Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Χριστούγεννα στη σπηλιά - Φώτη Κόντογλου


του Φώτη Κόντογλου...









( *"Διηγήματα των Χριστουγέννων", Καρκαβίτσας- Μωραϊτίδης- Κόντογλου- Παπαδιαμάντης, εκδόσεις: Αρμός, εικονογράφηση: Γιώργος Κόρδης)


Καλά, ευλογημένα Χριστούγεννα!!!

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Τα λιοπερίβολα των Αγίων Αναργύρων....


Γλυκιά βραδιά, γλυκιά κούραση και φορώντας ακόμη τα ρούχα της δουλειάς μη και χάσω τη λιγοστή ενέργεια που μου απομένει παλεύω να συγκεντρώσω τις σημερινές εικόνες σε λέξεις, μπας κι αποτυπώσω τα χρώματα της μέρας στην ψυχρή οθόνη.... Χρώματα λαδιά, πράσινα και καφετιά... χρώματα της ελιάς, της γης, των ζωντανών, κι ύστερα των καντηλιών που αχνοφέγγουν στο σκοτάδι...


Λιγοστές οι ελιές, λιγοστό το μαξούλι φέτος στα χωριά μας, για λίγους τυχερούς που θα πουλήσουν λάδι σε τιμές πρωτόγνωρες. Ή, όπως, είπε κι η μάνα μου σε κάποιον που παραπονέθηκε πως φέτος με τέτοιες τιμές είχε ελάχιστη σοδειά, "Φροντίζει ο Θεός... φέτος που δεν έχεις μαξούλι νά'χει τιμή το λάδι για να τα βγάλετε πέρα..."  Να δούμε, βέβαια, πώς θα τα βγάλουμε γενικότερα πέρα...


Στα πρώτα δένδρα λιγοστός ο καρπός, τόσο που καθώς γυρνοβολούσα
 να μαζέψω ό,τι έπεφτε καταγής, μέχρι να γεμίσουν τα πανιά, ένιωθα σαν ν'ακολουθώ τα χνάρια του Κοντορεβυθούλη...Κι όμως, παρακάτω, νά'σου και κλαδιά να λυγάνε απ'τον καρπό: "Καλέ τούτες, είναι φορτωμένες! Αντώνηηη δες εδώ!" Και μια οι αρίλογες, μια οι φορτωμένες, μια να καθαρίσουν τα πανιά και μια να μαζευτεί η φρέσκια πεσιά... μας έπιασε η νύχτα... 


Τα πουλιά κουρνιάσανε, τα τιτιβίσματα λιγόστεψαν, τα γιδοπρόβατα που σεργιανίζανε ν'αρπάξουν τα τρυφερά λιόφυλλα φύγαν για το μαντρί τους κι εμείς φορτώναμε κλούβες στο αγροτικό καθώς το σκοτάδι άπλωνε το πέπλο του στο περιβόλι. Η νύχτα γλυκιά, σχεδόν καλοκαιρινή, να σε ξεγελά. Πρώτη χρονιά με φωνάζουν για ελιές τόσο νωρίς. Είναι, βλέπεις, λιγοστές και πρέπει να τις προλάβουμε πριν πέσουν στη γη και δεν απομείνει τίποτα...


Καληνυχτηθήκαμε. Εκείνοι θα πήγαιναν στο καλύβι να ξεφορτώσουν... Μα, τί όμορφη βραδιά! Κι αυτή η γλυκιά κούραση του σώματος, όταν το μυαλό έχει καθαρίσει από τη σκαρταδούρα με το φως του καταγάλανου ουρανού, με τα κελαρύσματα των πουλιών και το ρυθμικό, υπόκωφο χτύπο του λούρου... Και, να, συναπαντήθηκα με το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων. Ανάμεσα στα λιοπερίβολα, κρυμμένο μες στη σκοτεινιά... "Γιορτάζουν απόψε" σκέφτηκα και μου κακοφάνηκε το τόσο σκοτάδι. Θυμήθηκα εκείνα τα λόγια του Αντώνη πέρσι το χειμώνα, παραμονές Χριστουγέννων:
"Ευλογημένο το δέντρο της ελιάς. Θέλω να πιστεύω πως είμαστε κι εμείς που ασχολούμαστε μ'αυτά. Χθες, Ολγίτσα μου, βράδυ ήταν, φεύγοντας από το καλύβι σταθήκαμε στους Αγίους Αναργύρους ν'ανάψουμε τα καντηλάκια και να κάνουμε το σταυρό μας... Ήταν μαγικά... Ουρανός με αστέρια και σύννεφα ανάμεικτα, χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα υγρή και γαλήνια, το εκκλησάκι μικρό κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το χωριό καθισμένο στην πλαγιά του βουνού φωταγωγημένο, το ρολόι να χτυπά μες στη νύχτα επτά και το εκκλησάκι να φωτίζεται με τα αναμμένα καντηλάκια του μέσα στο Χριστουγεννιάτικο βράδυ, Φαντάζεσαι Ολγίτσα μου ...αγρυπνία... με χριστουγεννιάτικες καταβασιές... πόσο ωραία εορταστική ατμόσφαιρα θα δημιουργούσαν; Και μετά να κοινωνούσαμε και μετά στο καλύβι κοντά στο τζάκι για κρασόζουπα και ελιές πατσαστές...!"
Κοντοστάθηκα. Τηλεφώνησα στον Αντώνη: "Εσύ θα ξέρεις, που είναι το κλειδί ν'ανάψω ένα καντήλι;" "Γύρνα πίσω, να σου δώσω και λάδι!"



Βρεθήκαμε να πίνουμε από ένα τσιπουράκι στην αυλή του καλυβιού, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δένδρα. Κι ύστερα όλοι μαζί, φεύγοντας, ν'ανάψουμε τα καντηλάκια σ'τσΑγιανάργυροι που γιορτάζανε απόψε... Κι αύριο, δυστυχώς, δε θα λειτουργηθούν. Γιατί, λέει ο παπάς, κόσμος δε μαζεύεται... Τουλάχιστον να μην νομίζουν πως όλοι τους ξεχάσαμε... και πως μοναχά τους θυμόμαστε όποτε έχουμε κάποια ανάγκη...



Κλειδώσαμε. Από το μικρό παραθύρι αχνοφέγγιζαν οι φλογίτσες από τα φυτίλια... Μας καληνύχτιζαν μ'ένα τρεμάμενο φως, θαρρείς και χαμογελούσαν στα κρυφά, χαρίζοντάς μας μια ζεστή θαλπωρή στην ψυχή μας... Τ'αποχαιρετήσαμε συνωμοτικά, τ'αφήσαμε να πανηγυρίσουν μονάχα στη τόση γαλήνη τούτης της βραδιάς, χωρίς ανθρώπινες παραφωνίες, τους αγίους που τόσα χρόνια πιστά διακονούνε...


Χρόνια πολλά κι ευλογημένα...

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

καταιγίδα... (ή, στην Παναγιά τη Λαμπηδόνα)

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κατήφορος:

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. 'Ισα που προλαβαίναμε να φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει για τα καλά. Και δε γνωρίζαμε καν αν είχε απομείνει μονοπάτι ή κάτι που να μοιάζει με αυτό μετά από τόση καταστροφή. Η τόση θλίψη των ημερών έπρεπε, θαρρείς, κάπως να κατανικηθεί έστω με την αύξηση της αδρεναλίνης! Αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπήκαμε στη διαδικασία. 

Τελικά, παρόλες τις βαθιές αυλακιές απ'το ορμητικό νερό και τις κατολισθήσεις σε κάποια σημεία, ήταν σχετικά βατό. Απλά σε συνδυασμό με τον απότομο κατήφορο και τη σκοτεινιά ο βαθμός δυσκολίας μεγάλωνε κι η αίσθηση πως κινδυνεύεις να γλυστρίσεις στο πουθενά προκαλούσε μια εσωτερική αναταραχή. 

Ανήφορος: 

Νύχτωσε. Ανηφορίζαμε σχεδόν στα τυφλά. Γρήγορα, πριν μας καταπιεί εντελώς το σκοτάδι. Χαλαρά, όμως, και κουβεντιάζοντας. Στον ανήφορο δεν κινδύνευες να γκρεμοτσακιστείς! Κι ας θεωρείται πιο κοπιαστικός. Συλλογιζόμουν την ανατομία μας, την κλίση των μελών μας στο περπάτημα... Ναι, είμαστε πλασμένοι για ανηφόρες! Η ίδια η φύση μας το μαρτυρά! Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για ν'ανηφορίζει. Είναι ουσιαστικά κατασκευασμένος να ακολουθεί δρόμο ανηφορικό. Πώς δεν το έχουμε αντιληφθεί; Στον κατήφορο χάνει την ισορροπία του κι αγωνιά, κινδυνεύει... να τσακιστεί, να κατρακυλήσει, νά'χει μια πορεία γεμάτη ταραχή, να χάσει την ψυχή του...


"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι".... (Μαρκ.8,34)

Πόσο παράλογο ν'αντέξεις πια; Επήλθε κορεσμός. Σαν τούτο τον κορεσμό της γης μετά από τη συνεχόμενη καταιγίδα. Και σφουγγάρι νά'ταν, θα ξερνούσε νερό. Έτσι κι η ψυχή δεν το χωράει τόσο παράλογο! Γιατί παντού, μα παντού κυριαρχεί μια τρέλα, μια παράνοια, μια διαστρέβλωση των πάντων, μια παραμορφωμένη εικόνα, ένας αποσυντονισμός, ένα ψέμα, μια αηδία, ένα χάος... που σου επιβάλλουν βίαια να αποδεχτείς, να ζήσεις μέσα σ'αυτό: να το καταπιείς και να το χωνέψεις αμάσητο, μάλιστα! Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες δε γίνονται δεκτές. Αν αντιδράσεις μαστιγώνεσαι ή λοιδορείσαι άγρια και γελοιοποιείσαι βασανιστικά. Πρέπει απαρεγκλίτως να αποδεχτείς το επίσημο αφήγημα, την πραγματικότητα/κανονικότητα που σου σερβίρουν. Τί επιλέγεις;

"ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου"
(Μαρκ.8,15)

Πολλοί καταπίνουν τούτο τον παρανοϊκό αχταρμά που τους σερβίρουν ως πραγματικότητα, νομίζοντας ίσως πως μόνον έτσι θα επιβιώσουν και θα ανταπεξέλθουν στις συνθήκες, με αποτέλεσμα τον κορεσμό της ψυχής τους από "παρά φύσιν" χαοτικό υλικό το οποίο, εν συνεχεία, αναγκαστικά αρχίζει να "ξερνάει" και να αναπαράγει αυτή η ίδια. Όμως η πάλη για επιβίωση με τούτο τον τρόπο οδηγεί μαθηματικά σε "βίο αβίωτο" και για τους ίδιους και για τους διπλανούς. Και σε σίγουρο βασανιστικό μελλοντικό πνιγμό.  Κάποιοι λίγοι μπόρεσαν κι έστησαν κάποια αναχώματα ώστε να μην τους πάρουν σβάρνα τα ορμητικά λασπόνερα, αλλά αυτοί συνήθως σιωπούν για να προφυλαχτούν, μην αντέχοντας να ανοίξουν μια πιθανή δίοδο κινδύνου. Είναι, βλέπεις, κι αυτοί στα όρια του κορεσμού, λίγο πριν ξεπεραστεί η κρίσιμη στάθμη. Κι ελάχιστοι, όπως πάντα, παλεύουν να κολυμπήσουν μέσα σε τούτα λύματα προσπαθώντας ν'αναπνεύσουν ουρανό, για να χτίσουν αναχώματα για τους γειτόνους τους, για να πετάξουν παραδίπλα λέμβους σωτηρίας. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με τούτους φροντίζουν να ανακατεύονται κι οι διάφοροι μασκοφορεμένοι σατανάδες του αφηγήματος καθώς και ουκ ολίγοι μη σκεπτόμενοι φανατισμένοι γραφικοί, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση, να τους καταστήσουν δυσδιάκριτους και να τους απομονώσουν...

"Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών —
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο..."

"ἀλλ᾿ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον
δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ,
ὅν ποτ᾿ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς
ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥ᾿ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν."
(Οδύσσεια θ492)

Πήραμε τον κατήφορο... κι όχι μόνο τούτο! Κι εκεί που κάνεις στροφή ν'αλλάξεις κατεύθυνση, κάποιος θα κατρακυλήσει καταπάνω σου να σε πάρει αντάμα! 

Κι αν μέχρι τώρα κατοικούσαμε δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα (βλέπε: το σπήλαιο και οι δεσμώτες - πάντα επίκαιρο!), τώρα, όχι μόνο δε βγήκαμε στο φως, αλλά οδεύουμε σε μια μορφή ανθρωπότητας που περιέγραφε κάλλιστα ο Αισχύλος με τα λόγια του Προμηθέα: "νήπιοι όντας το πριν, νου τους έδωσα και ικανότητα να το χρησιμοποιήσουν..... εκείνοι πρώτα , ενώ έβλεπαν, μάταια έβλεπαν κι ενώ άκουγαν, δεν άκουγαν. Αλλά με ονείρων μορφές όμοιοι στο μακρύ τους βίο όλα τά'χαν ανακατεμένα...."

"ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.[...]
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα..."
("Προμηθεύς Δεσμώτης", 443-4 &447-50)

Καταιγίδα....
Τα νερά παρέσυραν στα χαμηλά όλες τις αμαρτίες μας! Κι έγινε ένας βόρβορος... πώς να σωθείς; Τα υψώματα κατακρημνίστηκαν κι οι κάμποι γέμισαν πτώματα κι αποκαϊδια... Πόσος πόνος, πόση θλίψη... οι λέξεις ηχούν τόσο πάμφτωχες να περιγράψουν την πραγματικότητα, ή να φωτογραφίσουν το συναίσθημα... Αληθινή τραγωδία.. 

Κι όμως, καθώς περπατούσα παρατηρούσα πόσο άστραψε το αυλάκι κι οι πέτρες του καλντεριμιού μετά από τους χειμάρρους που ξεχύθηκαν παντού επί εικοσιτετράωρα, πώς φάνηκε λαμπερό στο βάθος το πλακόστρωτο στη γειτονική ρεματιά που η μανία του νερού κατάπιε τους όχθους κι άφησε τις κολώνες των τηλεπικοινωνιών μετέωρες, πώς έλαμψε κάθε ύψωμα, ενώ πνίγηκε στις λάσπες κάθε χαμήλωμα της γης... Τα ορεινά χωριά γκρεμίστηκαν και ξεπλύθηκαν, τα παραλιακά βουλιάξαν στα λασπόνερα. Κι εμείς; 


Αφού πέρασε το σοκ των πρώτων ημερών για όσα συμβαίνουν γύρω μας, παραμονή του Σταυρού, ακολουθώντας ένα τσακισμένο οδικό δίκτυο φτάσαμε στην πρώτη από τις λίγες, πλέον, προσβάσιμες -προφανώς μετά προσοχής- παραλίες του Αιγαίου, αναζητώντας την ύστερη εικόνα. Κορμοί κάθε λογής και μεγέθους σχημάτιζαν παντού σωρούς. Ο χείμαρρος είχε κατεβάσει ολόκληρα δέντρα, μαζί με πέτρες που απλώθηκαν και μετακίνησαν τα όρια του αιγιαλού, με τη θάλασσα να οπισθοχωρεί και την παραλία να διπλασιάζεται! Οι κορμοί γδαρμένοι, ξεφλουδισμένοι, λειασμένοι, τρυφεροί... νεκρά κούτσουρα που είχαν επανέλθει, θαρρείς, στη βρεφική φρεσκάδα τους! Και τούτα τα νερά! Πόσο καταγάλανα! Πού χάθηκε όλη η λασπουριά πού'χαν καταπιεί; Πότε πρόλαβαν να αλλάξουν οι καφετιές εικόνες των προηγούμενων ημερών και να κερδίσουν ξανά το γαλάζιο του ουρανού; Πόσο λεύτερη ν'αναγεννηθεί η θάλασσα, πόσο τραγικά υποδουλωμένη στη μοίρα της η λίμνη, τελικά.... Εσένα η ψυχή σου τί νερά κουβαλά;



Λίγο πιο πάνω έστεκε αγέρωχο το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμπηδόνας.

Οι μελωδικές φωνές από τις μοναχές που έψαλλαν τον Εσπερινό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έφτασαν μέχρι τα αυτιά μας. Ανηφορίζοντας και πάλι, μια στάση εδώ, για την Παναγιά, το Σταυρό και λίγο μοσχοβολιστό θυμίαμα τριαντάφυλλο... Για μιαν ανάσα απ'τον ουρανό.... μακριά από το παραλήρημα του άρχοντα του κόσμου τούτου...


"Κατοικούσαν μες στη γη σα μικροσκοπικοί μέρμηγκες στους μυχούς ανήλιαγων σπηλαίων. Για αυτούς δεν υπήρχε ένδειξη χειμώνα, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε καρπερού καλοκαιριού, αλλά χωρίς κρίση το παν έπρατταν...", συνεχίζει ο μεγάλος Αισχύλος, μιλώντας για την ανθρωπότητα...

"... κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον..."
(Προμηθεύς Δεσμώτης, 452-7)

Καλό φθινόπωρο, καλή δύναμη και φώτιση για όσα μύρια έπονται... 

   Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
        Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
(Οδυσσέας Ελύτης,  Αξιον Εστί- Ψαλμός Z)

Υ.Γ. Θερμοπαρακαλώ... μη μου γράψει κανείς περί κλιματικής κρίσης και λοιπών εικονικών κρίσεων... Δεν αντέχω! Έχει επέλθει κορεσμός στην ψυχή μου, θα ξεχειλίσω...

Υ.Γ. 2. Πάμε άλλη μία:

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Μάξιμος ο Ομολογητής (λόγοι)


Σκόρπιοι λόγοι του αγαπημένου μου Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή (580-662), τη μνήμη του οποίου γιορτάζουμε σήμερα...

"Από την άστατη περιφορά της παρούσας ζωής οι άγιοι διδάχτηκαν πως είναι διαφορετική η ζωή, η αληθινή και θεία και ωσαύτως έχουσα."
(Περί διαφόρων αποριών, Προς Ιωάννην Κυζίκου)

"...Η Γραφή παρουσιάζει τον Θεό να ομιλεί ανάλογα με την ψυχική διάθεση εκείνων που δέχονται την πρόνοιά του, υπαινισσόμενη την βουλή του Θεού με τους τρόπους τους σύμφυτους με τη δική μας φύση." (Προς Θαλάσσιον, Περί αποριών)

"Αλογία λέει την αδυναμία παραστάσεως με λόγο των υπέρλογων και ανοησία την αδυναμία να εννοήσει κάποιος αυτό που είναι πάνω από τον νου." (Σχόλια εις το Περί μυστικής θεολογίας)

"Έχει σε τόσο βαθμό ριζώσει στη φύση των ανθρώπων μέσω της αισθήσεως η δύναμη της αλογίας, ώστε οι πολλοί να νομίζουνε ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο παρά σάρκα, που ως δύναμη για απόλαυση της παρούσας ζωής έχει την αίσθηση." (Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά Β')

"Όπου δεν εξουσιάζει ο λόγος, κυριαρχεί συνήθως η αίσθηση, όπου κατά κάποιο τρόπο έχει αναμιχθεί η δύναμις της αμαρτίας, παρασύροντας την ψυχή με την ηδονή σε οίκτο της συγγενούς υποστατικά δεμένης μαζί της σάρκας, κατά την οποία, εγχειρίζοντας σε αυτήν, ως φυσική λειτουργία της, την επιμέλεια της σάρκας, που είναι όλο πάθος και ηδονή, την απομακρύνει από την φυσική ζωή και την πείθει να γίνει δημιουργός της ανυπόστατης κακίας." (Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά Α')

"Ως αμαρτία μη θεωρήσεις αυτήν που γίνεται σε μας, όπως για παράδειγμα μοιχεία ή αδικία ή κάτι άλλο παρόμοιο, αλλά αυτό που λέει σημαίνει το εξής: Αποτυγχάνοντας από το αγαθό και από την φυσική κίνηση, δηλαδή την τάξη, οδηγούμαστε στην παρά φύση άλογη και πλήρη και ανούσια ανυπαρξία' γι'αυτό και λέει ότι το κακό δεν είναι κατά κανένα τρόπο ον." (Σχόλια εις το Περί θείων ονομάτων)

"Λέει ότι το κακό έχει αρχή (η αρχή του βρίσκεται στη δική μας παρά φύση κίνηση), το αγαθό όμως δεν έχει αρχή, διότι το αγαθό υπάρχει από την φύση του πριν από όλη την αιωνιότητα και τον χρόνο. Το αγαθό, λέει, είναι νοητό και αυτό μόνο πρέπει να νοούμε, ενώ το κακό δεν είναι νοητό κι αυτό μόνο δεν πρέπει να νοούμε. [...] Το κακό, λέει, ότι είναι φθαρτό (διότι η φύση του κακού είναι η φθορά, που δεν έχει πουθενά καθόλου καμιά ύπαρξη), ενώ το αγαθό είναι άφθαρτο, επειδή υπάρχει πάντοτε και ποτέ δε σταματά να υπάρχει και είναι ο φύλακας όλων εκείνων μέσα στα οποία υπάρχει. Το αγαθό το ζητούμε με το λογιστικό, το ποθούμε με το επιθυμητικό, το φυλάγουμε απαραβίαστο με το θυμικό, το διακρίνουμε επιστημονικά με την αίσθηση χωρισμένο από τα άλλα, εκφράζοντάς το με την φωνή το κάνουμε φανερό σε όσους το αγνοούν, με την γονιμότητα το πληθαίνουμε ή, για να πούμε την αλήθεια, εμείς πληθαίνουμε κατά το αγαθό." (Προς Θαλάσσιον, Περί αποριών)

"...Δεν υπάρχει σχεδόν καμμιά απολύτως αμαρτία στους ανθρώπους, που δεν έχει αρχή της γενέσεώς της την αλόγιστη σχέση της ψυχής προς την αίσθηση για χάρη της ηδονής. [...] Δεν υπάρχει σχεδόν αρετή στους ανθρώπους που να μην έχει την αρχή της γενέσεώς της στην εσκεμμένη άρνηση της ψυχής προς την αίσθηση..." (Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά Γ')

"Σε κάθε αρετή ακολουθεί ηδονή και πόνος. Πόνος της σάρκας που έχει στερηθεί την ήπια και μαλακή αίσθηση και ηδονή της ψυχής που εντρυφά στους πνευματικούς λόγους, καθαρούς από κάθε τι το αισθητό." (Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά Δ')

"Κάθε ηδονή από τις απαγορευμένες συμβαίνει να γίνεται οπωσδήποτε από πάθος μέσω μιας αισθήσεως προς κάποιο αισθητό.[...] Διότι όταν η επιθυμία προστεθεί στην αίσθηση μεταβάλλεται σε ηδονή, δίνοντάς της μορφή. Και η αίσθηση, που την κινεί η επιθυμία προκαλεί την ηδονή, προσλαμβάνοντας το αισθητό. Αντιληφθέντες λοιπόν οι άγιοι ότι η ψυχή, αν πορεύεται παρά φύση μέσω της σάρκας προς την ύλη, ντύνεται την χοϊκή μορφή, κινούμενοι αυτοί μέσω της ψυχής προς το Θεό σκέφτηκαν να οικειώσουν με πρέποντα τρόπο την σάρκα στον Θεό, καλλωπίζοντάς την κατά το δυνατόν με τις θείες ανταύγειες μέσω της ασκήσεως των αρετών." (Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά Ε')

"Αγνοεί κάποιος την πείρα της ηδονής και της οδύνης από την αίσθηση, όταν προσδέσει τον νου του στον Θεό και ελευθερωθεί από την σωματική σχέση." (Προς Θαλάσσιον, Περί αποριών)

"Εκείνος που απομάκρυνε τον νου του από την αγάπη προς το Θεό και τον έχει προσδεμένο σε κάποιο από τα αισθητά, αυτός είναι εκείνος, που προτιμά το σώμα περισσότερο από την ψυχή και εκείνα που έγιναν από τον Θεό περισσότερο από τον Θεό που τα έκτισε."(Κεφάλαια περί αγάπης, Εκατοντάς Α')

"Όταν ο νους ταξιδεύει με τον έρωτα της αγάπης προς τον Θεό, τότε δεν αισθάνεται ούτε τον εαυτό του, ούτε κανένα εξ ολοκλήρου από τα πράγματα του κόσμου. Διότι, καταφωτιζόμενος από το θείο και άπειρο φως, παραμένει ασυγκίνητος προς όλα εκείνα που έγιναν από αυτόν, όπως ακριβώς και ο αισθητός οφθαλμός μένει αδιάφορος προς τα αστέρια όταν ανατείλει ο ήλιος." (Κεφάλαια περί αγάπης, Εκατοντάς Α')

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής 



* Αποσπάσματα από το πόνημα του Βενεδίκτου Ιερομονάχου Αγιορείτου: "Μαξιμιανόν Ταμείον" (ήτοι Ευρετήριον θεμάτων των απάντων του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού) (Έκδοσις Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη "Άγιος Σπυρίδων Α'", Νέα Σκήτη Αγίου Όρους)