Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίνδαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίνδαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.


Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!


Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!


Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!


Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:

"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.:  Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, 
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")

Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου... 
Αλίμονο σε μας...



Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..

Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...


Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...

Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει... 

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Ασκληπιός "συν γυναιξί και τέκνοις"...

(Για την Ηπιόνη που μου το ζήτησε...)


Ο Ασκληπιός, θεός της Ιατρικής, γιος του Απόλλωνος και της νύμφης Κορωνίδος, κόρης του Φλεγύου που κατοικούσε στους πρόποδες του Πηλίου, μεγαλωμένος από το σοφό Κένταυρο Χείρωνα, είναι ο διασημότερος θεραπευτής των νόσων που μαστίζουν τους ανθρώπους κατά την αρχαιότητα, κι η δύναμή του φτάνει, μέχρι το να ανασταίνει νεκρούς... Κόρη του φυσικά, η Υγεία..


"Ασκληπιός: Θεός της Ιατρικής λατρευόμενος πανταχού της αρχαίας Ελλάδος. [...]
Πατήρ του είναι οΑπόλλων, όπως είναι πατήρ και του εις πολλά σημεία συγγενικού του Αρισταίου. Μήτηρ του, κατά τη συνηθεστέραν παράδοσιν, είναι η Κορωνίς, μία κόρη του Φλεγύου, η οποία ζη εις το 
Δώτιον πεδίον, παρά τους πρόποδας του Πηλίου. [...] Αυτάς (τα κορώνας) άλλωστε ενθυμίζει και η μήτηρ του Ασκληπιού Κορωνίς με τον όνομά της. Η κορώνη, ως πτηνόν μακρόβιον και ευχαριστούμενον εις τον καθαρό αέρα και τας κορυφάς των βουνών, θεωρείται σύμβολον της υγείας. Πάντως όλη η παράδοσις της γεννήσεως και της λατρείας του Ασκληπιού, περιβάλλον της έχει τα υψώματα, με τας πηγάς, με τα δένδρα, με τον καθαρόν αέρα. Έτσι εφαντάσθησαν οι αρχαίοι τον θεόν της υγείας και της ιάσεως. Και χρόνον της συλλήψεώς του την άνοιξιν. Τότε ερωτεύετο ο Απόλλων. Η Κορωνίς, όμως, "ενώ ήδη είχεν εις τα σπλάχνα της τον καρπόν του έρωτος του φωτεινού θεού, απεφάσισε να υπανδρευθή με ξένον τινά εξ Αρκαδίας, Ίσχυν ονομαζόμενον, και υιόν του Ελάτου", λέγει ο Πίνδαρος, ενώ ο Ησίοδος θεωρεί τον Ελατίδην Ίσχυν Λαπίθην. Έσπευσε τότε ο πάλλευκος Κόραξ, ο συνήθης αγγελειαφόρος του Απόλλωνος, να του φέρη την είδησιν της απιστίας της αγαπημένης του. (Κατά τον Πίνδαρον, ο Απόλλων ο ίδιος την αντιλαμβάνεται με το χάρισμα της μαντικής). Και ο ατυχήσας θεός έδειξε την οργήν του πρώτον εις τον βιαστικόν αυτόν άγγελον των κακών. Τον κατηράσθη να γίνει το πτέρωμά του από λευκού καταμέλανον. Η δε Άρτεμις, αυστηρά πάντοτε εις τα ζητήματα της αγνότητος, ετόξευσε την Κορωνίδα. Επρόκειτο να καή το πτώμα της και είχεν ήδη τεθή επί της πυράς. Το περιέβαλλον αι φλόγες, όταν κατέφθασε ο Απόλλων και απέσπασε από τα σπλάχνα της απίστου μητρός το τέκνον του.



Το έφερε εις το Πήλιον, το παρέδωσεν εις τον Κένταυρον Χείρωνα, τον καλόν εκείνον Δαίμονα, της εις τόσους αρχαίους μύθους υμνηθείσης περιοχής, με τα πλούσια νερά, την ωραίαν βλάστησιν, τον ζωογόνον αέρα.


Και από το αστείρευτον αυτό πνεύμα, που αντλεί την σοφίαν του από την παρατήρησιν της φύσεως και την ρώμην και την ευρωστίαν του από του βουνού το ακένωτον ταμείον της υγείας, διδάσκεται ο Ασκληπιός να θεραπεύη τα νοσήματα και να διατηρή την υγείαν με την γυμναστικήν, την οποίαν του επιβάλλει το κυνήγιον που του διδάσκει ο Χείρων. Ο κυνηγός πρέπει να βαδίζη, να τρέχει, νε είναι ευκίνητος, να ζη εις τον καθαρόν αέρα. [...] Ως κυνηγός λαμβάνει μέρος με όλους τους φημισμένους ήρωας της εποχής του και αυτός, όπως ο Αρισταίος και ο Ακταίων, εις το πολυθρύλητον κυνήγιον του Καλυδωνίου κάπρου.

Αλλ' ως ιατρός δεν περιορίζεται να θεραπεύη τους ασθενείς. Επαναδίδει συχνά την ζωήν εις αποθανόντας, πολλών δε τα ονόματα διέσωσεν η λαϊκή παράδοσις. Με την επέμβασίν του αυτήν δυσαρεστεί τον Πλούτωνα. Και ο Ζεύς όμως δε δέχεται την διατάραξιν της τάξεως του σύμπαντος (Αισχύλου "Αγαμέμνων", 1022)... και αγανακτισμένος τον κεραυνοβολεί. [...]" (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου", Ι. Πασσά)





"
Μα όταν μια φορά χυθεί το μαύρο αίμα στη γη σφαγμένου ανθρώπου, 
ποιός θα μπορούσε πάλι ζωντανόν 
με ξόρκια να τον φέρει πίσω; 
Κι εκείνον που ήξερε την τέχνη 
τους πεθαμένους να ανασταίνει, 
δεν ετιμώρησεν ο Δίας, 
για να μην κάνει άλλο κακό;" 
(Αισχύλου "Αγαμέμνων", 
απόδοση 
Τάσου Ρούσσου) 
Ο Απόλλων, όμως, εξοργισμένος για το θάνατο του αγαπημένου του υιού, σκότωσε με το τόξο του τους Κύκλωπες, που ήταν εκείνοι οι οποίοι είχαν κατασκευάσει τον κεραυνό. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, μάλιστα, για να εξιλεωθεί ο Απόλλων για την πράξη του τούτη, ο Δίας τον πρόσταξε να υπηρετήσει για έναν χρόνο έναν θνητό άνδρα. Έτσι, ο Απόλλων εγκατέλειψε τον Όλυμπο και πήγε στο βασιλιά των Φερών Άδμητο... Αλλά αυτή, είναι μια άλλη ιστορία...




Ο Ασκληπιός, υμνείται από τον Ορφέα, ως ιατρός των πάντων, ως δεσπότης Παιάν."Παιάν, στην κυριολεξία παιήων, ο θεραπευτής, εκείνος που βοηθά. Στον Όμηρο (Ιλ.,V401,899), σήμαινε τον γιατρό των Ολύμπιων θεών, γι'αυτό οι γιατροί ονομάζονταν γιοι του Παιήονος. Αργότερα ήταν επίθετο που χρησιμοποιούσαν για τους θεούς που έδιναν βοήθεια, ιδιαίτερα για τον Απόλλωνα, που επονομαζόταν και Παιάν. Ο παιάν που εμφανίζεται στον Όμηρο (Ιλ.Ι473, ΧΧΙΙ391) συνδέεται αρχικά με τον Απόλλωνα και την αδερφή του Άρτεμη. Ήταν ένα είδος ύμνου που αποτεινόταν στον Απόλλωνα και είτε λεγόταν για την αποφυγή του κακού, ή ήταν ευχαριστήριος ύμνος για τη λύτρωση από κάποιο κακό." ("Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Γιάννη Λάμψα)


Στην Ιλιάδα του Ομήρου, στην εκστρατεία κατά της Τροίας, αναφέρονται ως συμμετέχοντες οι δύο γιοι του, Μαχάων και Ποδαλείριος, κυριότεροι γιατροί του εκστρατευτικού σώματος, που μνημονεύονται ως παίδες άψογου ιατρού. Οπότε, ο Ασκληπιός, δε φαίνεται να παρουσιάζεται σα θεός, αλλά σαν ξακουστός και υπαρκτός ιατρός, μιας γενεάς μεγαλύτερος από εκείνη των ηρώων της Ιλιάδος.:

"Εκείνοι είχαν την Τρίκκη και την κρημνώδη Ιθώμη,
και την Οιχαλία, την πόλη του Ευρύτου από την Οιχαλία,
σ'αυτούς ηγούντο του Ασκλησπιού τα δυο παιδιά,
του αγαθού ιατήρος, ο Ποδαλείριος και ο Μαχάων" (Β730)

"Ταλθύβιε, όσο τάχιστα τον Μαχάονα εδώ κάλεσε,
τον γιο του Ασκληπιού, του αμέμπτου ιατρού" (Δ193)

"Αμέσως στο όχημά του επέβη, και δίπλα του ο Μαχάων
έβαινε, γιος του αμώμου Ασκληπιού του ιατήρος" (Λ517)

(Ομήρου "Ιλιάς", απόδοση Κώστα Δούκα)



Τί σημαίνει, όμως, Ασκληπιός; Ποιά ετυμολογία κρύβεται πίσω από το όνομα του πασίγνωστου θεού της ιατρικής ή, έστω, του πιο ξακουστού ιατρού της αρχαιότητας; Και ποιά η σχέση του με την Υγεία;
Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι "πάντοτε η υγεία συσχετίζετο με τους χυμούς, ο δε θάνατος με την ξηρότητα. Ο "νεκρός" λέγεται "αλίβας", δηλ. ξηρός, άνευ λιβάδος", όπου "λιβάς: είναι η υγρασία, εκ του λείβω που σημαίνει στάζω, ρέω."

"Ασκληπιός είναι αυτός ο οποίος "τα ασκελή ποιεί ήπια".
ασκελής= καταβεβλημένος, "κατεσκληκώς εκ νόσου" -Λουκιανός.
σκέλλω= ξηραίνω, αφαιρώ τους χυμούς (πρβ. σκέλος, σκελετός).
απόσκλημι= είμαι κατάξηρος, στεγνός. - απέσκλη= απέθανε.
[...] "Ασκληπιός, ο μη εών εσκληκέναι, ήτοι ξηραίνεσθαι
και αποθανείν τα σώματα των θεραπευομένων." (Ωρίων)

(από το βιβλίο της Άννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου, "Ο εν τη λέξει λόγος")



Ό Ασκληπιός (εκ του ασκελής και ήπιος), είναι εκείνος που τις "σκληρές"νόσους ήπιες ποιεί. Σύμφωνα με το "Ετυμολογικόν Μέγα" η πρότερη ονομασία του ήταν Ήπιος. Η σύζυγός του, μάλιστα, ονομαζόταν Ηπιόνη κι ήτανε κόρη του Μέροπος, του βασιλιά της Κω. "Η Ηπιόνη εκπροσωπούσε την ήπια ιατρική τέχνη και τη λάτρευαν στα Ασκληπιεία ως ιατρική θεότητα, μαζί με τον σύζυγο, τους γιούς και τις 


κόρες τους. Υπάρχουν νομίσματα με την εικόνα της Ηπιόνης, στα αγάλματα όμως και στα ανάγλυφα εικονίζονται μόνο ο Ασκληπιός και τα παιδιά του." ("Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Γιάννη Λάμψα).


"Δοθέντος ότι ο Ασκληπιός εθεωρείτο ο κατ'εξοχήν "ήπιος" θεός, εμφαίνεται ότι η σύζυγός του αύτη αποτελεί προσωποποίησιν της υποστάσεως αυτου του ιδίου. Εν τούτοις αύτη είναι όλως διάφορως των μυθικών συζύγων του Ασκληπιού, της Ξάνθης, της Λαμπετίας και της Ιππονόης, απεδίδοντο δε εις αυτήν και ωρισμέναι ιδιαίτεραι ιατρικαί δεξιότητες, π.χ. η θεραπεία εσωτερικών του σώματος ασθενιών δια φαρμάκων και μαιευτικά έργα. [...] Εκ της Επιδαύρου διεδόθει η λατρεία αυτής εις Αθήνας. Έκτοτε διεμορφώθη και η γενεαλογία των τριών θυγατέρων αυτής, λεγομένης ιατρικής Τριάδος, αι οποίαι φέρουσι τα ονόματα "Ιασώ, Ακεσώ, Πανάκεια" ' αυταί παρίστανται πολλάκις επί αναγλύφων." (Εγκυκλοπαιδικόν ξελικόν "Ελευθερουδάκη")

(* Σε ορισμένες παραδόσεις, αντί της Ηπιόνης, ως γυναίκα του αναφέρεται η Υγεία.)






Τέκνα του Ασκληπιού και της Ηπιόνης, είναι:

- Η Υγεία: εκ του θέματος ΥΓ- "υγιηρός", σχετικόν με το ομόρριζον "υγρός" ' υγρός, υδρός. Ο εν υγρά καταστάσει, ο "υγριής", είναι υγιής. "Υγίεια εστί ευκρασία των εν ημίν χυμών"... Πάντοτε η υγεία χαρακτηρίζεται ως υγρά, χυμώδης, ενώ η ασθένεια και ο θάνατος έχουν ως κοινόν χαρακτηριστικόν την ξηρότητα, αυχμηρότητα, ακαμψία.



- η Ιασώ: εκ του ιάομαι= θεραπεύω.
- η Ακεσώ: εκ του ακέομαι= θεραπεύω δι' οξέως οργάνου.
- η Πανάκεια: η τα πάντα θεραπεύουσα.
- η Αίγλη: φως ηλίου, δόξα ' εκ του αϊσσω + λίαν. - το "λαμπρόν" της υγείας.
- ο Μαχάων: σχετικόν με το μάχομαι, μαχανά, μάχαιρα, καθ'ότι χειρουργός.
- ο Ποδαλείριος: Εκ του πους + λείριον (=κρινάκι του αγρού). Είχε μονίμως τους πόδας μέσα στα αγριολούλουδα, αναζητώντας φαρμακευτικές ρίζες: "ο ανθηρόπους, ο τα ανθούντα περιοδεύων, ως ιατρός ριζοτόμος".
(Άννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου- "Ο εν τη λέξει λόγος")


Κατά ορισμένες εκδοχές, τα τέκνα του Ασκληπιού είναι περισσότερα:

"[...] τέκνα δι' αυτού εκτός του Μαχάονος και Ποδαλειρίου ήσαν η Ιασώ, η Ακεσώ, η Αίγλη, η Πανάκεια, η Υγιεία, ο Τελεσφόρος (ο εις τέλος φέρων την ίασιν), ο Άκεσις (εκ του ακέομαι, θεραπεύω), ο Ευμαρίων (εν Τιτάνη Ευήμερος), ο Ιανίσκος (εκ του ιώμαι) και Αλεξήνωρ (εκ του αλέξω)." (Εγκυκλοπαιδικό λεξικόν "Ελευθερουδάκη")

Οι δυο γιοί του Ασκληπιού, επιστρέφοντας σώοι από τον Τρωικό πόλεμο, συνέχισαν να ταξιδεύουν, θεραπεύοντας τους ανθρώπους, και, μετά θάνατον, θεοποιήθηκαν, όπως και ο πατέρας του. Ιδρύθηκαν τόποι λατρείας και ίασης, αφιερωμένοι στον Ασκληπιό, που ονομάστηκαν "Ασκληπιεία". Αρχαιότερο Ασκληπιείο θεωρείται εκείνο της Τρίκκας στη Θεσσαλία, ενώ από τα πλέον περίφημα ήταν το παρά τη Επιδαύρω. Εξίσου διάσημο υπήρξε το Ασκληπιείο της Κω, η οποία φημιζόταν για τους Ασκληπιάδες της και ιδιαιτέρως φυσικά, για τον πατέρα της ιατρικής Ιπποκράτη.

Αναφέρεται ακόμη ότι:

"Ζώα ιερά του Ασκληπιού ήσαν ο όφις, όστις συμβολίζει την περιοδικήν ανανέωσιν και είναι έμβλημα της σωφροσύνης, της αληθείας και εφυίας, ο αλέκτωρ, σύμβολο της επαγρυπνίσεως, ο κύων, σύμβολο της πίστεως, της νοημοσύνης και επαγρυπνίσεως και όστις εις τα Ασκληπιεία εθεράπευε λείχων τινάς των νοσούντων, η αιξ η οποία εθήλασε τον Ασκληπιόν και η τρυγών, επειδή τρυγόνες εμυθολογούντο ότι έθρεψαν τον Ασκληπιόν εν τη παιδική του ηλικία." (Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ελευθερουδάκη")