Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αικατερινίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αικατερινίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Άγιος Μάμας, ο προστάτης των βοσκών (παραδόσεις, έθιμα και πανηγύρια)

Εικονιζόμενος καβάλα σ'ένα λιοντάρι με μια γκλίτσα στο χέρι, ο νεαρός άγιος και μάρτυρας Άγιος Μάμας θεωρείται ο κατ'εξοχήν προστάτης των βοσκών και των κοπαδιών τους, αλλά και των υιοθετημένων παιδιών. Έζησε την εποχή των διωγμών (3ο αι.μ.Χ.) κι αφού οι γονείς του κυνηγήθηκαν και πέθαναν στη φυλακή, υιοθετήθηκε, βρέφος ακόμη, από μία Χριστιανή, την οποία καλούσε συνεχώς "μάμα" κι έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του. (ή "Eν δε τω τετυπωμένω Ωρολογίω γράφεται, ότι ο Άγιος ούτος μετά την γέννησίν του έμεινεν άφωνος πέντε χρόνους. Έπειτα ελάλησε ρωμαϊστί: ήτοι λατινιστί την λέξιν ταύτην Mάμα. Διά τούτο και ωνομάσθη Mάμας."*) Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών μαρτύρησε και θανατώθηκε για την πίστη του.

 

"Στις 2 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του. 

"Το τάζω", μου είπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"." 

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις "Δωδώνη")

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", τ.Α'

"Στις εικόνες του ο Άγιος Μάμας παριστάνεται συνήθως να ιππεύει πάνω σε λιοντάρι. Κατά την παράδοση, όταν ο βοσκός Μάμας κατέβαινε από το βουνό στην πόλη να παρουσιαστεί στον Διοικητή, κρατώντας να του προσφέρει κι ένα πρόβατο, υποχρεωτικό δώρο, κουράστηκε στο δρόμο, και τότε παρουσιάστηκε ένα λιοντάρι που τον πήρε στην ράχη του. Οι συμβολιστές ερμηνεύουν την παράσταση, ότι σημαίνει την αγιότητα μαζί και την δύναμη του Χριστιανισμού." (Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

Μια αντίστοιχη παράδοση από την Κύπρο, αναφέρει:

"Στην Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ' όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε." 

Υπάρχει, όμως, και η παράδοση που συνδέει το λιοντάρι με τα βασανιστήρια που υπέστη. Όταν, λένε, σώθηκε εκ θαύματος από τα βασανιστήρια που του έκαναν για να αλλαξοπιστήσει, ο έφηβος μάρτυρας βρέθηκε να ζει στα βουνά παρέα με λιοντάρια κι άγρια θηρία που εξημέρωσε. Τόσο πολύ που τα ελάφια κάθονταν και τα άρμεγε για να τραφεί. Τότε εξαπλώθηκε η φήμη του και κόσμος τον επισκεπτόταν. Οπότε οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον ξαναέπιασαν για να τον βασανίσουν. Τον έριξαν σε άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, αλλά εκείνα δεν τον πείραξαν. Κι ένα λιοντάρι τον δέχτηκε στη ράχη του για να τον μεταφέρει μακριά...

Mάμας ο περιβόητος και ποιμήν και Mάρτυς. O πρότερον μεν τας ελάφους αμέλγων κατεπειγομένας αλλήλων, (κάθε γαρ μία έλαφος εσπούδαζε να προλάβη από την άλλην, διά να δώση το βυζί της εις τον Mάρτυρα), ίνα ξένω γάλακτι τραφή δίκαιος

"Η λατρεία του παραμένει αξιόλογη στην Κύπρο. Στον ναό του της Μόρφου δείχνουν την λάρνακα του λειψάνου του, που έφτασε, λέει, μόνη της εκεί, πλέοντας απ'τη Μ.Ασία. Για την εκκλησία του αναφέρεται, ότι, όταν χτιζόταν, οι πέτρες συγκεντρώνονταν μόνες τους αποβραδίς. Επίσης, ότι στο πανηγύρι του ο Άγιος έστελνε εφτά αγριόγιδα να τα θυσιάσουν και να φάει ο κόσμος. [...] 

Έχουμε εκκλησίες του στη Χίο, Σκύρο, Κάρπαθο, Κάλυμνο, Μήλο, Νάξο, Σπέτσες, Κύθηρα καθώς και χωριά με το όνομά του στην Κρήτη, στην Τροιζηνία και στη Χαλκιδική. Έχουν και στην Πίνδο οι τσοπάνηδες την εικόνα του (Χαλίκι Ασπροποτάμου) και την λιτανεύουν στις στάνες όταν πέσει αρρώστια στα πρόβατα. 

Οι μητέρες επικαλούνται τον Άγιο Μάμα για τα παιδιά." 
(Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


"Στον εορτασμό του Αγίου Μάμα, αγίου κατεξοχήν ποιμενικού, επικρατεί ο κυπριακός τόνος, ακόμα και με μια παραλλαγή της γνωστής παραδόσεως για το θεόπεμπτο θύμα: 

"Ο άης Μάμας ήταν βοσκός ' είχε πολλά χτηνά και όταν αποφάσισε κι έγινε άγιος, το κοπάδι του έμεινε ελεύθερο μέσα στα δάση και οι αίγες του έγιναν αγρινά και βρίσκονται ακόμα στο Τρόοδος. Την ημέρα που εγινότανε η εορτή του ερχότανε από το κοπάδι του τρία χτηνά και έπρεπε να σφάξουν τα δύο και το άλλο να το ξαπολύσουν. Σε μίαν εορτή τα έσφαξαν και τα τρία και από τότε δεν ξανάρθαν." (Κυπρ.11)

Ο ποιμενικός χαρακτήρας τους αγίου τονίζεται και στη μαρτυρία της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Σκύρου: "Είναι τσοπάνης και στην εικόνα του τον ζωγραφίζουν με το στραβοράβδι στο χέρι. (σημ. Η παράσταση αυτή είναι σύμφωνη με το συναξάρι του αγίου ότι ήταν βοσκός. Π.Β. Φ.Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, τ.Α': "Μάμας, νέος αγένειος, κρατών μικράν έλαφον και ποιμενικήν ράβδον"). Οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά, νά'χει κι εκείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους..."

Από την ίδια σκυριανή πληροφορία έχουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο τελέσεως της θυσίας: "Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω από την καρυδιά. Γυρίζουν το κεφάλι του αρνιού κατά το ιερό της εκκλησίας, τ'ακουμπούν στο πεζούλι, πάνω από το μεγάλο άγνε (λυγαριά) και το σφάζουν, προσέχοντας το αίμα να τρέξεις μες στο αυλάκι το νερό. Το νερό του άι-Μάμα είναι σαν αγίασμα, βγαίνει κάτω απ'το ιερό της εκκλησίας. Έπειτα το κρεμούν από την καρυδιά... το κόβουν, το μαγειρεύουν όταν θα απολύσει ο εσπερινός, ο παπάς ευλογεί το τραπέζι και κάθονται όλοι και τρώνε, τραγουδούν και διασκεδάζουν". " (Γεωργίου Αικατερινίδη, "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", Δελτίον ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 

Σήμερα, όλη αυτή η τελετουργία της θυσίας του ζώου (που μας "ξενίζει" κι "αγριεύει" συχνά) παραλείπεται μεν, αλλά δεν παραλείπεται το κοινό συμπόσιο που ακολουθεί τις θρησκευτικές πανήγυρεις είτε από κοινά καζάνια που μαγειρεύεται το κρέας συνήθως έξω από τους ναούς, είτε ακόμη και στις ταβέρνες της πλατείας του χωριού. Στα Αφροδίσια της Χίου ανήμερα του Αγίου Μάμα, προστάτη του χωριού, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, οι πιστοί συγκεντρώνονται στην πλατεία του σχολείου όπου παρατίθεται κατσικοπίλαφο, πανηγυρικό γεύμα το οποίο έχει παρασκευαστεί σε τέσσερα μεγάλα καζάνια από τους χωριανούς. Το βράδυ ακολουθεί γλέντι με ορχήστρα και μεζέδες που, και πάλι, ετοιμάζονται από τους χωριανούς για όλον τον κόσμο που παρευρίσκεται. Οι προετοιμασίες, μάλιστα, για τούτο το πανηγύρι ξεκινούν μια βδομάδα πριν με καθάρισμα και "άσπρισμα" όλου του χωριού. (βλ.: Πανηγύρι Αγίου Μάμα Αφροδισίων Χίου)

Στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, εκτός από το θρησκευτικό πανηγυρισμό, πραγματοποιείται μεγάλη εμποροπανήγυρις. Σημειώνει ο Δημήτρης Κουρμπέτης ("Το χωριό Άγιος Μάμας Χαλκιδικής"):
 

" Η εκκλησία του Αγίου Μάμαντος, σύμφωνα με την παράδοση, κτίσθηκε από μοναχούς του μετοχίου. Η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί που διέμεναν στο μετόχι έβλεπαν τις νύχτες ένα φως σαν καντήλι μέσα στη θάλασσα, έψαξαν και ανέσυραν τελικά από το βυθό την εικόνα του Αγίου Μάμαντος. Καθώς επέστρεφαν στο μετόχι τους, τα βόδια που έσερναν τον αραμπά με την εικόνα ακινητοποιήθηκαν καθώς ανέβαιναν το ύψωμα έξω από το μετόχι. Παρ’ όλες τις προσπάθειες έμειναν ακίνητα, οι μοναχοί θεώρησαν ότι ήταν θέλημα του Αγίου και έκτισαν εκεί ένα μικρό εκκλησάκι όπου τοποθέτησαν την εικόνα του. Η εκκλησία με το πέρασμα των χρόνων υπέστη κατεδαφίσεις και ανακαινίσεις. [...]

... μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η πανήγυρη του Αγίου Μάμαντος αποτέλεσε ένα έθος που έγινε θεσμός, ξεκίνησε δηλαδή ως μια τοπική αγορά στην αρχή του Φθινοπώρου ήδη από την βυζαντινή εποχή για να μετατραπεί με το πέρασμα των αιώνων στην πανήγυρη των 19ου και 20ου αιώνων. Ο χώρος προσφερόταν για αγοραπωλησία ζώων επειδή διέθετε νερό και ήταν ανοικτός και προσβάσιμος για ζώα και ανθρώπους. Ο χρόνος διεξαγωγής του στην αρχή του Σεπτέμβρη ιδανικός, μετά το τέλος της σποράς και των άλλων καλοκαιρινών γεωργικών ασχολιών, ενώ ταυτόχρονα άρχιζε η προετοιμασία για τη νέα γεωργική χρονιά, της σποράς αλλά και για το χειμώνα, χρόνος κατάλληλος για να αγορασθούν και να πουληθούν ζώα. Έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράλληλο με της γιορτές της πρώτης εβδομάδας του Σεπτέμβρη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας ήδη από τους 4ο και 5ο αιώνα μ. Χ., περιοχή απ’ όπου ελκύει την καταγωγή του και το πρόσωπο του Αγίου Μάμα. Η Άννα Μαράβα–Χατζηνικολάου στη μονογραφία της για τον Άγιο Μάμαντα αναφέρει ότι οι γιορτές στην Καισάρεια πολύ πιθανόν να άρχιζαν την 1η του Σεπτέμβρη, αρχή της Ινδίκτου. Η συγκομιδή είχε πια γίνει, αρχίζει ξανά η σπορά , ο νέος κύκλος και η Εκκλησία εύχεται για ευνοϊκούς ανέμους, καλές βροχές, ευφορία της γης. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα στην ομιλία του στη γιορτή του Αγίου Μάμαντα λέει: «η γαρ αυτή ημέρα ορίζει ημίν τον παρελθόντα κύκλον, και κεφαλή γίνεται πάλιν τω επερχομένω». [...]"

Λιτάνευση εικόνας Αγίου Μάμα- Χαλκιδική

Αλλά, ας μεταφερθούμε και στην Κρήτη, με τη μοναδική πένα του λαογράφου Νίκου Ψιλάκη:

"Μ'ένα ραβδί σαν κι αυτό που κρατούν οι βοσκοί στο ένα χέρι κι ένα αρνί στο άλλο ο Άγιος Μάμας, νέος, ωραίος, χωρίς γένεια αλλά με πρόσωπο σχεδόν παιδικό, εικονίζεται σε τοιχογραφίες ηλικίας πολλών αιώνων και σε φορητές εικόνες. η λατρεία του νεαρού Άγίου είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε όλο το νησί, κυρίως σε περιοχές με ακμάζουσα κτηνοτροφία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πάνω στον Ψηλορείτη των χιλιάδων αιγοπροβάτων γινεται ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής... ούτε που σε πολλά άλλα ψηλώματα θα δούμε ταπεινά εκκλησάκια αφιερωμένα στη χάρη του.[...] 

Πιστεύεται ότι ήταν βοσκός. Και ότι ζούσε στα βουνά "όπως κι εμείς οι βοσκοί, δεν εκατέβαινε στα χωριά και στσι πόλεις. Ειντά 'θελα κατεβεί να κάνει; Τα οζά μας καταλαβαίνουνε πιο καλά." Λόγια βοσκού απ'την οικογένεια των Σκουλάσων στο πανηγύρι του Αγίου στον Ψηλορείτη το 1994. Παρακολουθώντας αυτό το εντυπωσιακό σε συμμετοχή πανηγύρι είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μερικές σπ΄τις πιο ενδιαφέρουσες λαϊκές απόψεις για την ταυτότητα του Αγίου! 

" Είναι ο άγιος των φτωχών και δεν έχει να κάνει ούτε με τους δεσποτάδες, ούτε με άρχοντες, ούτε με δημάρχους, ούτε με κανέναν άλλον." 

"Βοσκαρουδάκι στα όρη δεν ήτανε κι ας ήτανε κι αμούστακο που λέει και το τραγούδι; Κατέχει αυτός είντα ζωή κάνομε. Γι'αυτό όπου κι αν είναι βοσκός πρέπει να τον-ετιμά και να τον σέβεται."

"Το αρνί που κρατεί στην εικόνα άλλοι λένε πως το πήγαινε στο Διοικητή πεσκέσι, μα εγώ είχα ακούσει πως το πήγαινε στην εκκλησία και προπάτειε πολλές ώρες για να φτάσει. Όπου υπάρχει βοσκός πρέπει να κάνει το ίδιο, να βγάνει και τη μερίδα του Αγίου Μάμα και να πάει ένα τάξιμο στην εκκλησία."

"Μπορεί νά'τανε βοσκάκι μα εκάτεχε κι εγιάτρευε τα πρόβατα. Και του φέρνανε κι από άλλα κοπάδια, ξένα, και τα γιάτρευε κι αυτά. Και σήμερα άμα τάξεις στον Άγιο όλα πάνε καλά στο κοπάδι."

[...] Οι άντρες αναλαμβάνουν το ψήσιμο του περίφημου αντικρυστού και οι γυναίκες το μαγείρεμα σε μεγάλα καζάνια του κατεξοχήν εθιμικού φαγητού της ημέρας: κρέας κοκκινιστό με πατάτες. [...]

Τα τάματα που γίνονται προς τον Άγιο είναι σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα ζώα αιγοπροβατοειδή. Τα πηγαίνουν και τα δένουν στο κερκέλι της εκκλησίας. Τελευταία τα δένουν και σε κάποιο δένδρο που βρίσκεται δίπλα στον ναό. Συνήθως οι βοσκοί ζητούν από τον ιερέα να διαβάσει την ευχή: "Είναι άνθρωποι που έχουν προβλήματα, άλλου αρρώστησε το κοπάδι, άλλος το φέρνει για καλό. Διαβάζω την ευχή του Αγίου Μάμα."

 

[... ] λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γιορτή του Αγίου στο Σελί Ρεθύμνου. Παλιότερα οι βοσκοί της περιοχής έφερναν τα πρόβατα στην εκκλησία. Ο παλιός εφημέριος του χωριού, π.Στυλιανός Χριστοδουλάκης πρόλαβε το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από τον ναό γεμάτο πρόβατα κατά την ημέρα της γιορτής: 

"Καθένας από μας είχε και μερικά πρόβατα, δεκαπέντε, είκοσι ή και παραπάνω, χώρια οι βοσκοί που είχανε πολλά. Τα φέρνανε όλοι στην εκκλησία. Αποβραδίς εφέρνανε τα κουδούνια, τα βάζαμε κάτω από το τραπέζι του αγιασμού και ευλογούνταν. Θυμούμαι και τριάντα ακόμα μπορεί και σαράντα λέρια μαζεμένα. Ο παπάς επήγαινε με τον αγιασμό και τα ράντιζε όλα. Στο τέλος ο κάθε βισκός έπαιρνε το αγιασμένο λέρι και το πετούσε στο κοπάδι του για να πέσει επάνω σε ένα πρόβατο. Σ'αυτό το φορούσε κιόλας. Τα παλιότερα χρόνια εφέρνανε πολλά πρόβατα, μπορεί και κάθε βοσκός να θεωρούσε υποχρέωσή του να φέρει από ένα αρνί στον άγιο. Μερικά τα έσφαζε η εκκλησία και μοίραζε το κρέας στους προσκυνητές κι άλλα έβγανε στη δημοπρασία. Ακόμη πηγαίνουν πρόβατα στον Άγιο Μάμα...".[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Η παράδοση λέει πως ο Άγιος Μάμας άφησε την τελευταία του πνοή όταν - εφόσον απέτυχαν να τον εξοντώσουν με όσα βασανιστήρια δοκίμασαν- του καρφώσαν μια τρίαινα στα σωθικά...  Στο "Συναξαριστή των Δώδεκα μηνών του ενιαυτού" του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου αναφέρεται για την 29η Ιουλίου: "Tη αυτή ημέρα ο Άγιος Mάρτυς Mάμας εν τη θαλάσση τελειούται. * Ως οία μύστης των αλιέων Mάμας/ Tολμά θαλάσσης εξερευνάν τα βάθη." (*πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού) Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η λάρνακα με τα οστά του πετάχτηκε στη θάλασσα κι έτσι έφτασε στην Κύπρο.  Ίσως με όλα τούτα να συνδέεται και το έθιμο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες την ημέρα της εορτής του, όπου όλα τα παιδιά του νησιού ρίχνουν αυτοσχέδια μικρά καραβάκια με αναμμένα κεράκια στη θάλασσα στη μνήμη του Αγίου.

Στις Σπέτσες, ακόμη, τούτη την ημέρα πηγαίνουν τα άλογα στον ιερέα να τα αγιάσει, μιας και τον θεωρούν προστάτη και των ζώων αυτών. Το παραλιακό αυτό εκκλησάκι προς τιμή του Αγίου Μάμα λένε πως το έχτισε καπετάνιος του οποίου το καΐκι που κουβαλούσε μούστο έπεσε σε ξαφνική καταιγίδα ανάμεσα σε Σπέτσες και Κόστα, την παραμονή της ημέρας που γιόρταζε ο Άγιος. Εκείνος, όταν σώθηκε, έταξε να κτίσει εκκλησάκι στον Αγιο που τιμόταν την επόμενη μέρα χρησιμοποιώντας το μούστο αντί για νερό!

Χρόνια πολλά!

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!

 "`Αι-Τρύφωνας τριβ', Υπαπαντή πλαθ' κι ο Συμεών σημνειών'",

έλεγε ο λαός μας αναφερόμενος στις τρεις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, τα "Συμόγιορτα", που αφορούν τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη. 

Την πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου τιμάμε τον Άγιο Τρύφωνα (βλέπε και: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών), προστάτη των αμπελιών και των κηπευτικών, στις δύο του μηνός τη μέρα της Υπαπαντής του Χριστού (βλέπε: Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)) και στις τρεις τον Άγιο Συμεών (βλέπε: Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)).

 


Σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος για τον Άγιο Τρύφωνα των αμπελιών που τιμάται σε όλη την ελληνική ύπαιθρο:

"Αγαπημένος λαϊκός και γεωργικός άγιος. Κατά το συναξάρι του, φτωχός χηνοβοσκός, με το ελληνικότατο αυτό όνομα, ζούσε στη Μ.Ασία (κοντά στην Νίκαια) στα τελευταία χρόνια των χριστιανικών διωγμών. Νέος, που είχε προσχωρήσει στην νέα θρησκεία, εμαρτύρησε με βασανιστήρια κι αποκεφαλίστηκε.

Η λατρεία του αγίου Τρύφωνα άρχισε από νωρίς αφού ήδη τον 6ο αιώνα είχε δύο ναούς στην Κωνσταντινούπολη κι ένα μοναστήρι. [...] Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό όνομα του αγίου καθώς και η νεαρή ηλικία του συσχετίσθηκαν με τη λέξη "τρυφερός", κι άπλωσαν τη λατρεία του ώστε, μαζί με την κατάλληλη γεωργική εποχή της γιορτής του, να θεωρείται προστάτης στη βλάστηση και στην καλλιέργεια, ιδαίτερα στους κήπους και στα αμπέλια, που, αρχές Φεβρουαρίου, μπουμπουκιάζουν ή κλαδεύονται.

Στην Υμνογραφία του αγίου ακούγονται φράσεις που βοηθούν τις αντιλήψεις αυτές ("ἔσπευσας πρὸς τὸ σκάμμα" και "κατήρδευσας τὰ τῆς ἐκκλησίας βλαστήματα"), αλλά σημαντικότερες είναι οι ευχές κι οι εξορκισμοί που διαβάζονται στα αμπέλια και στα χωράφια, στο όνομα του αγίου Τρύφωνα [...] Ο άγιος φέρεται να διώχνει τα βλαβερά ζωύφια από τις καλλιέργειες των ανθρώπων (σκουλήκια, κάμπιες, κανθάρους, ακρίδες, σαλιγκάρια, αρουραίους, κλπ) με τον εξορκισμό. 

"Ὁρκίζω ὑμᾶς... μὴ ἀδικήσετε τὴν ἄμπελον, μήτε τὸν κῆπον τῶν δένδρων τε καὶ λαχάνων... ἀλλά ἀπέλθετε εἰς τὰ ἄγρια ὄρη, εἰς τὰ ἄκαρπα ξύλα, εἰς ἅ ἐχαρίσατο ὑμίν ὁ Θεὸς ττὴν καθημερινὴν τροφήν." ("Μικρό Ευχολόγιο"). 

Δεν έχει, νομίζω, μελετηθεί (ειδικά κι αντικειμενικά) η ψυχολογική συμπαράσταση που έδειξε πάντα η Εκκλησία (ήδη με τα λόγια του Χριστού) στον κοπιώντα γεωργό. Με τις ευχές, τις ευλογημένες σπορές ή απαρχές, και με τις λιτανείες της, στις τραγικές ώρες της ανομβρίας, του παραστάθηκε και τον ενθάρρυνε να αισιοδοξεί, να ελπίζει και να αγωνίζεται.

 

Στην εικονογραφία του ο άγιος Τρύφωνας παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, κάποτε μάλιστα δείχνεται στο βάθος της εικόνας και κάποιος γεωργός, που τιμωρήθηκε (του κόπηκε η μύτη) επειδή δεν ετήρησε την αργία της γιορτής του. Η σχετική παράδοση διηγείται:

"Οι σταφιδοπαραγωγοί στη μνήμη τ'άι Τρυφώνου έχουν μικρή σχόλη, γενικό εκκλησιασμό, αποφεύγουν δε αυστηρά όχι μόνο να πατήσουν σε χτήμα (για κλάδεμα), αλλά και να πιάσουν κλαδευτήρι στο χέρι τους... Κάποιος που μαγάρισε τη μνήμα του αγίου και δούλεψε στ'αμπέλι έκοψε τη μύτη του. Κι ένας που το διηγόταν, και κρατούσε, την ημέρα αυτή, κλαδευτήρι, έκαμε να δείξει πώς, κι έκοψε τη δική του." (Ηλεία 1963, Ντίνος Ψυχογιός). 

Από παρετυμολογία του ονόματός του: Άγιος Στρίφωνας, παλιότερα δεν έστριφαν γνέμα για ύφανση οι νοικοκυρές. Ο Δ. Καμπούρογλου διηγείται για την τουρκοκρατούμενη Αθήνα ότι φοβούνταν οι γυναίκες "να στριφώσουν" νήμα ή ρούχα, γιατί μπορούσαν να πάθουν και προσωπικό στρίφωμα. 

Άλλη αγροτική παρετυμολογία συναντούμε στη Δ.Μακεδονία όπου για να τους βοηθάει ο άγιος στην καλή βλάστηση του τριφυλλιού (για τα ζώα τους) τον λένε άγιο Τρίφυλλα. (Μ.Καλινδέρη, "Ο βίος της Βλάτσης") [...]

Χαρακτηριστικό είναι το πειραχτικό ανέκδοτο (φώνημα) που λένε για τους Βυτινιώτες, με το συχνό όνομα του αγίου στον τόπο τους (*είναι πολιούχος στη Βυτίνα της Αρκαδίας):

"Ε! Τρύφωνα! Να πεις του Τρύφωνα, να πάει στον Τρύφωνα, να πει του Τρύφωνα, να στείλει τον Τρύφωνα εδώ, που τον θέλουν." 

("Λαογραφία" 8, 1921) [...]" (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


 Κατά τον Γεώργιο Μέγα,

άγιος Τρύφωνας θεωρείται φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, καθώς πιστεύεται ότι έχει εξουσία εναντίον των ποντικών και της κάμπιας. Γι' αυτό και στις εικόνες του παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, ενώ στο κόλλυβο που παραθέτουν στην εκκλησία οι Αγχιαλίτες κ.α. "είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Τρύφος με το σταφύλι". Κηπουροί κι αμπελουργοί κάνουν στην εκκλησία αγιασμό και αρτοκλασία με κόλλυβα. Από τον αγιασμό αυτόν δεν πίνουν, ούτε τον παίρνουν μέσα στο σπίτι, αλλά μόνο ραντίζουν αμπέλια και κήπους.

Πολλές και διάφορες είναι οι τοπικές συνήθειες. Π.χ. στην Ήπειρο κάμνουν κουλούρες και τις κυλούν στ'αμπέλια, τα χωράφια και τους κήπους τραγουδώντας:

Τρύφωνα πολύκαρπε,

έλα δω στ'αμπέλι μου

και στο χωραφάκι μου,

να φάμε και να πιούμε.

Στη Στενήμαχο έσφαζαν βόδι (κουρμπάνι), "για να ευχαριστήσουν τον άγιο", και μοίραζαν τα κομμάτια στους κατοίκους. Μετά τη λειτουργία γινόταν κι αγώνας πάλης στην πλατεία. "Παλεύουν δυο αντρειωμένοι κι όποιος νικήσει παίρνει βραβείο ένα αρνί". Στον Δρυμό της Μακεδονίας ταυτόχρονα με το ράντισμα παραχώνουν και το "κλικούδ' τ' καλλ'κάτζαρου" (που θυμνιάζεται Χριστούγεννα, αϊ-Βασίλη και Φώτα) και το κόκκινο αυγό της Μ.Πέμπτης' τα κόβουν μικρά μικρά κομματάκια και τα θάβουν στ' αμπέλια και στα γεννήματα." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

Περισσότερες πληροφορίες για τα κουρμπάνια της Στενημάχου μας δίνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Αικατερινίδης στη μελέτη του για τις ζωοθυσίες:

 

 Μεταφερόμαστε και στην Κρήτη με την σπουδαία πένα του Νίκου Ψιλάκη:

"[...]Γύρω από τον Ψηλορείτη, σε περιοχές όπου ευδοκιμεί και καλλιεργείται το αμπέλι, ο εορτασμός του Αγίου αποτελούσε ξεχωριστό γεγονός. [...]πολλές αμπελουργικές οικογένειες δεν έστρωναν τραπέζι τη μέρα της γιορτής του αν δεν είχαν φτιάξει κάποιο γλύκισμα ή φαγητό με προϊόντα αμπελιού. Φυσικά υπήρχε πάντα κρασί στο τραπέζι, όπως υπήρχε σταφιδόψωμο ή πετιμεζόπιτα. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που μπορούσε να δει κάποιες γυναίκες έξω από τους ναούς του Αγίου Τρύφωνα, κατά την ημέρα της εορτής του, να κερνάνε μουστοκούλουρα (συνήθως τα ζύμωναν με πετιμέζι) ή σταφιδόπιτα.[...]

Η επικοινωνία των ανθρώπων της υπαίθρου με τον Άγιο αποτελεί σε αρκετές περιπτώσεις μια εθιμική πρωτοτυπία. Φροντίζουν να πάνε στην εικόνα του, μπροστά στα μάτια του, δείγματα των εντόμων που απειλούν την παραγωγή. Τελευταία μαρτυρία για το εντυπωσιακό αυτό έθιμο έχουμε από ένα μικρό χωριό του Μεραμπέλλου, τα Έξω Λακώνια, όπου το 1925, για τελευταία φορά, κρέμασαν κάμπιες στην εικόνα του! Ο πληθυσμός των βλαβερών εντόμων είχε αυξηθεί εκείνη τη χρονιά τόσο που απειλούσε να καταστρέψει ολόκληρη την παραγωγή του χωριού.[...]


Στην Κνωσσό διατηρείται ακόμη και σήμερα η παμπάλαια συνήθεια της προσφοράς λατρευτικών απαρχών κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Τρύφωνα. Παλαιότερα οι περβολάρηδες από το Μακρύ Τοίχο προσέρχονταν στον ναό για να πάρουν τον καθιερωμένο αγιασμό κρατώντας μικρή ποσότητα από τα γεννήματα που είχε το περιβόλι τους: λάχανα, κουνουπίδια, καρότα, πράσα, ματσάκια μαϊντανό, σέλινο, πορτοκάλια, λεμόνια...Γέμιζαν ένα μεγάλο πανέρι και το εναπόθεταν κάτω από την εικόνα του Αγίου, δίπλα ακριβώς από το χώρο που γινόταν ο καθιερωμένος αγιασμός. Όσα δε χωρούσαν στο πανέρι τα άφηναν δίπλα ή τα παρέδιδαν στους επιτρόπους. Και ήταν μεγάλη ευλογία για τον κάθε περβολάρη να πάει στη χάρη του Αγίου λίγα από τα προϊόντα του.[...]" (Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Ενώ κι ο Δημήτριος Λουκόπουλος μας επιβεβαιώνει πως και οι γεωργοί της Ρούμελης δεν αγνοούσαν τη μέρα τούτη:


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Του Αγίου Αθανασίου τα κουρμπάνια

Η μνήμη του Αγίου Αθανασίου (Πατριάρχης Αλεξανδρείας, 295-373), που επονομάστηκε Μέγας για την αρετή και πνευματικότητά του αλλά και τους αγώνες του για την Ορθοδοξία, εορταζόταν πανηγυρικά από το λαό μας -κυρίως δε το βορειοελλαδίτικο- με παύση εργασιών, κοινά συμπόσια και λοιπά έθιμα.

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", τ.Α', εκδ. Αστήρ

Ο Γεώργιος Μέγας μας πληροφορεί πως η γιορτή του Αγίου Αθανασίου "σε αγροτικές περιοχές της Β. Ελλάδας, συνοδεύεται με θυσία βοδιού ή προβάτων, που σφάζονται κατά τη διάρκεια πανηγυριού αφιερωμένου στο άγιο, για κοινό σκοπό, για την υγεία δηλαδή και την ευτυχία ολόκληρης της κοινότητας." Το έθιμο τούτο λέγεται "κουρμπάνι" και το συναντάμε και σε εορτές άλλων Αγίων. Μπορεί η "θυσία ζώου" να φαντάζει στα μάτια των σημερινών ως "βάρβαρο" έθιμο, αλλά αν αναλογιστεί κανείς, από τη μια, ότι τότε η κρεωφαγία ήταν πολύ πιο περιορισμένη από όσο στις "πολιτισμένες" κι "ήμερες" ημέρες μας- και λόγω φτώχειας, αλλά και λόγω των νηστειών της Ορθοδοξίας που η πλειονότητα του λαού τηρούσε ευλαβικά- κι από την άλλη, πως ειδικά στην ύπαιθρο τα κρέατα δεν τα προμηθεύονταν πακεταρισμένα από κάποια αγορά ή σύγχρονο κρεοπωλείο, αλλά οι ίδιοι ή κάποιος χωριανός έπρεπε, έτσι κι αλλιώς να σφάξει για να μπορέσουν να τραφούν, η διαδικασία της τελετουργικής"θυσίας" (που νιώθω πως αποδίδει και κάποιο σεβασμό στο ζώο και στο θάνατό του, σε αντίθεση με την κατάσταση στα σύγχρονα σφαγεία) την οποία ακολουθεί το κοινό καζάνι και το κοινό συμπόσιο όλης της κοινότητας στα πλαίσια του κοινού εορτασμού (εξάλλου, μονάχα κάτι τέτοιες γιορτινές μέρες είχαν την δυνατότητα να γεύονται κρέας) και της κοινής ευχής για κοινή ευημερία του συνόλου μου φαντάζει πολύ λιγότερο απολίτιστη και βάναυση....

Ο έτερος λαογράφος μας, Γεώργιος Αικατερινίδης, του οποίου μάλιστα η διδακτορική διατριβή αφορούσε συγκεκριμένα τις θυσίες ζώων, καταγράφει, μεταξύ άλλων:

"Με τη γιορτή του Αγίου Αθανασίου και με τις θυσίες που γίνονται την ημέρα αυτή μεταφερόμαστε αποκλειστικά στο χώρο της Β. Ελλάδας, όπου τα κουρμπάνια έχουν μεγάλη διάδοση, και ιδιαίτερα στη Θράκη [...]

Η θυσία είναι κατά κανόνα "δημοτελής" -και φυσικά το κρέας μοιράζεται από κοινού- γι' αυτό και πρόκειται για ακριβά σφάγια, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις δημόσιες, με έξοδα της κοινότητας, θυσίες: κριάρια, βόδια, μοσχάρια, αγελάδες, πολύ σπανιότερα δαμάλι, γίδα, προβατίνα. Τέλος σφάζονται πετεινοί ως ιδιωτική θυσία. Φανερή είναι πάλι η προτίμηση στο αρσενικό ζώο. [...]

Χαρακτηριστική περιγραφή της θυσίας, από κληρικό μάλιστα, έχουμε από το Διδυμότειχο: 

Στην πλατεία της συνοικίας "Πέρα μαχαλάς" ή "Πυρωστιά", μπροστά από το σπίτι του παπά, υπήρχε πηγάδι, το "πηγάδι του Αγίου Αθανασίου". Στη συνοικία γινότανε κάθε χρόνο στις 18 Ιανουαρίου το "κουρμπάνι". Το βράδυ της παραμονής, μόλις έδυε ο ήλιος, οι ενορίτες, και προπάντων όσοι κατοικούσαν γύρω στην πλατεία, έφερναν στο πηγάδι από μια μικρή λαμπάδα και θυμίαμα' τις λαμπάδες τις άναβαν γύρω στο πηγάδι, πάνω στο πέτρινο περιστόμιο' το λιβάνι το έκαιαν πάνω σε κεραμίδι, που το στήριζαν στο μέσο του στομίου του πηγαδιού με κλαδιά τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού. Όταν καίγονταν οι λαμπάδες και το λιβάνι, ό,τι έμενε το έριχναν μέσα στο πηγάδι. Στη συνοικία υπήρχε και μια παλιά, καθώς έλεγαν, εικόνα του Αγίου Αθανασίου, που τη φύλαγε στο εικονοστάσι του όλη τη χρονιά ένας ενορίτης, ο οποίος εκλεγόταν για ένα έτος και άναβε κάθε μέρα καντήλι μπροστά της. Την ημέρα εκείνη έφερνε την εικόνα στο πηγάδι και την τοποθετούσε σε κάθισμα σκεπασμένο με καθαρό κάλυμμα. Δίπλα της, πάνω σε άλλο κάθισμα, έβαζε θυμιατό αναμμένο και σ'ένα τραπέζι δίσκο με ποτηράκι γεμάτα ρακή ή κονιάκ και λίγα "λεμπλεπιά" (φρυγμένα ρεβύθια) και κερνούσε όσους έρχονταν να προσκυνήσουν. Λίγα βήματα πιο πέρα έβραζαν μερικά κομμάτια του θυσιασμένου ζώου, που ήταν πρόβατο ή κριός ή και μεγαλύτερο ακόμα και το είχαν σφάξει το πρωί, αφού πριν το είχε ευλογήσει ο παπάς. Από το πρωί επίσης ένας φτωχός της συνοικίας, "μπαχτσεβάν" (κηπουρός), γύριζε μ'ένα σακούλι στη συνοικία με συνοδεία παιδιών που φώναζαν: "Άλας και πιπέρι στου μπαξεβάν το χέρι." και μάζευε από τα σπίτια ό,τι χρειαζόταν για το βράσιμο και το καρύκευμα του κρέατος: ξύλα, αλάτι, κόκκινο πιπέρι, κρεμμύδια, πράσα, όσπρια, σιτηρά, κλπ. Το μεγαλύτερο μέρος του θύματος μοιραζόταν πριν μαγειρευτεί στους νοικοκύρηδες, που το πήγαιναν στο σπίτι τους, πληρώνοντας ένα ποσό. Το υπόλοιπο το έτρωγαν στην πλατεία, αφού ο παπάς διάβαζε την ανάλογη ευχή. Τα έξοδα επιβάρυναν κάθε φορά τον φύλακα της εικόνας, που τα ξεπλήρωνε από τα έσοδα' ό,τι έμενε το διάθεταν για κοινωφελή έργα της συνοικίας. Ο νέος φύλακας οριζόταν από κεινού μετά τη γιορτή. 

Υπήρχε κι εδώ ο ψυχολογικός- εθιμικός εξαναγκασμός: η παράλειψη του εθίμου ήταν κακός οιωνός' μια φορά που δεν έγινε "επήλθε πανώλις κι απέθανον πενήντα άτομα εκ της συνοικίας". 

Η ευλόγηση του σφαγίου από τον ιερέα, συνηθισμένη σε μεγάλες θυσίες έρχεται από παλαιά, ενώ το άναμμα των κεριών στο πηγάδι μπορεί να θεωρηθεί εξασθενημένη παραλλαγή ενός τελετουργικού στοιχείου, που διασώθηκε σε αρκετές άλλες περιπτώσεις. Π.χ., "Του Αγίου Αθανασίου μετά τη λειτουργία φέρνουμε το βόδι στο προαύλιο της εκκλησίας. Τοποθετούμε στα κέρατά του δυο κεριά και τα ανάβομε. Ο παπάς διαβάζει μια ευχή και μετά σφάζεται το βόδι."

Στις μαρτυρίες που υπάρχουν γίνεται λόγος, έστω και έμμεσα, για την αιτία της προτιμήσεως των Θρακομακεδόνων στον Άγιο Αθανάσιο' φαίνεται δηλαδή ότι ο Άγιος, κατά παρετυμολογία του ονόματός του, θεωρείται προστάτης απ'τις αρρώστιες: "Αφού το γδάρουν, το κομματιάζουν σε τόσες μερίδες, όσες είναι οι οικογένεις του χωριού, κι έπειτα, αφού το διαβάσει ο παπάς, χτυπούν την καμπάνα, μαζεύονται όλοι οι χωρικοί με τα πιάτα τους και το μοιράζουν. Η κάθε νοικοκυρά το μαγειρεύει στο σπίτι της και τρώγουν όλοι για να προστατεύονται, με τη φροντίδα του Αγίου Αθανασίου, από τις διάφορες αρρώστιες. 

Κάποτε η γιορτή και η θυσία της ημέρας αυτής συνδέονται με παραδόσεις για σωτηρία από λοιμό. Ειδικότερα, η μακεδονική μαρτυρία, ανέκδοτη από την Τσάκονη της Καστοριάς, μας πληροφορεί, ότι η θυσία και η τοπική γιορτή επικράτησαν όταν παρουσιάστηκε μεγάλη επιδημία στο χωριό και για να απαλλαγούν θυσίασαν ένα δαμαλάκι τριών χρονώ στον Άγιο Αθανάσιο, αφού πρώτα έζωσαν κυκλικά με ασημένιο αλέτρι τρεις φορές το χωριό. Πρόκειται δηλαδή για πρακτική συνήθη για την αποτροπή ασθενειών [...] Οπωσδήποτε, η σύμπτωση της πιο πάνω μαγικής τελετής με την ημέρα του Αγίου Αθανασίου ενίσχυε την άποψη, ότι η θυσία αυτή είχε έντονο αποτρεπτικό, και μάλιστα από ασθένειες, χαρακτήρα.

Και η παρουσία σε ορισμένες (θρακικές) περιπτώσεις της αλεκτοροθυσίας συνηγορεί για τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ενέργειας. Ο πετεινός θυσιάζεται συνήθως στο περιθώριο της δημόσιας εκδηλώσεως του κουρμπανιού, ιδιωτικά, σε κάθε σπίτι για την υγεία των μελών, ως μια ενίσχυση της δυνάμεως της μεγάλης και συλλογικής θυσίας. 

Εξάλλου, η αλεκτοροθυσία συνδέει τη σύγχρονη θυσία με αρχαία λατρευτικά έθιμα, που υπήρχαν στην ίδια περιοχή. Ο Ν.Γ. Πολίτης [...] θεωρεί "πιθανωτάτη" τη σχέση του σημερινού εθίμου με την προσφορά αλεκτρυόνος στον Ασκληπιό. Και ο Γ.Α. Μέγας, πολύ πιο συγκεκριμένα, κάνει ταύτιση "αρχαίου" παρεκκλησίου του Αγίου Αθανασίου με ιερό του Ασκληπιού και οδηγείται στο συμπέρασμα, "ότι ο Ασκληπιός κατείχεν εξέχουσαν θέσιν εν τη λατρεία των αρχαίων (...) Θρακών. [...]"(Γεωργίου Αικατερινίδη, "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", Δελτίον ελληνικής λαογραφικής εταιρείας 1979)


Από την άλλη, ο Δημήτριος Λουκάτος παρατηρεί: "Από την ετυμολογία του ονόματος του αγίου "Αθανάσιος- αθάνατος" (ή κι από την παρετυμολογία του "Θανάσης - θνητός"), προέρχεται η συχνότητα των μικρών εκκλησιών στα Νεκροταφεία μας, με το όνομα "Άι- Θανάσης". Είναι γνωστή και η παροιμιακή φράση "Είναι για τον Άι-Θανάση", που δηλώνει τον ετοιμοθάνατο. Τον φοβούνται ή τον σέβονται οι παραδοσιακές ελληνικές κοινωνίες τον Άι-Θανάση, και σαν ιερό Χάρο (που μπορεί να φέρει ή και να γιατρέψει αρρώστιες), γι'αυτό και την ημέρα της γιορτής του τη χειμωνιάτικη, σφάζουν κόκκορο ή κοινό κουρμπάνι, για την υγεία όλων, τη δε καλοκαιρινή (2 Μαϊου), βγαίνουν στο ύπαιθρο, λειτουργούν τα εκκλησάκια των Κοιμητηρίων κι έπειτα... χορεύουν, για μια συνέχεια ζωή. Στη Δωδεκάνησο (Σύμη) μαντεύονται με κλήδονα τα κορίτσια, και ρίχνουν τον "Κουκουμά":

-Άι-Θανάση αφέντη μας, έλα στη γειτονιά μας!

Στην αντιθανατική αυτή "συμπεριφορά" της ελληνικής λαϊκής λατρείας οφείλονται και τα πολλά βαφτιστικά "Αθανάσιος" των νεοελλήνων, που, ενώ στη βάφτιση τα παίρνουν για αθανασία, όμως αυτοί τα προσεγγίζουν προς το θάνατο, λέγοντας συνήθως Θανάσης. [...]"(Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Τέλος, ο Γεώργιος Μέγας αναφέρει επιπλέον για τη μέρα τούτη: " ακόμη "τ'αγιο-Θανασού τό'χουνε  σε κακό να κάνουνε αρχή" (μιας εργασίας) και οι γυναίκες απέχουν από κάθε δουλειά: "δε ζυμώνουν, δεν πλένουνε, λένε είναι της Άσπρης"." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης και θεραπευτής των ζώων


 Για τον Άγιο Μόδεστο, προστάτη των ζώων έχω κάνει στο παρελθόν άλλες δύο αναρτήσεις, εδώ:

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων

και εδώ:

 `Αγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων...

Είναι, όμως, τόσο πλούσια τα λαογραφικά στοιχεία που διαρκώς ανευρίσκω για τα έθιμα που λαμβάνουν χώρα κατά την ημέρα της γιορτής του (η μνήμη του εορτάζεται στις 16 ή στις 18 Δεκεμβρίου*) και τόσο ενδιαφέρουσα έως και συγκινητική, πολλές φορές, η σχέση και αλληλοεξάρτηση του λαού μας με τα οικόσιτα ζώα του (με τα οποία συμβίωνε επί χιλιετίες) η οποία διαφαίνεται μέσα από τούτες τις παραδόσεις που, φέτος, θα του αφιερώσω μία ακόμη, ως συμπληρωματική των παλαιοτέρων.


Ξεκινάω από καταγραφές που αφορούν το Πήλιο, από το σπουδαίο λαογράφο μας Γιώργο Θωμά και τη μελέτη του "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας" (Τα κείμενά του είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα: http://www.stavromana.gr/000menu.html):

"Στον αγιασμό για τα ζώα, του Αγίου Μοδέστου:

Πανηγυρική σύναξη, αντρών κυρίως, παρατηρούνταν σε όλα σχεδόν τα προαύλια των μητροπολιτικών ναών του Πηλίου και κατά τη «γιορτή των ζώων» το πρωινό του Αγίου Μοδέστου (18 Δεκεμβρίου). Είταν συνήθως οι ιδιοκτήτες (ή οι παραγιοί) μουλαριών, αλόγων (σπάνια και γαϊδουριών) και βοδιών (στα ποιμενικά χωριά του ΒΑ Πηλίου και γιδοπρόβατων), που οδηγούσαν ως εκεί τα ζώα τους να τ’αγιάσει ο παπάς(1). Γινόταν βέβαια πρώτα η λειτουργία κι ύστερα διαβαζόταν ο αγιασμός στο νάρθηκα του ναού ή στη μέση της ζωοσύναξης, αν το επέτρεπε ο καιρός. Με τον αγιασμό ραντίζονταν άνθρωποι και ζώα, ενώ ο παπάς και το άλλο εκκλησίασμα εύχονταν να είναι γερά και να ζήσουν τα τετράποδά τους. Έπαιρνε επίσης ο καθένας λίγο αγιασμό κι έβρεχε μ’αυτόν το στάβλο. Στην Άλλη Μεριά πήγαιναν στην εκκλησία και τις «κουλούρες των βοδιών» -όσα βόδια τόσες κουλούρες- να τις διαβάσει ο παπάς. Τις έπαιρναν κατόπι και τις κάρφωναν στα κέρατα των βοδιών τους, για να τις δώσουν στο τέλος να τις φάνε τα ίδια.

Οι κάτοικοι του Βένετου ωστόσο δεν αρκούνταν μόνο σ’αυτό τον αγιασμό. Άναβαν φωτιές και περνούσαν όλα τα ζώα τους (μουλάρια, γαϊδούρια, γίδες, πρόβατα κλπ.) μέσ’ απ’ τις φλόγες(2).

Στη συνοικία «Κουκουράβα» της Μακρινίτσας, ίσως και σε άλλες περιοχές, η εκδήλωση διατηρούσε τις προεκτάσεις της: Κάποιες νοικοκυρές που είχαν ζώα, έβραζαν σε καζανάκια φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με κοπανισμένο σιτάρι και πρόσφερναν από δυο πιάτα σ’ όλα τα σπίτια της περιοχής, «για το καλό των ζώων τους» και «για το καλό της μέρας». Συνήθιζαν επίσης μερικές γυναίκες να ρίχνουν και αγιασμό σ’αυτά τα φαγητά, απ’αυτόν που διάβαζε ο παπάς την ίδια μέρα(3).

Στην Τσαγκαράδα και την περιοχή της ο γιορτασμός των ζώων συνδυαζόταν και με γλέντι. Ύστερ’ απ’ τη λειτουργία (συλλείτουργο) στο ναό του Αγίου Στεφάνου, παρέες-παρέες οι άντρες, επισκέφτονταν τα σπίτια, όπου οι νοικοκυρές τούς κερνούσαν τσίπουρο με λουκουμάδες, που έφκιαναν επίτηδες. Κάποιες παρέες έπαιρναν και τα λαλούμενα μαζί και πήγαιναν όλοι τραγουδώντας στο δρόμο, μεταφέροντας το τραγούδι και την ευθυμία τους και μέσα στα σπίτια. Το μεσημέρι έτρωγαν σ’ένα απ’αυτά, κι ύστερα συνέχιζαν τις επισκέψεις τους έως το βράδι(4).

Η πρώτη (χρονικά) περιγραφή της εκδήλωσης στο Πήλιο έγινε στα 1893 από το Ζωσιμά Εσφιγμενίτη στο περιοδικό του «Προμηθεύς» (Ιανουάριος 1893): «...ἀλλά καί ἐν τῶ νομῶ Λαρίσης ὑπάρχουσι πολλαί ἐκκλησίαι ἐπί ὀνόματι τοῦ ἁγίου Μοδέστου, ἀλλά τί πρός τοῦτο, ὅπου γίνεται καί ἀγρυπνία καί ὅλα τά ζῶα των μικρά καί μεγάλα οἱ πατέρες (δηλαδή οι παπάδες) συνάζουν ἐκεῖ εἰς ἕν μέρος καί τά ἁγιάζουσιν ἀφοῦ κάμουν τόν ἁγιασμόν καί οὐ μόνον ἐν τῶ Ἁγίω Ὂρει ἀλλά καί ἐν Θεσσαλία ἐν τῆ ἐπαρχία Δημητριάδος εἰς ὅλας τάς κωμοπόλεις τῆς Ζαγορᾶς (δηλαδή του Πηλίου) καί ἐν τῶ μοναστηρίω ὀνομαζομένω τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἧς ἡ μνήμη εἶναι τῆ 23 Αὐγουστου, εἰς στό χωρίον ὀνομαζόμενον Δράκιαν κείμενον ἔξωθεν τῆς Ζαγορᾶς, πανηγυρίξεται ὁ ἅγιος Μόδεστος».
(1) Οι ίδιοι φρόντιζαν να στολίσουν πιο πριν με άνθη την εικόνα του Αγίου Μοδέστου της εκκλησίας.
(2) Από προσωπική έρευνα στο χωριό το 1981.
(3) Αποστολίας Νάνου-Σκοτεινιώτη, Μακρινίτσα, όπ.π., σελ. 110-111. Το έθιμο διατηρήθηκε έως τα 1930 περίπου.
(4) Από προσωπική έρευνα στα 1978. Το έθιμο διατηρήθηκε ίσαμε τα 1920-1925."

(Γιώργου Θωμά, "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας")

 

Η Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη στο βιβλίο της "Μακρυνίτσα" μας ταξιδεύει σ'αλλοτινές εποχές:

"Σκόρπιες μνήμες. Παιδικές αναμνήσεις που ξεπετάγονται συχνά ηλιοπρόσωπες, για να σε πάνε πίσω, στα αστραφτερά κι ανέμελα της πρωτονιότης χρόνια, και να σου θυμίσουν ανθρώπους και "συνήθια" που χάθηκαν, που ξεχάστηκαν και ξεχνιούνται, ενώ διαβαίνει η ζωή κι ο πολιτισμός και το σήμερα ανηφορίζουν καλντιρίμι, κατακτούν το χωριό και σβήνουν την παλιά ομορφιά. 

Ένα απ'αυτά τα "συνήθια" ήταν κι η γιορτή του Άη-Μόδεστου άλλοτε στην Κουκουράβα. Πλάι στην εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής είναι και σήμερα ακόμη το παρεκκλήσι του Αγίου Μόδεστου. Ο Άγιος Μόδεστος, προστάτης των ζώων, γιορτάζεται οκτώ μέρες πριν απ'τα Χριστούγεννα, δηλαδή στις 18 Δεκεμβρίου και μάλιστα λέν' στο χωριό πως, ό,τι καιρό κάνει εκείνη την ημέρα κάνει και τα Χριστούγεννα.

Αυτή τη μέρα, λοιπόν, συνηθιζόταν στην Κουκουράβα ως μερικά χρόνια πριν απ'τον πόλεμο, να έρχονται έξω από το παρεκκλήσι όλα τα μεγάλα ζώα της συνοικίας (μουλάρια και άλογα) και να περιμένουν να τ'αγιάσει ο παπάς. Μετά τη λειτουργία στο παρεκκλήσι διαβαζόταν αγιασμός έξω στο νάρθηκα κι ο παπάς ράντιζε τα ζώα, και τα ευλογούσε. Ύστερα αυτοί που συνόδευαν τα ζώα συνήθως οι ιδιοκτήτες ή οι παραγιοί τα γύριζαν τρεις φορές γύρω από την εκκλησία και, αφού δέχονταν τις ευχές απ'όλους τους εκκλησιαζόμενους να τους ζήσουν και να είναι γερά τα ζώα τους, αποχωρούσαν.

Ήταν μεγάλο πανηγύρι για το παιδομάνι τα παλιά χρόνια ο ερχομός των ζώων στον Άη-Μόδεστο. Ο νάρθηκας της ανατολικής πλευράς γέμιζε από παιδιά που χάζευαν τα ζώα. Και εκείνα όλα καλοπεριποιημένα, καλοσαϊασμένα με τα καλά τους σαμάρια ή τη σέλα, που επάνω τους φάνταζαν οι καινούριες γιάμπολες (=είδος στρωσιδιού) και τα μιτάφια (=υφαντά από τραγόμαλλο), άλλα φρούμαζαν και χτυπούσαν τα πόδια κι άλλα αδιάφορα κουνούσαν τα αυτιά και την ουρά τους και περίμεναν υπομονετικά. Έξω απ'τον Άγιο Μόδεστο στην Κουκουράβα μαζεύονταν τριάντα-σαράντα άλογα και μουλάρια, που μπορεί να ήταν περισσότερα την εποχή που ευημερούσε η συνοικία. Κι όλα αυτά τα ζώα άκουγαν στα ονόματα: Αράπω, Γκεσούλι, Καράς, Ψαρής, Σουράς, Γερμανός, κλπ.

Μετά την εκκλησία ορισμένες νοικοκυρές απ'αυτές που στα σπίτια τους είχαν ζώα, ετοίμαζαν ένα ιδιαίτερο φαγητό σε μεγάλα τεντζερέδια ή καζάνια για κείνη την ημέρα. Έβραζαν φασόλια και μέσα έριχναν στο τέλος και ρύζι. Ή έβραζαν ρεβύθια και έριχναν μέσα κοπανισμένο σιτάρι. Ήταν δυο πιάτα πολύ πολύ νόστιμα, που όλοι τα περίμεναν στο χωριό. Γιατί ήταν συνήθεια τα πιάτα αυτά είτε φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με σιτάρι, να ροεύονται (=μοιράζονται) σ'όλα τα σπίτια σε δίσκους, ο απόγευμα της ημέρας τ'Άη Μόδεστου ή και την παραμονή. Δυο μεγάλες κουταλιές φασόλια με ρύζι στο πιάτο, πιπέρι επάνω και πλάι μια φέτα φρεσκοζυμωμένο ψωμί ή ρεβύθια καλοβρασμένα με ωραίο χυλωμένο σιτάρι πιπέρι και ψωμί.

Όπως είπε μια νοικοκυρά της Κουκουράβας 80 χρόνων, η κυρά Ευδοξία Λαχανίκα που πάντα στο σπίτι της είχαν ζώα, έριχναν μέσα στο φαγητό που μοίραζαν για τα ζώα και αγιασμό που έπαιρναν το πρωί από την εκκλησία μετά τη λειτουργία. Και μοίραζαν το φαγητό για το καλό των ζώων τους, που τους δούλευαν και τους ζούσαν και για το καλό της μέρας. [...]"

( Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη, "Μακρυνίτσα")


Για τη λατρεία του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Ψιλάκης στο ανεκτίμητης αξίας έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Στις λαϊκές εικόνες του ο Άγιος Μόδεστος εικονίζεται εν μέσω των ζώων. Η λαϊκή πίστη εκφράζει συναξαρικές διηγήσεις που θέλουν τον άλλοτε Αρχιεπίσκοπο Ιερουσαλήμων, γεννημένο στα χρόνια των διωγμών να κάνει πληθώρα θαυμάτων και να θεραπεύει τα ζώα. [...]

Τα συναξαρικά κείμενα φαίνεται να αποτελούν και στην περίπτωση της Κρήτης, υπόβαθρο των λαϊκών διηγήσεων και των παραδόσεων που ακούγονται, όπως συμβαίνει και αλλού. Μια μεγάλη ομάδα σχετικών παραδόσεων αναφέρεται σε θαυματουργικές ιάσεις ζώων και άλλες εστιάζονατι στη ζωή και στα θαύματά του. Λέγεται ότι ο Μόδεστος ανάστησε το κοπάδι ενός φτωχού βοσκού του οποίου όλα τα ζώα είχαν ψοφήσει από το χιόνι, ενώ παλιότερα συνήθιζαν να τάζουν στον Άγιο άρτους για να βοηθήσει στην εξημέρωση των βοδιών που προορίζονταν για το ζυγό! [...]

Ο πιο γνωστός ναός του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη ανήκει στην ενορία Βαγιωνιάς Μονοφατσίου. Και η γιορτή που γίνεται εκεί είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ίσως και ολοκλήρου του ορθοδόξου κ΄σομου. η προσφορά ζώων και τα κάθε λογής τάματα συνθέτουν μια σπάνια λατρυετική εικόνα σε συνδυασμό με τους ευχαριστήριους άρτους, τη λιτάνευση της εικόνας, ακόμα και την τελετουργική περιφορά των ζώων γύρω από τον ναό. [...] Οι προσκυνητές από τη Βαγιωνιά και τα κοντινά χωριά άρχιζαν να κατάφτάνουν από το πρωί. Είκοσι περίπου από αυτούς έφεραν μαζί τους ζώα, άλλοι μέσα σε σκεπασμένα καλάθια, σε τσουβάλια, ή σέρνοντάς τα με σκοινιά. Τα περισσότερα ήατν κουνέλια και κοτόπουλα. Η λατρευτική εικόνα του Αγίου ήταν τοποθετημένη έξω από την είσοδο του ναού, κάτω από υπ΄σοτεγο που κατασκευάστηκε επειδή συχνά βρέχει την ημέρα της γιορτής. Μερικοί από τους προσκυνητές πήγαιναν στην εικόνα με τα ζώα, προσκυνούσαν χωρίς να τα αφήνουν από τα χέρια τους ή τα άφηναν για λίγο πάνω στο εικονοστάσι πριν τα παραδώσουν στην ενοριακή επιτροπή. Άλλοι περιέφεραν τα ζώα γύρω από την εκκλησία τρεις φορές και μετά τα παρέδιναν στον επίτροπο. Μερικοί από αυτούς αναρτούσαν χαρτονομίσματα στην εικόνα, πάνω από τα μεταλλικά τάματα στα οποία απεικονίζονατι κάθε λογής ζώα αλλά και άνθρωποι, και ανθρώπινα μέλη σημάδι πως τα τάματα που γίνονται στον Άγιο δεν αφορούν μόνο τα ζώα. Οι εορταστικοί άρτοι τοποθετήθηκαν κατά την επικρατούσα συνήθεια πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι για να ευλογηθούν. Ανάμεσά τους όμως υπήρχαν ασφράγιστα αρτίδια ασυνήθιστου ακανόνιστου σχήματος. Τα αρτίδια αυτά ζυμώνονται με συνεισφορά αλεύρου από πολλά σπίτια του χωριού. 

"Από παλιά συνηθίζουν να τάζουν τα ζώα τους στον Άγιο Μόδεστο και μερικοί τάζουν άρτους ζυμωμένους με αλεύρι από πολλά σπίτια. Από κάθε σπίτι παίρνουν ένα φλιτζάνι αλεύρι. Όσο αλεύρι μαζευτεί ζυμώνεται όλο. Πρέπει όμως να ζητήσουν αλεύρι από πολλά σπίτια για να μαζέψουν πολλές ντροπές."

Μετά τη λειτουργία ο επίτροπος έβγαλε στη δημοπρασία τα ζώα. Μέσα σε λίγη ώρα πουλήθηκαν όλα σε τιμές κατά πολύ ακριβότερες από τις πραγματικές. Οι πλειοδότες που ρωτήθηκαν ήξεραν πως πλήρωναν παραπάνω χρήματα, δεν αντιμετώπιζαν όμως τη συναλλαγή σαν εμπορική πράξη. Πίστευαν πως το ζώο που αγόρασαν δεν ανήκε σε κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη, αλλά στον ίδιο τον Άγιο. Αιτιολόγησαν, μάλιστα, αυτήν την πεποίθηση τονίζοντας ότι το ζώο-τάμα παύει να αποτελεί κτήμα του ιδιοκτήτη του όχι από τη στιγμή που το παραδίδει στον επίτροπο του ναού, αλλά από τη στιγμή που γίνεται το τάξιμο. Απλώς, πιστεύουν, ο Άγιος το εμπιστεύεται στα χέρια του αφιερωτή για να το φροντίζει μέχρι να έρθει η ώρα της επίσημης (και τελετουργικής βέβαια) παράδοσης στα χέρια των ανθρώπων της εκκλησίας. Η πίστη αυτή ενισχύεται από μια μεγάλη σειρά παραδόσεων που ακούγονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρο το βαλκανικό χώρο και κάνουν λόγο για ζώα-τάματα τα οποία μεταβαίνουν μόνα τους στην εκκλησία σε περίπτωση που ο αφιερωτής αλλάξει γνώμη ή αποφασίσει να τα αντικαταστήσει με άλλα. Οι πλειοδότες θεωρούσαν ευλογία να έχουν στο σπίτι, στο στάβλο ή στο κοπάδι τους ζώα τα οποία αγοράστηκαν από τον Άγιο. [...]

Στον Άγιο Μόδεστο η πιο συνηθισμένη ευχή που απηύθυναν σε αυτούς ήταν: "Να βλέπει η χάρη του κι εσένα και το βιος και τα παιδιά σου." Στο τέλος μετά τη λειτουργία στρώθηκε πρόχειρο τραπέζι κάτω από το υπόστεγο με μπακαλιάρο, σουπιές και άλλα νηστίσιμα.[...]

Κατά την ημέρα της εορτής οι βοσκοί και οι κάτοικοι οικόσιτων ζώων βάζουν κάτω από την εικόνα μικρά σακιά με ρόβι, σιτάρι, κριθάρι ή άλλους καρπούς. Μετά τη λειτουργία τα παίρνουν, τα αποθηκεύουν και τα δίνουν στα ζώα τους. Πιστευούν ότι με αυτόν τον τρόπο μεταφέρουν την ευλογία του Αγίου.[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδόσεις Καρμάνωρ)


 Για την Κρήτη μας πληροφορεί κι ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης"): 

 "Στην Κρήτη τηρούν αυστηρά την αργία του, με μια συγκινητική μέριμνα, να μην κουράσουν και τα ζώα, την ημέρα εκείνη. Σταματούν το όργωμα ή και τα βαριά κουβαλήματα, αν πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τα ζώα και να θυμώσει ο άγιος."  

και, κατόπιν, αναφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή του φοιτητή του Ε.Ψωμά (το1980) στο χωριό Εξάντη Ρεθύμνης:  

"Στο Χωριό Αχλαδέ, γύρω στα 1930, κάποιος βγήκε να οργώσει με τα βόδια του, την ημέρα τ'αγίου Μόδεστου, στην πλαγιά. Εκεί που όργωνε αδιάφορος, ξεκόλλησε απ'την κορφή του βουνού ένας πελώριος βράχος και άρχισε να κατρακυλά προς τον άνθρωπο. Την τελευταία στιγμή ο βράχος πήδησε και ξανασκέλισε τα βόδια κι έπεσε, ίσα-ίσα, πίσω από το αλέτρι. Ο άγιος λυπήθηκε τα ζώα. Ο γεωργός φοβήθηκε, και μόλις εσώθηκε, αμόλησε τα ζώα κι εσταμάτησε το όργωμα... Το βράδυ στο χωριό διηγήθηκε τι έγινε, που όλοι το θεώρησαν θαύμα, και πιο πολύ που στάθηκε ο βράχος και δεν προχώρησε πιο χαμηλά. Από τότε, όλες οι οικογένειες κάνουν, στη γιορτή του αγίου, αρτοκλασίες."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Καθώς τα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν μηχανήματα και τρακτέρ οι γεωργοί στηρίζονται κατά κύριο λόγο στη βοήθεια των ζώων για την καλλιέργεια των κτημάτων τους και για τη γενικότερη επιβίωσή τους, ο Άγιος Μόδεστος δε θα μπορούσε να μην είναι κατ'επέκταση και προστάτης των γεωργών, όπως και των κτηνοτρόφων. Για αυτό και ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") αναφέρει ότι ο Άγιος Μόδεστος λατρευόταν από τους γεωργούς και ότι ανήμερα της γιορτής του:

"όπως λέγουν, τότε "γιορτάζουν τα βόδια" και γίνεται, με κοινόν έρανο των γεωργών συλλείτουργο με κόλυββα και αγιασμό στην εκκλησία. Κόλυββα και αγιασμό δίνουν και στα ζώα που οργώνουν.

Στη Λήμνο οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα για τα ζώα τους, τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παππάς. Στην ταγή για τα βόδια ρίχνουν κι αυτά τα κόλλυβα."

Στο Δρυμό της Μακεδονίας οι γεωργοί "υψώνουν" και το ύψωμα το δίνουν εις τα ζώα να το φάνε και τα εύχονται να ζήσουν χρόνια πολλά.

Στα Τελώνια της Λέσβου παίρνουν τον αγιασμό και πάνε στα χωράφια, για να γλιτώσουν από τις αρρώστιες, τις ακρίδες, απ'ούλα. Σκόλη τό'χουνε κείνη την ημέρα για να κάνουν μόδια πολλά."

 ( Γεώργιος Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

 
Εξάλλου, και το ίδιο το όνομά του - που λέγεται ότι του δόθηκε από κάποιον Ρωμαίο Συγκλητικό που τον υιοθέτησε και συνεπώς ετυμολογείται από το λατινικό modestus ως άνθρωπος του μέτρου, σεμνός (Δ.Λουκάτος) - πάντα θύμιζε στους γεωργούς μας το "μόδι" (μέτρο χωρητικότητας για τα σιτηρά) κι επομένως οι ιδιότητες τούτου του αγίου επεκτάθηκαν και ως προς την προστασία της καλλιέργειας και την αύξηση της συγκομιδής. Χαρακτηριστική η ευχή "Χίλια μόδια!" που συνήθιζαν να ανταλλάσσουν οι χωρικοί την ημέρα της γιορτής του. Προστάτης, λοιπόν, των ζώων, των γεωργών και των κτηνοτρόφων!

Θεόφιλου

Αλλά πολύτιμες πληροφορίες (πολλές από πονήματα του λαογράφου Στεφάνου Ημέλλου) για τον Άγιο Μόδεστο συγκεντρώνει και η Α.Οικονόμου στο άρθρο της "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία"

"...Η λαϊκή πίστη, εκτός από προστάτη και θεραπευτή των αροτριώντων ζώων, γιατί χωρίς αυτά δε μπορούσαν να καλλιεργήσουν τη γη, και κατ'επέκταση προστάτη των γεωργών και πρωτοκαλλιεργητή όπως πιστεύουν και στα Τελώνια της Λέσβου: "Αυτός ο Άγιος εκαλλιέργησε πρώτος τη γη. Ήταν πρωτοζευγάς. Κάθε ισνάφ' έχει τον αρχηγός τ'. Σε μας τον έχουνε οι ζευγάδες." (Ήμελλος, 1992)

Τον Άγιο Μόδεστο τον τιμούν με αργία, συλλείτουργα, κόλλυβα, παρασκευή άρτων τα οποία καλούνται ζευτά, προσφορά και τάξιμο ζώων και άλλες αναίμακτες προσφορές. Π.χ. στην Νάξο "του Αγίου Μοδέστου εκάνανε οι νοικοκυράδες ζευτά. Είναι προς χάρη του βοδιού. Κάνουνε δύο πούλοι και τσοι ενώνουν με ζύμες και τσοι πάνε στα βόδια και τα γλείφουνε... Ύστερα που το γλείφουνε το παίρνουνε στο σπίτι και το τρώνε. Τα ζευτά τα δίνουν και τα τρώνε τα βόδια, γιατί τα προστατεύει ο Άγιος." (Ήμελλος, 1992) [...] Στην Νάξο, που είναι ένα ιδιαίτερα αγροτικό νησί, χαρακτηριστική είναι η παρακάτω θρησκευτική παράδοση, η οποία αναφέρεται στην εξημέρωση των ζώων από τον Άγιο Μόδεστο: "Αυτά τα βούδια που λέμε την παλιά εποχή ήταν άγρια και δεν ημπορούσανε να τα ζέψουνε ούτε στ'αλώνι ούτε στο ζευγάρι. Επήγαινε ο διάβολος και τ'αγκύλωνε και δεν τ'άφηνε να κάνουνε δουλειά. Ετότε ο Άγιος Μόδεστος τον επικάλεσεν ο κόσμος και επήγε και τα σταύρωσε και τον έκανε ζυόλουρο και τό'βαλε στο ζυό και ζεύλες στο ζυό και έφτειαξε το σταυρό και στο ζυόλουρο και στις ζεύλες. Και έτσι εμερέψανε τα βούδια και έκανε ο άνθρωπος τις δουλειές. Μερέψανε προς χάρι του Αγίου Μοδέστου." (Ήμελλος 1992, 61)"
(Α.Οικονόμου, "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία", περιοδικό της ελληνικής κτηνιατρικής εταιρίας 2011)

 

"Ο ζευγάς"- Νώντας Ρεντζής

 Αλλά, σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάτο και: 

"στη Λέσβο ιδιαίτερα επίστευαν (και πιστεύουν) ότι ο "ανθρώπινος" άγιος Μόδεστος ήταν πρωτοκαλλιεργητής της γης και πρωτοζευγάς. Για αυτό και οι ζευγάδες του νησιού τον έχουν προστάτη στο ισνάφι τους (προσωπική μου καταγραφή στο χωριό Τελώνια το 1940). Διαβάζω αργότερα στο βιβλίο Χρ.Ι.Τραγέλλη, "Τα λαογραφικά της Καλλονής Λέσβου", ότι κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου, ένας πρωτοζευγάς του τόπου (με τη σειρά του) ετοίμαζε άφθονους ζεστούς λουκουμάδες (χειμώνας σε ελαιοπαραγωγικό νησί) και τους εμοίραζε στα σπίτια και στα καφενεία."

Στη Θεσσαλία τον τιμούσαν επίσης πολύ. Είχε δε και παλιό Μοναστήρι, στην Πύρρα των Τρικάλων (Κοκκίνης, 39). Στα χωριά της Καλαμπάκας, συγκέντρωναν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα τους έξω από το χωριό (Καλομοίρα) κι ο παπάς τα ράντιζε με τον αγιασμό της ημέρας.

Και στην Κύπρο ο άγιος Μόδεστος προστατεύει τα ζώα. Στη γιορτή του νοικοκυρές κάνουν κόλλυβα και τα πάνε στην εκκλησία να ευλογηθούν. Απ'αυτά δίνουν στα ζώα τους να φάνε, για να γλιτώνουν τις αρρώστιες και για να δίνουν (οι αγελάδες και τα πρόβατα) περισσότερο γάλα. (Μαρία Παρασκευοπούλου, "Recherches sur les Fetes religieuses pop. de Chypre")" 

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης")

 
"Ο μικρός ζευγάς"- Έκτωρ Δούκας

Ο Γεώργιος Αικατερινίδης στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες" σημειώνει πως για τον Άγιο Μόδεστο οι όποιες προσφορές είναι αναίμακτες και πως: 

"Η είδηση από την Λήμνο κάνει λόγο για προσφορές, από όσους έχουν τάξιμο, γιδιών και αρνιών, που εκποιούνται με τον συνηθισμένο τρόπο υπέρ της εκκλησίας. Με πιο εξασθενημένη τη θυσιαστική μορφή η κρητική αναφέρει προσφορές στον Άγιο, διαζευκτικά, γάλακτος ή αρνιών." (Γεωργίου Αικατερινίδη,
"Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες")

"Όργωμα"- Βάλιας Σεμερτζίδης
 

*Οι δύο διαφορετικές ημερομηνίες εορτασμού του Αγίου Μοδέστου (16 και 18 Δεκεμβρίου αντίστοιχα), ουσιαστικά αφορούν δύο ομώνυμους Αγίους, Πατριάρχες Ιεροσολύμων, και μια σύγχυση που επήλθε μεταξύ των προσώπων αυτών. Ο Δημήτριος Λουκάτος μας κατατοπίζει σχετικά: 

"Ο Άγιος Μόδεστος [...] έγινε ονομαστός για τη δραστηριότητα και τα θαύματά του. Ένα από τα θαύματα αυτά συνετέλεσε να θεωρείται έκτοτε ο Άγιος, προστάτης των ζώων και των κτηνοτρόφων. Σε κάποιον, λέει, μεγαλοκτηματία, γύρω από τα Ιεροσόλυμα, ψοφούσαν τα ζώα από δηλητηρίαση. Ο Άγιος Μόδεστος διαπίστωσε, ότι το κακό προερχόταν από φαρμακερό φίδι, που έπινε απ'το κοινό νερό και το εμόλυνε. Με την παρέμβαση του Αγίου, τα άρρωστα ζώα συνήλθαν, και το μεγάλο φίδι εξοντώθηκε (μια "δρακοντοκτονία" κι εδώ). [...] Στις παλιότερες ακολουθίες του Αγίου Μοδέστου που είχαν υπόψη την παραδοσιακή βιογραφία του, οι διάφοροι ύμνοι μιλούσαν για την ιδιότητά του, του θεραπευτή των ζώων. Η νεότερη όμως σύνθεση (1952) υμνεί άλλον Μόδεστο του 7ου αιώνα που τον λέγει απλώς "ποιμένα" της εκκλησίας [...] Παρ'όλον όμως τον παραμερισμό του παλιού συναξαρικού Αγίου το επίσημο Αγιασματάριο της Εκκλησίας κρατεί τη σχετική παράδοση και περιλαμβάνει ευχή "εις κτήνη", που υποτίθεται ότι την απαγγέλλει ο ίδιος ο Άγιος Μόδεστος (συνθεμένη από τον Νικόδημο Αγιορείτη περί το 1800) [...]

 "Κὑριε, ᾽Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλεήμων πανάγαθος [...] Σὺ γὰρ εἶ ὁ καὶ δι’ ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου δούλου σου, τὸν μὲν ὄφιν θανατώσας, τὸν τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος τῷ ἑαυτοῦ ἰῷ διαφθείραντα, τὰ δὲ ἐξ αὐτοῦ πιόντα ζῷα καὶ νεκρωθέντα, τῇ ζωοποιῷ δυνάμει σου ἀναστήσας [...] Ἐπάκουσον ταύτης μου τῆς δεήσεως καὶ ἀπέλασον πᾶσαν θανατηφόρον ἀσθένειαν καὶ βλάβην ἀπὸ τῶν Βοῶν, Ἵππων, Ὄνων, Ἡμιόνων, Προβάτων, Αἰγῶν, Μελισσῶν, καὶ τῶν λοιπῶν ζῴων τῶν εἰς χρείαν ὄντων τῆς ζωῆς τῶν δούλων σου, τῶν ἐπικαλουμένων σὲ τὸν δοτῆρα πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα. Καὶ δός, Κύριε, πᾶσι τοῖς τὴν ἐμὴν μνήμην ἐπιτελοῦσι καὶ μετὰ πίστεως προστρέχουσι τοῖς λειψάνοις, εἰρήνην σταθεράν, πληθυσμὸν ζῴων, ἀφθονίαν σίτου, οἵνου καὶ ἐλαίου, ἐπὶ πᾶσιν δὲ ἄφεσιν ἀμαρτιῶν, σωμάτων ὑγείαν καὶ τὴν τῶν ψυχῶν αἰώνιον σωτηρίαν. Ναὶ, Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις ἐπικαμπτόμενος, οἴκτειρον τὰ πάσχοντα ζῷα, τῇ δρεπάνῃ τοῦ θανάτου ἀγεληδὸν θεριζόμενα καὶ ὡς λόγον μὴ ἕχοντα, μόνοις τοῖς μυκηθμοῖς καὶ ταῖς γοεραῖς καὶ ἀνάρθροις φωναῖς τὸ πάθος καὶ τὴν ὀδύνην αὐτῶν ἐλεεινῶς ἐξαγγέλοντα, ὥστε καὶ τοὺς λογικοὺς εἰς συμπάθειαν τούτων ἕλκεσθαι. «Εἰ γὰρ δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ» κατὰ τὸ γεγραμμένον, πῶς οὑκ οἰκτειρήσῃς ταῦτα, ὁ τούτων ποιητὴς καὶ προνοητὴς; Σὺ γάρ, εὔσπλαγχνε, καὶ τῶν ἐν τῇ κιβωτῷ ζῴων ἐμνήσθης, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου νικώμενος. ῞Ινα, διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν τετραπόδων ζῳων, καλλιεργῆται μὲν ἡ γῆ αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποὶ καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί σου οἱ ὲπικεκλημένοι τὸ ὅνομά σου ἀπολαύωσι τῶν ἰδίων γεωργιῶν· ἐκ τούτων δὲ πᾶσαν αὐτάρκειαν ἕχοντες, περισσεύωσιν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν· καὶ δοξάζωσι μέν, Σὲ τὸν χορηγὸν παντὸς ἀγαθοῦ [...]"

 


Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο Άγιος Στέφανος, τα στέφανα και τα κουρμπάνια.

Του Αγίου Στεφάνου σήμερα, προστάτου των στεφάνων και των νιόπαντρων ζευγαριών. 
Ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") καταγράφει σχετικά:
"Η χριστιανική υμνογραφία έπαιξε λυρικά με το όνομα του αγίου αυτού, μιλώντας για στέφανο του μαρτυρίου του:
Λόγων στεφάνοις στέφω Στέφανον, ον προέστεψαν λίθοι!...
και: 
Δεύτε Στέφανον ενδόξως στεφανώσωμεν.
Αυτή η ένδοξη εναλλαγή στεφάνων και στεφανώματος, μαζί με τη νεανική ηλικία και μορφή του πρωτομάρτυρα, που κι οι ίδιοι οι δικαστές του τον αντίκρυσαν σε μια στιγμή να έχει "πρόσωπον αγγέλου" (κι αυτό μας το δίνουν επίσης οι μεγάλοι αγιογράφοι) έκαμε ώστε ο άγιος Στέφανος να θεωρείται και προστάτης των νιόπαντρων ζευγαριών, η να τον επικαλούνται, με προσκόμιση λουλουδιών, οι ανύπαντρες κοπέλες.



Νομίζω ότι δεν είναι άσχετη με τη νεανικότητα του αγίου και με τον μεταφυσικό συμβολισμό του στεφάνου του, η εντονότερη λατρεία του από τον γυναικείο κόσμο, κι η αφιέρωση γυναικείων Μοναστηριών στ' όνομά του (Μετέωρα, Χίος, Αττική, Θεσσαλονίκη)."

Λέγεται, ακόμη, πως πολλά νιόπαντρα ζευγάρια του αφιέρωναν τα στέφανά τους, ώστε "νά'χουν καλά στέφανα", καλό γάμο.

Στα Ψαχνά Ευβοίας, στο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, υπάρχει τό εξής έθιμο, που κράτησε κυρίως μέχρι τη δεκαετία του '70, "όποια κοπέλα ή άνδρας δε μπορούσε να βρει γαμπρό ή νύφη αντίστοιχα, πήγαινε στο εξωκκλήσι του Αγίου και άφηνε μπροστά στην Ωραία Πύλη δεμένο (κόμπος) μανδήλι με χρήματα μέσα. Όποιος πιστός το έβρισκε, το έλυνε, έπαιρνε τα χρήματα και ταυτόχρονα "ελευθερωνόταν" η τύχη αυτού που άφησε το μανδήλι." Επίσης, τη μέρα αυτή "οι παντρεμένες γυναίκες βγάζουν τα στέφανά τους στο φως της ημέρας για να τα καθαρίσουν και να τα θυμιατίσουν." (πηγή: http://psahnaevia.blogspot.gr/2012/12/2.html)

Η γιορτή του Αγίου Στεφάνου, όμως, συνδέεται και με τα χοιροσφάγια (βλ.καιΤα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), καθώς σε πολλά μέρη της Ελλάδος συνηθιζόταν τούτη τη μέρα να σφάζουν τα γουρούνια, αντί τις παραμονές των Χριστουγέννων, γι'αυτό και αρκετή την ονόμαζαν "γουρουνοστέφανο". Ιδιαιτέρως για την περιοχή της Χαλκιδικής ο Ιωακείμ Κρικέλικος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική" - σε ηλεκτρονική μορφή εδώ: http://www.halkidikinews.gr/dodeka/) αναφέρει:
"Του Αγίου Στεφάνου: Μεγάλη μέρα για την Αρναία, που γιορτάζει τον πολιούχο της Άγιο σημαντική όμως μέρα και για τα πιο πολλά χωριά της Χαλκιδικής, αφού σήμερα σφάζουν τα γουρούνια, εις ανάμνηση, λένε, της σφαγής των δεκατεσσάρων χιλιάδων νηπίων από τον Ηρώδη ή του λιθοβολισμού του αγίου Στεφάνου.
Πιθανότατα το έθιμο της σφαγής του οικόσιτου χοίρου ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, τότε που οι γεωργοί θυσίαζαν, κατά τα «Σατουρνάλια» (17-25 Δεκεμβρίου), προς τιμή του Κρόνου και της Δήμητρας, χοίρο για την ευφορία της γης.
Σίγουρα, πάντως, έσφαζαν το γουρούνι τα Χριστούγεννα οι Χαλκιδικιώτες, διότι και το κρύο επέτρεπε τη διατήρηση του χοιρινού κρέατος για πολύ καιρό και να φάνε δεν είχαν· και οι "αλείξουρις" αυτές ημέρες χρειάζονταν πολύ και καλό φαγητό· «φαγούσ'μου ήταν κι δ'λειές δεν είχαν».
Η σφαγή του γουρουνιού, από παρέα φίλων και γειτόνων, ήταν όντως τελετουργική: λίγο πριν τη σφαγή, το έβγαζαν από το «κουμάσι» για να περπατήσει, «να σκνίσ'» ελεύθερα και να «χαρεί», προτού θανατωθεί. Ευθύς μετά το σφάξιμο, η νοικοκυρά το θύμιαζε μ' ένα κεραμίδι "για να φύγουν τα μαϊκά" τα κάρβουνα από το αυτοσχέδιο θυμιατό τα έριχνε μετά στο λαιμό του χοίρου «για την ψυχή του ζώου αλλού, «έβαζαν στο στόμα του γουρουνιού κώνο («κουκ'νάρα») καλαμποκιού, για να μένει ανοιχτό (ίσως για να βγει πιο εύκολα η η ψυχή του!) σ' άλλα πάλι χωριά, τα κάρβουνα με το θυμίαμα τα έριχναν στα αυτιά του γουρουνιού, για να φύγουν οι Καλικάντζαροι αλλού, τέλος, θυμίαμα και κρεμμύδι έβαζαν στο στόμα του, για να έχει γλυκό και νόστιμο κρέας.
Η θυσία του ζώου γίνεται, σίγουρα, με προφύλαξη, αγνείες, καθαρμούς και εξιλαστικές πράξεις, που συναντούμε σε πανάρχαιες τοτεμικές τελετουργίες, όπως λ.χ. στα «Βουφόνια» των αρχαίων, έτσι ώστε οι θύτες να γλιτώνουν από το κρίμα.
Μετά το γδάρσιμο και τον τεμαχισμό, τα παιδιά έπαιρναν τη «φούσκα» του (ουροδόχο κύστη), αφού πρώτα «τα έδειχναν» (τα γεννητικά τους όργανα), την τρίβανε στη στάχτη για να μαλακώσει, τη φούσκωναν και έπαιζαν με τούτο το αυθεντικό και ανθεκτικό μπαλόνι.
Ακολουθούσε το θυσιαστικό συμπόσιο: τη μέρα αυτή έτρωγαν το μαύρο συκώτι, μαγειρεμένο με κρεμμύδια και κόκκινο πιπέρι. Το άσπρο το έτρωγαν την Πρωτοχρονιά.
Τις επόμενες μέρες οι νοικοκυρές έβγαζαν τη λίγδα (λίπος), έφτιαχναν τις «τσιγαρίδες» ή «πιτσουρούδις» (τσιγαρισμένα κομμάτια κρέατος και λίπους μαζί), γέμιζαν τα λουκάνικα καθάριζαν τις «ουματιές» ή "ματιές", αλάτιζαν τον παστό και έφτιαχναν από τηγανισμένα κομμάτια κρέατος, λίπους και λουκάνικων τον «πασπαλά» (καβουρμά), που τον φύλασσαν σε πήλινα δοχεία, τις «βουτνάρες», για το θέρο.
Και επειδή από "του γ'ρούν' τίπουτι δεν πιτχιέτι", στην Κασσάνδρα φτιάχνανε:
1) «μπάμπου», με το στομάχι του χοίρου που καθαριζόταν καλά, παραγεμιζόταν με «γιουμίδια» (γλυκό τραχανό, μυρωδικά, ψιλοκομμένο και ζεματιστό πνευμόνι) και τρωγόταν τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα μετά το σφάξιμο,
2) τον «αϊτό», με τα «τραγανάδια» (χόνδρινα μέρη) του στήθους, που τεμαχίζονταν, βράζονταν με γλυκό τραχανό και γίνονταν πίτα, και
3) τον «πατσιά», με το κεφάλι και τα πόδια του γουρουνιού, που μαγειρευόταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Οι νοικοκυραίοι, τέλος, το δέρμα του γουρουνιού το καθάριζαν, το τέντωναν και το άπλωναν να ξεραθεί. Απ' αυτό αργότερα έφτιαχναν τα «γρουνουτσάρ'χα»."


Ο Γεώργιος Αικατερινίδης, στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", αναφέρεται, επίσης, σε θυσίες ζώων την ημέρα τούτη:


Αναφορά σε κουρμπάνι, δηλαδή σε "θυσία ζώου", αλλά και σε άλλες παραδόσεις κατά την ημέρα του Αγίου Στεφάνου κάνει και η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου στο βιβλίο της "Αντέτια Δωδεκαημέρου":
"Την τρίτη ημέρα μετά τα Χριστούγεννα, γιορταζόταν ο Άγιος Στέφανος, ιδιαίτερα στην Καππαδοκία. Στο Γκέλβερι, ήταν προστάτης των παντοπωλών και στα Φάρασα, ο "Ε-Στέφανος" λατρευόταν σε κάτζι (βράχο), όπου ήταν και η σπηλιά που αγίασε. Η συνοικία του Αγίου Στεφάνου ήταν ένα παραλιακό προάστιο της Κωνσταντινούπολης, στην Προποντίδα, που τιμούσε ιδιαίτερα τη μνήμη του Αγίου. Χαρακτηριστικό έθιμο του πανηγυριού ήταν τα τάματα που έφερναν Ρωμιοί, Τούρκοι κι Αρμένιοι, ζώα στολισμένα με χρυσές κλωστές που θυσίαζαν στον αυλόγυρο κι έπειτα άλειφαν χέρια και πρόσωπο με το αίμα της θυσίας "για το καλό", όπως πίστευαν. Ήταν ένα κουρμπάνι (θυσία ζώου) που γινόταν, όπως και άλλα, στη λατρεία των Αγίων, το οποίο όμως διατηρήθηκε μέχρι τα νεώτερα χρόνια.
Στον Πόντο, στο χωριό Χατσάβερα της Ροδόπολης, υπήρχε ναός του Αγίου μέσα σε σπηλιά. Στη γιορτή γινόταν τοπικό πανηγύρι και οι κάτοικοι έσφαζαν πρόβατα και δαμάλια για να φιλέψουν τους προσκυνητές. Ο Άγιος, πίστευαν, "από πέτρα γεννήθηκε κι από πέτρα πέθανε". Σύμφωνα με την παράδοση, την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, τρεις γυναίκες πήγαν για επίσκεψη στην Παναγία που ήταν λεχώνα. Οι δύο είχαν από ένα παιδί στην αγκαλιά και η τρίτη που δεν είχε, πήρε μια πέτρα από το δρόμο και τη φάσκιωσε. Η Παναγία ρώτησε ποιά ήταν τα ονόματα των παιδιών των γυναικών. Οι δύο πρώτες απάντησαν, η τρίτη όμως αποκρίθηκε δειλά: Στέφανος. "Το πιστεύω", είπε η Παναγία, "ας είναι Στέφανος τ'όνομά του". Λυπήθηκε την άτεκνη γυναίκα κι έκανε το θαύμα της. Έτσι έγινε ο Αϊ-Στέφανος, που από πέτρα γεννήθηκε και από πέτρα θανατώθηκε (με λιθοβολισμό)."

Ίσως, μάλιστα, με βάση αυτήν την τελευταία παράδοση, κάποιοι να τον θεωρούν και προστάτη "για την ευτοκία και ευτεκνία".
Τέλος, στον Άγιο Γεώργιο της Χίου (πηγή: http://www.alithia.gr/newspaper/2005/30122005/30122005,13619.html): "Ανήμερα του Αγίου Στεφάνου οι άντρες του χωριού κατέβαιναν στην πόλη κρατώντας έναν «τουρβά», έναν τρίχινο υφαντό σάκκο όπου συνήθως τοποθετούσαν τα ψώνια. Κατέβαιναν εκείνη τη μέρα στη χώρα, πουλούσαν τις ελιές τους, τις «τρούπες» και ψώνιζαν τα αναγκαία για το σπιτικό τους. Αυτός ο τουρβάς γέμιζε με καλούδια κάθε λογής. Kαρύδια, ακόμη και πατσά. Ο κάθε νοικοκύρης έκανε την κουμπανία του», θυμάται ένας κάτοικος του χωριού" .