Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ανεστραμμένη πυραμίδα του Αγίου Σωφρονίου

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ (22 Σεπτεμβρίου 1896 - 11 Ιουλίου 1993)

του Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ (μέρα μνήμης η 11η Ιουλίου):

 "Στη δομή του κόσμου παρατηρείται ιεραρχική τάξη, διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο: "πυραμίδα του είναι". Όμως στο ανθρώπινο πνεύμα βρίσκουμε την ιδέα της ισότητας ως έμμονη απαίτηση των μυχίων της συνειδήσεώς μας. [...]

Είναι όμως άραγε δυνατή η ισότητα εκεί, όπου θεμελιώδης αρχή υπάρξεως είναι η ελευθερία; Η πείρα χιλιάδων ετών της ιστορίας της ανθρωπότητας επιβάλλει την απάντηση: όχι. [...]

Ας στραφούμε προς τον Χριστό και ας δούμε πώς Εκείνος λύνει αυτό το πρόβλημα. 

Ο Κύριος δεν αρνείται το γεγονός της ανισότητας, την ιεραρχία, τη διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο, καλύτερο ή χειρότερο, αλλά ανατρέπει την "πυραμίδα αυτή του είναι" αναστρέφοντας την κορυφή της προς τα κάτω και έτσι εγκαθιστά την έσχατη τελειότητα

Αναμφίβολη κορυφή της "πυραμίδας του είναι" είναι ο Ίδιος ο Υιός του ανθρώπου, ο Μόνος αληθινός αιώνιος Κύριος. Και λέει για τον Εαυτό Του ότι "οὐκ ἤλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν" (Ματθ.κ28)

Η διδασκαλία, την οποίαν παραλάβαμε, λέει για τους Αγγέλους ότι συγκριτικά με την επίγεια ύπαρξή μας είναι όντα ανώτερα από μας, και στη γνώση και στον τρόπο της υπάρξεως' ο Απόστολος, όμως, λέει για αυτά τα όντα ότι είναι λειτουργικά πνεύματα "εἰς διακονίαν αποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν" (Εβρ.α14)


Ο Κύριος εντέλλεται στους μαθητές Του να ακολουθούν το υπόδειγμα που ο Ίδιος έδωσε πλένοντας τα πόδια τους (βλ.Ιωαν.ιγ15). Λέει: "Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν· ἀλλ’ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος" (Ματθ.κ25)

Με τα λόγια αυτά ορίζεται η σύσταση και η έννοια της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας, δηλαδή η ανάβαση όσων βρίσκονται σε χαμηλό βαθμό πνευματικής τελειότητος στη θέση εκείνων που βρίσκονται ιεραρχικώς υψηλότερα [...] (βλ.Εφεσ.δ11-13).

Ο Χριστός και ως Δημιουργός, δηλαδή ως αιτία της υπάρξεως του κόσμου, πήρε επάνω Του το βάρος των αμαρτιών όλου του κόσμου "γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα" (Γαλ.γ13). Αυτός είναι η κορυφή της αντεστραμμένης πυραμίδας, κορυφή που επάνω της πέφτει όλο το βάρος της υπάρξεως. 

Όσοι ακολουθούν τον Χριστό, με άρρητο τρόπο εξομοιώνονται μαζί Του, σηκώνοντας τα βάρη ή τις αδυναμίες των άλλων: "Ὀφείλουσι δέ οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν" (Ρωμ.ιε1).

Μιλούμε εδώ για όλα αυτά, για να δείξουμε τη χαρακτηριστική ιδιότητα της χριστιανικής οδού. [...] Αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας να εκφράσουμε τη ζωή αυτή με λόγια και εικόνες. 

Ο χριστιανός πορεύεται προς τα κάτω, προς το βάθος της ανεστραμμένης πυραμίδας, όπου συγκεντρώνεται η φοβερή πίεση, όπου είναι ο Χριστός, "ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου".

Όταν η μεγάλη χάρη του Θεού εγγίσει την καρδιά, τότε αρχίζει να ενεργεί μέσα της η δύναμη της αγάπης του Χριστού και η ψυχή ελκύεται από την αγάπη αυτή και κατεβαίνει πραγματικά στο βάθος της αντεστραμμένης πυραμίδας, ποθεί τον Χριστό, εξομοιώνεται με Αυτόν. Στα όρια των δυνάμεών του ο άνθρωπος σηκώνει επάνω του το βάρος των αδερφών του. Και τότε δημιουργείται μια κατάσταση, για την οποία είναι αδύνατον να δώσει ο λόγος πληροφορίες. 

Το βάθος και η δύναμη των θλίψεων που βιώθηκαν στη ζωή γέμισαν την καρδιά με μεγάλη συμπόνοια για κάθε πάσχοντα. Η συμπάσχουσα αγάπη γεννά την ετοιμότητα για αυτοθυσία για το καλό του πλησίον και συγχρόνως η αγάπη ελκύει με ακράτητο τρόπο τον όλον άνθρωπο προς τον Θεό. Ο νους, η καρδιά και το ίδιο το σώμα, η όλη ύπαρξη του ανθρώπου ελκύεται προς τον θεό με βαθιά φλογερή προσευχή για τους ανθρώπους, άλλοτε για γνωστούς ή και αγνώστους, άλλοτε για όλη την "ἀπ'αἰῶνος" ανθρωπότητα΄ άλλοτε πάλι η ψυχή εξαντλημένη από τον μεγάλο πόνο της αγάπης παραδίνεται ολοκληρωτικά στον Θεό και λησμονεί τον κόσμο. 

"Όταν η ψυχή είναι στο Θεό τότε ο κόσμος λησμονείται εντελώς και η ψυχή βλέπει μόνο το Θεό."

Μετά την εσωτερική θυσία, όταν δηλαδή εσωτερικά προσφερθεί το παν, το πνεύμα του ανθρώπου γεύεται την ανάπαυση σε όλα και απολαμβάνει βαθιά εσωτερική ειρήνη, ειρήνη Χριστού, που είναι ασύλληπτη στον ανθρώπινο νου. (βλ.Φιλ.δ7) "

Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ του Αθωνίτου "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης",

εκδόσεις: Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας



Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022

Ευλογημένα Χριστούγεννα!

 

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Β', Μονή Αγίου Παντελεήμονος

"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:

- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.

Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.

Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:

- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.

Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."

Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.

Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.

-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.

Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.

Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

(Νίκου Ψιλάκη "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)


"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Β', Μονή Αγίου Παντελεήμονος


"Η γέννηση
Έν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. 
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 
Μου’ δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
 «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία.» 
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ, γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα’ χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό."

(Τάσου Λειβαδίτη, "Ο αδελφός Ιησούς")

 

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα", εκδοτική Αθηνών, τ.Α', Μονή Διονυσίου

Ευλογημένα Χριστούγεννα!

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Άγιος Πορφύριος: Ένας να με ακούσει...

"Κι είναι ωραίο, πολύ ωραίο τούτο που θα σας πω. Για μένανε είναι ωραίο, δεν ξέρω για σας πώς θα σας φανεί.  Εκεί, λοιπόν, που επήγαινα, μόλις άρχισα να ξεπερνάω το αυλάκι, τους σωλήνες που μας φέρνουνε νερό κι έκανα προς τα πάνω, προς μια ανωφέρεια, ήτανε πάρα πολλά αηδόνια σ'αυτή την καναλιά. [...] 

Τέλος πάντων, λοιπόν εκεί πέρα είδα ένα αηδονάκι στον δρόμο από πάνω, σ'ένα δένδρο το οποίο μπορεί να υπάρχει και σήμερα. Φτειάναμε κουτάλες από αυτό και το ξύλο του ήταν λίγο κοκκινωπό' το λέγαμε ίστρια. Την ξέρεις την ίστρια;

-Όχι Γέροντα.

-Όχι, Γέροντα...! Ρε τί πάθαμε, τί πάθαμε! Ούτε μια μέρα κακόμοιροι δεν κάνουμε εμείς μαζί. 

Λοιπόν, άκου να δεις. Και... είδα ένα αηδονάκι που κελαηδούσε. Πω, πω, πω. Παναγίτσα μου! Και πήγα και κάθησα σ'ένα βράχο. Κάθησα εκεί εκεί στον βράχο και σε τρία μέτρα απόσταση το αηδονάκι κελαηδούσε. Εγώ έλεγα το "Κύριε Ιησού Χριστέ" και κοίταζα. [...] και εκείνο έκανε κάτι λαρυγγισμούς!! Εδώ κάτω, εδώ, εδώ να! Φούσκωνε ο λάρυγγάς του έτσι, πετιότανε πέρα. Ρε παιδιά, αν δεν έχετε δει αηδονάκι, έχετε αμαρτήσει. Να δείτε αυτό το πουλάκι, το μικροσκοπικό, που δεν πηγαίνει είκοσι γραμμάρια, πώς να το πούμε λοιπόν, να κάνει αυτή τη φωνάρα και αυτούς τους λαρυγγισμούς και να κάνει πίσω τα φτερά του και να τεντώνεται με όλη τη δύναμη που είχε. Με όλη τη δύναμη να βγάζει αυτούς τους ωραίους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ολόκληρο εδώ από κάτου. 

Παιδιά, μη με παρεξηγήσετε. Αν θέλετε, ακούστε τα. Και όχι μόνο να τα ακούσετε, αλλά και να τα θυμόσαστε. Λοιπόν, κοιτάξτε, αν παρατηρήσετε, θα το ιδείτε το αηδονάκι έτσι όπως σας το λέω. Λοιπόν [...] μου ήρθανε τα δάκρυα κι έλεγα το "Κύριε Ιησού Χριστέ". [...]

Είπα: "Τί μυστήριο! Γιατί αυτό το πουλάκι, το αηδονάκι, έβγαζε αυτούς τους λαρυγγισμούς; Γιατί έψαλλε αυτό το ωραίο άσμα; Γιατί; Γιατί; Γιατί να ξελαρυγγίζεται; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ποιός ο σκοπός;" Μόνος μου φιλοσοφούσα. [...]

"Γιατί αυτό εκεί πέρα κελαηδάει; Έχει κόσμο μπροστά του; Ξέρει ότι άκουγα εγώ; Μπορεί επιτέλους, εμένα να με είδε, αλλά εκείνα μέσα στον λόγγο; Στη ρεματιά που ήταν και την νύχτα και την ημέρα και το βράδυ και το πρωί, νύχτα! Ποιός τ'άκουγε που ξελαρυγγιαζόντουσαν όλα; Και γιατί το κάνανε αυτό το πράγμα; Και γιατί πηγαίνανε σε τέτοια κρυφά μέρη και σπάζανε τον λάρυγγά τους;"

Τα πέρασα ότι όλα αυτά ήτανε του Θεού άγγελοι, δηλαδή πουλάκια που δοξάζανε τον Θεό, τον Πλάστη των απάντων. Και δεν τ'ακουγε κανείς. Κρυβόντουσαν να μην τ'ακούει κανείς. Δεν τα ενδιέφερε να τ'ακούνε. Αλλά τα ενδιέφερε μέσα στη μοναξιά, μέσα στην ησυχία, μες στην ερημιά, μες στη σιωπή, τα ενδιέφερε να τα ακούσει ποιός; Ο Πλάστης των απάντων, αυτός που τους έδωσε πνοή και ζωή. [...]

Λοιπόν, που λέτε, όμως το μεγάλο που μου γεννήθηκε ήτο ότι έπρεπε να φύγω. [...]" (*)




"-Στη στεναχώρια του και στη δυσκολία του, αναγκάζεται κανείς να καταφύγει στο Θεό.

-Ναι.

-Να εκτείνει τας χείρας και να ζητήσει το έλεός του: "Ἐν θλίψεσαι ἐκέκραξα πρὸς Κύριον καὶ επήκουσέ μου". 

[...]

-Μέσ' στο εκκλησάκι που έμπαινα, πήγαινα, καθόμουνα στο στασίδι κι έριχνα μια ματιά. Γύρω ήταν βουνά, από πάνω ήσαν κουμαριές, δάσος, δάσος, γύρω, ούτε ψυχή. Μόνο κάτω στον κάμπο ήταν τα χωριά, η Βάθεια. Εκεί έχει τέλεια ερημιά, δηλαδή για να καταλάβετε το έρημο και το, ας πούμε, το αβοήθητο. Ανέβαινα ψηλά και κοίταζα για να καταλάβω καλά, πού είμαι, πού κάθομαι, πού βρίσκομαι. [...]

Σ'ένα έρημο μέρος, όπως μού'τυχε εμένα να με κλείσει ένας άγριος καιρός πάνω σ'ένα βουνό, πού'ναι ένα μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Βάθειας κι έκανε μια κακοκαιρία, έβρεχε μέρες. Δέκα μέρες συνέχεια βροχή και αέρας. Μούγκριζε ο αέρας, μούγκριζε ο πλάτανος κι εγώ πήγαινα μέσα σε ένα εκκλησάκι αρχαίο κι έτρεμε ο κουμπές (τρούλος) του, και τρέμανε οι άγιες ζωγραφιές του, οι τοιχογραφίες, κι εγώ καθόμουν στο στασίδι, ε, κι έβγαινα, πήγαινα έτσι πιο πάνω κι απ'τα σύννεφα κι απ'τις βροχές, κι απ'τον αέρα κι έβλεπα κάτω τον εαυτό μου έρημο μέσα στη θύελλα...., να μουγκρίζει ο αέρας, τα θηρία ας πούμε της φύσεως, και να νομίζει κανείς, πως βρίσκεται στην κόλαση. Αλλά το αισθανόμουνα σαν το πουλί το κατατρεγμένο με τα ξεροβόρια, με τα χιόνια, που ζητούσε ένα καταφύγιο να πάει να γλυτώσει. Και το καταφύγιό μου ήταν να ταξιδέψω προς τα πάνω, διότι εδώ στη γη ήτανε φουρτούνα, ήτανε κακοκαιρία, ήτανε δύσκολη η ζωή. Και η ψυχή μου ζητούσε κάτι πιο άγιο, πιο υψηλό, πιο τέλειο. Κι αυτό ήταν η αγκαλιά του Χριστού. Βλέπετε πώς αυτά έρχονται μόνα τους... Με παρεξηγείτε;

Αυτός ο ασκητής όλα τα θυσιάζει αρκεί να επιτύχει τον τρόπο, έτσι να αισθανθεί τη Χάρη του Θεού, τη θαλπωρή του Χριστού, την αγκάλη του Χριστού. Ε, να ενωθεί, να αισθανθεί τη συντροφιά του με τον Θεό. Την ένωσή του με το Θεό. Κατάλαβες; Δεν τό'χει για κακό... Εσείς όμως το βλέπετε για κακό. Σου λέει, τί είναι αυτό το πράγμα...!" (*)




"Εργαζόμουνα με τους δικούς μου στο σπίτι, φτιάχνοντας πουλόβερ, ζακέτες, τέτοια πράγματα, για να συντηρηθούμε απ'τα εργόχειρα αυτά. Γι'αυτό, ο παπάς του αγίου Παύλου της οδού Ψαρρών, επειδή εγώ ως παπάς δεν είχα τυχερά, μου λέει "Δεν έρχεσαι των Θεοφανείων ν'αγιάσεις την οδό Ψαρρών, την οδόν Μαιζώνος, την οδό τάδε, τάδε" - μού'βαλε τρεις τέσσερις δρόμους- και με κατάφερε και επήγα. Πήγα και αγίαζα λοιπόν, ανέβαινα τις πολυκατοικίες, χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου άνοιγαν και έμπαινα μέσα: "Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου Κύριε".

Λοιπόν, όπως γύριζα, εκεί, στην οδόν Μαιζώνος βλέπω μια σιδερένια πόρτα, είχε και αυλή, που ήταν φυτεμένες μανταρινιές και πορτοκαλιές, εσπεριδοειδή, και είχε μια σκάλα εξωτερική. Ένα σπίτι καλό, όπως φαινότανε, κι ανέβαινε πάνω. Είχε και υπόγειο πιο κάτω, είχε και πάνω. Εγώ ανέβηκα πάνω, χτυπάω την πόρτα, έρχεται μια κυρία και μου ανοίγει.

Εγώ, κατά τη συνήθειά μου, αμέσως τρύπωσα μέσα: "Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου Κύριε"... Πωπ, πέφτει μπροστά αυτή. Μου λέει: "Σταμάτα!" Λοιπόν, εντωμεταξύ με ακούσανε δεξιά κι αριστερά, στο διάδρομο και βγαίνανε κοπέλες από μέσα απ'τα δωμάτια, και κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής είπα μέσα μου. Λοιπόν, αυτή μπροστά, λέει "Να φύγεις! Δεν κάνει.", μου λέει, "να φιλήσουνε τον Σταυρό αυτές. Να φιλήσω εγώ τον Σταυρό και να φύγεις, παπά μου, σε παρακαλώ.", μου λέει. Λοιπόν, εγώ, πού να φύγω; Πήρα κι εγώ άλλο ύφος. Της λέω, άκουσε σε παρακαλώ, δε μπορώ να φύγω εγώ. Εγώ είμαι παπάς, ήρθα εδώ ν'αγιάσω. "Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν.". Μα δεν το ξέρουμε αυτό, λέω, αν κάνει να φιλήσουν αυτές ή εσύ. Εγώ, λέω, αν με ρωτούσε ο Θεός και μου έλεγε "Ποιός κάνει να φιλήσει, οι κοπέλες για η κυρία;", μπορεί νά'λεγα ότι οι κοπέλες κάνει να φιλήσουν, αλλά τούτη εδώ δεν κάνει να φιλήσει το Σταυρό. Λοιπόν, σαν να κοκκίνησε λίγο. Λέω, άσε τα κορίτσια να φιλήσουνε. Τους έκανα νεύμα και ήρθανε. Λοιπόν, ήρθαν να φιλήσουν τον Σταυρό, εγώ έψαλλα "Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου", το έψαλλα έτσι λίγο πιο μελωδικά έτσι, γιατί αισθάνθηκα μια χαρά, που έτσι ο Θεός οικονόμησε να πάω εκεί πέρα στα κορίτσια. 

Λοιπόν, φίλησαν όλες. Τους είπα: Παιδιά μου -είχανε βάλει εκεί πέρα κάτι φούστες χρωματιστές, είχανε κι αυτές με τη γιορτή εξωραΐσει το σπίτι τους- παιδιά μου, χρόνια πολλά! Ο Θεός σας αγαπάει όλες! Μας αγαπάει όλους. Όλοι τον έχουμε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός, μόνο να φροντίζομε να τον γνωρίσομε, να τον αγαπήσομε. Είναι πολύ καλός! Μας αγαπάει όλους. Και για όλους βρέχει και για όλους βγαίνει ο ήλιος και όλους μας αγαπάει κι εμένανε με αξίωσε ν'ανέβω εδώ να σας αγιάσω και χάρηκα πολύ. Χρόνια πολλά! τους λέω δυνατά, Χρόνια πολλά. Κι έφυγα. [...]"  (*)




"Τί είναι ο χριστιανικός αγώνας; Να, η ψυχή είναι ένας κήπος χωρισμένος σε δύο μέρη. Στον μισό φυτρώνουν αγκάθια, στον άλλο μισό λουλούδια. Κι έχομε μια δεξαμενή νερού (τις δυνάμεις της ψυχής) με δύο βρύσες και δύο αυλάκια. Η μία κατευθύνει το νερό στα αγκάθια και η άλλη στα λουλούδια. Κάθε φορά μόνο μια βρύση μπορώ να ανοίξω. Αφήνω απότιστα τα αγκάθια και μαραίνονται, ποτίζω τα λουλούδια και ανθίζουν."  (**)




"Ήμουν στη σκήτη μας στο Άγιον Όρος. Εκεί μια μέρα, οι υποτακτικοί μου βρίσκονταν σε εκνευρισμό, διότι ένας μάνταλος σφηνώθηκε στην πόρτα και δε μπορούσαν να τον απελευθερώσουν. Προσπαθούσαν, τον χτυπούσαν, τον τραβούσαν, θύμωναν, τίποτα' ο μάνδαλος εκεί, σφηνωμένος. Τότε σηκώθηκα και τους είπα να τον αφήσουν σ'εμένα. Τον πρόσεξα καλά, έκανα μια απλή κίνηση και τον απελευθέρωσα. Οι μοναχοί με κοίταζαν με θαυμασμό. Τους λέω: Τί με κοιτάτε έτσι, βρε ευλογημένοι; Δεν έκαμα τίποτα σπουδαίο' μια κίνηση έκαμα, αλλά την έκαμα με προσευχή και ηρεμία. Εσείς, έτσι που είχατε νευριάσει, δε θα ελευθερώνατε τον μάνταλο ούτε μέχρι αύριο. Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά. Μόνον όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος."  (**)



"Όταν θηλάζεις να είσαι μόνη. Να μη σε βλέπουν οι άλλοι. Να βάζεις μια λευκή ρόμπα. Εσύ και το μωρό απερίσπαστοι. Ιερές στιγμές διαπαιδαγώγησης! Οι βραδινοί θηλασμοί είναι οι ωραιότεροι. [...] Να προσεύχεσαι πάνω απ'τα κρεβάτια τους, όταν κοιμούνται, διότι τότε το κακό είναι αδύναμο, δεν αντιστέκεται. [...] Τα σταυρώνουμε, σηκώνουμε τα χέρια ψηλά κι ευχόμαστε με λαχτάρα. Η προσευχή μας τότε επιδρά πιο εύκολα και η ευχή ενεργεί σε βάθος. [...] Όταν θηλάζεις να μη σε βλέπει το άλλο παιδί, θα είναι μαχαιριά στην καρδιά του. Αυτή η ζήλια δύσκολα σβήνει." (***)




"-Και λέει ο αββάς Βαρσανούφιος ότι το θέλημα είναι ο θώραξ του Άδη.

-Δύσκολο να το καταλάβεις, γιατί η κοινωνία μας διδάσκει το αντίθετο από ό,τι λέει το "Πάτερ ἡμῶν" κάθε μέρα: Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀγιασθήτω τὸ ὄνομὰ σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω "τὸ θέλημά μας", λέει η κοινωνία κάθε μέρα, τα παιδιά έτσι διδάσκονται."  (*)


(*) Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, "Θα σας πω..." (Ηχογραφημένες διηγήσεις του αγίου για τη ζωή του), εκδόσεις: Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος

(**) Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, "Ανθολόγιο Συμβουλών", εκδόσεις: Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος

(***) Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, "Ένας να με ακούσει..." ("... και θα του στείλει ο Θεός πλούσια τη Χάρη Του!"), εκδόσεις: Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος 

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα....

Κι εκεί που έλεγα πως θά'βρισκα επιτέλους λίγο χρόνο να ξεσκονίσω το διαδικτυακό σπιτικό μου και να περιδιαβώ στη γειτονιά, ξεκινήσαν οι ελιές! Και μαζί με τις ελιές χίλια-δυο καινούρια ντράβαρα! Να γυρνάς ταλαίπωρος, με το κορμί πονεμένο και νά'χεις ν'αντιμετωπίσεις -πέραν των άλλων εργασιών που σε περιμένουν- την απόλυτη παράνοια της γραφειοκρατίας, των λογιστικών λαθών και του σογιού σου μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα! Κι αυτό κάθε μέρα, καθημερινή, γιορτή και σχόλη! Είναι που κωλύομαι να τα περιγράψω εδωδά.... αλλιώς είναι για να τραβά κανείς τα μαλλιά του! Αυτό που μονολογεί κανείς ακατάπαυστα "Τί ζω, Θεέ μου;!". Δε μπορεί, σε κάποια φάση, θα τό'χετε νιώσει...
Κι έφτασαν τα Χριστούγεννα, χωρίς να ξεμπερδέψουμε ούτε με τις ελιές, ούτε με τις γραφειοκρατίες, ούτε δυστυχώς με το τρελόσογο! Αντ'αυτού, μου κατσικώθηκε και μια σπαστική ίωση για κερασάκι στην τούρτα! Δεν τό'βαλα όμως κάτω, νύχτα παραμονής ξεθεωμένη, με όλους τους αγωγούς του κεφαλιού φρακαρισμένους στο απόλυτο -κι όταν δεν αναπνέω, τρελαίνομαι!- και την κούραση μηνών συσσωρευμένη, με απαράμιλλο πείσμα επέμενα να ζυμώσω το προζυμένιο Χριστόψωμο και, μάλιστα, να το ψήσω στην ξυλόσομπα! Η οποία καινούρια   ξυλόσομπα, με μεγαλύτερο πείσμα επέμενε να μην ανεβάζει θερμοκρασία στο φουρνάκι της πάνω από 100 βαθμούς (Τονίζω το "καινούρια", καθώς η προηγούμενη, σε αντίθεση με τούτη, είχε τη μανία να εκτινάσσει τη θερμοκρασία στα ύψη, οπότε ξεροστάλιαζες με την αγωνία εάν θα γίνει κάρκατσο ή όχι το όποιο περιεχόμενο έψηνες! Για αυτό το λόγο και φέτος την άλλαξα. Και τώρα εκείνη μ'εκδικείται!), με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε παρέα, για να γίνει τελικά το δικό μου, με συνέπειες, φυσικά, εις βάρος μου, εφόσον κατέληξα αξημέρωτα ένα απολύτως όρθιο πτώμα, μηχανικά κινούμενο, να ετοιμάζομαι για την εκκλησία...


Τέλος πάντων, πέραν των λοιπών αντιξοοτήτων, οφείλω να ομολογήσω πως το χοιρινό το πρασοσέλινο σιγοψημένο στο πήλινο τσουκάλι πάνω στην πυροστιά του τζακιού όλη νύχτα μ'αποζημίωσε την επομένη για τους κόπους μου κι ότι, αφού το απολαύσαμε, αφέθηκα, επιτέλους, να πέσω σε κώμα! Ελπίζοντας πως θα συνέλθω... αμ δε!
[σημ. Μέσα σ'όλα τ'άλλα τα σπαστικά, εδώ και κάποιες μέρες, στο αγαπητό μου κινητό δεν ανοίγει με τίποτα η "προβολή έκδοσης ιστού" του ιστολογίου μου, με αποτέλεσμα, να μη μπορώ να δω τα της γειτονιάς μου και ν'αφήσω μια κουβέντα, ούτε να ψαχουλέψω τα του "σπιτικού" μου διάφορα. Γάνιασα να πάρω μπρος και να καταφέρω ν'αλλάξω την επιλογή σε "προβολή κινητού", που δε με βολεύει καθόλου, μιας και κουράγια για να εγκαταλείψω τον καναπέ και να σταθώ στο γραφείο περιμένοντας ν'ανοίξει ο αρχαιολογικής αξίας επιτραπέζιος υπολογιστής για να περιδιαβώ στο διαδίκτυο, δεν υπήρχαν! Γνωρίζει κανείς να μου πει γιατί συμβαίνει αυτό; Επιβεβαιωμένο κι από άλλους, με την επιλογή "προβολής έκδοσης ιστού" (που είχα τόσον καιρό) το φιρικάκι δεν εμφανίζεται, η σελίδα κολλάει, βγαίνει μισή και δε μπορείς να διαχειριστείς τίποτα! Αν έχει την καλοσύνη κανείς γνώστης να με διαφωτίσει...]
Επειδή, όμως, με όλα τούτα που αραδιάζω, ξέφυγα από το πνεύμα των Χριστουγέννων, όσο μαζεύω κουράγια για να βγω στην παγωνιά να καλύψω μ'αυτοσχέδιες κατασκευές τις λεμονοπορτοκαλιές μου και τα λοιπά ευαίσθητα, καθώς μας έρχεται, κατά πως λένε, χιονιάς, σας παραθέτω εδώ την πιο όμορφη διήγηση για την νύχτα των Χριστουγέννων, καταγεγραμμένη από τον Νίκο Ψιλάκη ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ), κι ας την έχω ξαναδημοσιεύσει παλαιότερα:


"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:
- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.
Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.
Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:
- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.
Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."
Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.
Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.
-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.
Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.
Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

Κι ένα κερασματάκι, λόγω των ημερών:



Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!!!

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

-Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Κοντοζυγώνανε τα Χριστούγεννα κι εγώ πυρετωδώς πάσχιζα να στριμώξω στις ώρες πού'μουν ξυπνητή τα τόσα πού'χα να κάνω, να ξεμπερδεύω, βρε αδερφέ, με όλα τούτα που μαζεύτηκαν και μαζεμό δεν είχαν, να τα συμμαζέψω επιτέλους, να τα δω όμορφα και ταχτικά, να προφτάσω να πάρω μιαν ανάσα για να στολίζω τη Φάτνη με χαμόγελο κι όχι με όψη ασφυξίας! Κι όλο κάτι έβγαινε στη μέση κι εκεί που καθάριζα έπρεπε ξανά-μανά να στοκάρω και να περιμένω και να στεγνώσει το άτιμο για να περάσω ένα χέρι μπογιά και - ούπς!- να ξαναθέλει τώρα καθάρισμα μετά από όλα τούτα! Ήτανε κι οι ελιές που τελειωμό δεν είχανε (Τ'ακούς φιλενάδα; Εσύ να τ'ακούς! Πού σε ρώτησα αν έχει μαξούλι φέτος κι αν θα με χρειαστείτε για δουλειά και μου τσαμπούνισες ένα "Εεε...κάτι έχει..θα το πάρουμε και το λαδάκι μας και φέτος..." και, δε λέω, Δόξα να έχει ο Ύψιστος, αλλά "Ποιό "λαδάκι" μας μωρέ τρελή που θα φτάσει Πάσχα κι εμείς ακόμη θα μαζώνουμε;;!) και μου "τρώγανε" όλες τις φωτεινές ώρες της μέρας, κι ήταν και τα μαστόρια που, επιτέλους, θυμήθηκαν να καταφθάσουν λίγο καιρό πριν αποχαιρετήσουμε τη χρονιά και βρέθηκα παραμονές Χριστουγέννων κατάκοπη να σπάω με το τσεκούρι τα παλιοσάνιδα της στέγης του μπάνιου για προσανάμματα, να μπογιατίζω τοίχους και να καρφώνω καλώδια μες στη μαύρη νύχτα με το φακό! Τέλος πάντων, παραμονές τα κατάφερα και ξεμπέρδεψα με μια σπονδυλική στήλη να διαμαρτύρεται για τα πάντα και τους πάντες - κι αυτό το έρ'μο το στρώμα που βούλιαζε κι είπα να το αλλάξω για να σωθώ και κατέφθασε το καινούριο ,μα τόσο εντυπωσιακά ακλόνητο, σαν να ξαπλώνεις στο μπετό, μα τόσο πολύ που, στοίχημα πάω, και μενίρ να πέσει πάνω του, ανέπαφο θα τ'αφήσει, δε θα το καταφέρει να γουβιάσει ούτε τόσο δα... ε κι αυτό το στρώμα, λοιπόν, εναντίον της, να μη μπορεί να ξαποστάσει πουθενά..- κι εδέησα κι εγώ να στολίσω! Όχι πολλά πράγματα... λίγο λιόπουρνο στις πόρτες για το καλό, λιγοστά φωτάκια, ένα μικρό ξύλινο δεντράκι μα, πάνω από όλα, τη λιλιπούτεια Φάτνη μας...



Ήτανε χρόνια πριν που η μάνα μου, με τα χέρια της τα θαυματουργά, έπλασε από πηλό μια μικρή Παναγιά να κρατά αγκαλιά το Θείο Βρέφος, δίπλα της τον Ιωσήφ, έναν φοίνικα και τρία αρνάκια. Λιτή κι απέριττη την τοποθετούσαμε κάθε Χριστούγεννα στο σχιστόλιθο πάνω στο τζάκι. "Δε φτιάχνεις και τους Μάγους;" την ξεσήκωσα κάποτε. Κι ύστερα την άλλη χρονιά "Κι ένα γαϊδουράκι μήπως; Και το μοσχάρι να ζεσταίνει με την ανάσα του το μωρό;" Κι έτσι κάθε χρονιά η εικόνα μεγάλωνε. Νά'σου κι οι βοσκοί, νά'σου κι άλλα αρνάκια, κι ένα τσοπανόσκυλο να τα φυλάει, κι οι καμήλες των μάγων κι οι άγγελοι... Τί θα φτιάξουμε φέτος; Τί λείπει ακόμη; "Μιαν ελιά!", "Πώς θα την φτιάξω την ελιά, είναι δύσκολη;" ,"Ε, εσύ θα τα καταφέρεις..Κι είναι κι ένα βοσκόπουλο στην εικόνα που καθιστό παίζει τον αυλό."...Κι έτσι η μικρή μας φάτνη έγινε μικρή υπερπαραγωγή! Κι είναι το κύριο μέλημά μου κι η χαρά να τη στολίζω κάθε χρόνο, ακόμη κι όταν δεν έχω διάθεση για στολίδια και γιορτές. Μόλις, λοιπόν, τοποθετώ και το τελευταίο μικροσκοπικό αρνάκι, ναι, είμαι έτοιμη πια να καλωσορίσω τα Χριστούγεννα...



"Σπάνια βλέπεις φάτνη πια... Εσύ, που καταγράφεις τα λαογραφικά, θα πρέπει να αρχίσεις να τις φωτογραφίζεις... θα τις καταργήσουνε κι αυτές." μού'πε η μάνα μου. Δεν έχει κι άδικο. Παραμορφωμένοι αγιοβασίληδες, ξωτικά, πολύχρωμα λαμπάκια και κάθε λογής δέντρα πολυφορτωμένα δεσπόζουν παντού, αλλά σχεδόν τίποτα δε θυμίζει πια την ουσιαστική έννοια των Χριστουγέννων, τη γέννηση του Χριστού. Κι άντε να δεχτώ πως για την Πρωτοχρονιά υιοθετήσαμε τον Σάντα-Κλάους της κόκα-κόλας και της αμερικανιάς και τον ταυτίσαμε με τον δικό μας Άη Βασίλη, αλλά μου κακοφαίνεται πάρα πολύ που τα τελευταία χρόνια, κατά τα χολλυγουντιανά πρότυπα, του αλλάξαμε και ημερομηνία και τον καλωσορίζουμε την νύχτα της Γεννήσεως. Και να ακούω κάτι μικρά να με ρωτάνε Χριστουγεννιάτικα "Ξέρεις τί μου έφερε ο Άη Βασίλης;" . "Πότε, καλέ, ήρθε και σού'φερε δώρο ο Αη Βασίλης;". "Μα χθες...αφού ήταν Χριστούγεννα." Βέβαια, ίσως δε θά'πρεπε να απορώ, μιας κι αν καλούμουν να χαρακτηρίσω μ'ένα όνομα την εποχή μας πολύ πιθανόν να την ονομάτιζα "η εποχή της σύγχυσης", σύγχυσης κάθε λογής εννοιών και αξιών, λέξεων και θέσεων, λογικής και συναισθημάτων, με όλες τις σημασίες που αποδίδει το λήμμα της σ'ένα κοινό λεξικό (π.χ. βλ. Μείζον Ελληνικό Λεξικό: σύγχυση= ανακάτωμα, μπέρδεμα/ έλλειψη σαφήνειας/ ψυχική ταραχή/ (νομ.) συσκοτισμός της διάνοιας που ελαφρύνει ή αίρει τον καταλογισμό) και τα μικρά παιδιά, φυσικά, είναι τα πρώτα που βάλλονται από όλο τούτο το σκηνικό. Να κρατηθώ, λοιπόν, και να μην προχωρήσω στην επόμενη ερώτηση: "Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;"



Καλή Χρονιά σε όλους!!!

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Μια γέρικη ελιά στη φάτνη του Χριστού...

Μια χριστουγεννιάτικη λαϊκή διήγηση της Κρήτης καταγεγραμμένη στο σπουδαίο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" των εκδόσεων Καρμάνωρ.....



"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;

Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:

- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.

Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.

Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:

- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.

Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."

Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.

Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.

-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.

Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.

Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα... με ποιόν Χριστό;






(από την μηνιαία έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, "Πληροφόρηση"

εικόνα: "Η Γέννηση του Χριστού", του π.Σταματίου Σκλήρη