Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψιλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψιλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Κυριακή Σταυρολουλουδιά (λαογραφικά της Σταυροπροσκυνήσεως)

Στο μέσον της Αγίας Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού και, μάλιστα, ζωοποιώς ανθοστολισμένου, προς ενίσχυση του αγώνα, όλης τούτης της περιόδου που οδεύουμε προς το Μεγαλοβδόμαδο του Πάθους, των ορθοδόξων πιστών . Είναι η τρίτη Κυριακή των Νηστειών, η Κυριακή του Σταυρού και των λουλουδιών, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως...
"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν,ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ,καὶ ἀκολουθείτω μοι." (Ματθ. η34)

 Καταγράφει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του για τα έθιμα στον κύκλο του χρόνου:

"... Ο σταυρός ευρίσκεται μέσα στο ιερό, σε δίσκο γεμάτο με τα πρώιμα λουλούδια της άνοιξης. Στην Κρήτη καθιερώθηκε να κυριαρχεί το αρισμαρί, το δενδρολίβανο, που συχνά διατηρεί την άνθισή του τούτη την εποχή. Μαζί με το δενδρολίβανο, το δίσκο κοσμούν ζουμπούλια και άνθη λεμονιάς, πολύχρωμα άνθη, κλωναράκια ελιάς και πράσινα κλωνάρια βοτάνων κομμένα σχεδόν πάντα απ'τις αυλές των ενοριτών. Στη Μεσαρά, και γενικά στις νότιες περιοχές της Κρήτης, βάζουν αποκλειστικά λουλούδια μυριστικά. Δε μπαίνει ποτέ λουλούδι ή φυτό που δε μυρίζει, όσο καλό κι αν θεωρείται. Η εξήγηση είναι πρόχειρη κι αυθόρμητη: Η  μυρωδιά εφανέρωσε το σταυρό

Στο τέλος της δοξολογίας οι πιστοί παίρνουν τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα, σταματούν μπροστά στην πόρτα του αριστερού κλίτους και περιμένουν το λειτουργό ιερέα να φέρει τον ανθοστόλιστο σταυρό πάνω απ'το κεφάλι του ή, αν είναι δύο ιερείς, να τον σηκώσουν ψηλά πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Έτσι αρχίζει η μικρή περιφορά, συνήθως μέσα στον ναό, ενώ δεν απολείπουν οι περιπτώσεις που προτιμάται η περιφορά έξω, γύρω από τον ναό. [...] ο ιερέας προσκυνά το σταυρό, παίρνει μικρά ματσάκια με τα άνθη της Σταυροπροσκυνήσεως και τα προσφέρει πρώτα στους ψάλτες και στη συνέχεια σε όλο το εκκλησίασμα...."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)



Αναφέρει κι ο έτερος λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος:

"Ανοιξιάτικη γιορτή των λουλουδιών, που συγκεντρώνονται άφθονα στην εκκλησία, ν'ανθοστολίσουν προκαταβολικά το Σταυρό, που σε τρεις πάλι βδομάδες θα δεχτεί πάνω του το σταυρωμένο Χριστό. Την έχει επίτηδες καθιερώσει η Εκκλησία, στη μέση της Σαρακοστής, για να τονώσει την παλιότερη νηστεία και προσήλωση των πιστών στη χρονική προσδοκία του Πάθους.
"Καθάπερ οἱ τραχείαν καὶ μακράν ὁδόν διανύοντες, εἴ που δένδρον εὐσκιόφυλλον εὔρωσι, μικρόν καθήσαντες ἀναπαύονται... οὔτω καὶ νῦν, εἰς τὸν Νηστείας καιρόν ἐνεφυτεύθη μέσον ὁ ζωηφόρος Σταυρός, ἄνεσιν και ἀναψυχήν ἡμῖν χορηγῶν..."
Πραγματικά μοιάζει σαν ξαναφυτεμένο το ξύλο του σταυρού ανάμεσα στο σωρό τα λουλούδια (βιολέτες, ζουμπούλια, μενεξέδες, δεντρολίβανα), που φέρνουν κι αποθέτουν στα πόδια του οι πιστοί. Κι όλα στο τέλος μοιράζονται, ευλογημένα από τον παπά, στους πιστούς, που φεύγουν για τα σπίτια τους, "ανθοφόροι" σαν τους αρχαίους, όπως φεύγουν και στις δύο άλλες γιορτές της ανθοφορίας: του Σταυρού το Σεπτέμβρη με τους βασιλικούς και την Κυριακή των Βαϊων με τα βάγια.

Τούτην τη μέρα τη λένε "του Λουλουδιού", "του Σταυρολούλουδου", "του Γιοφυλλιού", ή "Κυριακή Σταυρολουλουδιά". Φυλάνε έπειτα τα λουλούδια πλάι στα εικονίσματα, στο σπίτι, και τά'χουν για λιβάνισμα, ξεμάτιασμα και ξόρκι, σε κάθε πιθανό κακό.

Λαογραφικά ονομάζουν "Μεσοσαράκοστο" την Κυριακή αυτή, κάτι σαν το καθολικό Mi-carem, όχι όμως με εκείνου την ελευθερία στα φαγώσιμα και στο γλέντι, αλλά αντίθετα, με πιο αυστηρή νηστεία, "σταυρώσιμη". (Οι νηστείες εβόλευαν πάντα τη φτωχή ανατολή πιο πολύ απ'τη δύση.)

Οπωσδήποτε, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι ένα πλησίασμα και μια προαγγελία στο Πάθος, όπως σε λίγο, το Σάββατο του Λαζάρου θα είναι μια προαγγελία της Ανάστασης. Παλιότερα γίνονταν την ημέρα τούτη (το απόγευμα), και αγερμοί των παιδιών, που γύριζαν στα σπίτια και ζητούσαν αυγά για το Πάσχα και ξύλα-παλιούρια, για τις φωτιές που θ'άναβαν αναγγελτικές, ή και για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα. Έλεγαν τους στίχους:

Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ,
η χαρά των Προφητών!
Να μου δώσεις εν'αυγό,
για να φύγω από δω!

Μεγάλη σημασία δίνουν στη Σταυροπροσκύνηση και οι ναυτικοί μας. Το "Μεσοσαράκοστο" τους θυμίζει (και από εκκλησιαστική επίδραση) το "εν μέσω πελάγει". Ιδιαίτερο προσκύνημα κάνουν στον Πανορμίτη της Σύμης οι οικογένειες των ναυτιλομένων (για να ανανεώσουν την εύνοια του Μεγαλόχαρου - Αρχάγγελου Μιχαήλ- στα ταξίδια τους), με καθιερωμένο φρούτο του νηστίσιμου γεύματος ένα φυλαγμένο επίτηδες καρπούζι."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Πασχαλινά και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)



Και πάλι από την πένα του Νίκου Ψιλάκη, μέσα από τα τόσα πολύτιμα που καταγράφει για τη μέρα τούτη:

"Σε παλιότερες εποχές συγκεντρώνονταν κάμποσοι ενορίτες στο σπίτι του παπά όπου έφερναν μεγάλα μάτσα ή καλάθια ολόκληρα με άνθη. Εκεί, σε μια-δυο αποσπερίδες, έδεναν τα ματσάκια και τα μετέφεραν στην εκκλησία. [...]

Τη μέρα της Σταυροπροσκύνησης τα ταπεινά άνθη της κάθε αυλής και της κάθε γλάστρας μεταφέρονται στην εκκλησία. Οι ευεργετικές δυνάμεις που μεταφέρουν μετά τη λειτουργία είναι επίκτητες' αποκτήθηκαν λόγω της επαφής των με το σταυρό, το σεπτό σύμβολο της πίστης. Φενικά πιστεύεται ότι μεταφέρουν την ευλογία της εκκλησίας και ότι μπορούν να τη μεταδώσουν σε όποιον άνθρωπο, ζώο ή αντικείμενο έρθει μαζί τους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούσαν παλιότερα τις "ροδαρές" σε πλήθος εθιμικών ενεργειών, στο σπίτι, στο ζυμωτό, στο στάβλο, στις μάντρες των αιγοπροβάτων, στο χωράφι και στον κήπο, που αρχίζουν αυτή την εποχή να τον φυτεύουν με τα καλοκαιρινά λαχανικά. Σήμερα απλώς τις μεταφέρουν στο σπίτι και τις εναποθέτουν στα εικονίσματα. [...]

Σε μερικές περιοχές του νησιού (χωριά Αστερουσίων) διατηρείται ακόμη μια παλιότερη συνήθεια. Κοπελιές ή και νέες γυναίκες παίρνουν μικρά ματσάκια, όσα χρειάζονται, και πηγαίνουν σε όλα τα ξωκλήσια. Το μήνυμα της Σταυροπροσκύνησης πρέπει να φτάσει παντού. [...]"

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"εκδόσεις Καρμάνωρ)

 (*παλαιότερη εγγραφή: Κυριακή Σταυρολουλουδιά)

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022

Ευλογημένα Χριστούγεννα!

 

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Β', Μονή Αγίου Παντελεήμονος

"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:

- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.

Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.

Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:

- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.

Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."

Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.

Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.

-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.

Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.

Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

(Νίκου Ψιλάκη "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)


"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Β', Μονή Αγίου Παντελεήμονος


"Η γέννηση
Έν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. 
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 
Μου’ δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
 «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία.» 
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ, γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα’ χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό."

(Τάσου Λειβαδίτη, "Ο αδελφός Ιησούς")

 

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Α', Μονή Διονυσίου

Ευλογημένα Χριστούγεννα!

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

Ο Άγιος Σπυρίδωνας κι οι παραδόσεις (2)

 (Βλέπε και: Ο άγιος Σπυρίδωνας κι οι παραδόσεις (1))


"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης





"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης

Και συνεχίζει ο λαογράφος της Κέρκυρας, Γεράσιμος Χυτήρης ("Λαϊκή ψυχοσύνθεση και λατρεία" στο έργο "Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", εκδόσεις: Ιερά Μητρόπολις Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων) :

"Είναι μεγάλος ο αριθμός των ατόμων που φέρνουν το όνομά του στο νησί. Αποτελεί τούτο μίαν από τις πολλές ενδείξεις ευλαβείας. Αλλά και πέρα απ'αυτή διαπιστώνεται και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης. Η επίτοκος που αντιμετωπίζει δύσκολο τοκετό, η νεαρή μητέρα που στέκεται ανήσυχη πάνω από το αρρωστημένο της βρέφος, η άλλη, η πικραμένη μητέρα, που ο θάνατος της έχει αρπάξει το δικό της και αγωνιά στη σκέψη μιας πιθανής επαναλήψεως, όλες αυτές οι γυναίκες, που αισθάνονται να δοκιμάζεται βαθιά το μητρικό τους ένστικτο, θα αποτείνουν την επίκλησή τους για συμπαράσταση και προστασία στον Άγιο. Σε ανταπόδοση της βοήθειάς του, θα του υποσχεθούν να δώσουν το όνομά του στο βρέφος που κινδυνεύει. Πολλές απ'αυτές και να τελεστεί το βάπτισμα στον ίδιο του τον ναό, σαν πράξη πληρέστερης ευγνωμοσύνης. Άλλες, επιπλέον, και να αφιερωθεί στον ναό του, με την συμβολική περιβολή του ράσου για ένα διάστημα χρόνου. Στην περίπτωση του βαπτίσματος, συχνές είναι οι περιπτώσεις αποθέσεως του βρέφους στο κατώφλι μιας απ'τις θύρες εισόδου. Αυτό σημαίνει πως θα γίνει αποδεκτός ο προσκυνητής, που θα αυτοπροσφερθεί ως ανάδοχος. Ο τρόπος αυτός επαναφέρει στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όπου ο ανάδοχος δεν καθορίζεται από υπολογισμούς και κοινωνικές συμβατικότητες.

Να σου το χαρίσει ο Άγιος.

Είναι μια συνηθισμένη ευχή που απευθύνεται στις μητέρες. Τη συνοδεύει η ακλόνητη πίστη πως αρκεί και μόνη η επίκληση σε αυτόν, για να θέσει τον καθένα κάτω απ'την προστασία του και να του χαρίσει μακροημέρευση και ευτυχία. Αλλά και αποτελεί έκφραση ευγενών συναισθημάτων και απρόσωπης κοινωνικής αλληλεγγύης η ευχή των ανθρώπων του λαού "με καλήν ώρα", όταν η βαριά καμπάνα του ναού σημαίνει παράκληση για κάποιαν άγνωστη επίτοκο. [...]

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


Είναι γενικότερη, και από την απώτερη αρχαιότητα παραδεκτή η πίστη πως κάθε τι το άγιο περικλείει υπερφυσική ευεργετική "δύναμη" ή "χάρη". Και πως αυτή στέκεται ανεξάντλητη "μεριζομένη και μη διαιρουμένη" και μεταδίδεται στους πιστούς με την απλή επαφή του προσκυνήματος ή και με ό,τι άπτεται του Αγίου. Σαν κατάλοιπο παλιού εθίμου απόμεινε, στα πανηγύρια ναών που γιορτάζουν, η πώληση από μικροπωλητές ταινιών, που τις αποκαλούν "μέτρες" στην Κέρκυρα. Οι "μέτρες" ήταν, αρχικά, ένα απλό νήμα, που με αυτό "μετρούσαν" τις διαστάσεις μιας θήκης λειψάνων ή μιας θαυματουργής εικόνας. Η επαφή του νήματος με τον άγιο της εικόνας ή των λειψάνων διοχέτευε σ'αυτό "δύναμη" ικανή να προφυλάσσει το φορέα. Από δω και η κοινή πίστη πως κι ένα ελάχιστο τεμάχιο από τις εμβάδες, τα "πασουμάκια" του Αγίου αποτελεί αλεξίκακο φυλακτό. Η ζήτησή του στο παρελθόν επέβαλε στους προϊσταμένους του ναού το έθιμο της διανομής, σαν είδος αντιδώρου στους προσκυνητές και αφιερωτές του. 

Η πρωτοχριστιανική αντίληψη αναζεί στην αδιάσειστη λαϊκή πίστη πως εκτός από τα "πασουμάκια" και η ίδια η λάρνακα αποτελεί εστία "χάριτος". Και αποτελεί για το λαϊκό άνθρωπο όρκο, απαράβατο κι αδιάσειστο, η αναφορά στη λάρνακα του Αγίου της Κέρκυρας:

Μα την κάσα τ'Αγιού.

Στη λάρνακά του καταθέτει την ευλάβεια και αφοσίωσή του ο λαός του νησιού. Αποτελεί αυτή το θρησκευτικό του κέντρο, αέναη πηγή πίστεως, παρηγοριάς κι ελπίδων. Στην Κέρκυρα, η λιτάνευση της εικόνας της Αναστάσεως τις μέρες της Διακαινισίμου αποτελεί έθιμο απαράβατο. Κατά τη διάρκειά της, πολλοί είναι οι κάτοικοι της υπαίθρου που ζητούν την τέλεση παρακλήσεως μπρος από το σπίτι ή το χωράφι τους. Στις περιπτώσεις αυτές η πομπή στρέφεται προς την κατεύθυνση της πόλεως, σε ένδειξη της ιδιαίτερης τιμής προς τον Άγιο του νησιού.[...]

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


"Θανατικό" ονομάζει και στην Κέρκυρα, παραστατικά, τις λοιμώδεις επιδημίες, που στο παρελθόν εξαφάνιζαν μεγάλον αριθμό ασθενών. Από ένα τέτοιο θανατικό έσωσε την Κέρκυρα στα 1629, ο πολιούχος της Άγιος και σ'ανάμνηση του θαύματος τελείται η ετήσια λιτανεία της Κυριακής των Βαϊων. Οι ζωγράφοι της εποχής απέδωσαν το θαύμα με την απεικόνιση του Αγίου να κυνηγά μ'ένα σταυρό στο χέρι ένα φανταστικό ον, κατάμαυρο, με πόδια και φτερά, κάτι σαν μια μεγάλη νυχτερίδα, που μορφοποιούσε το "Θανατικό". Από κάτω η πόλη και στο βάθος το Παλαιό της Φρούριο. [...]

"Ο Άγιος δεν προστατεύει μόνο την πόλη του. Έρχεται πρόθυμος συμπαραστάτης και βοηθός σε κάθε πιστό που τον επικαλείται. Μολονότι προστάτης άγιος των θαλασσών είναι ο Άγιος Νικόλαος, οι Κερκυραίοι ποντοπόροι επικαλούνται στις δύσκολες ώρες της τρικυμίες και τον Άγιο του νησιού τους. Αναφέρονται ευλαβικά πολλές περιπτώσεις διασώσεως, που τις επιβεβαιώνουν τα αφιερώματα ευγνωμοσύνης. Ο προσκυνητής θα παρατηρήσει στον νάρθηκα του ναού ασημένια ομοιώματα πλοίων και εικόνες που ανιστορούν με το χρώμα την πρόθυμη ανταπόκριση του Αγίου στις επικλήσεις των πλεόντων. [...]

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


Στο πνεύμα αυτό του εκμηδενισμού της αποστάσεως και της οικειώσεως και ο Άγιος της Κέρκυρας εκφέρεται ως "μπαρμπα-Σπύρος".

Έχουμε το μπάρμπα-Σπύρο να μας φυλάει και δεν σκιαζομάστενε.

Αλλά, έρχεται ταυτόχρονα και η επίγνωση της ανεπίτρεπτης τόλμης και η προσθήκη που ακολουθεί εκφράζει έμμεσα τη μεταμέλεια:

... που δεν είμαι άξιος να μελετάω τ'όνομά του."

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


Σημειώνει κι ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη):

"Το Συναξάρι και τα θαύματά του οδήγησαν και σε άλλες ειδικευμένες τιμές και λατρείες. Είναι από τους πιο θαυματουργικούς αγίους στη βιογραφία του. Έτσι τον τιμούσαν πάντα οι χρυσοχόοι και αργυρουργοί (οι κουγιουμτζήδες, όπως έλεγαν στην Πόλη) επειδή για να βοηθήσει μια φτωχή οικογένεια, μετέβαλε σε χρυσό απολίθωμα ένα ζωντανό φίδι που περνούσε μπροστά τους. Τον τιμούσαν οι αγγειοπλάστες και κεραμουργοί, γιατί, όταν στην Α' Οικουμενική Σύνοδο ήθελε να μεταπείσει τον Άρειο απ'τις θεωρίες του, του έδειξε, με θαυματουργικόν τρόπο, πώς ένα κεραμίδι είναι ενιαίο (σαν την Αγία Τριάδα) αν και αποτελείται από χώμα (που του έμεινε στα χέρια), από νερό (που χύθηκε προς τα κάτω) κι από τη φωτιά του ψησίματος (που ανέβηκε ψηλά).

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


Τον τιμούσαν κι οι παλιοί νεκροθάφτες, γιατί σε μία περίπτωση που έπρεπε να πληροφορηθεί κάποιο σωτήριο μυστικό, που το είχε πάρει μια πεθαμένη μαζί της, πήγε πάνω από τον τάφο της. τη ρώτησε, κι εκείνη του αποκρίθηκε. Όλα αυτά τα αφηγούνται και τα τροπάριά του. [...]

Είναι και μια ωραία περίπτωση για τον άγιο που λατρεύεται αιώνες τώρα στη μουσικότροφη Κέρκυρα να υπάρχει ο θρύλος, ότι όταν ιερουργούσε, προσέτρεχαν άγγελοι γύρω του και, καθώς έμελπε το "Ειρήνη πάσι", οι άγγελοι του αντιφωνούσαν. [...]

Ο άγιος Σπυρίδωνας σύμφωνα με την παράδοση είναι πάντα προστάτης φτωχών και απελπισμένων, σωτήρας ναυτικών, αλλά και άγιος πολεμιστής για την Κέρκυρα, σε ώρες ιδιαίτερα θρησκευτικού κινδύνου από αλλοπίστους. [...]

Το ότι το λείψανό του είχε επί αιώνες λατρεία και στην Κωνσταντινούπολη, έχει κάμει γνωστό τον άγιο και στα μέρη της Ανατολής και πολύ τον τιμούσαν οι Έλληνες της Μ.Ασίας. Από παρετυμολογία του ονόματός του των είχαν και θεραπευτή των εξανθημάτων και της ευλογιάς, ακόμα δε και του πόνου των αυτιών.[...]

Τιμούν και στην Κύπρο το συμπολίτη τους άγιο. Στη γενέτειρά του Άσσια και στην επισκοπική έδρα του Τριμυθούντα, στα μέρη της Αμμοχώστου τον τιμούν στη γιορτή του και τον θυμούνται με παραδόσεις. (Δεν βρεχόταν, όταν έβρεχε' μάντευε τις πονηρές σκέψεις και την κλοπή.)

Δεν εργάζονται, σ'όλη την Κύπρο, στη γιορτή του (Οι νοικοκυρές ούτε να ζυμώσουν δε θέλουν, γιατί κάποτε "τους πέτρωσαν τα ψωμιά".) και το μεσημέρι στο τραπέζι τους τρώνε το τελευταίο ψαρικό της Νηστείας των Χριστουγέννων (από αύριο θα συνεχίσουν αυστηρότερα)."

"Άγιος Σπυρίδων- Ο ναός και η λατρεία του στην Κέρκυρα", φωτογραφία: Δημήτρης Ταλιάνης


Κλείνω με μια ακόμη παράδοση που διασώζει ο σπουδαίος λαογράφος μας Νίκος Ψιλάκης μαζί με τη Μαρία Ψιλάκη στο έργο τους: "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοση" (εκδόσεις Καρμάνωρ):



Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Ο προστάτης και θαυματουργός Άγιος Σάββας και τα Νικολοβάρβαρα (παραδόσεις κι έθιμα)

Πλήθος τα έθιμα κι οι παραδόσεις των ημερών του Δεκέμβρη, αλλά κι ιδιαιτέρως του τριημέρου Αγίας Βαρβάρας (βλ.: Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!), Αγίου Σάββα και Αγίου Νικολάου (βλ.: Θαλασσινέ μου Άη Νικόλα.. και Του Αϊ Νικόλα, των ναυτικών και του χιονιού ), του λεγόμενου από τον λαό μας: "Νικολοβάρβαρα"(βλ.: Νικολοβάρβαρα!). Και καθόλου τυχαίο που όλες οι παροιμίες στις οποίες αναφέρονται οι παραπάνω άγιοι συνδέονται με την έναρξη του χειμώνα και της κακοκαιρίας:

"Αγιά Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απλοήθη:
Μαζώχτε ξύλα κι άχερα και σύρτε και στο μύλο
τι Άγιο Νικόλας έρχεται τα χιόνια φορτωμένος!"

Αναφέρει σχετικά κι ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος στο έργο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" (εκδόσεις: Δωδώνη):
"Την άλλη μέρα απ'τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας, είναι η γιορτή του Αγίου Σάββα στις 5 του Δεκέμβρη και την επόμενη μέρα η γιορτή του Αγίου Νικολάου στις 6 του μήνα. Γι'αυτό ο λαός μας λέει πως:
"Αη-Βαρβάρα γέννησε Σάββα κι Αη-Νικόλα",
κι ακόμα
"Αγιά Βαρβάρα μίλησε και Σάββας απεκρίθη κι ο Άη-Νικόλας έφτασε με χιόνια φορτωμένος"
ή
"η Αη-Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Αη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει."
Και τις τρεις αυτές γιορτές, πού'ρχονται με τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, ο λαός μας τις λέει μ'ένα όνομα: "Νικολοβάρβαρα".
"Μπρος πίσω τα Νικολοβάρβαρα, πέφτουν χιόνια Τάρταρα",
λένε οι ξωμάχοι μας. Τα Τάρταρα έχουν εδώ μεν τη χάρη της παρήχησης, αλλά ο λαός μας έβαλε αυτή τη λέξη (Τάρταρα) για να δώσει πιότερη έμφαση στο παγερό κρύο του Δεκέμβρη."


Ενώ ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα Δ', Δημώδεις παροιμίαι περί των μηνών") διασώζει και τις παρακάτω σχετικές παροιμίες:
Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα, προς οπίσω είν' ο χειμώνας,
καθώς "ο ανώτατος βαθμός ψύχους παρατηρείται συνήθως ημέρας τινάς προ ή μετά τα Χριστούγεννα και κατά την εορτή του αγίου Νικολάου." Και:
"Τ'άη Νικολοβάρβαρα κάνει νερά και χιόνια.
Και άλλως:
Τ'άη Νικολοβάρβαρα οι τοίχοι ιδρώνουν,
μα στα Φωτοκάλαντρα αποξυλώνουν. "
όπου Φωτοκάλαντρα θεωρείται φυσικά το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων.

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", Εργαστήριο λόγου και πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας):
"Αϊ- Σάββας σαβανών'
Αϊ- Νικόλας παραχών'
κι Αϊ- Σπυρίδουνας ξιχών'
Ο καιρός δηλ. την περίοδο τούτων των γιορτών στο πρώτο δωδεκαήμερο του Δεκεμβρίου έχει θεαματικές αλλαγές που δείχνουν πως ο χειμώνας έφτασε. Έτσι, όπως συχνά παρατηρείται της Αγίας Βαρβάρας, έχουμε ξαφνικό αγρίεμα του καιρού, την επαύριο, του Αγίου Σάββα, το χιόνι καλύπτει σαν σάβανο τη γη και την τρίτη μέρα του Αγίου Νικολάου τα πάντα έχουν καταχωστεί κάτω απ'τα πολά χιόνια, τα οποία καλύπτουν τη γη συνήθως μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα. (12 Δεκεμβρίου)"


Ενώ, ο έτερος λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη) προσθέτει:
"Από παρετυμολογία του ονόματός του, ο άγιος Σάββας γίνεται και άγιος νεκρολατρευτικός (σαβανώνει). Γνωρίζουμε το λογοπαίγνιο:
Αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει
Άι Σάββας σαβανώνει.
που λέγεται για το χιόνι του χειμώνα ή για τον πιθανό θάνατο από κρύωμα (άι Νικόλας παραχώνει). Τον θεωρούνε όμως άγιο του θανάτου, που μπορεί να μας διαφυλάξει ή να μας δώσει καλύτερη θέση μετά θάνατον.
Μια Λεσβειακή παράδοση σημειώνει:
"Τον άγιο Σάββα πρέπει να τον παρακαλούμε να μας γλυτώσει στον άλλον κόσμο. Αυτός θα βαστά το δίχτυ, μπροστά στον πύρινο ποταμό που πάει στην Κόλαση. Με το δίχτυ του (αν θέλει) σε γλυτώνει και δεν φεύγεις με τους κολασμένους."(Παν. Νικήτα, "Το Λεσβειακό Μηνολόγιο")
Από την ίδια νεκρολατρική ιδιότητα του αγίου φαίνεται ότι προέρχεται και το έθιμο της γιορτής του, να μαγειρεύουν φάβα με κρεμμύδια και να τη μοιράζουν, μαζί με μελίπηκτα, στους συγγενείς. Γι'αυτό λένε και στιχουργικά:
Τ'άι Σάββα τρώμε φάβα.
Ευχάριστο πάντως γεύμα για τη χειμωνιάτικη μέρα και τη σαρακοστή της."

Ο Άγιος Σάββας και οι θεοσεβείς γονείς του


Πάρα πολύ ενδιαφέρονται είναι όσα αναφέρει ο σπουδαίος σύγχρονος λαογράφος μας Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο πόνημά του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"- Έθιμα στον κύκλο του χρόνου, εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Μπορεί ο παροιμιακός λόγος να εκφράζει την πίστη στη μορφή του αγαπημένου γέροντα ιεράρχη ("του Αγίου Νικολάου πού 'ν' της γης και του πελάου"), ωστόσο το διήμερο 5 και 6 Δεκεμβρίου (Σάββα και Νικολάου επισκόπου Μύρων) είναι αφιερωμένο κυριολεκτικά στη γη. Προστάτης της στερεάς ο Σάββας, προστάτης της θάλασσα ο Νικόλαος. Είναι οι δύο άγιοι που διασώζουν τους κινδυνεύοντες και γι' αυτό είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Βέβαια, ο Σάββας δεν τιμάται στην Κρήτη με την ένταση που παρατηρούμε σε μαρτυρίες από άλλες περιοχές, όπως είναι η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Στην Κρήτη όμως, ο Σάββας είναι ο άγιος που προστατεύει από φυσικές καταστροφές κι ιδιαίτερα από σεισμούς. Οι ασκητικές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε από την νοτιοκεντρική Κρήτη αποκαλύπτουν ένα άγνωστο όσο και εντυπωσιακό λατρευτικό σκηνικό. Οι ερημίτες που είχαν αποχωρήσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη δεκαετία του 1920, μετά την εφαρμογή του νέου ημερολογίου ήξεραν πως " Άγιος Σάββας στερεώνει τον κόσμο" και μετά από κάθε σεισμική δόνηση εκτός απ'τις γνωστές λιτανείες κατέφευγαν στο φαράγγι του Αγίου Σάββα όπου βρίσκεται ο ναός του (ένα παλιό ασκηταριό), για ολονύκτιες παρακλήσεις. Άλλοι έζωναν τον ναό του και άλλοι κρεμούσαν στην εικόνα του τάματα στα οποία εικονίζονταν σπίτια παρακαλώντας για την προστασία τους. 
Φαίνεται πως η ίδια πίστη υπήρχε και στη Σητεία. Η Ειρ.Παπαδάκη μαρτυρεί πως ο Άγιος Σάββας είναι "προστάτης για τσι σεισμούς" και προσθέτει τη λαϊκή φράση: "Η γης σαββάσει (τρέμει). Ρήμα απρόσωπον που σημαίνει ταράσσω, τρέμω." Δεν γνωρίζω αν η σύνδεση του Σάββα με τους σεισμούς οφείλεται σε παρετυμολογία του ονόματός του. Εξάλλου η λέξη σαββάζω είναι σπάνια. Δεδομένου, όμως, ότι θεωρείται προστάτης από κάθε λογής φυσικό φαινόμενο (κατακλυσμούς, κατακρημνίσεις πετρωμάτων κ.α.) πρέπει να αναζητηθεί η αρχή αυτής της δοξασίας σε κάποιες άλλες, άγνωστες σήμερα, παραμέτρους της λαϊκής λατρείας. Οι παλιοί ασκητές της περιοχής θεωρούσαν πως " για χατήρι του Σάββα και μερικών άλλων ασκητών στέκει ακόμα ο Θεός τον κόσμο". Η φράση αυτή σε συνδυασμό με το γενικότερο λατρευτικό πλαίσιο, αποτελεί μία ένδειξη για τη σχέση του Αγίου με τη στερεότητα του κόσμου, σύμφωνα με παλαιότερες λαϊκές δοξασίες.

[...] Ένα μικρό μοναστηριακό ξωκλήσι που χτιστηκε το 1884 απ'το μοναχό Μελέτιο Τζιριτάκη στην όχθη της λίμνης του Πρέβελη. Μια λεπτομέρεια από το ιστορικό αυτού του ναού είναι πιθανόν να αποτελεί και την άκρη του νήματος και να μας οδηγήσει στην αρχή της λατρευτική ιστορίας του Αγίου στην Κρήτη: Ο Μελέτιος είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Παιστίνη. Πιθανότατα, επηρεασμένος απ'τη φήμη του μεγάλου Μοναστηριού του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, επέστρεψε στην Κρήτη με την απόφαση να χτίσει ναό αφιερωμένο στον άγιο-ασκητή. Βρήκε λοιπόν, προσφορότερη την κατάφυτη από ενδημικούς φοίνικες παραλία του Πρέβελη. Ας θυμηθούμε ότι χιλιάδες προσκυνητές του Αγίου Σάββα επιδιώκουν να πάρουν ένα χουρμά ή ένα κομματάκι από φύλλο του ιερού δένδρου το οποίο θεωρείται ελιξήριο γονιμότητας.[...]

Εκτός από προστάτης των σεισμών, ο άγιος φαίνεται πως εθεωρείτο και προστάτης των αιχμαλώτων. Οι παραδόσεις που ακούγονται στην περιοχή θέλουν τον Σάββα ελευθερωτή και πρόθυμο να σπεύσει για να διαρρήξει τα δεσμά των ανθρώπων που είχαν στερηθεί της ελευθερίας τους. Οι οικογένειες που αναζητούσαν δικούς τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί σε περιόδους ανωμαλιών προσέτρεχαν στην εκκλησία της Τρυπητής με τάματα, προσευχές και νυχτερινές λειτουργίες. [...] ακόμη και σήμερα ο Άγιος Σάββας της Τρυπητής είναι αποδέκτης ευχαριστηρίων άρτων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων πριν από τρεις γενιές: 
"Οι Τούρκοι είχαν πιάσει αιχμάλωτο το χωριανό μας τον Σπετσωτομανώλη κι αυτός ετάχτηκε στον Άγιο Σάββα στην Τρυπητή να τονε λευτερώσει και να πηγαίνει άρτους στη χάρη του ίσαμε να ζει. Ο Άγιος τον ελευθέρωσε και πράγματι έκανε κάθε χρόνο άρτους και, ίσαμε που ζούσε, επήγαινε κάθε χρόνο στο μοναστήρι. Όταν πόθανε συνεχίσανε τα παιδιά του να κάνουν αρτοπλασίες. Τώρα συνεχίζει ένας απόγονός του, ο Μανώλης ο Μακρυγιαννάκης"."
Του Αγίου Σάββα, λοιπόν, σήμερα, του "ενδιάμεσου" Αγίου του τριημέρου, καθώς:
"Νικολίτσι, Βαρβαρίτσι,
Σάββα τ'ήθελες στη μέση;"

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα  στους Αγίους Τόπους


Ο Άγιος τούτος, εκ της Καππαδοκίας, υπήρξε μεγάλος ασκητής του 5ου αιώνα. Ιδιαιτέρως εγκρατής και ταπεινός, έλαβε πλήθος χαρισμάτων ώστε να θεωρείται θαυματουργός και να τιμάται ιδιαίτερα από το λαό μας (κι όχι μόνο) η μνήμη του. Έγινε μοναχός σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και η παράδοση αναφέρει ότι σε εφηβική ηλικία, ενώ εργαζόταν στον κήπο και του ήρθε μια έντονη όρεξη να γευτεί ένα λαχταριστό μήλο, μόλις το έκοψε από το δένδρο και συνειδητοποίησε το μέγεθος και την ένταση της επιθυμίας του, το θεώρησε ως γαστριμαργία (ως πάθος για την ηδονή δηλαδή), ώστε τελικά όχι μόνον δεν το έφαγε, αλλά δεν ξανάβαλε ποτέ στο στόμα του τούτο τον καρπό κατά τη διάρκεια της ζωής του, για να κατατροπώσει έτσι τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας του: 
"Ωραίος ἦν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν
θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδὰμ,
αὐτοῦ προτιμήσαντος τοῦ νοητοῦ κάλλους
τὸ τῆς σαρκίνοις ὀφθαμοῖς φανὲν τερπνόν
και τῶν πνευματικῶν ἅπολαύσεων 
τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς τιμιωτέραν θεμένου,
δι' οὗ καὶ ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν
μὴ τοίνυν ἀπονεύσω τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
ψυχικῷ τινι νυσταγμῷ βαρηθεὶς 
ὥσπερ γὰρ πάσης καρποφορίας προηγεῖται ἄνθος,
 οὕτως ἡ ἐγκράτεια πάσης προηγεῖται ἀγαθοεργίας"
(Ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ τῆς Ἰνδίκτου)

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα στους Αγίους Τόπους

Από τα σημαντικότερα μοναστήρια της ιουδαϊκής ερήμου είναι η Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της οποίας η πρώτη εκκλησία (που ήταν σπήλαιο) εγκαινιάστηκε από τον ίδιο κι αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί, στο ανδρικό μοναστήρι του Αγίου Σάββα, φυλάσσονται και τα θαυματουργά λείψανά του. Καθώς θεωρείται θαυματουργός και προστάτης των ασθενών κι ιδιαιτέρως, στις μέρες μας, των καρκινοπαθών, οι μοναχοί μοιράζουν αγίασμα και λαδάκι για να σταυρωθούν όσοι πάσχουν. Επιπλέον, στην αυλή της μονής υπάρχει μια φοινικιά που, σύμφωνα με την παράδοση, φύτεψε ο ίδιος ο Άγιος Σάββας και τα φύλλα της θεωρούνται κατάλληλα για τα προβλήματα γονιμότητας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες.