Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

μοίρα



"Τμήμα του όλου ' το μέρος, εις αντίθεσιν προς το όλον. Το μερίδιο που ανήκει εις κάποιον: "νόμιμος μοίρα", το εκ του νόμου μερίδιον εις την κληρονομίαν. "Μοίρα γης"= μερίδιον γης, κλήρος. Αξία, εκτίμησις, προσήκουσα θέσις: "εν ίση μοίρα"= κατ'ισομοιρίαν, "εις μείζονα μοίραν"= εις μεγαλυτέραν αξίαν, ως και "εις ήσσονα μοίραν". Στρατιωτική, ναυτική ή αεροπορική μονάς: "μοίρα στόλου". Το 1/360 της περιφερείας του κύκλου. Το 1/360 του Ισημερινού, δηλαδή τμήμα αυτού αντιστοιχούν προς 111.111 μέτρα. Μεταφορικώς: το πεπρωμένον εκάστου ανθρώπου ' η τύχη ' το ριζικό, το γραφτό: "τώχει η μοίρα του να την παθαίνει πάντοτε!". Η δια του γάμου αποκατάστασις κόρης: "καλή μοίρα νάχης, κόρη μου!". Παρ'αρχαίοις: η θεότης του πεπρωμένου εκάστου ανθρώπου, συνήθως εις τον πληθυντικόν, αι Μοίραι, δηλαδή η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Ατροπός.
Αρχαίος βίος. Μοίρα συνηθέστερον δε εις τον πληθυντικόν αι Μοίραι, εκαλείτο θεότης διατάσσουσα και αποφασίζουσα τα της τύχης του ανθρώπου από την γέννησίν του μέχρι τον θάνατόν του. Μεταγενεστέρα είναι η προσωποποίησις της θεότητος. Εις τον Όμηρον ευρίσκεται ως Μοίρα η αφηρημένη έννοια του πεπρωμένου και εκδηλούται ως συμβολική έκφρασις είτε υπό τον τύπο Αίσα είτε υπ΄΄ο τον τύπον Κηρ. Η Αίσα είναι η καθαυτό μοιράζουσα την τύχην των ανθρώπων. Η Κηρ είναι προωρισμένη δια τον βίαιον θάνατον ' αυτή διατάσσει και επιφέρει τον βίαιον θάνατον των ανθρώπων, όπως εις τον πόλεμον, εις τη θάλασσαν κλπ. Η Μοίρα, εις τον Όμηρον ευρίσκεται ως συμβολική έκφρασις, όχι ως θεότης: "ου γαρ πω τοι μοίρα θανείν"= δεν είναι ακόμη πεπρωμένον να αποθάνης (Ιλιάδος Η 52). Εις τον Ησίοδον διαμορφούνται αι θεότητες, Μοίραι που ήσαν τρεις: Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος, θυγατέρες του Διός και της Θέμιδος, έφοροι και κυρίαι της ζωής των ανθρώπων. Υπέκειντο αι Μοίραι εις τας αποφάσεις του Διός, απ'όπου εκκλήθη ο Ζευς και Μοιραγέτης. Άλλοι όμως θέτουν αυτάς υπό την εξουσίαν του Πλούτωνος, επειδή διέμενον εις τον Άδην. Εν τούτοις η κοινή παράδοσις τας τοποθετεί εις το Γραμματείον του Διός, φυσικά εις τον Όλυμπον, όπου έγραφον τας αποφάσεις περί της τύχης εκάστου ανθρώπου. Άλλαι παραδόσεις τας φέρουν να κατοικούν εις μία κοιλάδα του Παρνασσού ή εις υψηλόν σπήλαιον απ'όπου έβλεπον όλα τα γινόμενα εις τον κόσμον.
Ανωτέρα των Μοιρών ήτο η Ειμαρμένη, που απεφάσιζε την τύχη και των θεών.
Και η μεν Κλωθώ, η πρεσβυτέρα των Μοιρών, επεσκόπει την γέννησιν των ανθρώπων, κρατούσα ηλακάτην (ρόκα). Όταν δε εγεννάτο άνθρωπος έκλωθε το νήμα της ζωής του. Η Λάχεσις εκράτει άτρακτον (αδράχτι), τυλίσσουσα το νήμα και διατάσσουσα τα μέλλοντα του γεννηθέντος. Η Άτροπος, η νεώτατη των Μοιρών, εκράτει ψαλίδα και έκοπτε το νήμα εις το σημείον εκείνο μέχρι του οποίου ήτο καθωρισμένη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Τα διατασσόμενα από τας Μοίρας δεν επεδέχοντο αλλοίωσιν. Εν τούτοις υπάρχουν μερικαί μετατροπαί αυτών, όπως η επιστροφή ανθρώπων από τον Άδην εις την ζωήν. Αλλά τότε, κατά την γέννησιν συνέβαινε να παρίσταται και η θεά του τοκετού Ειλειθυία και η Ουρανία Αφροδίτη, που εθεωρείτο η πρεσβυτάτη των Μοιρών. Εις τας Μοίρας εξ άλλου ανάγεται η εφεύρεσις των γραμμάτων και η διδασκαλία της μαντικής τέχνης, η οποία ετελείτο πλησίον των υπωρειών του Παρνασσού.
Παρίσταντο δε αι Μοίραι ως γυναίκες γραίαι, με καλυμμένας τας κεφαλάς με λευκά καλύμματα, εφόρουν δε λευκά ενδύματα, με πορφυρά άκρα. Εκάθοντο επί θρόνου και έφερον μεταξύ των γονάτων αδαμαντίνην ηλακάτην (ρόκαν) έκλωθων δε το νήμα ενώ ετραγουδούσαν. Εφέροντο επίσης με διάδημα εις ττην κεφαλήν ή στέφανον από νάρκισσον. Η λατρεία αυτών ήτο εξαιρετικώς διαδεδομένη εις την Ελλάδα ανάγλυφοι δε κυρίως παραστάσεις αυτών εστόλιζον τα αετώματα ναών (όπως του Παρθενώνος). Επίσης αγάλματά των εκόσμουν τους βωμούς.
Λαογραφία. Αι νεοελληνικαί δοξασίαι περί Μοιρών και αι παραδόσεις ελάχιστα διαφέρουν από τους αρχαίους μύθους. Αι τρεις θεότητες, όπως επεκράτησε να εμφανίζεται κατά την αρχαιότητα η ιδέα του πεπρωμένου του ανθρώπου, εξακολουθούν να παραμένουν και εις τον νεώτερον Ελληνισμόν, όχι όμως με την αντιστρατευομένην την χριστιανικήν θρησκείαν αρχαίαν θεϊκήν των διάπλασιν, ως εξουσιαστικαί μορφαί των τυχών των ανθρωπίνων υπάρξεων. Η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος παρεχώρησαν την θέσιν των εις τρεις ανωνύμους γραίας αδελφάς, αι οποίαι είναι αθάνατοι, έχουν μεγάλους οδόντας και είναι φυσικά άσχημοι, κατοικούν δε εις την άκραν του κόσμου εις μεγαλοπρεπές ανάκτορον, περιπάτουν πάντοτε και αι τρεις μαζί ενδεδυμέναι με λευκά ενδύματα. Φέρουν την κοινήν ονομασίαν Μοίρες, εξ αυτών δε η μία εκράτει ψαλίδι, η άλλη αδράχτι και η τρίτην ρόκαν με λινάρι. Μόλις γεννηθεί ο άνθρωπος εισέρχοντο εις το δωμάτιον της λεχούς και αναζητούν το νεογνόν δια να το "μοιράνουν". Κατά το "μοίραμα" η φέρουσα την ρόκαν με το λινάρι γνέθει, η δευτέρα με το αδράχτι τυλίσσει το νήμα, του οποίου "κάθε τυλιξιά είναι κ'ένας χρόνος", η τρίτη δε η φέρουσα την ψαλίδα θα κόψει το νήμα όταν θελήσει και κατ'αυτόν τον τρόπον θα καθορίσει την διάρκειαν της ζωής του ανθρώπου, δια τον οποίον έγινε το μοίραμα. Αλλ' αι Μοίραι είναι άγριαι και οξύθυμοι. Δι'αυτό κατά την τρίτην , την πέμπτην ή την έβδομην ημέραν από την γέννησιν του νεογνού, όταν συνήθως έρχονται αυταί, ετοιμάζεται τράπεζα με τρία καθίσματα, τίθενται δε εις αυτήν "μέλι και τρεις καρδιές από μύγδαλα και τρία κουταλάκια, τρία ποτήρια νερό και τρία βαγιόλια (πετσέτες)", για να καλωσορίσουν τις Μοίρες, και ακόμη "κάνουν ό,τι μπορούν" δια να τας ευχαριστήσουν "και καλομοιράνουν το παιδί".
Η δια περιπλανήσεων και ταξιδίων αναζήτησις της Μοίρας υπό των δυστυχούντων αναφέρεται εις την ατομικήν ιδέαν περί πεπρωμένου, είναι δε άσχετος προς τας εκτεθείσας δοξασίας και παραδόσεις σχετικώς με τας Μοίρας."
("Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ήλίου"", Ιωάννη Πασσά)

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

με νερό θαλασσινό...


" [...] Πού νά'χεις ξεχάσει, πάνω σε ποιό κομοδίνο, το φυλαχτό που σου κάρφωσε η μάνα σου στη φανέλα, κείνο το πρωινό πού'φευγες για πρώτη φορά... Υπάρχουνε δέντρα, κήποι, βουνά. Γλυκά τρεχούμενα νερά, πολυτρίχια, κρεβάτια που δεν κουνιούνται, γυναίκες που δε βάφονται, άντρες που δε βλαστημούνε. Ασπροβαμμένες κάμαρες στην εξοχή, δίχως περτσίνια και σταύρωσες στο ταβάνι. Ν'αλαργέψεις για λίγο από τούτα τα πράματα που συνήθισες να τα ψάχνεις τη νύχτα προτού κοιμηθείς, να τ'αγγίζεις, να τα μυρίζεσαι, να τα βλέπεις που κουνιούνται ώσπου να κλείσεις τα μάτια σου.[...]"
(Ν.Καββαδίας, "Βάρδια")


"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
~
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
[...]"

(Ν.Καββαδίας, "Fata Morgana")

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Έθιμα του Σταυρού

Σήμερα, του Σταυρού... μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης (σαράντα μέρες μετά τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος), αυστηρή νηστεία και μέρα με ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον...



"... στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού. Τ'αληθινού Σταυρού, όπου πάνω σ'αυτόν μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος και που τον έδειξε στην Αγία Ελένη, όπως λένε, ο συμπαθητικός και μυρωδάτος βασιλικός. Ο λαός μας λέει πως αυτό το μυροφυτό φύτρωσε εκεί ακριβώς που ήταν ο Τίμιος Σταυρός απ'τις σταλαματιές του Άγιου Αίματος του Χριστού. Άλλοι πιστεύουν πως ο βασιλικός φύτρωσε πάνω στον τάφο του Χριστού.
[...].. την ημέρα αυτή στις εκκλησιές μοιράζεται ο αγιασμένος βασιλικός (το σταυρολούλουδο), που ο λαός μας πιστεύει πως έχει αρκετές θεραπευτικές και θαυματουργικές ικανότητες, γι'αυτό και το φυλάει στο εικονοστάσι για σταυρώματα και ξορκίσματα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Με τούτο το βασιλικό, οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φτιάχνουν το προζύμι της χρονιάς. Εδώ, στα μέρη μας (Πήλιο), το βασιλικό για το προζύμι οι γυναίκες των παίρνουν από το στολισμένο Σταυρό. Αυτόν το βασιλικό, μάλιστα, συχνά τον τοποθετούνε σ'ένα βαζάκι με νερό για να βγάλει ρίζες, ώστε να το φυτέψουνε ξανά κι από το ίδιο τούτο το φυτό να πάνε τα κλωναράκια την επόμενη χρονιά, τέτοια μέρα, στην εκκλησιά. Τα ματσάκια βασιλικών που μοιράζονται μετά το τέλος της λειτουργίας, τα κρατούνε φυλαχτό πάνω στο εικόνισμα.

"... Με το βασιλικό της Υψώσεως του Σταυρού (το σταυρολούλουδο) και με τον αγιασμό της μέρας αυτής φτιάχνουν το νέο προζύμι. Οι τρόποι παρασκευής του και η πίστη στη θαυματουργό δύναμη των ιερών αντικειμένων, φαίνονται στις εξής συνήθειες. Στον Κατάλακκο Λήμνου, "κάθε σπίτι, κάθε νοικοκυρά φέρνει ένα κουμάρ' με νερό στην εκκλησιά ' τ'αφήνουν στη μέση της εκκλησιάς, όπου γίνεται ο αγιασμός, και μετά το παίρνουν. Με τον αγιασμό αυτόν κάνουν το προζύμι της χρονιάς' το κάνουν καινούριο. Το παλιό το σβουν ' το ζυμώνουν όλο την τελευταία βδομάδα."
Εις την Κορώνην "κάνουν ζυμάρι και βάνουν απάνω το κλωνί το βασιλικό που παίρνουν του Σταυρού από την εκκλησά ' ως την άλλη μέρα φουσκώνει και γίνεται προζύμι από μόνο του. Το προζύμι αυτό 40 μέρες δεν το δανείζουν, και το πρώτο ψωμί που θα ζυμώσουν μ'αυτό θα το κάνουν λειτουργιά και θα το μοιράσουν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Η μέρα, τούτη, όμως, εκτός από μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αποτελεί και χρονικό σταθμό για τις αγροτικές εργασίες καθώς και κρύβει έθιμα με αρχαίες ρίζες:
"Σε μερικούς μάλιστα τόπους η 14η Σεπτεμβρίου λαμβάνεται ως αρχή και ως τέρμα για τις μισθώσεις των εργατών, των βοσκών κ.τ.λ.. Σταματούν τώρα οι καλοκαιρινές συνήθειες, όπως ο μεσημεριανός ύπνος και το δειλινό γεύμα, που τις έκανε μέχρι τώρα απαραίτητες η μεγάλη καλοκαιρινή μέρα. Κυρίως στην Αίγινα συνηθίζζουν την ημέρα αυτή να κηδεύουν και να θρηνούν τον "Λειδινό" με μιμική παράσταση, που έχει πιθανότατα αρχαία καταγωγή. Άλλοτε ήταν γιορτή γυναικών, αλλά σήμερα προετοιμάζεται από τις γυναίκες και τελείται από τα παιδιά. Με πανιά και άχυρα κατασκευάζουν ανδρική μορφή και την εκθέτουν σαν σε κηδεία ' ανάβουν κεριά και τη μοιρολογούν. Το είδωλο είναι σε φυσικό μέγεθος. Ότι αρχικά η παράσταση δεν αφορούσε το δειλινό, αλλά κάτι πολύ πιο σοβαρό, την εξαφάνιση της βλάστησης και την αναγέννησή της την άνοιξη, όπως και στις ανάλογες εαρινές τελετές, φαίνεται από το ότι το είδωλο έχει ολοφάνερα φαλλική μορφή. Να το μοιρολόγι, που τραγουδούσαν άλλοτε οι γυναίκες κατά τη δημόσια έκθεση του νεκρού:
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου,
τσαι κλησαρωμένε μου.
Όπου σε κλησαρώσανε με την ψιλή κλησάρα
τσαι όπου σε περνούσανε αφ' την Αγιά Βαρβάρα
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Φεύγεις, πάεις Λειδινέ μου, τσ' εμάς αφήνεις κρύους,
πεινασμένους, διψασμένους τσ' όχι λίγο μαραμένους.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου!
Πάλι θα ρθεις Λειδινέ μου, με του Μάρτη τις δροσιές,
Με τ' Απρίλη τα λουλούδια τσαί του Μάη τις δουλειές.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου.
Ήρθ' η ώρα να μας φύγεις, πάαινε εις το καλό,
τσαι με το καλό να έρθεις τσ' όλους να μας βρεις γερούς.
Λειδινέ μου - Λειδινέ μου τσαι κλησαρωμένε μου."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


Το έθιμο τούτο, αναβιώνεται σήμερα στην Αίγινα, και όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του νησιού:

«Ο Λειδινός είναι ένα φθινοπωρινό αγροτικό, φαλλικό έθιμο, με συμβολικό χαρακτήρα και διάχυτο το περίφημο σατιρικό πνεύμα του Διονύσου, που από αρχαιοτάτων χρονών μέχρι και σήμερα αναβιώνει στην Κυψέλη της Αίγινας. Ημέρα αναβίωσης του εθίμου ήταν η 14η Σεπτέμβρη, ημέρα της ανύψωσης του τιμίου Σταυρού. Αυτή λοιπόν ήταν σπουδαία ημέρα για του Αιγινήτες, γιατί συμβόλιζε το τέλος των εαρινών και θερινών εργασιών, την αρχή των φθινοπωρινών και χειμερινών καθώς και την παύση διαφόρων συνηθειών τους. Μια από όλες τις συνήθειες ήταν το Λειδινό. Το Λειδινό ή Δειλινό κατά το Αιγινήτικο γλωσσικό ιδίωμα ήταν ένα μικρό γεύμα που έπαιρναν οι Αιγινήτες κατά το δείλι. Ήταν λιτό και περιλάμβανε λίγο τυρί ή ελιές, σκόρδο, κουλούρες κρίθινες και κρασί ρετσίνα. Αυτό το μικρό γεύμα που ήταν απαραίτητο ειδικά για τους εργάτες, άρχιζε από τα μέσα Μαρτίου και έπαυε στις 14 Σεπτεμβρίου. Όταν λοιπόν έπαυε έπρεπε να τελεστή κάτι σαν να επρόκειτο περί θανάτου κάποιου έμψυχου όντος, που να παριστάνει και να εικονίζει τον πραγματικό θάνατο. Έτσι οι γυναίκες του χωριού μαζεύονταν, κατασκεύαζαν ένα ανδρικό ομοίωμα που το παρουσιαστικό του έδειχνε ένα νέο της αγροτιάς με ντρίλινα ρούχα που τα γέμιζαν με άχυρο, το οποίο συμβόλιζε την εποχή της συγκομιδής. Το κεφάλι του το σχημάτιζαν μα Αιγινήτικο κανάτι και το ζωγράφιζαν με κάρβουνο για να παραστήσουν το στόμα, μύτη, μάτια κλπ. Τον στόλιζαν με στάχια, βασιλικούς και άλλα λουλούδια. Του φορούσαν τραγιάσκα. Απαραιτήτως του έβαζαν γεννητικά όργανα (ένα γουδοχέρι με δύο μικρά ρόδια) ως ένδειξη της διαιώνισης και αναπαραγωγής της ζωικής και φυτικής ύπαρξης. Τον ξάπλωναν σε ένα τραπέζι. Γύρω του έβαζαν διάφορα αφιερώματα. Φυτρωμένα αράκια, στάρι και φακές που συμβόλιζαν τους κήπους του Άδωνη. Αγροτικά εργαλεία, δρεπάνια, καλάθια και καλάμια που συμβόλιζαν τις λαμπάδες που άναβαν στους νεκρούς. Γύρω από το τραπέζι και εν χορώ οι γυναίκες, μοιρολογούσαν με το εξής τραγούδι: [βλ.παραπάνω] Μετά το θρήνο έβαζαν τον νεκρό πάνω σε μία πόρτα στολισμένη με λουλούδια, ιδίως δειλινά και πήγαιναν να τον θάψουν. Σχηματίζονταν μια πομπή, ιδίως από παιδιά που κρατούσαν λουλούδια, κλαδιά από φοίνικες και σημαίες πάνω σε κοντάρια, τα μαντήλια των γυναικών και τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι. Στη συνέχεια πήγαιναν τον νεκρό Λειδινό και τον έθαβαν σε ένα λάκκο και έπαιρναν το ομοίωμα του νεκρού. Τότε έτρεχαν και φώναζαν «Αναστήθηκε ο Λειδινός». Το βράδυ μοίραζαν το στάρι, κρίθινες κουλούρες, κρασί, ρετσίνα και πολλούς άλλους μεζέδες και όλο το χωριό άρχιζε τον χορό και το τραγούδι με τα παλιά τραγούδια της Αίγινας. Το έθιμο σταμάτησε στην Κυψέλη όπου γινόταν με τον πόλεμο του 1940. Μεταπολεμικά πρωτεργάτρια της αναπαραστάσεως του εθίμου ήταν η Ασπασία Γκίκα και μάλιστα το ομοίωμα του Λειδινού είχε έντονο φαλλικό χαρακτήρα. Η Κοινοτική αρχή επανέφερε από το 1994 την αναβίωση του εθίμου, σε συνεργασία με τον Μορφωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο Κυψέλης.»
(http://www.aeginaportal.gr/content/view/357/31/lang,el/)

Αλλά έθιμα της μέρας αυτής, που σχετίζονται με τη σπορά και τις αγροτικές εργασίες, συναντάμε σε όλη την Ελλάδα:
"Η ιερότητα της μέρας συντελεί, ώστε να γίνονται τότε οι προετοιμασίες για τη σπορά που πλησιάζει, και κυρίως η ευλόγηση του προορισμένου γι'αυτήν εκλεκτού σπόρου. Για τον σκοπό αυτό στέλνουν στην εκκλησία πολυσπόριο, μείγμα απ'όλα τα είδη των σπόρων, για να λειτουργηθούν και να ευλογηθούν. Αναφέρω μερικά παραδείγματα. Στους Γαλανάδες της Νάξου την ημέρα αυτή "κάθε γεωργός θα βάλει σε μια πετσέτα λίγο κριθάρι, λίγα φασόλια, κουκιά και ό,τι άλλο έχει, για να σπείρει, και τα πάει στην εκκλησιά κι αφήνει την πετσέτα του δεξιά της Αγίας Θύρας ' εκεί σχηματίζεται σωρός ολόκληρος, τον οποίον ο ιερεύς ευλογεί μετά το τέλος της λειτουργίας. Καθένας κατόπιν παίρνει την πετσέτα του με το λειτρουημένο σπόρο. Όταν πρόκειται να σπείρει, ο γεωργός θα βάλει μέσα στο δισάκι του, που περιέχει τον σπόρο, που θα σπείρει, και λίγο λιτρουημένο σπόρο, λέγων: Έλα Χριστέ μου και Παναγιά μου, η ώρα η καλή."
Στα Κλουτσινοχώρια Καλαβρύτων "πάνε πολυσπόρι στην εκκλησιά, δηλαδή ένα σπυρί από όλους τους καρπούς (σιτάρι, κριθάρι, φασόλια κ.λ.π.) μέσα σ'ένα μαντίλι, το οποίο θέτουν κατά την λειτουργίαν υπό υην Αγίαν Τράπεζαν ' επανερχόμενοι ρίπτουν το καθέν εις τον σωρόν του."
Στη Σκύρο "βράζουν κόλλυβα για την υγεία των παιδιών τους. Τα παιδιά, παίρνει καθένα τη χαδούλα του (ταψάκι μπακιρένιο βαθουλό) και την πάει μονάχο του στην εκκλησιά, στον Εσπερινό."
Στην Επίδαυρο "το σιτάρι, που θα ευλογήσει ο παπάς το πρωί του Σταυρού στην Εκκλησία, είναι από το "σταυρό", δηλαδή από την τελευταία χεράδα, που κόψανε το θέρο στο χωράφι."
Η τελευταία αυτή είδηση μας επαναφέρει στα αγροτικά έθιμα του καλοκαιριού. Υπάρχει δηλαδή η συνήθεια - και είναι σχεδόν πανελλήνια- από το τελευταίο δεμάτι στάχυα, όταν θερίζουν, να πλέκουν με τέχνη μια ωραία δέσμη, που ονομάζεται από το σχήμα της "χτένι", "ψαθί" ή "σταυρός". Την κρεμούν έπειτα στο εικονοστάσι του σπιτιού ή στο μεγάλο δοκάρι του (τον μεσιά) ως ΄"αγιωτικό" (σαν να έχει δηλαδή θρησκευτικό χαρακτήρα). Όταν έρθει ο καιρός της σποράς, τότε τους κόκκους του σιταριού της δέσμης αυτής, που έχουν ήδη ευλογηθεί την ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού στην εκκλησία, τους ανακατεύουν με τον σπόρο."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")



Ένα επιπλέον έθιμο που συναντάμε στα λαογραφικά Παξών, μας πληροφορεί πως:
"Του Σταυρού (14 Σεπτ.) παλαιότερα, εκοπανίζανε ελιές στο γουδί και κάνανε λάδι κι ανάβανε το καντήλι. Αν δεν επέφτανε, εμαδούσανε.
"Όσες ελιές μάσεις, ως τα Χριστούγεννα, είναι ήυρεμα. Καλό κάνουν αυτές που πέφτουν, δυναμώνουν οι άλλες και επίτηδες, για ν'ανάψουνε το καντήλι. Τις βάζουν μέσα στη σκάφη με θερμό, για να μαζέψουν το απάνω λάδι, νά'ναι καθαρό"."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Λαογραφικά σύμμεικτα Παξών")

Τέλος:
"Από τη μέρα αυτή και οι ναυτικοί σταματούν τα μακρινά ταξίδια, όπως συμβουλεύει και η κοινή παροιμία: Του Σταυρού σταύρωνε και δένε ή του Σταυρού κοίτα και τ'άι-Γεωργιού ξεκοίτα. Άλλη παροιμία λέγει: Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
Ήδη από την παραμονή επιτρέπεται η είσοδος των παιδιών στ'αμπέλια και στους κήπους, όπως και των βοσκημάτων στους θερισμένους αγρούς. Και προς το βράδυ ανάβονται φωτιές με τις σησαμιές και άλλα χόρτα (κάψαλοι), τις οποίες πηδούν."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

(*ασπρόμαυρες φωτογραφίες από βιβλίο Γ.Α.Μέγα)

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

κουβαδάκια...




Τρεις μέρες μετά από τον κατακλυσμό της Κυριακής, που αποχαιρέτησε τον Αύγουστο (βλ.:"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη), βρέθηκα και πάλι στην αγαπημένη μου θαλασσινή γωνιά. Δεν την είχε αφήσει ανέγγιχτη η μανιασμένη καταιγίδα.. ορμητικός χείμαρρος κουβάλησε στην παραλία πέτρες, βότσαλα, χαλίκια, κλαριά, χώματα, ακόμη και κομμάτια από βράχια σπασμένα..
Και πώς να την αφήσει δηλαδή; Μήπως αφήνουνε και σε μας ανέγγιχτες τις ψυχές μας οι βροντές κι οι κεραυνοί του κόσμου τούτου;

Το καλοκαίρι πέρασε.. αδειάσανε τα μέρη μας από ανθρώπινες φιγούρες.. Μείναν μονάχα λιγοστοί.. Οι ακρογιαλιές αλαφρώσανε απ'τη στριμωξιά και το βάρος των παρατεταγμένων κορμιών, οι φωνές των γελαστών πιτσιρικάδων σβήσανε.. μοναχό το κύμα σιγομουρμουρά, φλερτάροντας τα λιοκαμένα πλατιά βότσαλα.. Τα κουβαδάκια τα μαζέψαμε ' πάει κι αυτό το όνειρο, τα αμμουδένια κάστρα σωριάστηκαν, του χρόνου θα τα ξαναφτιάξουμε πιο τρανά..




.. Κι εγώ είμαι λυπημένη, όχι τόσο που φεύγει ο Αύγουστος - κι ας είμαι τέκνο του καλοκαιριού - αλλά που φεύγουν άλλα και χάνονται, και σωριάζονται σαν τούτους τους πύργους, όσο και να προσπαθώ μέσα στις δυο παλάμες μου να τους συγκρατώ, να τους αγκαλιάζω θαρρείς.. Τί να σου κάνουν δυο παλάμες, πώς να εμποδίσουνε το χείμαρρο τον ορμητικό, τον αδίστακτο, να τους πάρει σβάρνα κατόπι του; Κι όμως επιμένω να τους κρατώ, γιατί, δεν ξέρεις ποτέ, ίσως ένας πεσμένος βράχος να του φράξει το μέτωπο, να του αλλάξει την πορεία στα πλάγια, να τον στρέψει μακριά...

Get this widget Track details eSnips Social DNA


Ίσως πάλι, γιατί τούτα της άμμου τα χρυσαφιά ψίχουλα που μένουνε ν'αστράφτουνε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, καθώς στο πέρασμά του ο Απόλλωνας φεγγοβολά, είναι τόσο, μα τόσο, σημαντικά για μένα...

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

προστάτης των βοσκών...

Του Αγίου Μάμα, σήμερα, προστάτη των βοσκών... Ενός έφηβου αγίου, που μόλις 15 χρονών, θανατώθηκε βίαια, για την πίστη του...


Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος, στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":
"Στις 2 είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του. "Το τάζω", μού ειπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"."


Αναφέρει κι ο λαογράφος μας Γ.Α.Μέγας, στο "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας":
"Είναι άγιος βοσκός εικονιζόμενος με το στραβοράβδι στο χέρι. Στο πανηγύρι του τιμάται με προσφορές και θυσίες αρνιών ' ακολουθεί κοινό τραπέζι και ευωχία. Έτσι στη Σκύρο "οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά νά'χει και κείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους. Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω απ'την καρυδιά..."


Ακόμη, από το (http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/mamas.htm):
"Στήν Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε."