Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

σαν σήμερα, σαν αύριο, σαν χθες..

Σαν σήμερα σκοτώθηκαν τρία παλικάρια του πολεμικού μας ναυτικού, σαν λίγες μέρες πριν δυο Τούρκοι δημοσιογράφοι υπέστειλαν την ελληνική σημαία από τα Ίμια κι ύψωσαν την τουρκική... σαν σήμερα, σαν χθες, σαν αύριο.. και τα δεδομένα άλλαξαν..γκρίζες ζώνες πληγώσανε το γαλάζιο της λευτεριάς.. σαν χθες μια γουρουνοκεφαλή προσευχήθηκε στον αέρα, σαν σήμερα μας κυβερνά, σαν χθες η κυβέρνηση ευχαρίστησε το Αμέρικα, σαν σήμερα ξεπουλάμε σε τιμή ευκαιρίας.. σαν.. σαν.. σαν.. σαν σήμερα όλα τα ξεχάσαμε σαν αύριο δε θέλω να το σκέφτομαι...


Είναι κάτι λέξεις που, θαρρείς, κρύβουν δισεκατομμύρια άλλες στην αγκάλη τους, που θαρρείς κουβαλούν ιστορία αιώνων στη ράχη τους, που θαρρείς πως προσπαθούν να πουν όσα δε χωρούν να ειπωθούν σε μια εκατοστή σκληρόδετους τόμους, να περιγράψουν όσα δεν υπάρχουν λόγια για να εκφραστούν, να ζωγραφίζουν τόσες εικόνες όσες δε βρίσκονται στις πινακοθήκες του κόσμου όλου.. Είναι κάτι λέξεις-σύμβολα.. που δε μπορείς να περιγράψεις την έννοιά τους, μοναχά να τη νιώσεις. Αν δεν έχεις ξεχάσει ν'αφουγκράζεσαι...

Είναι κάτι λέξεις, που όσα λεξικά κι αν ανοίξεις, δε θα τις γνωρίσεις, δε θα μάθεις ποτέ τι σημαίνουν... Θα το μάθεις μονάχα από κείνους που τις χτίσανε με το αίμα τους, από κείνους που τις συντήρησαν με την ψυχή τους, από κείνους που, χωρίς αυτούς, δε θά'χαν τελικά ποτέ υπάρξει..

Τέτοιες λέξεις-σύμβολα, έχουν τη δύναμη ακόμη και να μεταμορφώσουνε ένα κομμάτι πανί, να χωρέσουν σ'αυτό όλη την ιστορία τους, να το ζωντανέψουν πλάθοντας στις ίνες του αθάνατο ιστό απ'όλες εκείνες τις αμέτρητες ψυχές που μόχθησαν για την ύπαρξή τους.. Αν τις ποδοπατήσεις είναι σαν να ποδοπατάς όλες τούτες τις ψυχές, σαν να ποδοπατάς το αέναο έργο τους και την αιώνια πνοή τους...

Ένα τέτοιο σύμβολο είναι κι η Σημαία μας..

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Μας φάγανε λάχανο!

Περί λαχάνων ο λόγος.. Ή να τα πω χόρτα;.. Γιατί εδώ, στο χωριό σε ρωτούν αν"έμασες λάχανα" κι όχι αν "μάζεψες χόρτα". Χόρτα είναι κάθε λογής χορτάρι.. τρώγεται, δεν τρώγεται, ακόμη και το γρασίδι.. λάχανα είναι τα φαγώσιμα. Και πώς τα διακρίνουν από το λάχανο του μανάβη ή του μπαξέ; Ε, αυτό είναι το καρπολάχανο.
Καιρός για λάχανα, λοιπόν, και μιας και τέτοια εποχή ευδοκιμούν "τα μάλα", στους κήπους και στα χωράφια (χμμ.. όχι φυσικά στα ψεκασμένα.. ευτυχώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που χρησιμοποιούν το χορτοκοπτικό, αντί να γεμίζουν τον τόπο δηλητήρια..), πήγαμε να μαζέψουμε. Χόρτα ή λάχανα που μας προσφέρει απλόχερα η μάνα γη και, προς το παρόν, τα βρίσκεις και τζάμπα. Οσονούπω που θα μας τα απαγορεύσουν όλα με τις νέες νομοθεσίες που έρχονται από Αμέρικα (βλέπε, εβραϊκές πολυεθνικές) και κώδικες Αλιμεντάριους και σχετικά, δεν ξέρω τι θα κάνουμε.. αλλά, προς το παρόν, που μας έχουν απαγορεύσει όλα τα υπόλοιπα εκτός από τα λάχανα, ας τα γνωρίσουμε καλύτερα! Γενεές γενεών μεγαλώσανε μ'αυτά, πριν την εποχή των φαστφουντάδικων και των γκουρμέ εστιατορίων, και επιβιώσανε. Τώρα, για το εάν θα επιβιώσουμε εμείς, μη με ρωτάτε...



Στο Αμέρικα, ήδη εφαρμόζεται ο νόμος για τα περίφημα "οικιακά αγροτικά προϊόντα".. σε απλά ελληνικά, απαγορεύεται να φυτεύεις μπαξέ στο κηπάκι σου."Για το καλό μας", φυσικά, για να μας προστατεύσουν.. μην τυχόν και μας πιάσει κανένα κόψιμο, δεν το συζητώ... όχι για τα συμφέροντα της Monsanto και τοναπόλυτο παγκόσμιο έλεγχο νερού και τροφίμων... Έρχεται και σε μας, δεν το γλιτώνουμε.. Όπως απαγορεύονται κι οι ντόπιες ποικιλίες, οι σπόροι των παππούδων μας.. Κι όχι μόνο.. σε λίγο θα μας απαγορεύουν να μαζεύουμε και χαμομήλι.. μη βιάζεστε, σιγά-σιγά.. Ήδη, στας Ευρώπας, από πρώτη του Απρίλη, και πάλι "για το καλό μας" απαγορεύεται να εμπορευόμαστε και να χρησιμοποιούμε όσα βότανα "δεν έχουν κατοχυρωθεί"... και που είσαι ακόμα!
(Σχετικά τα παρακάτω βιντεάκια, προς γνώση και ενημέρωση...)





Επανέρχομαι στα χορταράκια. Τόσα χρόνια, λοιπόν, μάζευα χορταράκια για βραστά, για τσιγαριστά, για ό,τι άλλο. Ομολογώ πως δεν γνώριζα πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να φτιάχνω τα φαγάκια μου. Τώρα που έχω την ευκαιρία να γνωρίσω ακόμη περισσότερα, σκέφτηκα να τα γνωστοποιήσω κι εδώ, αφού τα φωτογράφησα. Αχρείαστα νά'ναι...δύσκολα χρόνια έρχονται και, δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν ξέρουν πια να ξεχωρίσουν έναν ζωχό από ένα γαϊδουράγκαθο...
Μερικά από αυτά, λοιπόν:



χταποδάκι...


σταράκι..


ρικαϊνα



ραδίκι..


πρασουλήθρα..


πετειναράκι...


νεροπικραλήθρα..


μελοζώχαρο..


μελιόκολλα..


μάραθο..


λυκοπατησιά..


λαναράκι..


κοκοσάκι1..


κοκοσάκι2..


καυκαλήθρα..


καρυανός..


ζωχάρια..


γουρουνάκι..


βρούβα..


βρακανίδα..


χοντρομαριόλα...


αγριολάπατα..


αγριοκαυκαλήθρα..


λαγομούστακα..


Κι έτσι, για να χαρεί κι η φίλη μου η Ξανθή , να βάλω και μια συνταγή με χόρτα, μια κλασική συνταγή της πηλιορείτικης κουζίνας.. όχι τίποτα πολύπλοκο ή ιδιαίτερο.. ένα από εκείνα τα απλά, καθημερινά, αλλά νοστιμότατα φαγητά του χωριού..
Χόρτα τσιγαριστά με αυγά!
Θέλουμε:
Χόρτα άγρια, με όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία, μπόλικο μάραθο και πρασουλήθρες που κάνουν τη διαφορά. Τώρα.. στις πόλεις, κομματάκι δύσκολο το σκηνικό, αλλά στην ανάγκη, λίγο πράσο μπορεί να αντικαταστήσει τις πρασουλήθρες, λίγο μπαζί ή, έστω, σπανάκι για ποικιλία στα χόρτα...
Κρεμμυδάκια φρέσκα και ξερά.
Λίγο σκορδάκι.
Λίγο πελτέ ντομάτας.
Αλατοπίπερο.(φρεσκοτριμμένο το πιπεράκι..)
Αυγά (από φυσιολογικές κότες, κατά προτίμηση..)
Λίγο κρασάκι κόκκινο (αυτό είναι δική μου παρέμβαση..)
Ελαιόλαδο και μόνον ελαιόλαδο.
Η διαδικασία απλή. Καθαρίζουμε, πλένουμε καλά και κόβουμε τα χόρτα. Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το λάδι, τσιγαρίζουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι κι ύστερα ρίχνουμε τα χόρτα, ανακατέβοντας διαρκώς ώστε όλα να τσιγαριστούν και λιγουλάκι, προσθέτωντας κάθε τόσο λίγο ελαιόλαδο. Ρίχνουμε και το ψιλοκομμένο σκορδάκι και μπόλικο μάραθο. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο κρασί, πελτέ κι ελάχιστο νεράκι και τα αφήνουμε να ψηθούν. Λίγο πριν τα βγάλουμε από τη φωτιά, σπάμε από πάνω όσα αυγά μάτια χωράνε στην επιφάνεια του φαγητού, καπακώνουμε και περιμένουμε να σφίξουν. Αυτό είναι όλο!



Τώρα, χόρτα τσιγαριστά μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους.. Με κρέας, με σουπιές, με χταποδάκι.. Εγώ, τελευταίως, δοκίμασα να τα φτιάξω με καλαμαράκια, παρ'όλο που δε με ενθουσιάζει γευστικά ο συνδυασμός θαλασσινού και χόρτου. Τσιγάρισα χωριστά τα καλαμάρια με ελάχιστο σκορδάκι, τα έσβησα με κρασί και τα άφησα να σιγοψηθούν προσθέτωντας λίγο πελτέ και βασιλικό κι ύστερα τα πρόσθεσα στα τσιγαριστά χόρτα που σιγοβράζαν. Δεν ήταν καθόλου άσκημο.
Χόρτα, λοιπόν, εκ του "χους+ορτός"- "βγάζει η γη χορτάρι", όπως μας πληροφορεί ηΆννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"), εξ ου και το ρήμα "χορταίνω", αφού"Προ της ευρέσεως των ημέρων τροφών, χόρτοις εκέχρηντο" και "Προς 'χορτασμόν' του ανθρώπου εξήρκει η γη, δια αυτοφυών ριζών και λαχανικών".
Χόρτα ή λάχανα... όπου τα λάχανα, "Τα εις εσκαμμένην γην καλλιεργούμενα λαχανικά, τα κηπευτικά ή αυτοφυή εδώδιμα χόρτα" ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δημητράκου) εκ του ρήματος λαχαίνω= σκάβω, όπουλαχαίνω εκ του "λα+χαίνω=λίαν χαίνει η γη" ("Ο εν τη λέξει λόγος") καιχαίνω=σχηματίζω χάσμα, είμαι ανοιχτός.
Δεν τα λένε όμως έτσι μοναχά οι ντόπιοι εδώ.. ακόμη κι ο Αριστοφάνης ("Θεσμοφοριάζουσαι"456) τα ονομάτιζε λάχανα:








..."γιατί άγρια μας χτύπησε κυράδες μου, όπως μες στ'άγρια χόρτα μεγάλωσε κι αυτός..."  (ο γνωστός του υπαινιγμός για την καταγωγή του Ευριπίδη...).

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Ο Φουντούκος και τ'άλλα αρνάκια...

Μέχρι τώρα, μπορώ να πω ότι είχα παραστεί μονάχα σε γέννα γάτας.. Κι όχι μιας, αρκετών' όχι μονάχα των δικών μου, αλλά και της γειτονιάς πού'νιωθαν πως ασφαλέστερος χώρος απ'την αυλή ή την αποθήκη μου, δεν υπήρχε τριγύρω για να γεννήσουν. Ως και μπροστά στα σκαλοπάτια της εξώπορτας ήρθε μια ετοιμόγεννη να βγάλει στο φως τα μικρά της! Έτυχε μάλιστα να αναλάβω και το ρόλο της μαμής, κάποιες φορές, όπως μια φορά που το μικρό έβγαινε ανάποδα κι είχε σκαλώσει στην έξοδο, όσο κι αν σφάδαζε η μάνα του παλεύοντας να το φέρει στον κόσμο.

Τώρα, λοιπόν, που τα ζωντανά γύρω μου πληθύνανε, αυξήθηκαν και τα γεννητούρια! Και νά'σου τα νεογέννητα αρνάκια να στηλώνονται με πείσμα στα ποδαράκια τους και να αναζητάνε λαίμαργα τη ζωή σε μια φουσκωμένη ρώγα... Μού'κανε εντύπωση το πόσο γρήγορα -σε λίγα μοναχά λεπτά- από μικρά κουβαράκια τυλιγμένα στο σάκο της μάνας τους, σηκώνουν το κεφαλάκι τους, ορθώνουν τ'ανάστημα -σκοντάφτοντας, είναι η αλήθεια, μια-δυό, αλλά χωρίς να πτοούνται- και χώνουν ασυγκράτητα το μουτράκι τους, κάτω απ'το μάλλινο πέπλο της μάνας τους για να κερδίσουν τη μάχη για τη ζωή! Και μιλάμε για πρόβατα.. για μικρά πρόβατα.. Εμείς άραγε.. ορθοποδούμε;..


Ο πρώτος που είδα νά'χει μόλις γεννηθεί, ήταν ο Φουντούκος. Τον βρήκαμε ταϊσμένο και καθαρό να γυροφέρνει εξερευνώντας το στάβλο, έχοντάς τα χαμένα ανάμεσα στα τόσα μεγάλα πρόβατα που τον περιτριγύριζαν κι ενίοτε τον σβαρνίζανε κιόλας... Κι ύστερα, ήταν σαν να μου χαμογελούσε...


Καθένα με το χαρακτήρα του κι αυτά.. Κι ας είναι πρόβατα.. Κι ας πάνε κοπάδι λιγάκι σα χαζά.. πραφ από δω, πραφ από κει, γιούργια στα καναβούρια! Η Πραλίνα, πιο τσαχπίνα απ'όλα! Μα να μην έχει αφήσει προβατίνα χωρίς να της "κλέψει" δυο τζούρες γάλα! Παραμονεύει κι όταν μαζευτούνε να φάνε στο παχνί, χώνεται από κάτω να τις βυζάξει όλες. Αλλιώς δεν την αφήνουνε. Κάθε μια, θέλει μονάχα τα δικά της.


Είναι και μερικά πολύ μικρά, μισά από τα άλλα.. Συνήθως από γέννες τρίδυμες.. Σε τούτα, πολλές φορές δε φτάνει το γάλα της μάνας για να τραφούν, και θέλει να τα ταϊσεις με βυζογυάλι.. άλλες φορές, δε μπορούν κιόλας με το μικρό στοματάκι τους να αρπάξουν την φουσκωμένη θηλή και χρειάζονται βοήθεια... Κάποιοι τσοπάνηδες δεν τα θέλουν αυτά, τά'χουνε για μπελάδες, και ψάχνουν να τα χαρίσουνε ή... εγκαταλελειμμένα τα περιμένει ο μαύρος Χάρος, στημένος στη γωνιά... Ένα τέτοιο μικρό (αχ..δε θα περιγράψω την αγωνία που με έπνιγε μέχρι το αίσιο τέλος..) σώσαμε την περασμένη Κυριακή. Και τώρα, ολοζώντανο σα λιλιπούτειο θηριάκι, τρέχει και χοροπηδά, παρέα με τα συνομήλικά του...

Πρόβατο, λοιπόν, εκ του "προ+βαίνω". "Προβαίνει αναζητώντας την τροφή του: "προβαίνει τηι βοσκήι". Το σύνολο των προβάτων αποκαλείται ποίμνιον εκ της πόας ή ποίας =χλόης. (Ενώ αγέλη λεγεται επί βοών' η βους=η αγελάς). Το βέλασμα του προβάτου αποκαλείται βληχή, εξ ου και οι ποιμένες οι επονομασθέντες "Βλήχοι" ή Βλάχοι.", μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει Λόγος")

Κριάρια λέγονται, φυσικά, τ'αρσενικά. Είναι υποκοριστικό του "κριός". Κριός είναι ο εξέχων του ποιμνίου (όπως μας αναφέρει και το "Ετυμολογικόν Μέγα" παρακάτω), με αρκετές ακόμα έννοιες, όπως τον πολιορκιτικό κριό, είδος πλοίου αλλά και ρεβυθιού (και μην ξεχνάμε τον Αστερισμό...). Κάποιοι τον ετυμολογούν από το κέρας, κέρατα (δηλ. κέρας- κεριός- κριός), ο Ηρωδιανός από το "κεκρίσθαι τας τρίχας", επειδή διαφέρουν οι τρίχες του από των άλλων...




Αμνός είναι το μικρό πρόβατο, το άνευ μένους, δύναμης. Σημειώνει η Άννα Τζιροπούλου: αμνός= μικρό πρόβατον άνευ μένους, με μαλακή τρίχα (καθώς μνούς, μνούδη=χνούδι και μνοιός=απαλός). Γράφει το "Ετυμολογικό Μέγα": "αμνοί, πρόβατα τα μικρά, παρά το μένος μετά του στερητικού α, άμενος και συγκοπή αμνός' οιονεί ο αδύναμος."

Ενώ η λέξη αρνί, προέρχεται από το αρήν, αρνός που ετυμολογείται εκ του αρά= ευχή, καθ'ότι εθυσιάζετο κατά τας αράς και τελετάς: "το επιτήδειον εις ευχήν πρόβατον".(Ε.Μ)

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!

"Μια Κεφαλονίτικη παροιμία λέει:
"Όταν περνάς από του κουμπάρου σου το σπίτι, χαιρέτα κι ας μην είναι κανείς' στην πόρτα κάθεται ο Άι-Γιάννης.""
μας πληροφορεί ο Δημήτρης Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης"), μιλώντας για την ιδιαίτερη λαογραφική ιδιότητα του αγίου Ιωάννου του βαπτιστή, ως προστάτη των βαφτισιών και της κουμπαριάς. Και συνεχίζει:
"Τον "καλό" κουμπάρο-ανάδοχο των παιδιών τους, οι οικογένειες τον διαλέγουν συνήθως να είναι σε κάποιο ανώτερο από το δικό τους πνευματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, οπότε και τον κρατούν, να ξαναγίνει "κουμπάρος" και στα στεφανώματα. ("Όπου έβαλε το λάδι, να βάλει και το κλήμα.") [...]
Στη Θεσσαλία: Πάνε όλοι, το πρωί, στη λειτουργία για να τιμήσουν τον άι-Γιάννη, εκείνον δε που θ'αργοπορήσει, τον παίρνουν στο τέλος και τον βράχουν στη βρύση ή στο ποτάμι, για τιμωρία, παρ'όλο το κρύο (βαφτίσι κανονικό).
Στην Ανατολ.Θράκη: Βρέχονται αναμεταξύ τους οι χωρικοί όλη μέρα βουτώντας κλαδιά στο νερό (αναβλαστική βάφτιση) ή και ρίχνοντας ο ένας στον άλλον στο νερό, ιδιαίτερα τους νιόγαμπρους.
Οι νονοί έφερναν, πιο πολύ σήμερα, στους αναδεκτούς, τα δώρα της Πρωτοχρονιάς, ιδιαίτερα στα νήπια, που δεν περίμεναν παιγνίδια, αλλά ρουχαλάκια κι "ασημώματα".
Εκκλησίες του αγίου Ιωάννου είναι συχνές, που για να ξεχωρίζουν λέγονται του "Προδρόμου". (Ιστορικά εθιμική φέρεται η εκκλησία του Προδρόμου στο παλιό Καταφύγιο του Ολύμπου, όπου ήδη από το 1888, μας περιγράφεται το έθιμο, να γυρίζουν οι εορταστές ("Προδρομίτες") στα σπίτια σαν καλαντιστές-κουμπάροι, και να εύχονται στην οικογένεια τα πιο δυνατά παινέματα. Το ίδιο συνεχίζουν σήμερα -για φιλανθρωπικούς ή κοινωφελείς σκοπούς- οι Καταφυγιώτες που ζουν στην Κατερίνη)."
Σχετικά, μάλιστα, με το έθιμο των "Προδρομιτών", μας πληροφορεί και στο διαδίκτυο η καθημερινή εφημερίδα της Πιερίας (http://www.eptanews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1095:----lr&catid=46:culture&Itemid=56):
"Το έθιμο των «Προδρομιτών», που προέρχεται από την ιδιαίτερη πατρίδα των Καταφυγιωτών που ζουν στην Κατερίνη και ανάγεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, αναβίωσε το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης, ανήμερα του εορτασμού του Αγίου Ιωάννη, η Μορφωτική Ένωση Καταφυγιωτών, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Κατερίνης.
Στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής τυραννίας οι Έλληνες συνεχώς έψαχναν τρόπους οργάνωσης και αντίδρασης εναντίων τους, ένας από αυτούς ήταν και οι Προδρομίτες. Το όνομα «Προδρομίτες» δόθηκε στο έθιμο από την εορτάζουσα ημέρα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έντεχνα ο λαός συμπλέκει την εορτή του Αγίου από χριστιανικής πλευράς και από εθνικής τα προδρόμια της Ελληνικής επανάστασης.
Την οργάνωσή τους την αναλάμβανε πάντα η εκκλησία για ασφάλεια και με το τέλος της Θείας Λειτουργίας οι ιερείς ευλογούσαν τους Προδρομίτες, τους χώριζαν σε τρεις ή τέσσερις ομάδες όσες και οι συνοικίες (μαχαλάδες) του χωριού και ξεκινούσαν αρχίζοντας γεμάτοι ζωντάνια τα προδρομίτικα τραγούδια σκορπίζοντας χαρά και κέφι σε όλο το χωριό.
Οι μικρότεροι σε ηλικία είχαν μαζί τους «τροβάδες» για τα διάφορα πεσκέσια όπως καρύδια, σταφίδες, λεφτοκάρια, στραγάλια (μπουμπουλάκια) και άλλα και την «γκιούμα» για το κρασί και το τσίπουρο που τους προσφερόταν. Σε κάθε σπίτι, αφού γίνονταν τα σχετικά κεράσματα, τελευταίο δίνονταν και το χρηματικό ποσό, ανάλογα βέβαια με τη δυνατότητα της κάθε νοικοκυράς. Τα χρήματα παραδίδονταν στην εκκλησιαστική επιτροπή όπου τα χώριζε σε τρία μέρη, το πρώτο δίδονταν στον ένοπλο εθνικό αγώνα, το δεύτερο για τις ανάγκες του κρυφού σχολειού και το τρίτο για διάφορα έργα κοινωνικής ωφέλειας.
Στο τέλος της ημέρας όλοι οι Προδρομίτες στην τοποθεσία «μπασαρά» άνοιγαν πρώτοι το μεγάλο χορό και ακολουθούσαν όλοι οι κάτοικοι πιασμένοι χέρι-χέρι τραγουδώντας. Το τσίπουρο και το κρασί που μάζευαν όλη μέρα το κερνούσαν σε όλους τους παρευρισκόμενους, που ήταν όλο το χωριό, θεωρούνταν δε ο χορός, ως πιο επίσημος καταφυγιώτικος.
Προς το τέλος του χορού, εμφανίζονταν στη μέση, η εκκλησιαστική επιτροπή κρατώντας αρμαθιές ξερών σύκων τις οποίες περνούσαν στο λαιμό του κάθε Προδρομίτη ως αμοιβή-έπαθλο. Η προτίμηση της χρήσης του σύκου είχε και αυτή το συμβολισμό της, το ξερό περίβλημα του συμβόλιζε την αιμοχαρή στυγνή Οθωμανική αυτοκρατορία, τα δε εκατοντάδες σπορίδια, τους σκλαβωμένους Έλληνες που μάχονταν από τα βαθιά σκοτάδια να αποτινάξουν τη σκληρή σκλαβιά τους."

Ενδιαφέροντα έθιμα για τη μέρα τούτη, καταγράφει κι ο μεγάλος λαογράφος μαςΓεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"Στη Θράκη οι χωρικοί από το πρωί τριγυρνούσαν κατά ομάδες στα χωριά τους κρατώντας δοχεία με νερό, όπου βύθιζαν κλωνάρια δέντρων και έβρεχαν ο ένας τον άλλον με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να βρέχονται ολόκληροι. Το είχαν έθιμο "για το καλό του χρόνου". Στην Αγχίαλο:





Άλλα έθιμα έχουν ως βάση τους την αντίληψη για την τιμή την οποία αξιώθηκε ο Πρόδρομος, να βαπτίσει το Χριστό. Π.χ. στη Στενήμαχο "ο παπάς που πήγαινε να ευχηθεί στα σπίτια, όπου υπήρχε παιδί αγόρι, το σήκωνε με τα χέρια του και έλεγε: "άξιος! άξιος!" δηλαδή να γίνεις άξιος, όπως ο Βαπτιστής Ιωάννης, που αξιώθηκε να βαπτίσει το Χριστό. Αλλού το αξίωμα το κάμνουν παιδιά που γυρίζουν στα σπίτια μ'ένα σκαμνί."
Σε μερικούς τόπους για να τιμήσουν τον άγιο, κάνουν πανηγύρι, κατά τη διάρκεια του οποίου σφάζεται ένα βόδι και ακολουθεί συνεστίαση (λήμνος). Αλλού υπάρχει η συνήθεια στο τέλος της λειτουργίας να κόβεται στο νάρθηκα της εκκλησίας μια πίτα και να μοιράζουν τα κομμάτια σε όλους τους χωριανούς;. Στα χωριά όμως της Ρόδου, έχουμε συμπόσιο και διασκέδαση παιδιών. Έτσι στο χωριό Κρεμαστή "του αγίου Ιωάννου του Βαφτιστή το βράδυ μαζεύονται σε διάφορα σπίτια χωριστά τ'αγόρια και χωριστά τα κορίτσια και κάμνουν το "ρουφενέ"' αγοράζουν με έρανο μεζέδες, κρασί και διασκεδάζουν όλη τη νύχτα εκείνη τρώγοντας και πίνοντας. Δεν επιτρέπεται να μπει κανένας μεγάλος σε όποιο σπίτι γίνεται ο ρουφενές."
Ως συνέχεια των αγερμών του δωδεκαημέρου πρέπει να θεωρηθεί το έθιμο των Λακκοβικίων της Ανατ.Μακεδονίας, όπου την ημέρα του αγίου Ιωάννη "ομάς ανδρών, οι λεγόμενοι Παμπόγεροι, ενδύεται παλιόρουχα, κρεμά κώδωνας και παν άλλον δυνάμενον να εμποιήση τρόμον εις τους λοιπούς ανθρώπους και περιέρχεται ανά τας οδούς και οικίας, οπόθεν λαμβάνει χρήματα.""
Γράφει ο Γιώργος Ρούκαλης σχετικά στο "έθνος"(http://www.ethnos.gr/general2.asp?catid=13175&subid=20110&pubid=9600974):
"Μπαμπόγεροι, Μπουμπουσιάρια και Αράπηδες Την ημέρα της Σύναξης του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου σε πολλά χωριά της Μακεδονίας (ιδιαίτερα στον Νομό Δράμας), παρατηρείται ένα έθιμο ανάλογο με τις τελετές του καρναβαλιού, οι οποίες αργότερα επικράτησαν και σε παράλιες πόλεις και στα νησιά του Αιγαίου.
Ομάδες ανδρών, ντυμένοι με παλιά ρούχα ή δέρματα γίδας και περιζωσμένοι με αλυσίδες κουδουνιών γυρίζουν στους δρόμους κάνοντας έναν τρομακτικό θόρυβο και επιβάλλοντας εκβιαστικά συλλογή χρημάτων ή ειδών. Αυτοί οι μασκαράδες ονομάζονται Μπαμπόγεροι.
[..] 
Η Νικήσιανη είναι η έδρα του Δήμου Παγγαίου και βρίσκεται στον Νομό Καβάλας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 350 μ. στις Βορειοανατολικές παρυφές του Παγγαίου. Μεταξύ των πολλών εθίμων και των εκδηλώσεων του «Πολιτιστικού Αυγούστου» είναι και το έθιμο των Αράπηδων (ο σύλλογος «Ο Αράπης» συμμετείχε στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας).
Το έθιμο των Αράπηδων είναι από τα πιο σημαντικά στον βαλκανικό χώρο. Γίνεται προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη, ανήμερα της γιορτής του, στο τέλος του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Αναπαριστά τη μάχη της ζωής με τον θάνατο.
Παλικάρια και παιδιά, ντυμένα με προβιές και ζωσμένα με βαριά κουδούνια, τα «τσάνια», βγαίνουν από τα σοκάκια του χωριού και με τον εκκωφαντικό θόρυβο των κουδουνιών ξορκίζουν το κακό και φέρνουν το αισιόδοξο μήνυμα της ζωής.
Η προέλευση του εθίμου χάνεται μέσα στους αιώνες, αφού το Παγγαίο ήταν η κατοικία του θεού Διόνυσου."
Χρόνια πολλά!