Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

μωμόεροι και ρουγκατζιάρια (πανάρχαια δρώμενα του Δωδεκαήμερου)

"Στη Β.Ελλάδα, τον Πόντο και αλλού γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, και αγυρμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται είτε σε ζώα (καμήλα, αρκούδα, λύκο, τράγο, κ.λ.π.) είτε σε διάφορα πρόσωπα (γαμπρό και νύφη, μπάμπω, αράπη, χαχάμη, γιατρό, καπετάνιο, αρκουδιάρη, κ.λ.π.).
Οι όμιλοι των μεταμφιεσμένων δίνουν στο ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις, που έχουν κάποτε δραματικό-θεατρικό χαρακτήρα. Αναφέρω όσα τελούν, απ'την Πρώτη του χρόνου μέχρι τα Θεοφάνεια στον Πόντο οι λεγόμενοι μωμόεροι. Ο πρωταγωνιστής, που ακούει στο όνομα Ουζεϊν-Αλής απάγει μία νέα και την μεταφέρει στο σπίτι ενός χωρικού. Ο πατέρας της νέας, που παρουσιάζεται "κωδωνοφόρος και με μεγάλο πρόσωπο", βρίσκει το κρησφύγετο, ορμά σ'αυτό και σκοτώνει τον Αλή. Η κόρη θρηνεί πάνω απ'τον άντρα που αγάπησε, γιατί της φέρθηκε με καλοσύνη, και ο πατέρας μετανοεί και προσκαλεί γιατρό, που μ'ένα μαγικό χόρτο ανασταίνει τον σκοτωμένο. Ακολουθεί γάμος αυτού με την κόρη και χορός με πρώτο τραγούδι "αρχή κάλαντα και αρχή χρόνου" κ.λ.π..
Τέτοιου είδους παραστάσεις, δηλαδή φόνος του γαμπρού και ανάστασή του, γάμος, γέννηση παιδιού και χοροί με βωμολοχίες και άσεμνες κινήσεις, γίνονται, όπως είδαμε στη Θράκη κατά την έναρξη της σποράς των δημητριακών και επαναλαμβάνονται την άνοιξη (Αποκριές και Πρωτομαγιά). Ανήκουν στις μιμικές πράξεις που αποβλέπουν, σύμφωνα με τη λεγόμενη συμπαθητική μαγεία, στην πρόκληση της γονιμοποιού ενέργειας της φύσης, στην προαγωγή της βλάστησης και στην καρποφορία." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") [βλέπε καικαλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..].



Στην ιστοσελίδα "Άμαστρις" (http://amastris-piperdim.blogspot.com/2010/01/blog-post_05.html) παρατίθεται ένα σχετικό κείμενο του 1927, του Δημοσθένους Οικονομίδη από το "Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος"¨:
"Τη νύχτα της παραμονής του νέου χρόνου μετά το δείπνο, ενώ από την μία παιδιά από διάφορες συνοικίες των πόλεων, των κωμοπόλεων ή και από τα χωριά, γυρίζοντας με φανάρια επισκέπτονταν συγγενικές ή γνωστές οικογένειες και χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών ψάλλανε μπροστά στην πόρτα τα συνηθισμένα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: «Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κλπ.», από την άλλη νεαροί και άνδρες μεταμφιεσμένοι και με μάσκες στα πρόσωπά τους, έρχονταν κατά ομάδες στα σπίτια συγγενών, γειτόνων ή και στενών φίλων και εκεί προξενούσαν ευθυμία και ασυγκράτητα γέλια στους παρισταμένους με κάθε είδους κωμικές παραστάσεις, με φράσεις, με αστείους ή και κοροϊδευτικούς διαλόγους, με μιμητικές ή αλλόκοτες κινήσεις του σώματος. Ακόμα και με χορό που συνοδευόταν από το τραγούδι του Κιόρογλου και με λύρα και νταούλι ή ζουρνά. Και όταν έλειπαν τα μουσικά αυτά όργανα, με τον κρότο ξύλινων κουταλιών, τα οποία καθώς ακουμπούσαν μεταξύ τους από το κυρτό μέρος, κρατημένα όρθια από την λαβή τους με το αριστερό χέρι του παίκτη, έκαναν ρυθμικό κρότο, κάθε φορά που η λαβή του άλλου κουταλιού που κρατιόταν στο αριστερό χέρι κατέβαινε και ανέβαινε ανάμεσά τους, σύμφωνα με τον χρόνο του τραγουδιού..."


Επίσης, στα "Αντέτια Δωδεκαημέρου" ηΑργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου, μας πληροφορεί: "Στον Πόντο οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου λέγονταν "Μωμοέρια" (Μωμό-γέροι). Τα "Μωμοέρια" αποτελούνταν από ομάδα κωμικών προσώπων (ο Βασιλέας, ο Καζάκον-υπασπιστής-, η νύφε, ο γιατρόν, ο διάβολον, ο γέρον, η γραία, ο άρκον, ο Αρναούτς με ευζωνικά) που έπαιζαν κωμικές σκηνές.
Στην Τραπεζούντα έπαιρναν χρώμα εθνικό με το σπαθοφόρο, φουστανελλοφόρο επικεφαλής κάθε ομάδας. Έκαναν περιοδείες, εορταστική επίδειξη με ερανισμούς αλλά και ποντιακή πάλη μεταξύ τους οι ομάδες με σκοπό τη μαγική συμπαράσταση στην αιώνια πάλη των φυσικών στοιχείων, ώσπου να δώσουν στον άνθρωπο τη σχετική ευημερία της χρονιάς. Επικράτηση των καλών πνευμάτων πάνω στη βλάστηση και στην προσεχή ετοιμασία της σοδειάς."
Οι μωμόγεροι, λοιπόν, έθιμο πανάρχαιο, με σαφείς ρίζες στη λατρεία του Διονύσου(κάπως έτσι, άλλωστε, δεν ξεκίνησε και το θέατρο, οι τραγ-ωδίες...;)   αλλά και στο μύθο της Περσεφόνης που άρπαξε ο Πλούτωνας (καθώς ένα από τα κλασικά του δρώμενα αναπαριστά μια ανάλογη σκηνή όπως θα δούμε) θα μπορούσαν να συνδεθούν ετυμολογικά από τη μίμηση (μίμος) μέχρι και με το θεό Μώμο που, όπως αναφέρει το "Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου" ήταν:
"Θεός των αρχαίων, υιός του Ύπνου και την Νυκτός, προσωποιών την χλεύην και την κατάκρισιν. Κατά την μυθολογίαν, έσκασε διότι δεν κατόρθωσε να εύρει κάποιαν ατέλειαν εις την Αφροδίτην. Παρίστατο φέρων ράβδον η οποία άνω κατέληγεν εις εικόνα γυναικός. Κατά τον μύθον κατέκρινε τον Ήφαιστον, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο, διότι δεν κατασκεύασε παράθυρα εις το στήθος ώστε να βλέπει ο κόσμος τί διανοείται και αν ψεύδεται ή λέγη την αλήθεια."
Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα του Λουκιανού, στο έργο του "Περί ορχήσεως" ,79, που μας μεταφέρει στον 2ο αιώνα π.Χ. και εστιάζει επίσης στην περιοχή του Πόντου:
"Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνηθίζεται και εκτιμάται προπάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είναι σατυρική, τόσον έχει υποδουλώσει τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ορισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχούμενους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται δια τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά δια τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα." (απόδοση Ιωάννου Κονδυλάκη).


Η ρίζα, λοιπόν, μπορεί νά'ναι διονυσιακή και πανάρχαιη, αλλά σαφώς επηρεάστηκε, όπως ήταν φυσικό, από την παρέλευση των τόσων
ιστορικών γεγονότων. Έτσι, πολύ συχνά, ο αυτοσχέδιος θίασος εμπλουτίζεται με καινούρια πρόσωπα, με νέες μιμητικές αναπαραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, αντλώντας στοιχεία από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
"Ειδικότερα στον Άγιο Μάρκο την πρώτη Ιανουαρίου, ο θίασος των Μωμόγερων, που αποτελείται από χορευτές, ηθοποιούς και οργανοπαίχτες, γυρίζει στο χωριό και δίνει παραστάσεις στους δρόμους. Την πομπή οδηγεί, συνήθως, ένα έφηβο αγόρι που κρατά έναν άντρα μεταμφιεσμένο σε τράγο, στο λαιμό του οποίου κρέμεται μια σακούλα με αίμα (απ'τη σφαγή του τράγου). Όλη η πομπή ραντίζεται με το αίμα του τράγου και ξεκινάει η παράσταση, όπου οι "τράγοι" παλεύουν μεταξύ τους υπό την συνοδεία μουσικής. Ακολουθεί η μονομαχία δύο αντρών για χάρη μιας γυναίκας. Συγκεκριμένα, ένας γέρος παντρεύεται μια νέα, την οποία διεκδικεί ένας νεότερος άντρας' ο τελευταίος σκοτώνει το γέρο και κερδίζει τη γυναίκα' εκείνη, όμως, τον ανασταίνει με τη γενετήσια πράξη. Άλλο κεντρικό πρόσωπο του εθίμου είναι ο Τούρκος τιμαριούχος ή Αλογάς (ντερέμπεης), ο οποίος επιθυμεί τις γυναίκες των άλλων και τους σκοτώνει για να τις αποχτήσει. Ακολουθούν εικονική δική, όπου κατηγορείται ο φονιάς και διακωμωδείται η απονομή δικαιοσύνης, ιατρική γνωμάτευση και αρπαγή της νύφης από τους θεατές. Το δρώμενο κορυφώνεται με τον παράξενο χορό των μωμόγερων υπό τους ήχους οργάνων. " (Νομός Κιλκίς, εκδόσεις Δομή).


Ανάλογης φιλοσοφίας, βέβαια, είναι και τα έθιμα της"Μπάμπως" ή των"Αράπηδων", ή τα"Λιουγκατζάρια"της Θεσσαλίας, τα"Ραγκουτσάρια", καθώς και άλλα πολλά που λαμβάνουν χώρα σε χωριά κυρίως της Βορείου Ελλάδος, την ημέρα του Άη Γιαννιού (βλέπε:Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!), των Φώτων, στις 8 Ιανουαρίου ή ακόμη και κατά ολόκληρο το πρώτο οχταήμερο της νέας χρονιάς ή όλο το Δωδεκαήμερο, τα έθιμα της αποκριάς (καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..) -όπως και, γενικότερα οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται εκείνες τις ημέρες-, αλλά ακόμη και τα πιο ανοιξιάτικα έθιμα του Μάη (Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...,Πρωτομαγιάτικα...).
Στη Φλώρινα, αντίστοιχο έθιμο με τους Μωμόερους είναι τα "Μπαμπάρια" που αναβιώνουν κάθε Πρωτοχρονιά: "Οι ρίζες του ανάγονται στην αρχαιότητα και συμβολίζει το ξύπνημα της γης και την καρποφορία. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός γάμου, στον οποίο η νύφη αποτελεί σύμβολο γονιμότητας και κινδυνεύει να απαχθεί. Τη φύλαξή της αναλαμβάνει μια ομάδα περίπου 15 ανδρών, οι οποίοι φορούν στολές και προσωπίδες από προβιές αρνιού και κουδούνια στη μέση τους. Η αμφίεσή τους είναι κωμική καθώς προκειμένου να "φοβερίσουν" τους "κακούς" φορούν φασόλια γίγαντες για δόντια. Άλλοι χαρακτήρες του δρώμενου είναι ο παππούς, η γριά Μπάμπω, ο παπάς με το θυμιατό, ο γιατρός και ο κουρελής ή καμπούρης. Η νύφη είναι ένας άντρας ντυμένος με τοπική νυφική ενδυμασία και κουδουνάκια αλόγου. Κάποια στιγμή ο γαμπρός πεθαίνει, αλλά σύντομα ανασταίνεται συμβολίζοντας το θάνατο της φύσης το χειμώνα και την ανάστασή της την άνοιξη. Όλη η πομπή, δηλαδή, τα Μπαμπάρια, μπαινοβγαίνουν στις αυλές των σπιτιών και οι νοικοκυράδες πρέπει να δώσουν το ένα δέκατο της σοδειάς τους σε κρασί, τσίπουρο και λουκάνικα." (Νομός Φλώρινας, εκδόσεις Δομή).
Ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") μας ταξιδέυει στην παλιά Πρωτοχρονιά των Γρεβενών με τα παραπλήσια "ρουγκατσιάρια":
"Στα χωριά των Γρεβενών καθώς και στ'άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας, που γινόταν το μεσημέρι, όλα τα μεγάλα κι' ανύπαντρα αγόρια του χωριού, καθώς και οι νιόπαντροι και πολλές φορές και οι μεγάλοι, που τόλεγε ακόμα η περδικούλα τους, συγκεντρώνοντας στο "κονάκι" ή σε κάποιο άλλο σπίτι του χωριού κι' εκεί έφτιαχναν τα "ρουγκατσιάρια", όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο κι' όπως το βρήκαν απ'τους παππούδες τους. Ύστερα, χορεύοντας και τραγουδώντας, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, για να σιασκεδάσουν τον κόσμο με τις αστείες τους παραστάσεις και για να μαζέψουν και άλλα "ζαϊρέδια", για το ομαδικό τους γλέντι, που θάκαναν το βράδυ.
Παλιότερα, τα καρναβάλια της αποκριάς ήταν άγνωστα στα χωριά. Τα μασκαρέματα και οι τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονταν μονάχα την Πρωτοχρονιά ή τις άλλες μεγαλογιορτές του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων.
Τούτα τα μασκαρέματα, που γιορτάζονταν την ίδια εποχή, που γιορτάζονταν και τα"Διονύσια κατ'αγρούς" ή "Μικρά Διονύσια" απ'τους αρχαίους προγόνους μας, έχουν τη συνέχειά τους απ'την αρχαιότητα και δεν είναι α΄σχετα μ'αυτά.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζανε τα "Κατ'αγρούς Διονύσια" τον έκτο μήνα των Αθηναίων, τον Ποσειδεώνα, που ισοδυναμεί με το δικό μας Δεκέμβρη, χωρίς ν'αλλάξουν οι χρονολογίες από τότε.
Τότε ακριβώς, και μέσα στο μεσοχείμωνα, που οι Μαινάδες γιορτάζανε κι' αυτές το θεό Διόνυσο και τόριχναν στα λεγόμενα "διονυσιακά όργια" μέσα στα δάση και στις λαγγαδιές, τότε και οι αρχαίοι Έλληνες ανοίγανε τα καινούρια τους κρασιά (βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)) κι' ύστερα απ'τις θυσίες που έκαναν στο θεό Διόνυσο και στους άλλους Ολύμπιους θεούς τόριχναν στο γλέντι και στο φαγοπότι, για να καταλήξουν κι' αυτοί στο μεθύσι και στα διονυσιακά όργια.
Για να μη γνωρίζονται όμως απ'τους άλλους και για να μπορούν να λένε ό,τι θέλουν κι' ότι τους κατέβαινε στο κεφάλι, κρύβαν τα πρόσωπά τους με λογής-λογής μάσκες και κεφαλαριές ζώων με κέρατα και άρχιζαν τ' αστεία, τις ειρωνίες και τα πειράγματα, άλλοτε σατυρίζοντας διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις και άλλοτε ξεσκεπάζοντας διάφορα απλυτα της κοινωνίας και πράξεις και ενέργειες των διαφόρων κυβερνήσεων.
Έτσι, από κει ξεκίνησε αργότερα η κωμωδία, η τραγωδία και το θέατρο. [...]
Στα χωριά της Καλαμπάκας τα ρουγκατζιάρια καιλιουγκατζιάρια. Στα χωριά της Έδεσσας, ρουγκατσιάρους. Στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκηςρογκάτσια, όπως και σε πολλά χωριά της Καρδίτσας, ενώ εκεί τα λένε και ρουγκατσιάρια. Στη Φυτιά της Βέροιας και σ'άλλα χωριά τα λένε ρουγκανάδες. Στην Καστοριά ρουγκατσιάρια. Στη Σιάτιστα, μπουμπουσιάρια. Ίσως απ'το μπούφος (σκιάχτρο-φόβητρο). Στα χωριά των Βεντζίων, σαν κλαίγανε τα μικρά και θέλανε να τα κάνουν να ησυχάσουν τα φοβερίζανε λέγοντας: "Μην κλαις, γιατί θα σε φάει ο Μπούμπος". Στο Βέλβενδο των Σερβίων, αράπδις. Στην Νικήσιανη της Καβάλας,αραπκούς. Στα χωριά της Χαλκιδικής, καραβασλάδες. Στο Κάντσικο της Κόνιτσαςμπαμπαϊούρδις. Στο Λειβάδι του Ολύμπου, μπαμπαλιούρδες. Στα χωριά των Τρικάλωνκαλκάντζαρους. Στο Ξυνό Νερό της Φλώρινας εσκιάρους καιτζβογκάρους, δηλαδή μασκαράδες και κουδουνάδες. Στη Θράκη τζαμάλες και στο Αιγίνιο Τζαμαλάδες.
λένε, 
Όπως θα δούμε και παρακάτω, όλα τα σημεία μας λένε, πως με τα ρουγκατσιάρια δε γίνονταν, παρά μια αναπαράσταση κι' ένας συμβολισμός του θανάτου και της ζωής, της ανάστασης και του ξυπνήματος της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη, το διώξιμο του χειμώνα απ'το καλοκαίρι και το διώξιμο του παλιού απ'τον καινούριο χρόνο. [...]
Ο φαλλός, καθώς και οι προσωπίδες με τις κεφαλαριές και τα κέρατα των ζώων, όπως και οι συμβολικές παραστάσεις που θα ιδούμε παρακάτω, μας δυναμώνουν πιο πολύ ακόμα την πεποίθηση, πως το έθιμο τούτο είναι κατάλοιπο διονυσιακό και δεν έχει καμιά σχέση με τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Ο Διόνυσος δεν είναι μόνο ο θεός του κρασιού και προστάτης των αμπελιών στους Έλληνες, μα και θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.
Είναι ο "Δαίμων ο Ενιαυτός", που γεννιέται την άνοιξη, μεγαλώνει γοργά, γνωρίζει έναν ιερό γάμο και πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί του χρόνου.[...]



Ο θάνατος και η ανάσταση του Διόνυσου, δεν είναι, παρά ο συμβολισμός των δυο πρωταγωνιστών του Εποχικού δράματος.

Οι δυο αυτοί πρωταγωνιστές, όπως παρουσιάζονται στα ρουγκατσιάρια, είναι μασκαρεμένοι έτσι, που να δείχνουν την αντίθεσή τους στη δύναμη, στο κάλλος και στην ηλικία και να συναγωνίζονται στο ποιός θα παραμερίσει και θα εξαφανίσει τον άλλο. Άσχημος, καμπούρης, κουρελής και γερασμένος ο ένας..[...]...νέος, ωραίος, γεμάτος δύναμη και ζωτικότητα ο άλλος..[...]
Η Μπούλα-έτσι λέγανε την κοπέλα- σύμβολο της βλάστησης και της νέας ζωής, είναι το τρίτο πρόσωπο του διονυσιακού θιάσου, που όλο και ερωτοτροπεί με το νεαρό φουστανελλοφόρο κι όλο θέλει να ξεφύγει απ'την επιρροή και την επίβλεψη του ρουγκατσιάρη , μα δε μπορεί. [...]






















Τότε τα παιδιά που κρατούσαν τις ντραγατσίκες και τους τρουβάδες, έπαιρναν το ζαϊρέ απ'το κανίσκι κι' όλοι μαζί τραγουδούσαν:
Σε τούτο σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει σαν τον Έλυμπο, σαν τ'άγριο περιστέρι,
να ζήσει χρόνους ικατό και να τους απεράσει.
Στο τέλος τους αποχαιρετούσαν και πήγαιναν σ'άλλο σπίτι τραγουδώντας:
Έχετε γεια, έχετε γεια, και τώρα και του χρόνου!" 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Κόλιαντα (χριστουγεννιάτικα κάλαντα.. σαν παραμύθι απ'τα παλιά..)

(Αποσπάσματα από το πολύτιμο βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη: "Το Δωδεκαήμερο. Παλιά Χριστουγεννιάτικα Ήθη και Έθιμα" ... Τότε που η ζωή -δύσκολη, ξεδύσκολη- ήταν και τραγούδι...) 
"Κάθε βράδυ, όλες τις μεγάλες κι' ατελείωτες νύχτες του χειμώνα, καθισμένοι γύρω, στο τζάκι, κοντά στη φωτιά, μαζί με τα παραμύθια τους και τα χωρατά τους, μάθαιναν και τα τραγούδια που θα λέγανε σ'όλες τις γιορτές του Δωδεκαμέρου.
Έτσι, οι πιο μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, συνεχιστές της παράδοσης και της άγραφης ιστορίας των προγόνων τους, γίνονταν οι δάσκαλοι στα παιδιά τους, που με συγκεντρωμένη την προσοχή, όχι μόνο τα λόγια τους αρπάζανε, μα και τον ήχο τους και τα τσακίσματά τους ακόμα.
Σε κάθε σπίτι και το τραγούδι που ταίριαζε. Σε κάθε πρόσωπο και το κατάλληλο τραγούδι.
[...] Πολλές φορές, μόνα τους τα παιδιά, κλείνοντας τα σφαχτά τους στα μαντριά και ασφαλίζοντάς τα καλά από τους λύκους, συγκεντρώνονταν στην κεντρικότερη καλύβα της περιοχής και καθισμένα σταυροπόδι γύρω απ'τη φωτιά, έκαναν πρόβες, μαθαίνοντας τα τραγούδια, που θα λέγανε σε κάθε σπίτι.
Κι' όχι μονάχα τραγουδούσαν, μα κατάστρωναν και σχέδια και προγράμματα, για τις γιορτές και για τα σπίτια που θα περνούσαν. Το πρώτο τραγούδι που μάθαιναν όλοι, ήταν το τραγούδι της Μπάμπως, γιατί αυτή θα ξαγρυπνούσε την ώρα που θα περνούσαν τα παιδιά, παλεύοντας να εξασφαλίσει το σπίτι από τους καλλικάντζαρους και τους "οξ από δω", κι' αυτήν θα φώναζαν τα παιδιά να τους ανοίξει.
Κόλιαντα μπάμπω κόλιαντα
κι' εμένα μπάμπω κλούρα.

Στο μεταξύ κι' ώσπου να έρθουν τα κόλιαντα, τα παιδιά ετοίμαζαν τις"ματσούκες", γιατί χωρίς "ματσούκα" κανένα παιδι δεν μπορούσε να πάει στα "κόλιαντα", και στα "Σούρβα" ξαρμάτωτο.
Τις "ματσούκες", που σ'άλλα χωριά της ίδιας περιοχής, τις λέγαν "τζιομάκες", και σ'άλλα "τζιομπανίκες", στα χωριά των Βεντζίων και των Χασίων τις έφτιαχναν με χλωρά ξύλα, προτιμώντας πάντα το ξύλο της κρανιάς, που ήταν ίσιο και σκληρότερο απ' τ 'άλλα. [...]
Οι "ματσούκες", [...] έπρεπε να είναι από χλωρά ξύλα και με χοντρό κεφάλι στο τέλος, που άλλοι το λέγανε "ματσούκι" και άλλοι "τζιομάκι".
Τούτα τα ξύλα, δεν ήταν μόνο σύμβολα της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου, μα και προστατευτικά τους μέσα, που θα τους προστάτευαν από τις επιθέσεις των σκυλιών και των παιδιών των άλλων χωριών, που θα επιχειρούσαν να περάσουν το σύνορο του χωριού τους με τη βία.
Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών να τους ανοίξουν. Μ'αυτές θ'ανακάτευαν τη χόβολη της φωτιάς σε κάθε σπίτι, για να πούνε τις ευχές, που θάφερναν πλούτη, ζώα, γεια και "παράδες μίρμιρο", σαν τη στάχτη της φωτιάς.
Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις νιόπαντρες, για να "παιδοκομήσουν" και μ'αυτές θα χτυπούσαν τ'αμπάρια με τα γεννήματα "για νάναι πάντα γεμάτα με μπερικέτια". Γι'αυτό και τις περιποιούνταν. Γι' αυτό και τις έφτιαχναν και δύο κύκλους στα πλάγια με μελάνη, που τους λέγανε "μάτια", αφού πρώτα τις πελεκούσαν με το σκεπάρνι και τις έκαναν στενές μπρος και πίσω και εξογκωμένες στα πλάγια.
Τα ξύλα τούτα τα "τοτεμικά", είχαν και μια ιδιότητα μέσα τους. Την ιδιότητα να μεταδίδουν τη δύναμή τους και τη γερωσύνη τους σ'όλα τα άψυχα και ζωντανά, που αγγίζανε. Γι'αυτό και χτυπούσαν τ'αμπάρια. Γι'αυτό και χτυπούσαν τις νύφες.
Έτσι, σαν μάθαιναν καλά τα τραγούδια τους κι' ετοίμαζαν και τις "ματσούκες" τους, έκαναν και την τελευταία πρόβα το βράδυ της παραμονής και περίμεναν με αγωνία πότε να φτάσουν τα μεσάνυχτα, για να ξεκινήσουν.
Πόσο μεγάλες και πόσο δύσκολα περνούσαν εκείνες οι τελευταίες ώρες! Πόσα όνειρα και πόσες ελπίδες δεν έκλειναν μέσα τους τότε τα παιδιά!
Οι τζιομπαναραίοι, που τα μαντριά τους ήταν μακριά και φοβόνταν μη δεν προφτάσουν να πάνε στο χωριό τη νύχτα, δεν κοιμόνταν καθόλου εκείνο το βράδυ. Η αγωνία δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Πόσο την περίμεναν τούτη τη βραδιά!
Όλο το χρόνο, σκορπισμένα στα κοπάδια και στους λόγγους, δεν είχαν κανέναν να μιλήσουν, παρά μονάχα τα σκυλιά και λίγους ανθρώπους που τυχόν θα συναντούσαν μέσα στο δάσος και στην ερημνιά.
Τώρα, πόσο χαίρονταν που θα ζούσαν μια μέρα στο χωριό με τους δικούς τους και ιδιαίτερα μ'όλα τα παιδιά του χωριού, που έκαναν καιρό ν'ανταμωθούν!
[...]
Στη Σαρακίνα νύχτα-νύχτα, σαν βλέπανε τα τζιομπανόπουλα την πούλια και τ'αλετροπόδια ν'ανεβαίνουν στον ουρανό και καταλάβαιναν πως πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, άρπαζαν τις "ματσούκες", φορούσαν τα "γιακαλιά" ή τα "μαλλιότα" τους και με σηκωμένες τις "κατσιούλες" στο κεφάλι, για να μην κρυώνουν, ξεκινούσαν δυο-δυο, τρία-τρία μεσ' στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας, χωρίς να λογαριάζουν λάσπες, χιόνια και παγωνιές. Κι' ώσπου να ξυπνήσουν τα άλλα, που έμεναν στο χωριό, εκείνα ανέβαιναν στο καμπαναριό και χτυπώντας την καμπάνα και το ξύλινο σήμαντρο, φώναζαν: Κόοοοοολιαντα! Κόοοοοολιαντα και Χριστός γεννιέται!!
Τα παιδιά που έμεναν στο χωριό και φιλοδοξούσαν αυτά πρώτα να χτυπήσουν την καμπάνα, σαν βλέπανε που τους προλάβαιναν οι "αγριοτζιομπαναραίοι", πετάγονταν πάνω, σαν αλαφιασμένα και γκρινιάζοντας τις "μπάμπες" τους, που δεν φρόντισαν να τα ξυπνήσουν πιο νωρίς, έριχναν λίγο νερό στα μάτια και με τις ματσούκες στο χέρι, φώναζαν τ'άλλα παιδιά της γειτονιάς και γρήγορα πήγαιναν στα "χαϊάτια" της εκκλησιάς, εκεί που συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο.
[...] Έτσι, σαν βγάζανε και τον αρχηγό, ξεκινούσαν όλα μαζί για τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας...
Πρώτα θα πήγαιναν στο σπίτι του παπά, ακολουθώντας κι' εδώ την αρχαία συνήθεια "πρώτον από Διός άρχεσθαι".
Ο παπάς, σαν αντιπρόσωπος του Θεού στο χωριό, θεωρούνταν το πιο σεβάσμιο και το πιο ιερό πρόσωπο. Η αρχή έπρεπε να γίνει απ'αυτόν, για να πάρουν την ευχή του και την ευλογία του.[...]

Η παπαδιά, ακούγοντας το τραγούδι και τα χτυπήματα της ξώπορτας, έβγαινε κι' άνοιγε τα παιδιά κρατώντας ένα αναμμένο δαδί στο χέρι κι' ο αρχηγός μπροστά και τ'άλλα κοντά, τραβούσε ίσια στο τζάκι και σκαλίζοντας τη φωτιά με τη ματσούκα του, έλεγε γρήγορα-γρήγορα και φωναχτά:
"Καλημέρα τ'ς αφεντιάς σας! Φέρου γεια, γεροσύνη χαρά! Αμπάρια μι τα στιάρια, βαένια μι κρασί, δερμάτια μι τυρί! Νύφις, γαμπρούς, φουράδις μι τα μπλάρια! Γιλάδις μι τα μ'σκάρια! Γίδις μι τα κατσίκια! Προυβατίνις μι τ'αρνιά! Μάνες μελίσσια! Γρόσια μι του διρμόν! Φλουριά μι του ταψί! Κλουσσαριές μι τα πλιά! Κύρκες, κυρκούλια, γκαβαμάρα στα τουρκούλια, αχώρια τουν Αλή! Προύκα τσιτσιτσί κι' κάτστι καταή!"
"Κάτστι, να κάτσ'ν οι κλουσσαριές", έλεγε τότε η παπαδιά και πήγαινε να φέρει τα "βλιάγματα".
Στο μεταξύ τα παιδιά, κάθονταν κάτω σταυροπόδι και τραγουδούσαν:

[...] Ο παπάς καθισμένος σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι με τις πλάτες ακουμπησμένες στον οίχο, έλυνε τότε τη σακκούλα, που την είχε κραμασμένη μ'ένα σκοινί απ'το λαιμό, όπως συνηθίζαν εκείνα τα χρόνια και κερνούσε τον αρχηγό λέγοντας:
-Άϊντι κι τα χρουνάκια σας! Κι τ' χρόν' νάμαστε καλά!
-Κι τ' χρόοοοοοον'!!! Φώναζαν τότε όλα μαζί τα παιδιά.
Η παπαδιά έφερνε τότε τα "βλιάγματα" σ'έναν δίσκο και τάριχνε στη ντραγατσίκα του αρχηγού ή τάριχνε κάτω στο πάτωμα και τα παιδιά σπρώχνοντας το ένα, το άλλο, τα μάζευαν από κάτω βελάζοντας. Άλλα βέλαζαν σαν αρνιά, άλλα σαν κατσίκια, άλλα μούγκριζαν σαν τα μοσκάρια, άλλα χλιμιντρούσαν σαν τ'άλογα και που και που ακουγόταν κανένα γκάρισμα, κανένα γαύγισμα και κανένα λάλημα πετεινού, για να συμπληρωθεί έτσι ο κύκλος των ζώων του σπιτιού. Γι'αυτό και τα κάστανα, τα καρύδια, τ'αμύγδαλα ή τα ξυλοκέρατα που έδιναν στα παιδιά, τα λέγανε "βλιάγματα" ή"βελαχτάρια" από το βέλεγμα που έκαναν.
Όλα αυτά, καθώς και οι κινήσεις που έκαναν τα παιδιά περπατώντας με τα τέσσερα στο πάτωμα, δεν ήταν, παρά συμβολισμός του πλούτου σε ζώα, κάθε λογίς, που μπορούσε να έχει ένα γεωκτηνοτροφικό σπίτι, όπως ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά. [...]
Έτσι, σαν τελείωναν από το σπίτι του παπά και σηκώνονταν να φύγουν, τραγουδούσαν:

[...] Όπως στο σπίτι του παπά, έτσι έκαναν και στ'άλλα τα σπίτια, μόνο που στο κάθε σπίτι λέγαν το τραγούδι που ταίριαζε.
Αν το σπίτι που πήγαιναν ήταν τσελιγγόσπιτο, τότε τραγουδούσαν:
Σε τούτ' τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστρωμένα,
εδώχουν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια.
Σαν το μελίσσι όντας περνούν, σαν το μελίσσι βάζουν
και σαν το ζερβομέλισσο βάζουνε τα κουδούνια [...]

[...] Αν σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν είτε από ιδιοτροπία είτε από τσιγκουνιά, τότε τα παιδιά του λούζανε για τα καλά με το τραγούδι:

Την ώρα που τα "τρανά τα παιδιά" σκορπούσαν για τα σπίτια τους, την ίδια ώρα ξεκινούσαν και τα μικρά, κάτω των 12 χρονών και πήγαιναν κι' αυτά παρέες-παρέες, με τις ματσούκες στο χέρι και τα σακκούλια κρεμασμένα στον ώμο, "για να κάνουν τα κόλιαντα" τραγουδώντας:
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου..."
[...] Οι νοικοκυρές μοιράζαν και σ'αυτά κάστανα, καρύδια κι' αμύγδαλα και κάτι μικρές "κλούρες", χωρίς τρύπα στη μέση. Τα παιδιά βελάζανε τότε, όπως και τα μεγάλα και τα "βλιάγματα" τα βάζανε στο σακκούλι. Αν οι "κλούρες" ήταν μεγαλύτερες με τρύπα στη μέση, τις λέγανε "κολιαντρίνες" και τις περνούσαν στον "κόλιαντρο", ένα ξυλαράκι ως 15 πόντους μακρύ δεμένο μ'ένα ασπροκόκκινο σκοινί από τη μέση, που τόδεναν από το μπροστινό μέρος του ζωναριού τους και τόριχναν πάνω από τον ώμο στις πλάτες. [...]
Τον "κόλιαντρο" τον ετοίμαζαν κι' αυτόν από νωρίς οι πατεράδες τους, όπως και τις ματσούκες και τον έφτιαχναν, σαν τετράπλευρο ορθογώνιο, που έμοιαζε με μικρό χάρακα. Στη μέση χάραζαν τότε μια "κόκκα" με το μαχαίρι και στις γωνίες έφτιαχναν κάτι μικρές κοκκίτσες, σαν δοντάκια.
Αν ανάμεσα στα μικρά ήταν και κανένα μεγαλύτερο κάπως αγόρι, που έπρεπε να είναι με τα μεγάλα, τότε οι γυναίκες τόπιαναν και το κρεμούσαν τον κόπανο -ένα χοντρό ξύλινο εργαλείο, που μ'αυτό χτυπούσαν τα μάλλινα ρούχα οι γυναίκες στο λάκκο (ρέμα) όταν έπλεναν- και του λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα μ'κρά; Ισύ ίσι για παντριά!
Αν πάλι, ανάμεσα στα μικρά, πήγαινε και κανένα μεγαλούτσικο κάπως κορίτσι και ανακατευόταν με τάγόρια, τότε οι γυναίκες, για να το μαλώσουν, το λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα παιδιά! Ή θέλ'ς να σι κατρανώσουμι!
Καμμιά φορά, τα κατράνωναν κιόλας, βάζοντας λίγη κατράνη στα νύχια και στις παλάμες των χεριών τους.
Το να κατρανώσουν ένα κορίτσι, ήταν μεγάλη προσβολή, γιατί ανακατευόταν με τ'αγόρια, πράγμα που απαγορευόταν, για λόγους τιμής. [...]
Στα Γρεβενά, τα κάλαντα τα λέγαν "κόλιντα" κι'  έπαιρναν μέρος σ'αυτά παιδιά κάτω των 15 χρόνων, σχηματίζοντας μικρές παρέες κατά γειτονιές.

[...] Ευχαριστημένα ύστερα από τα φιλοδωρήματα που τους έδιναν, τραγουδούσαν:
Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Αν όμως σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν, τότε τραγουδούσαν:
Του κασσιδιάρη τ'άλογο στη βατσινιά δεμένο,
τα καλιακούδια το τσιμπούν κι' αυτό μον' καμαρώνει." 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Λήθη vs Μνημοσύνη


"Κι η στυγερή η Έριδα τον Πόνο εγέννησε που βασανίζει, γέννησε και τη Λήθη και τον Λιμό και τα Άλγη τα δακρυόεντα..." (Ησιόδου, Θεογονία 227)
"...αγάπησε την ομορφόμαλλη τη Μνημοσύνη, που απ'αυτήν γεννήθηκαν οι χρυσοστέφανες οι Μούσες οι εννιά, που τους αρέσουν οι γιορτές και η τέρψις του τραγουδιού.." (Ησιόδου Θεογονία 915) 
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Χαίρε, ω Χάρο, χαίρε, ω Χάρο, Χάρο μου χαίρε.
ΧΑΡΟΣ: Ποιός πάει ν'ανασάνει απ'τις φροντίδες κι από τα βάσανα; Ποιός πάει στο λιβάδι της Λήθης; Ποιός όπου κουρεύονται οι γάιδαροι, ποιός στον κόρακα;(Αριστοφάνη Βάτραχοι 186, απόδοση Α.Μελαχρινός)
"Αυτές .. με τον γιο του Κρόνου σμίγοντας εγέννησε στην Πιερία η Μνημοσύνη, δέσποινα στων Ελευθερών τις ακρορράχες- στα βάσανά μας λησμονιά κι ανάπαυσι απ'τις έγνοιες.." (Ησιόδου Θεογονία 54, απόδοση Π.Λεκατσά)
"...αλλά εσύ αυτά έχε στις φρένες σου, μήτε η λήθη να σου τα πάρει, όταν ο μελόγλυκος ύπνος σ'αφήσει..." (Ομήρου Ιλιάς Β33, απόδοση Κ.Δούκα)
"μνημοσύνη τις έπειτα πυρός δήϊο γενέσθω..." ("να θυμηθούμε τότε το καταστρεπτικό πυρ..") (Ομήρου Ιλιάς Θ181, απόδοση Κ.Δούκα)
" στους θνητούς παρέχει λήθη, βλάπτουσα το νου.." (Θέογνις 705)
"Σεις αι θυγατέραις της Μνημοσύνης και του βροντερού Διός, ω ένδοξες Πιερίδες Μούσαι με την Λαμπράν φήμην, σεις εις όσους ανθρώπους παρευρεθήτε είσθε περιπόθητες, πολύμορφες, επειδή γεννάτε την άμεμπτον αρετήν πάσης παιδείας' εσείς τρέφετε την ψυχήν και δίδετε την ορθήν κατεύθυνσιν εις την διανόησιν, και είσθε αι οδηγοί βασίλισσαι του δυνατού νου." (Ορφικοί Ύμνοι, Μουσών, απόδοση Ι.Πασσά) 

"[...] Και αφού όλες οι ψυχές διάλεξαν τους βίους των κατά τη σειρά που έδειχνε ο κλήρος τους, με την ίδια τάξη παρουσιάστηκαν μπροστά στη Λάχεση' εκείνη έδωκε συνοδό στον καθένα το δαίμονα που διάλεξε, για να του χρησιμεύει ως φύλακας στη νέα του ζωή και βοηθός στην εκπλήρωση του προορισμού της εκλογής του. Αυτός οδηγούσε πρώτα την ψυχή προς την Κλωθώ, για να επικυρώση εκείνη την μοίρα, που της έλαχε, με το χέρι της και με μια περιστροφή που έδινε στο περιδινούμενο αδράχτι' αφού ερχόταν σε επαφή με το αδράχτι, την έφερνε έπειτα στο γνέσιμο της Ατροπού κάνοντας έτσι ανέκκλητα όσα είχε κλώσει η Κλωθώ. Και από κει, χωρίς να επιτρέπεται πια να στρέψουν πίσω, πήγαιναν και περνούσαν κάτω από το θρόνο της Ανάγκης, από το ένα μέρος στο άλλο, και, αφού περνούσαν και οι άλλοι, άρχιζαν όλοι να πορεύωνται προς την πεδιάδα της Λήθης μέσ'από φοβερή και πνιγερή ζέστη, γιατί δεν υπήρχε εκεί ούτε δέντρο ούτε τίποτα'απ'όσα φυτρώνουν στη γη. Όταν τέλος βράδυαζε, κατασκήνωναν στις όχθες του ποταμού Αμέλητα, που το νερό του κανένα δοχείο δε μπορεί να το κρατήσει. Κάθε ψυχή ήταν υποχρεωμένη να πιη ωρισμένη ποσότητα απ'αυτό το νερό, μερικοί όμως δεν είχαν αρκετή φρόνηση να συγκρατηθούν και να πιουν περισσότερο' και τότε έχαναν για πάντα κάθε ανάμνηση των προηγουμένων.[...] Και έτσι Γλαύκων, σώθηκε ως εμάς ο μύθος αυτός και δεν εχάθηκε' μπορεί μάλιστα και να μας σώση, αν δώσουμε πίστη σ'αυτόν' και τότε και τον ποταμό της Λήθης θα περάσουμε καλά και την ψυχή μας θα διαφυλάξωμε καθαρή από κάθε μίασμα.[...]"  (Πλάτωνος Πολιτεία 621, απόδοση Ι.Γρυπάρη) 
"Την Μνημοσύνην προσκαλώ, την σύζυγον του Διός, την βασίλισσαν, η οποία εγέννησε τας ιεράς Μούσας, τας οσίας, τας λιγυροφώνους (με την λιγυρή φωνή) πού έχει πάντοτε την μνήμην της έξω από την κακίαν η οποία (κακία) βλάπτει τάς φρένας καί συγκρατεί κάθε νουν των βροτών σύνοικον με τας ψυχάς και αυξάνει τον δυνατόν και ισχυρόν λογισμόν των ανθρώπων είναι γλυκύτατη, αγαπά την αγρυπνίαν υπενθυμίζει τα πάντα περί των οποίων ο καθένας σχηματίζει πάντοτε γνώμιν (αποκτά μνήμην) ούτε παρεκτρέπεται καί διεγείρει εις όλους την σκέψιν.[...]"  (Ορφικοί Ύμνοι, Μνημοσύνης, απόδοση Ι.Πασσά)
"τοσούτον ύπνον και λήθην άπαντας έχειν.."  (Δημοσθένης 320)
"Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λήθη, μια κι αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ'έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα, από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση.Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την α-λήθεια' γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχτούνε θά'χουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουνε γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι."(Πλάτωνος Φαίδρος 275, απόδοση Ι.Θεοδωρακόπουλος)