλητοι νὰ τρῶνε συνηθᾶνε."
(απόδοση:Α.Εφταλιώτη)

[...]
Σουρούπωσε... Το χιονάκι ακόμη πιο ψιλό όσο πέφτει το σκοτάδι. Το κρύο ακόμη πιο δριμύ. Οι καμπάνες σιγήσαν. Οι προσευχές κόπασαν. Οι προσφορές μοιράσθηκαν. Οι κεκοιμημένοι -όσοι δε λησμονήθηκαν ακόμη- αφουγκράστηκαν τα ονόματα και δυο σταλαμίδες δροσιάς... Προσμένουν, τώρα, το ξημέρωμα, να κοινωνήσουν μαζί μας....




Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"

"... και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων.!..."


"...οὐ δι᾿ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι᾿ ὑμᾶς.
νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·..." 
(κατά Ιωάννη ιβ 31)


Το Τριώδιο άνοιξε, οι μάσκες πέσανε. Λιγοστοί περιφέρονται ακόμη -σαν τις άτακτες, αδύναμες νιφάδες που σκορπάει ο άνεμος παντού- να επιμένουν να πιστεύουν σε τούτο το άθλιο Καρναβάλι. Αλλά ξεχνούν, πώς, όσο μεγάλη κι αν είναι τούτη η πομπή, ακόμη κι αν αμέτρητοι -αθώοι κι ένοχοι- συναινούν και συμμετέχουν σε τούτη την παρέλαση,  ΠΑΝΤΟΤΕ στο τέλος της βραδιάς οι ίδιοι είναι που το βασιλιά Καρνάβαλο θα τον κάψουνε. Νυν και αεί η μοίρα του είναι η πυρά.... 

"[...] περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται." (Κατά Ιωάννην ιστ 11)

"... ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις..." (Προς Εφεσίους 6,11)

Οδυσσέα Ελύτη, "Άξιον Εστί, Τα Πάθη, Ανάγνωσμα 1ο"



Στο πείσμα των εχτρών .... ανάντισα κρατήθηκα ψυχώθηκα κραταιώθηκα....


Σκοτείνιασε για τα καλά. Ξημερώνει Σάββατο των ψυχών. Κι αμέσως μετά ακολουθεί η Κυριακή της Αποκριάς ή, αλλιώς, η Κυριακή της Κρίσεως: 
" ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον. "(Κατά Ματθαίον ΚΕ' 31-46)

- Μα, τελικά, πόσο ταιριαχτά και πόσο ταχτοποιημένα όλα τούτα... Το χιόνι με το κόλλυβο, οι ψυχές με τ'άψυχο κορμί, η Κρίση της περικοπής με έναν κόσμο που ξεψυχά, το βλέμμα της μάνας με την Ανάσταση.  Θαρρείς και μια σιωπηρή κραυγή τα στοίβαξε μεμιάς όλα μαζί μέσα στα συναξάρια... Παραμονές Σαρακοστής, καθώς ανοίγουν οι Πύλες της Μετανοίας...

"Και το θλιβερότερο, βέβαια, από όλα, ή, για να μιλήσω πιο αληθινά, το πιο βαρύ, που και λέγοντάς το γεμίζω οδύνη, πόσο μάλλον υποφέροντάς το, είναι ο χωρισμός από το Θεό και τις άγιες δυνάμεις του και η συντροφιά με το διάβολο και τους πονηρούς δαίμονες που διαρκεί στον αιώνα και δεν αφήνει να ελπίσουμε καμιά απελευθέρωση από αυτά τα δεινά..." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού- "Μαξιμιανόν Ταμείον [λήμμα: κόλασις], Βενεδίκτου Ιερομονάχου Αγιορείτου)

" Τι είναι η κόλαση;
Υποστηρίζω ότι είναι ο πόνος του να μην μπορείς να αγαπάς..."
 (Ντοστογιέφσκυ, "Αδελφοί Καραμαζώφ")

Κοντεύουν μεσάνυχτα και ξαναγυρνώ εδώ. Κι αναρωτιέμαι... Ποιούς τάχα ονοματίζουμε νεκρούς, ποιούς ζωντανούς και ποιούς κεκοιμημένους; 

"...οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ᾿ ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν·..." (Κατά Ιωάννην ιδ 30)

Την οργή των νεκρών να φοβάστε.... ζώντων και κεκοιμημένων....



Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

καταιγίδα... (ή, στην Παναγιά τη Λαμπηδόνα)

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κατήφορος:

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. 'Ισα που προλαβαίναμε να φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει για τα καλά. Και δε γνωρίζαμε καν αν είχε απομείνει μονοπάτι ή κάτι που να μοιάζει με αυτό μετά από τόση καταστροφή. Η τόση θλίψη των ημερών έπρεπε, θαρρείς, κάπως να κατανικηθεί έστω με την αύξηση της αδρεναλίνης! Αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπήκαμε στη διαδικασία. 

Τελικά, παρόλες τις βαθιές αυλακιές απ'το ορμητικό νερό και τις κατολισθήσεις σε κάποια σημεία, ήταν σχετικά βατό. Απλά σε συνδυασμό με τον απότομο κατήφορο και τη σκοτεινιά ο βαθμός δυσκολίας μεγάλωνε κι η αίσθηση πως κινδυνεύεις να γλυστρίσεις στο πουθενά προκαλούσε μια εσωτερική αναταραχή. 

Ανήφορος: 

Νύχτωσε. Ανηφορίζαμε σχεδόν στα τυφλά. Γρήγορα, πριν μας καταπιεί εντελώς το σκοτάδι. Χαλαρά, όμως, και κουβεντιάζοντας. Στον ανήφορο δεν κινδύνευες να γκρεμοτσακιστείς! Κι ας θεωρείται πιο κοπιαστικός. Συλλογιζόμουν την ανατομία μας, την κλίση των μελών μας στο περπάτημα... Ναι, είμαστε πλασμένοι για ανηφόρες! Η ίδια η φύση μας το μαρτυρά! Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για ν'ανηφορίζει. Είναι ουσιαστικά κατασκευασμένος να ακολουθεί δρόμο ανηφορικό. Πώς δεν το έχουμε αντιληφθεί; Στον κατήφορο χάνει την ισορροπία του κι αγωνιά, κινδυνεύει... να τσακιστεί, να κατρακυλήσει, νά'χει μια πορεία γεμάτη ταραχή, να χάσει την ψυχή του...


"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι".... (Μαρκ.8,34)

Πόσο παράλογο ν'αντέξεις πια; Επήλθε κορεσμός. Σαν τούτο τον κορεσμό της γης μετά από τη συνεχόμενη καταιγίδα. Και σφουγγάρι νά'ταν, θα ξερνούσε νερό. Έτσι κι η ψυχή δεν το χωράει τόσο παράλογο! Γιατί παντού, μα παντού κυριαρχεί μια τρέλα, μια παράνοια, μια διαστρέβλωση των πάντων, μια παραμορφωμένη εικόνα, ένας αποσυντονισμός, ένα ψέμα, μια αηδία, ένα χάος... που σου επιβάλλουν βίαια να αποδεχτείς, να ζήσεις μέσα σ'αυτό: να το καταπιείς και να το χωνέψεις αμάσητο, μάλιστα! Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες δε γίνονται δεκτές. Αν αντιδράσεις μαστιγώνεσαι ή λοιδορείσαι άγρια και γελοιοποιείσαι βασανιστικά. Πρέπει απαρεγκλίτως να αποδεχτείς το επίσημο αφήγημα, την πραγματικότητα/κανονικότητα που σου σερβίρουν. Τί επιλέγεις;

"ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου"
(Μαρκ.8,15)

Πολλοί καταπίνουν τούτο τον παρανοϊκό αχταρμά που τους σερβίρουν ως πραγματικότητα, νομίζοντας ίσως πως μόνον έτσι θα επιβιώσουν και θα ανταπεξέλθουν στις συνθήκες, με αποτέλεσμα τον κορεσμό της ψυχής τους από "παρά φύσιν" χαοτικό υλικό το οποίο, εν συνεχεία, αναγκαστικά αρχίζει να "ξερνάει" και να αναπαράγει αυτή η ίδια. Όμως η πάλη για επιβίωση με τούτο τον τρόπο οδηγεί μαθηματικά σε "βίο αβίωτο" και για τους ίδιους και για τους διπλανούς. Και σε σίγουρο βασανιστικό μελλοντικό πνιγμό.  Κάποιοι λίγοι μπόρεσαν κι έστησαν κάποια αναχώματα ώστε να μην τους πάρουν σβάρνα τα ορμητικά λασπόνερα, αλλά αυτοί συνήθως σιωπούν για να προφυλαχτούν, μην αντέχοντας να ανοίξουν μια πιθανή δίοδο κινδύνου. Είναι, βλέπεις, κι αυτοί στα όρια του κορεσμού, λίγο πριν ξεπεραστεί η κρίσιμη στάθμη. Κι ελάχιστοι, όπως πάντα, παλεύουν να κολυμπήσουν μέσα σε τούτα λύματα προσπαθώντας ν'αναπνεύσουν ουρανό, για να χτίσουν αναχώματα για τους γειτόνους τους, για να πετάξουν παραδίπλα λέμβους σωτηρίας. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με τούτους φροντίζουν να ανακατεύονται κι οι διάφοροι μασκοφορεμένοι σατανάδες του αφηγήματος καθώς και ουκ ολίγοι μη σκεπτόμενοι φανατισμένοι γραφικοί, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση, να τους καταστήσουν δυσδιάκριτους και να τους απομονώσουν...

"Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών —
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο..."

"ἀλλ᾿ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον
δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ,
ὅν ποτ᾿ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς
ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥ᾿ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν."
(Οδύσσεια θ492)

Πήραμε τον κατήφορο... κι όχι μόνο τούτο! Κι εκεί που κάνεις στροφή ν'αλλάξεις κατεύθυνση, κάποιος θα κατρακυλήσει καταπάνω σου να σε πάρει αντάμα! 

Κι αν μέχρι τώρα κατοικούσαμε δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα (βλέπε: το σπήλαιο και οι δεσμώτες - πάντα επίκαιρο!), τώρα, όχι μόνο δε βγήκαμε στο φως, αλλά οδεύουμε σε μια μορφή ανθρωπότητας που περιέγραφε κάλλιστα ο Αισχύλος με τα λόγια του Προμηθέα: "νήπιοι όντας το πριν, νου τους έδωσα και ικανότητα να το χρησιμοποιήσουν..... εκείνοι πρώτα , ενώ έβλεπαν, μάταια έβλεπαν κι ενώ άκουγαν, δεν άκουγαν. Αλλά με ονείρων μορφές όμοιοι στο μακρύ τους βίο όλα τά'χαν ανακατεμένα...."

"ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.[...]
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα..."
("Προμηθεύς Δεσμώτης", 443-4 &447-50)

Καταιγίδα....
Τα νερά παρέσυραν στα χαμηλά όλες τις αμαρτίες μας! Κι έγινε ένας βόρβορος... πώς να σωθείς; Τα υψώματα κατακρημνίστηκαν κι οι κάμποι γέμισαν πτώματα κι αποκαϊδια... Πόσος πόνος, πόση θλίψη... οι λέξεις ηχούν τόσο πάμφτωχες να περιγράψουν την πραγματικότητα, ή να φωτογραφίσουν το συναίσθημα... Αληθινή τραγωδία.. 

Κι όμως, καθώς περπατούσα παρατηρούσα πόσο άστραψε το αυλάκι κι οι πέτρες του καλντεριμιού μετά από τους χειμάρρους που ξεχύθηκαν παντού επί εικοσιτετράωρα, πώς φάνηκε λαμπερό στο βάθος το πλακόστρωτο στη γειτονική ρεματιά που η μανία του νερού κατάπιε τους όχθους κι άφησε τις κολώνες των τηλεπικοινωνιών μετέωρες, πώς έλαμψε κάθε ύψωμα, ενώ πνίγηκε στις λάσπες κάθε χαμήλωμα της γης... Τα ορεινά χωριά γκρεμίστηκαν και ξεπλύθηκαν, τα παραλιακά βουλιάξαν στα λασπόνερα. Κι εμείς; 


Αφού πέρασε το σοκ των πρώτων ημερών για όσα συμβαίνουν γύρω μας, παραμονή του Σταυρού, ακολουθώντας ένα τσακισμένο οδικό δίκτυο φτάσαμε στην πρώτη από τις λίγες, πλέον, προσβάσιμες -προφανώς μετά προσοχής- παραλίες του Αιγαίου, αναζητώντας την ύστερη εικόνα. Κορμοί κάθε λογής και μεγέθους σχημάτιζαν παντού σωρούς. Ο χείμαρρος είχε κατεβάσει ολόκληρα δέντρα, μαζί με πέτρες που απλώθηκαν και μετακίνησαν τα όρια του αιγιαλού, με τη θάλασσα να οπισθοχωρεί και την παραλία να διπλασιάζεται! Οι κορμοί γδαρμένοι, ξεφλουδισμένοι, λειασμένοι, τρυφεροί... νεκρά κούτσουρα που είχαν επανέλθει, θαρρείς, στη βρεφική φρεσκάδα τους! Και τούτα τα νερά! Πόσο καταγάλανα! Πού χάθηκε όλη η λασπουριά πού'χαν καταπιεί; Πότε πρόλαβαν να αλλάξουν οι καφετιές εικόνες των προηγούμενων ημερών και να κερδίσουν ξανά το γαλάζιο του ουρανού; Πόσο λεύτερη ν'αναγεννηθεί η θάλασσα, πόσο τραγικά υποδουλωμένη στη μοίρα της η λίμνη, τελικά.... Εσένα η ψυχή σου τί νερά κουβαλά;



Λίγο πιο πάνω έστεκε αγέρωχο το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμπηδόνας.

Οι μελωδικές φωνές από τις μοναχές που έψαλλαν τον Εσπερινό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έφτασαν μέχρι τα αυτιά μας. Ανηφορίζοντας και πάλι, μια στάση εδώ, για την Παναγιά, το Σταυρό και λίγο μοσχοβολιστό θυμίαμα τριαντάφυλλο... Για μιαν ανάσα απ'τον ουρανό.... μακριά από το παραλήρημα του άρχοντα του κόσμου τούτου...


"Κατοικούσαν μες στη γη σα μικροσκοπικοί μέρμηγκες στους μυχούς ανήλιαγων σπηλαίων. Για αυτούς δεν υπήρχε ένδειξη χειμώνα, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε καρπερού καλοκαιριού, αλλά χωρίς κρίση το παν έπρατταν...", συνεχίζει ο μεγάλος Αισχύλος, μιλώντας για την ανθρωπότητα...

"... κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον..."
(Προμηθεύς Δεσμώτης, 452-7)

Καλό φθινόπωρο, καλή δύναμη και φώτιση για όσα μύρια έπονται... 

   Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
        Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
(Οδυσσέας Ελύτης,  Αξιον Εστί- Ψαλμός Z)

Υ.Γ. Θερμοπαρακαλώ... μη μου γράψει κανείς περί κλιματικής κρίσης και λοιπών εικονικών κρίσεων... Δεν αντέχω! Έχει επέλθει κορεσμός στην ψυχή μου, θα ξεχειλίσω...

Υ.Γ. 2. Πάμε άλλη μία:

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Αναζητώντας μια μυρτιά, δοξαστική μυρσίνη....

"Τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ 
καὶ μυρσίνη σύ δοξαστική 
μή παρακαλῶ σας μή 
λησμονάτε τὴ χώρα μου!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί") 


 Αφορμή στάθηκε ένα μήνυμα πριν λίγες μέρες: "Μήπως έχεις τίποτα για τη μυρτιά;"

Ήταν η φίλη και συν-ιστολόγος Ξανθή (https://asproylas.gr/) η οποία ετοιμαζόταν να φτιάξει λικέρ από μύρτα (διάσημο στην Κορσική και τη Σαρδηνία!) και να δημοσιεύσει τη συνταγή, την οποία κι ήθελε να "γαρνίρει" με κάποια στοιχεία παραπάνω κι επειδή γνώριζε την τρέλα μου (αν και δεν ξέρω μέχρι ποιο βαθμό!) ευελπιστούσε πως κάτι λαογραφικό/μυθολογικό θα μου εκμαίευε! Μ'έπιασε όμως αδιάβαστη γιατί το μόνο που μου ερχόταν στον νου ήταν ο περίφημος στίχος του Ελύτη μας: "Μυρσίνη συ δοξαστική"... Και για να πω και την αλήθεια δεν ήμουν κι απόλυτα σίγουρη, παρ'οτι θαμώνας του βουνού των Κενταύρων, ότι θα την αναγνώριζα αν την συναπαντούσα! Γι'αυτό το τελευταίο ντράπηκα... Νά'χω προσπεράσει έτσι τη δοξαστική μυρσίνη... Κι άρχισα τα τηλέφωνα! "Έχουμε καμιά μυρτιά εδώ γύρω στο χωριό;" Κανείς δε θυμόταν να μου πει. Μοναχά στα κτήματα, αλλά κι εκεί στο αόριστο. Κι όταν ένας φίλος φιλοτιμήθηκε και μού'φερε λίγα κλαριά, τότε σιγουρεύτηκα κι εγώ πως όντως είμαστε παλιοί γνώριμοι από τα λιοπερίβολα! Τί άρωμα τούτος ο μικροσκοπικός καρπός, τί ευωδία! Μπήκα στον πειρασμό και τον δοκίμασα' κι ας ήταν στυφός, μέθυσε ο ουρανίσκος μου...

"Κάτι θα βρω.." βεβαίωσα την Ξανθή και το πρώτο που θυμήθηκα ήταν τα στεφάνια των "Συμποσιακών" του Πλουτάρχου. Και κατέληξα για τρεις-τέσσερις μέρες με τη βιβλιοθήκη όλη ανακατεμένη κι αμέτρητους τόμους ανοιγμένους παντού. Ξεσκάλιζα και στο διαδίκτυο, αλλά δυστυχώς σε αυτό λείπουν μονίμως οι πηγές και πλεονάζουν οι "αυθαιρεσίες" που, επιπλέον, πολλαπλασιάζονται με την περίφημη μέθοδο "αντιγραφής-επικόλλησης" την οποία, δυστυχώς, συνηθίζουν οι περισσότεροι. Τέλος πάντων, μπορεί το κεφάλι μου νά'γινε κουδούνι αυτές τις μέρες, αλλά νομίζω πως με την ευωδιαστή μυρτιά καταφέραμε να ξανασυστηθούμε!

Η ανάρτηση, φυσικά, αφιερωμένη στη φίλη Ξανθή που μου έδωσε το κίνητρο!

Εδώ:  Λικέρ από μύρτα  μπορείτε να δείτε το περίφημο λικέρ με μύρτα που έφτιαξε η χρυσοχέρα Ξανθή, το οποίο νομίζω πως θα μπω στον πειρασμό να δοκιμάσω κι εγώ αν βρω αρκετούς από τους μοσχοβολιστούς, λιλιπούτειους τούτους καρπούς.

σχέδιο μυρτιάς του Ferdinand Lukas Bauer (1760-1826) από το έργο "Flora Greca" του Johannes (John) Sibthorp)

"Παρ' ἡμῖν ὡς καὶ πανταχοῦ σχεδὸν τῆς Ἀνατολῆς οἱ μὲν κλάδοι τῆς μύρτου χρησιμοποιοῦνται πρὸς διακόσμησιν, τὰ δὲ φύλλα αὐτῆς πρὸς ἐπίστρωσιν τῶν εἰσόδων τῶν ἐκκλησιῶν, τῶν σχολείων καὶ ἀλλων δημοσίων ἱδρυμάτων κατὰ τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας καὶ τὰς τελετάς. Εἶναι δὲ ἡ συνήθεια αὔτη ἀρχαιοτάτη ἀνὰ τὴν Ἀνατολήν. Ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρει ὁτι οἱ Πέρσαι κατὰ τινὰς τελετὰς καὶ ἡμέρας ἑορτασίμους ἔστρωνον τὰς ὁδούς μὲ κλαδία καὶ φύλλα μύρτου (7,54 & 8,99), οἱ δὲ ἱερεῖς των ἐστέφωντο κατὰ τὰς θυσίας μὲ κλάδους μύρτου (1,132). Κλάδους μύρτου ἔφερον κατὰ τινὰς ἑορτάς των καὶ οἱ Ἕλληνες ὡς μαρτυρεῖ τὸ τοῦ Καλλιστράτου (Ἀνθολογία 527):

"Ἐν μύρτου κλαδὶ τὸ ξίφος φορήσω

Ὥσπερ Ἁρμόδιος καὶ Ἀριστογείτων

Ὅτε τὸν τύραννον κτανέτην

Ἰσονόμους τ' Ἀθήνας ἐποιησάτην"

Συνήθης ἦτο παρ' Ἕλλησι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ μυρτίνου στεφάνου' τοιούτους στεφάνους ἔφερον καὶ κατὰ τὸν πότον (Ἀθήν. ΙΕ, 675) καὶ κατὰ τὰς θυσίας (Ἀθην. ΙΕ 676) ' τοιοῦτον δὲ στέφανον ἔφερον συνήθως καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν Ἀθηναίων. Τόσον δὲ κοινὴ ἦτο τὸ πάλαι ἡ χρήσις μυρτίνων στεφάνων ὥστε εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπῆρχεν ἴδιον ἐν τῆ ἀγορᾶ διαμέρισμα ("αἱ μυρρίναι") ἐν ὧ ἐπλέκοντο καὶ ἐπωλοῦντο ἀποκλειστικῶς τοιοῦτοι στέφανοι (Ἀριστόφ."Θεσμοφόροι" 448).

  Ἦ δὲ ἡ μύρτος ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἀφροδίτην (διὸ καὶ προσωνομάζετο ὁ θάμνος Ἱερά) καὶ ἐθεωρεῖτο σύμβολον τῆς παρθενίας, ὅθεν φαίνεται νὰ ἐπεκράτησεν ἡ μέχρι σήμερον ἐνιαχοῦ τῆς Ἀνατολῆς διατηρηθεῖσα συνήθεια τῆς κατὰ τὴν τέλεσιν γάμων χρήσεως μυρτίνων στεφάνων

 

Botticelli, La nascita di Venere: Η γέννηση της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι

Ἀλλὰ καὶ τοῦ καρποῦ τῆς μύρτου (τῶν μύρτων ἤ μυρτίδων) ἐγένετο τὸ πάλαι μεγάλη κατανάλωσις (Ἀθήν. Δ, 138 & ΙΔ,640). Ὁ ἐπαινῶν τὴν γλυκύτητα τοῦ κλίματος τῶν Ἀθηνῶν, Ἀριστοφάνης λέγει ὁτι έν μέσω χειμῶνι ἐπωλοῦντο εἰς τὴν ἀγορὰν ἐλαῖαι καὶ μύρτα καὶ σταφυλαὶ καὶ ἄπια καὶ σῦκα (Ἀθην. Δ, 372). Ἐκ μελάνων μύρτων καὶ οἴνου ἐσκευάζετο ὁ μυρτινίτης οἶνος, ἐκ φύλλων δὲ καὶ καρπῶν ὁ μυρσινίτης οἶνος 'ἐξ ὀμφακίνου δὲ ἐλαίου καὶ ἁπαλῶν καὶ κεκομμένων φύλλων τῆς μελανοκάρπου μύρτου παρασκευάζετο τὀ μυρσινέλαιον (Διοσκρ.). Ὠς σήμερον δὲ οὕτω καὶ τὸ πάλαι αἱ ἐτήσιοι ράβδοι τῆς μύρτου ἐχρησιμοποιοῦντο πρὸς πλεκτικὰ ἔργα. [...]" (Π.Γ. Γενναδίου, "Λεξικόν Φυτολογικόν")

Η μυρτιά, λοιπόν, ή κατά το αρχαιότερον "μύρτος" ή "μυρσίνη" ή "μυρρίνη", θάμνος αειθαλλής αφιερωμένος στη θεά του έρωτα Αφροδίτη:

"...άμα διαβή κανείς τον ποταμόν Έρμον, θα εύρη εις την Τήμνον άγαλμα της Αφροδίτης κατασκευασμένον από θαλερήν μυρσίνην' το άγαλμα τούτο, όπως γνωρίζομεν εκ παραδόσεως, αφιέρωσεν ο Πέλοψ προσπαθών να καταστήση εκ των προτέρων ευνοϊκήν την θεάν υπέρ αυτού και παρακαλών να συμβάλη αυτή εις το να γίνη ο γάμος του με την Ιπποδάμειαν." (Παυσανίου, "Ηλειακά"-13, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου)

""...Τηρείστε τώρα ευλαβική σιγή και ζώστε τους κροτάφους σας με κλώνους".

Είπε και φόρεσε διάδημα μυρτιάς, της μάνας του της Αφροδίτης σήμα..."

(Βιργιλίου, "Αινειάς" Ε71, απόδοση: Θ.Παπαγγελής)

Botticelli - Primavera: Η "Άνοιξη" του Μποτιτσέλι, στο κέντρο της οποίας η θεά Αφροδίτη μπροστά από το ιερό της φυτό, τη μυρτιά...αριστερά οι τρεις Χάριτες...

"Οἱ μὲν ἀρχαιότεροι [...] ἔγραψαν τὰς Χάριτας ἐνδεδυμένας' οἱ δὲ νεώτεροι ὕστερον ἐζωγράφιζον αυτὰς γυμνὰς, ὡς παρθένους, νέας, ὡραίας, κρατουμένας διὰ τῶν χειρῶν ' καὶ αἱ μὲν δύω βλέπουσι πρὸς τοὺς ὁρῶντας, ἡ δὲ τρίτη πρὸς αὐτὰς τὰς δύω [...]'Ἐνίοτε δὲ ἐκράτουν, ἡ μὲν ρόδον, ἡ δὲ ἀστράγαλον, ἡ δὲ ἄλλη κλῶνον μυρσίνης' τὸ μὲν ρόδον καὶ ἡ μυρσίνη ἦσαν ἱερὰ τῆς Ἀφροδίτης' τὸ μὲν ρόδον, ὡς σύμβολον κάλλους, ἡ δὲ μυρσίνη ἐπιθυμίας' αἱ δὲ Χάριτες λαμβάνονται ἐνίοτε ἀντὶ τῶν θελγήτρων τῆς Ἀφροδίτης.[...]"  (Αθανασίου Σταγειρίτη, "'Ωγυγία ή Ἀρχαιολογία", τόμος Β')

 


Σύμβολο παρθενίας αναφέρεται αλλού, σύμβολο επιθυμίας, χαρακτηρίζει τη μυρσίνη ο Σταγειρίτης... Σίγουρα πάντως σύμβολο συνδεδεμένο με τη θεά του έρωτα την Αφροδίτη. Πάντως σύμφωνα με εγκυκλοπαιδικά λεξικά, τα μύρτα, εκτός από καρποί της μυρτιάς, "εις την ανατομίαν καλούνται [...] τα υπολείμματα του εκ της πρώτης συνουσίας διαρραγέντος παρθενικού υμένος"΄. ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"") Όπως, επίσης:

Μύρτον: ο καρπός της μύρτου, μυρσίνης, αλλά και:

"τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον (Ἀριστοφ.Λυσ.1034)' ταυτόσημον τῶ "νύμφη"ή "κλειτορίς"

("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Liddell-Scott)

και:

"μύρτος: ἡ μυρρίνη. Καὶ τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον' οἱ δὲ τὸ σχίσμα τῆς γυναικός" (Ησύχιου, Λεξικό)

"Υπάρχει επίσης και ιερόν των Χαρίτων και ξόανα με επίχρυσον την εσθήτα και μαρμάρινον το πρόσωπο, τας χείρας και τους πόδας' η μία από τας Χάριτας κρατεί ρόδον, η μεσαία αστράγαλον και η τρίτη μικρόν κλάδον μυρσίνης. Είναι δυνατόν να υποθέση κανείς ότι κρατούν τα είδη αυτά δια τους εξής λόγους: Το ρόδον και η μυρσίνη είναι ιερά σύμβολα της Αφροδίτης, σχετικά με την περί Αδώνιδος παράδοση, ενώ οι Χάριτες συνδέονται με την Αφροδίτην φιλικότατα, περισσότερον από όλους τους θεούς' ο αστράγαλος είναι παιχνίδιον των νέων και νεανίδων τους οποίους δεν έπληξε ακόμη κανέν από τα κακά του γήρατος." (Παυσανίου, "Ηλιακά"- 24, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου

 

Tomas Hiepes- Myrtle in a vase

Πάντα με τη "σύνδεση" και της Αφροδίτης, η μύρτος αναφέρεται στη μυθολογία και σε σχέση με την ιστορία της Φαίδρας που ερωτεύτηκε παράφορα τον πρόγονό της Ιππόλυτο, γιο του Θησέα:

"Εις το άλλο μέρος του περιβόλου ευρίσκεται το στάδιον του Ιππολύτου κι άνωθεν αυτού υψούται ο ναός της Αφροδίτης, την οποίαν ονομάζουν Κατασκοπίαν, διότι εις το σημείον ακριβώς που ευρίσκεται ο ναός εστέκετο η Φαίδρα, ερωτευμένη με τον Ιππόλυτον, και τον παρακολούθει όταν εγυμνάζετο. Εκεί υπάρχει επίσης η μυρσίνη, της οποίας τα φύλλα είναι τρυπημένα και δια την οποίαν ωμίλησα ήδη*. Και λέγουν ότι η Φαίδρα οσάκις ήτο απελπισμένη, διότι δεν εύρισκε καμίαν ανακούφισιν εις τον έρωτά της, έστρεφε την εκδίκησίν της κατά των φύλλων της μυρσίνης. Ο τάφος της Φαίδρας ευρίσκεται εις μικράν απόστασιν από τον τάφο του Ιππολύτου, ο οποίος δεν είναι μακράν της μυρσίνης." (Παυσανίου, "Κορινθιακά" (Τροιζηνιακά) -32, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου)

*"Ότε ο Θησεύς επρόκειτο να λάβη σύζυγον την Φαίδρα, επειδή δεν ήθελεν, εάν απέκτα εξ αυτής τέκνα, ούτε να είναι ανώτερος αυτών ο Ιππόλυτος, ούτε να βασιλεύει αντί αυτών, αποστέλλει τούτον εις τον Πυθέα ίνα ανατραφή και βασιλεύση της Τροιζήνος. [...] (Ο Θησέας) έρχεται εις την Τροιζήνα ένεκα καθαρμού και η Φαίδρα δια πρώτην φοράν είδεν εδώ τον Ιππόλυτον και αγαπήσασα αυτόν εσκέφθη τα περί του θανάτου. Υπάρχει εις την Τροιζήνα μυρσίνη, η οποία έχει τελείως τα φύλλα της τρυπημένα' λέγουν, ότι αυτή δεν εφύτρωσεν ούτω εξ αρχής, αλλ' ότι το πράγμα συνέβη εκ της, ένεκα του έρωτος, ανίας της  και της κορφίδος την οποίαν είχε η Φαίδρα εις την κόμη της." (Παυσανίου, "Αττικά"- 22, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου)

 "Ἡ δὲ Φαίδρα ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας γυνὴ τοῦ Θησέως γενομένη, ὡς εἵρηται.  ὅτε δὲ ῆλθεν ὁ Θησεὺς εἰς τὴν Τροιζῆνα, νὰ καθαριστῆ μετὰ τὸν θάνατο τῶν Παλλαντίδων, ἔλαβε καὶ αὐτὴν, καὶ τότε ἰδοῦσα τὸν Ἱππόλυτον ἐτρώθη. [...] Πρῶτον μὲν ἐδοκίμασε νὰ ἀποφύγη τὸ πάθος' μὴ δυναμένη δὲ, ἔκτισε ναὸν τῆς Ἀφροδίτης εἰς τὴν Τροιζῆνα ἐπὶ τινός λόφου, καὶ ἐρχομένη ἐκεῖ συνεχῶς, χάριν εὐλαβείας δῆθεν, ἔβλεπεν αὐτὸν γυμναζόμενον ἐν τῶ γυμνασίω' ὅθεν ὠνομάσθη ὁ ναὸς ἐκεῖνος Ἀφροδίτης τῆς Κατασκοπίας. Πρὸς διασκέδασιν δὲ τῆς μελαγχολίας καὶ τοῦ ἔρωτος ἐτρύπα τὰ φύλλα τινὸς μυρσίνης μὲ τὴν περώνην τῆς κεφαλῆς αὐτῆς. Ὅπερ ἔμειναν ὕστερον τετρυπημένα. [...]" (Αθανασίου Σταγειρίτη, "'Ωγυγία ή Ἀρχαιολογία", τόμος Δ')

 


 Αλλά οι κλάδοι μυρσίνης, δεν αφιερώνονταν αποκλειστικά και μόνο στη θεά Αφροδίτη, παρά και σε άλλους ναούς θεοτήτων:

"Ευρίσκεται δε εις τον ναόν της Πολιάδος ξύλινον άγαλμα του Ερμού, λεγόμενον ότι είναι αφιέρωμα του Κέκροπος το οποίον δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθή εξ όλων των μερών ένεκα κλάδων μυρσίνης." (Παυσανίου, "Αττικά"- 27, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου)

"Λοιπόν υποχρεωθέντες να εγκαταλείψουν ταύτας τας πόλεις, εζήτουν που έπρεπε να κατοικήσουν' και κάποιος χρησμός τους έλεγεν ότι η Άρτεμις θα τους υποδείξη που θα κατοικήσουν. Καθώς απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, εμφανίζεται ένας λαγός, τον οποίον ηκολούθησαν ως οδηγόν. Αφού δε ο λαγός εκρύβη εις μίαν μυρτιάν, έκτισαν εκεί, όπου ήτο η μυρτιά, πόλιν και τιμούν το δένδρον εκείνο, και την Άρτεμιν την ονομάζουν Σωτείραν." (Παυσανίου, "Λακωνικά"- 22, απόδοση: Α. Παπαθεοδώρου)

  

Πάντως, για να μεταφερθούμε και στα σημερινά, στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας έχουμε την Παναγιά τη Μυρτιδιώτισσα, με την υπέροχη παράδοση που θέλει να βρέθηκε η εικόνα της τον 14ο αιώνα από έναν βοσκό σε μια τοποθεσία γεμάτη μυρτιές στα Κύθηρα. Η παράδοση λέει πως εμφανίστηκε η Παναγιά στο βοσκό και του ζήτησε να βρει την εικόνα της κι εκείνος την ανακάλυψε μέσα σε κλάδους μυρσίνης σαράντα ημέρες μετά την μνήμη της Κοιμήσεώς Της. Μια μικρή εκκλησία κτίστηκε εκεί που βρέθηκε η εικόνα κι ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα. Η θαυματουργή εικόνα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων στα Κύθηρα. Εκεί γίνεται λαμπρό πανηγύρι εις ανάμνηση της ευρέσεως της εικόνας στις 24 Σεπτεμβρίου (αλλά και το Δεκαπενταύγουστο), οπότε και συγκεντρώνεται πλήθος πιστών.

(Εντυπωσιακό που και η Αφροδίτη καλούνταν "Κυθέρεια"...  ["Παρὰ τὸ κεύθειν τὸν ἔρωτα, ή κευθόμενον ἔχουσα ἐν ἐαυτῆ τὸν ἔρωτα.... ἤ παρὰ τὸ κεύθειν καὶ κρύπτειν τὸ αισχρὸν.... Ο δὲ Ἠσίοδος ἀπὸ τῆς τῶν Κυθήρων πόλεως... Τινὲς δὲ τὰ Κύθηρα ἀπ' αὐτῆς, ὅτι γεννηθεῖσα ἐκεῖ ἐκρύπτετο...."-Μεγάλο Ετυμολογικό/ Etymologicum Magnum]) 

Αλλά κι ο Ιταλός Σάντρο Μποτιτσέλι, εκτός των έργων του που αφορούσαν την Αφροδίτη και εμπεριείχαν κλάδους μυρτιάς, στον περίφημο πίνακά του  "Η Παναγία της Ευχαριστίας" ζωγραφίζει τον άγγελο με στεφάνι από κλάδους μυρτιάς:

Botticelli, Madonna dell' Eucaristia

Ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ'") μας αναφέρει σχετικά με τα έθιμα του γάμου και τα φύλλα μυρτιάς:

 

 

Σύμφωνα με το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"" ο στέφανος από συγκεκριμένα φυτά χρησιμοποιούνταν ως στολισμός της κεφαλής σε όλους τους αρχαίους Ανατολικούς λαούς. Η αρχή του στεφάνου συνδέεται στην Ελλάδα με τη θεία λατρεία... "Εις το Δία προσεφέρετο στέφανος δρυός... εις την Αφροδίτην μύρτου....". Με την πάροδο του χρόνου, όμως, καθιερώθηκε και σε πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Έτσι στους γάμους "οι νυμφίοι έφερον στέφανον" που συνήθως, παλαιότερα, "επλέκοντο από αειθαλή φυτά", όπως η ελαία κι η μυρτιά. Αλλά στην αρχαιότητα και "κατά τας κηδείας οι νεκροί εστέφωντο δια στεφάνων μύρτου, κισσού, κρίνων...". Ακόμη περισσότερο επεκτάθηκε η χρήση των στεφάνων με την καθιέρωσή τους ως τιμητικά έπαθλα σε αγώνες ή των "επ'ανδραγαθία διακρινομένων εις τους πολέμους".

Μουσείο Μπενάκη: "Στεφάνι από φύλλα μυρτιάς, με πολύφυλλο άνθος στο κέντρο. Τα στεφάνια μυρτιάς, κοινά σε πολλές περιοχές κυρίως της Μακεδονίας και της Νότιας Ιταλίας, παραπέμπουν στην Αφροδίτη, τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, θεότητες της γονιμότητας και της βλάστησης. Τα χρυσά στεφάνια που μιμούνται ως επί το πλείστον στεφάνια από φυσικά κλαδιά, φύλλα και άνθη ελιάς, μυρτιάς, βελανιδιάς και κισσού, προέρχονται κυρίως από βασιλικούς τάφους και αποτελούν εξαίσιο δείγμα της χρυσοχοικής τέχνης των ελληνιστικών χρόνων. Ελληνιστική περίοδος. Αρ.ευρ. 2088"

Δοξαστικοί κλάδοι και στέφανα μυρτιάς, λοιπόν, που από την αρχαιότητα στόλιζαν ναούς και δημόσια ιδρύματα κατά τους εορτασμούς... τιμούσαν θεότητες, ήρωες, πρωταθλητές κι άρχοντες....

 
Χρυσό στεφάνι μυρτιάς, λεπτομέρεια. Νεκροταφείο Πύδνας, Μακρύγιαλος Πιερίας. Γύρω στο 330 π.Χ.- Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
 

Χρυσό στεφάνι μυρτιάς. Τάφος Δ' Δερβενίου.350-325π.Χ. - Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
 
... αλλά στεφάνωναν και τους συμποσιαστές ή τραγουδιστάδες....

 "Πράγματι, λένε για τα σκόλια ότι δεν ήταν είδος τραγουδιών δυσνόητων, αλλά ότι στην αρχή τραγουδούσαν από κοινού επινίκια ωδή στον θεό όλοι με μια φωνή, έπειτα όμως περνούσε στον καθένα με τη σειρά μυρσίνη, την οποία ονόμαζαν "αίσακον", επειδή νομίζω, αυτός που την παραλάμβανε τραγουδούσε και ταυτόχρονα έκανε τον γύρο η λύρα. Ο καλλιεργημένος την έπαιρνε και τραγουδούσε με τη συνοδεία της. Οι άμουσοι όμως δεν την άγγιζαν, οπότε το τραγούδι που δεν ήταν κοινό ούτε εύκολο ονομάστηκε σκολιό. Άλλοι, ωστόσω, λένε πως η μυρσίνη δεν περνούσε απ'τον ένα στον άλλο με τη σειρά, αλλά πήγαινε στον καθένα από ανάκλιντρο σε ανάκλιντρο με ιδιόμορφο τρόπο. Ο πρώτος, αφού τραγουδούσε, την έστελνε στον πρώτο του δεύτερου ανακλίντρου, εκείνος στον πρώτο του τρίτου [...] οπότε λόγω των εναλλαγών και της φιδωτής πορείας ονομάστηκε σκολιό." (Πλουτάρχου "Συμποσιακά"1.Α., απόδοση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου)

χωρίς ποτέ να παραβλέπουν και τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού και του αρώματός του:

"Χρειάζονταν λοιπόν βοηθήματα για όσους ένιωθαν πίεση στο κεφάλι από το ποτό. [...] Γι' αυτό το στεφάνι από μυρσίνη που μειώνει και απομακρύνει την αναθυμίαση των κρασιών, το στεφάνι από ρόδα, που έχει κάποια δύναμη ν'ανακουφίζει απ'την κεφαλαλγία και σε κάποιο βαθμό να δροσίζει κι επιπλέον το στεφάνι από δάφνη πρέπει να το θεωρούμε ότι δεν είναι ακατάλληλο για οινοποσία. [...] Σχετικά με το στεφάνι της Ναύκρατης [...] κάποτε αργά βρήκα το βιβλίο του Πολύχαρμου από τη Ναύκρατη που έχει τίτλο "Περί Αφροδίτης" ' σ'αυτό είναι γραμμένα τα ακόλουθα:

 "Κατά την 23η Ολυμπιάδα ο Ηρόστρατος, ένας συμπολίτης μας που ασχολούνταν με το εμπόριο και ταξίδευε σε πολλές περιοχές, κάποτε έφτασε στην Πάφο της Κύπρου' εκεί αγόρασε ένα αγαλματάκι της Αφροδίτης όσο μια πιθαμή, παλιάς τέχνης δημιούργημα, και το έφερνε στην Ναύκρατη. Καθώς πλησίαζε στην Αίγυπτο, επειδή ξαφνικά δημιουργήθηκε θαλασσοταραχή και δε μπορούσαν σχεδόν να δουν σε ποιά περιοχή ήταν, κατέφυγαν όλοι στο άγαλμα της Αφροδίτης παρακαλώντας να τους σώσει. Η θεά (επειδή αγαπούσε τους Ναυκρατίτες) ξαφνικά έκανε όλα τα κοντινά μέρη να γεμίσουν με πράσινη μυρσίνη και γέμισε το πλοίο με πολύ ευχάριστη οσμή, ενώ ήδη οι ταξιδιώτες είχαν απογοητευτεί για τη σωτηρία τους [...]' τότε έλαμψε ο ήλιος, είδαν τους όρμους και έφτασαν στην Ναύκρατη. Ο Ηρόστρατος βγήκε απ'το πλοίο με το άγαλμα κι έχοντας πράσινες μυρσίνες που του είχαν παρουσιαστεί ξαφνικά τα αφιέρωσε στον ναό της Αφροδίτης, προσέφερε θυσία στη θεά, αφιέρωσε το άγαλμα στην Αφροδίτη, κάλεσε σε γλέντι τους συγγενείς και τους στενούς φίλους του κι έδωσε στον καθένα ένα στεφάνι από μυρσίνη, που τότε πια το ονόμασε στεφάνι της Ναύκρατης."

Αυτά , λοιπόν, λέει ο Πολύχαρμος. Εγώ τα πιστεύω, επειδή νομίζω ότι το στεφάνι της Ναύκρατης δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που γίνεται με μυρσίνη, επειδή το φορά ο Ανακρέοντας μαζί με το στεφάνι από ρόδα. Και ο Φιλωνίδης έχει πει ότι το στεφάνι από μυρσίνη απομακρύνει την αναθυμίαση των κρασιών..." (Αθήναιος, "Δειπνοσοφιστές" ΙΕ- 676, απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου)


"Ὁ γὰρ τοῦ μυρρίνου καρπός εὐώδης, εὔοσμος δἐ καὶ αὐτή."
(Θεοφράστου,  «Περὶ Φυτῶν Αἰτίαι» Z.14.8)


Αναφορές για τις ιδιότητες και τις θεραπευτικές χρήσεις της μυρτιάς βρίσκουμε στον Ιπποκράτη, αλλά και στον Διοσκουρίδη:

"Από την ήμερη μυρτιά για ιατρική χρήση είναι πιο κατάλληλη η σκούρα από την ανοιχτόχρωμη, κι από αυτήν περισσότερο η ορεινή. Έχει όμως καρπό λιγότερο δυνατό. Οι ιδιότητες και του ιδίου του φυτού και του καρπού του είναι στυπτικές. Ο καρπός της δίνεται και χλωρός και ξερός να φαγωθεί από αυτούς που κάνουν αιμοπτύσεις κι από αυτούς που έχουν πόνους στην κύστη' κι ο χυμός απ'το στύψιμο των χλωρών μύρτων έχει τις ίδιες ιδιότητες, ενώ κάνει καλό στο στομάχι κι είναι και διουρητικός, κατάλληλος μαζί με κρασί για όσους έχουν τσιμπηθεί από αράχνη και σκορπιό. Και το αφέψημα του καρπού βάφει τα μαλλιά, ενώ αν αυτός βραστεί μαζί με κρασί και γίνει κατάπλασμα, θεραπεύει τα έλκη των άκρων' ως κατάπλασμα μαζί σκόνη από κριθάλευρο καταπραϋνει τις φλεγμονές των ματιών, ενώ επαλείφεται και στα συρίγγια του δακρυϊκού ασκού. Και το κρασί που παράγεται απ'αυτήν, αν στιφτεί ο καρπός και βραστεί για κάποιο διάστημα- γιατί ξινίζει αυτό που δεν παρασκευάζεται έτσι- όταν πίνεται πριν απ'το κρασί, εμποδίζει το μεθύσι ενώ κάνει καλό σε όσα κι ο καρπός κι ενδείκνυται για ατμόλουτρα για τις προπτώσεις της μήτρας και του πρωκτού και για τη γυναικεία αιμορραγία. Καθαρίζει και την πιτυρίαση και την κασίδα και τα εξανθήματα και σταματά την τριχόπτωση' προστίθεται και στα λιπαρά έμπλαστρα, όπως και το λάδι που παρασκευάζεται από τα φύλλα της. Και το αφέψημα των φύλλων είναι κατάλληλο για ατμόλουτρα και με ωφέλεια γίνονται με αυτό πλύσεις στις λυμένες αρθρώσεις και στα σπασμένα οστά και σε αυτά που δεν έχουν παραγάγει πώρο' καθαρίζει και τους αλφούς κι ενσταλάζεται στα αυτιά που τρέχουν πύο, αλλά ενδείκνυται και για το μαύρισμα των μαλλιών ενώ κι ο χυμός τους έχει τις ίδιες ιδιότητες. Τα ίδια τα φύλλα λιωμένα ως κατάπλασμα ωφελούν τα υγρά έλκη και κάθε περιοχή που πάσχει από καταρροή και τα κοιλιακά, καθώς και τις φλεγμονές των όρχεων και τις ματωμένες φλύκταινες των ποδιών και τα κονδυλώματα. Ξερά και λεπτοτριμμένα πασπαλίζονται με ωφέλεια στα αποστήματα στη βάση των νυχιών και στα πτερύγια, αλλά και στις υγρές μασχάλες και τους μηρούς, ενώ και στην περίπτωση των καρδιαλγιών αναστέλλει την εφίδρωση' Καμμένα και ωμά μαζί με έμπλαστρο κεριού θεραπεύουν τα εγκαύματα, τα πτερύγια και τις φλεγμονές στα άκρα των νυχιών. Το εκχύλισμα των φύλλων λαμβάνεται όταν τα περιχύσουμε με παλιό κρασί ή βρόχινο νερό και τα στύψουμε. [...]" (Διοσκουρίδη, "Περί Ύλης Ιατρικής Α 112, απόδοση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου)

 
 
 

Αλλά και σύγχρονες μελέτες δείχνουν πως οι θεραπευτικές ιδιότητες της μυρτιάς (ιδιότητες φύλλων, καρπών και αιθέριου έλαιου) αφορούν ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, όπως του αναπνευστικού (βρογχίτιδα, άσθμα, βήχας), του νευρολογικού (άγχος, κατάθλιψη, γνωστικές λειτουργίες), του ουροποιητικού (ουρολοιμώξεις, κυστίτιδες), του γαστρεντερικού (φλεγμονές, πεπτικά προβλήματα, διάρροιες, αιμορροϊδες), του ενδοκρινικού (ορμόνες, διαβήτης), αλλά και του δέρματος (ακμή, ψωρίαση, φλεγμονές) και των γεννητικών οργάνων (κονδυλώματα, λευκόρροια) του ήπατος, των αρθρώσεων, κ.α. Γενικότερα, έχει αντιμικροβιακή, αντιβακτηριδιακή κι αντιμυκητιασική αλλά και αντιφλεγμονώδη δράση. Επιπλέον, τονώνει το ανοσοποιητικό, αποτελεί πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών, είναι ωφέλιμη για το ήπαρ και τα νεφρά, αλλά και τις παθήσεις των αρθρώσεων. Έρευνες δείχνουν ότι προφυλάσσει από θρομβώσεις και ισχαιμικά επεισόδια, καθώς κι ότι ρυμίζει τη χοληστερίνη και τα λιπίδια. Νεότερες μελέτες δείχνουν πως έχει δράση και στην καταπολέμηση των καρκινικών όγκων. [Για πληροφορίες σχετικά με ιδιότητες και φαρμακευτική δράση, εδώ: Myrtle (Myrtus communis L.) berries, seeds, leaves, and essential oils: New undiscovered sources of natural compounds with promising health benefits].  Χρησιμοποιείται και ως καλλυντικό για την περιποίηση του δέρματος (ακόμη και για την απάλυνση των ρυτίδων) και ως αρωματικό σε ποτά και φαγητά. Τα αποξηραμένα φύλλα της μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αφέψημα, αλλά εξαιρετικό είναι και το αιθέριο έλαιό της. 
 
 
 


"Είχα μια θάλασσα στο νου
κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.

Στα παραθύρια τα πλατιά
χαμογελούσε μια μυρτιά.
Κουράστηκα να περπατώ
και τη ρωτώ και τη ρωτώ.

–Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ:
Πού θά βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό
να ξαναχτίσω μια φωλιά
για της αγάπης τα πουλιά;

Στα παραθύρια τα πλατιά
είδα και δάκρυσε η μυρτιά.
Την ώρα π’ άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά."
 
(Νίκου Γκάτσου, "Μυρτιά"

Αναζητώντας, λοιπόν, το άρωμα μιας μυρτιάς, είπα κι εγώ να την τιμήσω λίγο, να θυμίσω τον δοξασμένο κλάδο της που στόλιζε ναούς και μνήματα ηρώων σε μια εποχή που ξέχασε να θυμάται, να τιμά, αλλά και να δοξάζεται... Αναζητώντας το άρωμα μιας μυρτιάς που σαν να κρύφτηκε μακριά από μας και να προτίμησε να καρποφορεί, ελεύθερη, αντάμα με τις αγριλιές στα περιβόλια... Αναζητώντας την χαμένη ευωδιά της χαμένης αλήθειας μας...

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Καλή Παναγιά!

"...Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή..."
(Τάσος Λειβαδίτης, "Ο αδελφός Ιησούς")


"Καταμπροστά στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί "της Παναγιάς τα Ράχτα". Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει τη χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγριοκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκιοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε τον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. [...] Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν κι ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούφες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκιοι τους κουνιούνται με την αναλαμπή στ'ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται...."

"Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!..."
(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Θεόφιλος)

"Το ξωκλήσι δεν είναι να πες τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ' αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεκτονική σ'όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. Περνπούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο-Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγιάς τα ράχτα. Γλίτωσέ μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πριμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι'αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τ'όσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο. Έχει  ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. έχει ακόμα κι ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας...."

"...Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")



"...Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πολέμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν'αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στροαγγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησιάς. Κοίταζε με έγνοια μέσα απ'το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελεαιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ'αμέτρητα άστρα. Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα-Λιάς..."

"... Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε.
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν.
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά.
Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας..." 
(Γιάννης Ρίτσος, "Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού")

(Παναγιά Γοργόνα- Σκάλα Συκαμινιάς Λέσβου)

"... Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο.[...] Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί με΄σα είχε τα σύνεργά του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα.... Ήταν την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τού'διναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. [...] Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντσας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργά του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ'όνομά του, απόμεινε ακόμα ακόμα αυτή πάνω απ'όλα, μια παράξενη ζωγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον οίχο της μικρής εκκλησιάς. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη απ'τον αγέρα και τ'αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ'όλο τον κόσμο της Χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε απ'τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχροινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνιο, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ'αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. ¨ομως απ'τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια κι απ'την άλλη ένα τρικράνι σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, έτσι όπως τον ζουγραφίζουν στα κάδρα και στα βιβλία του σκολειού. Σαν πρωτόδαν τούτη τη ζουγραφιά οι ψαράδες κι οι χωριανοί στάθηκαν και τη θαμαζαν, ωστόσω καθόλου δεν τους παραξενοφάνηκε. Οι γυναίκες που ανέβηκαν να προσκυνήσουν, της έκαμαν τις μετάνοιες τους, τη θέμιασαν σαν όλα τα κονίσματα. Τό'πανε "η Παναγιά η Γοργόνα", και σήμερα έτσι το λένε, κι από τότες πήρε τ'όνομα κι η εκκλησιά και το πόρτο...."

"... Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της."
(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο»)

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Αγιά Σοφιά)

"... Της Παναγιάς τα ράχτα βαστούν τη μάχη αφόντας στάθηκε ο κόσμος. Είναι γεμάτα από τις παλιές λαβωματιές, είναι σημαδεμένα από τις χτυπιές. Η πέτρα σφουγγάριασε από την άρμη, ο παραδαρμός του νερού γούφιασε τα βασανισμένα στερνά της. Τα κύματα βγαίνουν από τη θολούρα της καταχνιάς μουλωχτά, πυργώνουν ψηλά σα δράκοι, κατεβαίνουν με φοβερή τάξη τα πολεμικά τους φουσάτα. Όσο σιμώνουν τεντώνουν μπροστά φουσκωμένα στέρνα, παρδαλά σαν τις τίγρεσσας. Πίσω ανεμίζουν στον αγέρα αφρισμένη χήτη. Φρουμάζουν κι έρχονται ψυχωμένα από τιτανικήν οργή. Στο τέλος παίρνουν φόρα, αναπηδούν χουγιάζοντας, πέφτουν κατάστηθα πάνω στο βράχο της Παναγιάς. [...] Όλη την ώρα που βαστά η μπαλαισιά, της Παναγιάς τα ράχτα τρέμουν συθέμελα, ως τις σκοτεινές ρίζες τους. Μυστικές χορδές από σκληρό μέταλλο δονιούνται και ηχούν μέσα τους. Όμως δεν πισωπλατίζουν πατημασιά. Ο βράχος στηλώνει μέσα στα μαύρα βάθη τα πετρένια πόδια του, καπνίζει σύγκορμος από θυμό. [...] Όσο πιο βαριά τον δέρνει η ανεμική, τόσο πιο θεριακομένα πυργώνει τα στέρνα του κατά πάνω της. Ξέρει πως πίσω απ'τις φαρδιές πλάτες του διαφεντεύει του κόσμου τα ψαροκάικα, τις τράτες και τα λαφριά τρεχαντήρια. [...] Το δαιμόνιο της φουρτούνας ξαπολιέται ξεχαλίνωτο μέσα στην νύχτα, σφυρίζει με τα δάχτυλα από κάθε μεριά, πάνω στα άλμπουρα, μέσα στις καμινάδες. Καβαλικεύει και τη σιδερένια καμάρα που κρατά το καμπανάκι της Παναγιάς, κρεμιέται απ'το σιδερένιο γλωσσίδι κι αρχίζει να χτυπά άταχτα, να χτυπά ξεφρενιασμένα. Ακούν οι ψαράδες τ'άγριο καμπάνισμα μέσα στον ύπνο τους, τ'ακούν ως εκεί πάνω στο βουνό κι οι Μουριανοί. Ανοίγουν οι ναυτικοί κάτ'από το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούν. Οι γυναίκες αφουγκράζουνται, σηκώνουνται χωρίς θόρυβο απ'το στρώμα. Τυλίγουνται, θεμιάζουν τα κονίσματα και σταυροκοπιούνται: "Η Παναγιά η Γοργόνα ν'αποσκεπάζει τον κόσμο."..."
(Στρατή Μυριβήλη, "Η Παναγιά η Γοργόνα")

(Φώτη Κόντογλου- Έκφρασις, τ.Β')